- Καλώς τες, είπε η Άριελ και χαμογέλασε, περάστε, περάστε!
Η Χιονάτη και η Σταχτοπούτα σκούπισαν προσεκτικά τα παπούτσια τους στο πράσινο, μαλλιαρό, χαλάκι της εισόδου και έκαναν ένα βήμα μπροστά.
- Μα τι κάνατε, είπε η Άριελ, φέρατε και δώρα; Δεν έπρεπε!
- Δεν είναι τίποτα, είπε η Χιονάτη και της πρόσφερε το πακέτο που κρατούσε. Έφτιαξα μηλόπιτα και σου έφερα λίγη να δοκιμάσεις.
Η Άριελ έκρυψε με χάρη μια γκριμάτσα αηδίας που πήγε να σχηματιστεί στο πρόσωπό της και άπλωσε τα χέρια της για να πάρει τη μηλόπιτα.
- Και εγώ, είπε η Σταχτοπούτα, έφτιαξα κολοκυθόπιτα, πάει τέλεια με το τσάι.
Η Άριελ πήρε την κολοκυθόπιτα στα χέρια της.
- Με κολοκύθια; ρώτησε.
- Με κολοκύθα, είπε η Σταχτοπούτα. Είναι γλυκιά πίτα, η αγαπημένη συνταγή της νονάς μου.
Η Άριελ έκρυψε άλλη μια γκριμάτσα αηδίας.
- Μα περάστε, είπε, μην ντρέπεστε!
Στην είσοδο της σάλας η Χιονάτη και η Σταχτοπούτα κοντοστάθηκαν. Ένα τεράστιο χταπόδι δέσποζε στη μέση του δωματίου, κρεμασμένο από το ταβάνι. Η Άριελ τις κοίταξε ικανοποιημένη.
- Ωραίο δεν είναι; είπε. Είναι από φυσητό γυαλί. Το έφερα από τη Βενετία, ειδική παραγγελία.
Πήγε στον τοίχο και άναψε έναν διακόπτη. Μεμιάς, οι βεντούζες του χταποδιού - που στην πραγματικότητα ήταν λάμπες - φωτίστηκαν και γέμισαν τη σάλα με φως.
- Ε; είπε η Άριελ. Δεν είναι φανταστικό;
- Πρωτότυπο, είπε η Χιονάτη.
- Ιδιαίτερο, είπε η Σταχτοπούτα.
- Καθήστε όπου θέλετε, είπε η Άριελ.
Στη σάλα βρίσκονταν διάσπαρτα σε ομάδες διάφορα καθίσματα, που έμοιαζαν με ορθάνοιχτα όστρακα. Η Χιονάτη και η Σταχτοπούτα διάλεξαν έναν διθέσιο καναπέ, που έμοιαζε με στρείδι. Η Άριελ κάθησε σε μία από τις δύο πολυθρόνες-χτένια, που βρίσκονταν απέναντι από τον καναπέ.
- Αυτή η ανακαίνιση κόστισε πολύ, αλλά άξιζε τον κόπο. Επιτέλους, η σάλα απόκτησε χαρακτήρα!
Η Χιονάτη και η Σταχτοπούτα κούνησαν ελαφρά το κεφάλι τους.
- Μόνη σου τα σκέφτηκες όλα αυτά; ρώτησε η Χιονάτη.
- Εγώ είχα την αρχική ιδέα, αλλά το τελικό αποτέλεσμα που βλέπετε είναι έργο του διάσημου Μαρσέλ Πουασόν.
- Πουασόν; είπε η Σταχτοπούτα.
- Μη μου πείτε ότι δεν τον ξέρετε! Έχει σχεδιάσει τα πιο φαντασμαγορικά θαλάσσια πάρκα και ενυδρεία παγκοσμίως.
- Θαλάσσια πάρκα και ενυδρεία; είπε η Χιονάτη. Α, έτσι εξηγείται...
- Στην αρχή, βέβαια, αρνήθηκε να μου διακοσμήσει τη σάλα. Μου είπε ότι ήταν κλεισμένος για τα επόμενα δύο χρόνια, αναμενόμενο ήταν. Αλλά, ευτυχώς, ο άντρας μου δεν υπολογίζει τα χρήματα, όταν θέλει να με ευχαριστήσει, και έτσι κατάφερα να τον πείσω να τροποποιήσει το πρόγραμμά του.
- Ευτυχώς, είπαν η Χιονάτη και η Σταχτοπούτα με μία φωνή.
Η Άριελ έπιασε το κουδουνάκι που βρισκόταν στο τραπεζάκι και το κούνησε ελαφρά. Ένας μπάτλερ με ιριδίζον κοστούμι εμφανίστηκε στην είσοδο της σάλας.
- Θα πιείτε ένα τσάι; είπε στις φίλες της.
- Ένα τσάι θα το πιούμε, είπε η Χιονάτη.
Ο μπάτλερ εξαφανίστηκε και ύστερα από ένα λεπτό εμφανίστηκε ξανά, σπρώχνοντας ένα τρόλεϊ. Μοίρασε τα φλιτζάνια και τοποθέτησε διάφορους μικρούς δίσκους στο τραπεζάκι.
- Καβουροκροκέτες; ρώτησε έκπληκτη η Σταχτοπούτα.
- Ναι, είπε η Άριελ. Είναι η σπεσιαλιτέ της μαγείρισσας.
- Και αυτά τι είναι; ρώτησε η Χιονάτη δείχνοντας το δίσκο με τα καναπεδάκια που βρισκόταν μπροστά της.
- Μα δεν βλέπεις; Είναι καναπεδάκια με σολομό, σαρδέλλα ή σκουμπρί, κρύα σάντουιτς με αυγά αχινού και φιλέτο τόνου, και μπρουσκέτες με πατέ σαλαχιού... Μήπως έχετε κάποια αλλεργία στο σαλάχι; Αν είναι, να πω να φέρουν μπρουσκέτες με αφρό καπνιστού χελιού... Νώε!
- Όχι, όχι, δεν χρειάζεται, είπε η Χιονάτη, απλώς δεν ξέρω αν ταιριάζουν όλα αυτά με το τσάι...
- Μια χαρά ταιριάζουν! Εξάλλου, αυτό δεν είναι συνηθισμένο τσάι, αφέψημα φυκιών είναι...
Η Χιονάτη και η Σταχτοπούτα κοιτάχτηκαν προβληματισμένες.
- Είναι νοστιμότατο, καμία σχέση με το συνηθισμένο τσάι, και είναι και πλούσιο σε ιώδιο, είπε η Άριελ. Μου το φέρνουν κατευθείαν από τον κοραλλιογενή ύφαλο της Αυστραλίας.
- Αχ, μόλις θυμήθηκα, είπε η Σταχτοπούτα, πρέπει να ξέχασα αναμμένο το φούρνο! Τι μνήμη είναι αυτή που έχω!
- Και πώς κάνεις έτσι; είπε η Άριελ. Πάρε τηλέφωνο να τον σβήσουν! Ολόκληρη Σταχτοπούτα, να ασχολείσαι η ίδια με το φούρνο;
- Ε, ναι, αλλά σήμερα έχω παστίτσιο, και είναι το αγαπημένο του άντρα μου, το παστίτσιο από τα χεράκια μου, δε θα ήθελα να το κάψω...
- Παστίτσιο; Τι σύμπτωση! Και εμείς παστίτσιο έχουμε! Με πετροσωλήνες ολικής και κιμά θαλάσσιας ανεμώνης! Θα σου βάλω ταπεράκι, να πάρεις μαζί. Νώε!
- Μην μπαίνεις σε κόπο, είπε η Σταχτοπούτα.
- Καλέ, τι κόπος; Νώε!
- Όχι, όχι, αλήθεια, είναι που του άντρα μου οι πετροσωλήνες του φέρνουν νύστα και όλη αυτή την εβδομάδα έχει μεταμεσημβρινά συμβούλια, δε γίνεται να αποκοιμηθεί στη διάρκεια συμβουλίου.
- Όπως θέλεις, είπε η Άριελ.
Ο μπάτλερ εμφανίστηκε και πάλι.
- Με ζητήσατε, κυρία;
- Όχι, εντάξει, Νώε, δεν ήθελα τίποτα, μπορείς να αποσυρθείς.
Ο μπάτλερ εξαφανίστηκε και η Σταχτοπούτα σηκώθηκε.
- Χίλια συγγνώμη που φεύγω έτσι, είπε, αλλά, καταλαβαίνεις... Ποιος τον ακούει τον άντρα μου μετά, αν μου καεί το φαγητό.
- Θα σας περιμένω και τους δύο για φαγητό, όποτε θέλετε, είπε η Άριελ.
- Ναι, ναι, θα το κανονίσουμε, είπε η Σταχτοπούτα.
- Πω-πω, κορίτσια, κι εγώ το ξέχασα, είπε ξαφνικά η Χιονάτη και σηκώθηκε από τη θέση της. Πού το έχω το μυαλό μου; Σήμερα ο μικρός έχει μάθημα ξιφασκίας και περιμένει εμένα να τον πάω, δεν θέλει κανέναν άλλον. Περίμενε, Σταχτοπούτα, έρχομαι κι εγώ!
- Μα ούτε εσύ θα κάτσεις για φαγητό;
- Δε γίνεται, δυστυχώς...
- Μήπως δε σου αρέσει το παστίτσιο; Έχουμε και θαλάσσιες ανεμώνες στιφάδο.
- Δε γίνεται, λυπάμαι, έχω αργήσει. Και δε θέλω το παιδί να χάσει το μάθημά του, προετοιμάζεται για αγώνες.
- Γιατί δεν παίρνεις τηλέφωνο να σου τον στείλουν εδώ; Έχω ειδική αίθουσα ξιφασκίας, και εξαίρετο δάσκαλο. Θα κάνει το παιδί το μάθημά του και ύστερα θα φάμε όλοι μαζί. Θα φτιάξουμε και χελωνομπουκιές τηγανιτές για το παιδί.
- Καλή ιδέα, αλλά ο μικρός είναι πολύ ντροπαλός και δεν ξανοίγεται εύκολα. Άλλη φορά θα τον φέρω, να παίξει και στην πισίνα.
- Α, ναι, την πισίνα δεν την είδατε, την άλλαξα κι αυτή, τώρα έχει και νεροτσουλήθρα, θα ξετρελλαθεί ο μικρός.
- Ναι, ναι, την επόμενη φορά θα το κανονίσουμε καλύτερα, είπε η Χιονάτη.
- Καλά, κορίτσια, όπως θέλετε... είπε η Άριελ και τις συνόδευσε μέχρι την πόρτα.
- Μα, καλά, θα με άφηνες μόνη μου; είπε η Χιονάτη στην Σταχτοπούτα.
- Δε λες που καταφέραμε να ξεμπλέξουμε; είπε η Σταχτοπούτα.
- Έφυγαν οι φίλες σας, κυρία; ρώτησε ο μπάτλερ την Άριελ, καθώς μάζευε τους δίσκους από το τραπεζάκι.
- Ναι, χρειάστηκε να φύγουν βιαστικά.
- Και δε δοκίμασαν τίποτα. Μήπως είχαν κάποια αλλεργία;
- Τι αλλεργίες, μην κοιτάς που έκανα την ανήξερη, αν είχαν αλλεργίες θα το θυμόμουν, έχω μνήμη ελέφαντα εγώ...
- Θα ξανάρθουν, κυρία;
- Θα δούμε, Νώε. Προς το παρόν, μόνο για το ότι έφυγαν μπορούμε να είμαστε σίγουροι.
- Τους άρεσε η σάλα, κυρία;
- Ξέρεις κάτι, Νώε; Αυτό θα είναι!
- Ποιο, κυρία;
- Θα έσκασαν από τη ζήλεια τους, μόλις είδαν τη σάλα, τις είδα εγώ πώς έμειναν με ανοιχτό το στόμα... Φίλες να σου πετύχουν... Αλλά, βέβαια, δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα να τους διακοσμήσει τη σάλα ένας Μαρσέλ Πουασόν!






.jpg)


