Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Στυλιστικός πονοκέφαλος

     Μεγάλωσε και η Άνοιξη και έγινε μια πρώτης τάξεως κοπέλα, ψηλή, λιγνή, όμορφη, έτοιμη να καταπλήξει τα πλήθη... Γι'αυτό, φυσικά, θα έπρεπε να κάνει την πρώτη της δημόσια εμφάνιση και η μητέρα της άρχισε να οργανώνει το αντίστοιχο πάρτυ. Αλλά για το μεγάλο πάρτυ χρειαζόταν και το ανάλογο φόρεμα.
     Φώναξε ο πατέρας της, λοιπόν, καμιά δεκαριά χελιδόνια, έμπειρους τεχνίτες κοπτοράπτες, τους καλύτερους υπαλλήλους του εξειδικευμένου οίκου μόδας "Το χρυσό ψαλίδι", και τους ανέθεσε να ράψουν το πιο όμορφο φόρεμα για την επίσημη πρώτη της κόρης του. Τσιγκουνιές δεν ήθελε, τους είπε. Μόνο το καλύτερο.
     Έφεραν τα χελιδόνια δεκάδες τόπια εκλεκτά υφάσματα και εφτά κούτες περιοδικά μόδας για να δείξουν στην Άνοιξη να διαλέξει, αλλά εκείνη αποδείχτηκε δύσκολη. Εννοείται ότι το φόρεμα θα ήταν λουλουδάτο, αλλά τι λουλούδια έπρεπε να βάλει;
     - Τι θα λέγατε για άνθη αμυγδαλιάς, δεσποσύνη; ρώτησε ο μόδιστρος, που φορούσε ένα πολύ κομψό σμόκιν.
     - Α-πα-πα, πολύ μπανάλ, είπε η Άνοιξη. Θέλω κάτι πιο ξεχωριστό.
     - Άνθη ροδακινιάς, τότε; Μοιάζουν με της αμυγδαλιάς, αλλά είναι πιο ροζέ, θα δώσουν έναν τόνο πιο εξεζητημένο...
     - Έχει φορεθεί και αυτό.
     - Μαργαρίτες;
     - Πολύ κίτρινο, θα με χλωμιάζει.
     - Παπαρούνες;
     - Πολύ κόκκινο, και επειδή πάει σε όλες, πολυφορεμένο.
     - Μήπως, τότε, άνθη πασχαλιάς;
     - Μωβ;
     - Πασχαλί.
     - Α, μπα...
     - Προτιμάτε το κουτσουπί, μήπως;
     - Το κουτσουπί; Και μόνο από το όνομά του καταλαβαίνετε ότι είναι αδύνατο να προτιμάω κάτι τέτοιο.
     Ο μόδιστρος ένιωσε να τρέμει το ψαλίδι που κρατούσε, αλλά κράτησε την ψυχραιμία του. Θυμήθηκε ότι ο μπαμπάς της νεαρής ιδιότροπης ήταν ιδιαίτερα γαλαντόμος, πήρε μια ανάσα και συνέχισε.
     - Θα προτιμούσατε να δοκιμάσουμε κάποιο άλλο άνθος, όπως ο λεμονανθός για παράδειγμα;
     - Ενδιαφέρον, αλλά πολύ άσπρο, δεν πάω και για νύφη...
     - Ποιος θα σε πάρει τόσο στριμμένη; ακούστηκε να λέει ένα νεαρό χελιδόνι, αλλά ο μόδιστρος έκανε ότι τον έπιασε βήχας και το κάλυψε.
     - Το βρήκα, είπε τότε ο μόδιστρος, αφού σταμάτησε να βήχει. Τι θα λέγατε να αφήσουμε τα άνθη και να πάμε στους καρπούς;
     - Δεν μου ακούγεται κακό, αλλά τι καρπούς έχετε υπόψη;
     - Τι θα λέγατε για τα μήλα;
     - Α, όχι, μου φέρνουν στο μυαλό τον οδοντίατρο.
     - Λεμόνια;
     - Χμ... Λεμόνια ή νεράντζια;
     - Και δεν τα βάζουμε και τα δύο; Ό,τι θέλουμε κάνουμε!
     Η Άνοιξη σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε, κοίταξε μία το μόδιστρο, μία τα άλλα χελιδόνια που περίμεναν με αγωνία την απόφασή της...
     - Ας είναι, είπε, ας βάλουμε λεμόνια και νεράντζια.
     Μόνο πάρτυ δεν έκαναν τα χελιδόνια από τη χαρά τους και όρμησαν στις μεζούρες, για να πάρουν τα μέτρα και για να σχεδιάσουν τα πατρόν.
     Αλλά και εκεί υπήρξαν αντιρρήσεις από την Άνοιξη: το ένα σχέδιο είχε πολύ ανοιχτό ντεκολτέ, το άλλο ήταν πολύ κλειστό, το τρίτο ήταν στενό και θα τόνιζε την περιφέρειά της, το τέταρτο ήταν φαρδύ και θα σηκωνόταν με το παραμικρό φύσημα του αέρα, άλλο ήταν πολύ κοντό, άλλο ήταν πολύ μακρύ... Παρά τρίχα να πάει από ψαλίδι, μέχρι τελικά να καταλήξει σε κάποιο σχέδιο που κατά την γνώμη της ήταν υποφερτό.
     Και κοίταξε ο μόδιστρος το ημερολόγιο και είδε ότι οι μέρες περνούσαν απελπιστικά γρήγορα και έβαλε τα χελιδόνια να κάνουν υπερωρίες για να προλάβουν τις προθεσμίες. Και ράφτηκε το φόρεμα, αλλά και πάλι δεν της άρεσε της Άνοιξης και άρχισαν οι μετατροπές. Και τη μία ξήλωναν, την άλλη έραβαν, τη μία έκοβαν, την άλλη έραβαν. Και καλύτερα να είχαν ράψει τριάντα διαφορετικά φορέματα και να της είχαν δείξει να διαλέξει, παρά που έφτιαξαν ένα και μοναδικό και όλο το μεταποιούσαν. 
     Και έπιασε ο μόδιστρος τον πατέρα της Άνοιξης και, όσο πιο γλυκά μπορούσε, του ζήτησε να παρέμβει. Και ο πατέρας της την έπιασε με τη σειρά του και της είπε ότι εντάξει, λεφτά υπήρχαν, αλλά δεν ήταν και για πέταμα και, επιτέλους, έπρεπε να αποφασίσει πώς το ήθελε το φόρεμα, για να στείλει και η μάνα της τις προσκλήσεις για το πάρτυ, κάποιοι από τους συγγενείς έμεναν μακριά και έπρεπε να ειδοποιηθούν εγκαίρως.
     Και βαριαναστέναξε η Άνοιξη, και τελικά παραδέχτηκε ότι μια χαρά ήταν το φόρεμά της. Και ανάσαναν ανακουφισμένα τα χελιδόνια κοπτοράπτες, και γύρισαν στις φωλιές τους για να ετοιμάσουν τις βαλίτσες τους για το ετήσιο ανοιξιάτικό τους ταξίδι και άκουσαν και τα σχολιανά τους από τις γυναίκες τους, που τις είχαν αφήσει τόσο καιρό μόνες τους να κάνουν όλες τις προετοιμασίες. 
     Αλλά, τέλος καλό, όλα καλά. Και εχθές, εκεί που χάζευε η Πίπη έξω από το παράθυρο και αναρωτιόταν γιατί είχαν αργήσει να έρθουν τα χελιδόνια, είδε ένα χελιδόνι που χόρευε στον αέρα και τραγουδούσε "Τελείωσε το φόρεμα! Τελείωσε το φόρεμα!". Και ρώτησε η Πίπη το χελιδόνι και έμαθε τα καθέκαστα.
     Και αφού, λοιπόν, βρέθηκε το φόρεμα για την επίσημη πρώτη της Άνοιξης, το μόνο που μένει τώρα είναι να περιμένουμε να δούμε και τα πυροτεχνήματα από το πάρτυ. Εκτός αν και για τα πυροτεχνήματα πρέπει να αποφασίσει εκείνη...


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Δεν ζουν (πια) ανάμεσά μας

     Μεγάλες τύψεις νιώθει τον τελευταίο καιρό η Πίπη, και διόλου τυχαία. Μεταξύ μας, υπάρχουν φόβοι ότι την Οξεία Γλωσσοπάθεια την διαβάζει ο Δρακουμέλ και όλοι οι προσκείμενοι σε αυτόν, με αποτέλεσμα τα στρουμφάκια να διατρέχουν πλέον θανάσιμο κίνδυνο.
     Πώς αλλιώς εξηγείται, που η πανέμορφη εξέδρα που είχε εντοπίσει η Πίπη δεν υπάρχει πλέον; Ναι, αγαπητοί μου, λίγες εβδομάδες μετά την ανακοίνωση ότι η Πίπη εντόπισε ενδείξεις ύπαρξης στρουμφακίων στην ευρύτερη περιοχή της, ένα πρωί που περνούσε από εκεί ανακάλυψε με φρίκη ότι το δέντρο όπου είχε κατασκευαστεί η στρουμφοεξέδρα είχε καρατομηθεί, από τον δολοφόνο με το ηλεκτρικό πριόνι προφανώς. Κανένα ίχνος δεν είχε μείνει από την στρουμφοεξέδρα και, ευτυχώς, δεν υπήρχαν και ίχνη μπλε χρώματος, που θα μπορούσε να σημαίνει μαζική στρουμφοεξόντωση.
     Η Πίπη στενοχωρήθηκε πολύ, αλλά συνεχίζοντας τον δρόμο της, αρκετά πιο πέρα εντόπισε, σε ένα άλλο δέντρο, μία άλλη εξέδρα. Η εξέδρα εκείνη, βέβαια, ήταν μικρότερη από την άλλη, αλλά αυτό δεν πείραζε και τόσο, αφού τα στρουμφάκια θα μπορούσαν να βρουν νέο καταφύγιο εκεί, και άρα τα πράγματα δεν ήταν και τόσο σκοτεινά. Η Πίπη ανάσανε ανακουφισμένη και συνέχισε τον δρόμο της.
     Και δεν ξαναέκανε κακές σκέψεις η Πίπη, ώσπου, μερικές μέρες αργότερα είδε και τη δεύτερη εξέδρα κατεστραμμένη. Ο δολοφόνος με το ηλεκτρικό πριόνι την είχε εντοπίσει και αυτήν την στρουμφοεξέδρα και το δέντρο είχε επίσης καρατομηθεί, με τη μόνη διαφορά ότι αυτή τη φορά άφησε να φαίνεται ένα τμήμα της κατεστραμμένης στρουμφοεξέδρας, ίσως για εκφοβισμό.
     Ύστερα από αυτό, η Πίπη ξαναέπεσε σε μαύρες σκέψεις και άρχισε να προβληματίζεται για το μέλλον των στρουμφακίων. Και, φυσικά, εγκατέλειψε κάθε ελπίδα να συναντήσει κάποιο στρουμφάκι, αφού τα καημένα διώκονται τόσο ανηλεώς. 
     Η αλήθεια είναι ότι της Πίπης της πέρασε από το μυαλό ότι οι πολλές γάτες που συναντάει κάθε μέρα στον δρόμο μπορεί να είναι πληροφοριοδότες του Δρακουμέλ και να του δίνουν αναφορά για όποιο στρουμφοχνάρι συναντούν, ή μπορεί να παρακολουθούν και την ίδια την Πίπη, κάποιες από αυτές την κοιτάζουν πολύ ύποπτα... Μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι όλες αυτές οι γάτες είναι ξαδέρφες της Ψιψινέλ. 
     Όμως, υπάρχει και η πιθανότητα ο Δρακουμέλ να έχει ανακαλύψει την Οξεία Γλωσσοπάθεια και να έμαθε από την ίδια την Πίπη την ύπαρξη της εξέδρας. Και τώρα η Πίπη αισθάνεται τύψεις... Και σκέφτεται τι δοκιμασία περνούν τα καημένα τα στρουμφάκια, να πρέπει να φτιάξουν και πάλι τις βαλίτσες τους και να φύγουν για άλλα μέρη, προσπαθώντας παράλληλα να σβήνουν τα ίχνη τους για να μην τα ανακαλύψουν οι γάτες-πληροφοριοδότες του Δρακουμέλ.
     Είναι μεγάλο το κόστος της δημοσιότητας τελικά...


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

Φτερωτό μοντέλο

      Ο καφετής ο κόκορας ήταν κομματάκι πολυλογάς. Από τα μαύρα χαράματα που ξυπνούσε και άρχιζε τα "κικιρίκου!" μέχρι το βράδυ που μαζευόταν στο κοτέτσι, δεν έβαζε γλώσσα μέσα του. "Κικιρίκου!" από εδώ, "κικιρίκου!" από εκεί, δεν άφηνε κανέναν να ησυχάσει. Είχε πάρει το κεφάλι ολονών με τα λαλήματά του.
     Οι κότες, βέβαια, δεν έλεγαν τίποτα. Άντρας τους ήταν, κολώνα του κοτετσιού τους, πού να τολμήσουν να του πουν ο,τιδήποτε θα μπορούσε να του χαλάσει τη ζαχαρένια, αφού αυτόματα θα έπεφταν σε δυσμένεια και θα εξορίζονταν από το χαρέμι.
     Τα άλλα ζώα όμως δεν είχαν τέτοιες "στενές" σχέσεις μαζί του και όποτε έβρισκαν ευκαιρία, του έκαναν παρατήρηση. Πότε καμιά περαστική γάτα, πότε κανένας μαχμουρλής σκύλος, πότε κανένα φαφλατάδικο περιστέρι, όλο και του έλεγαν να ησυχάσει λίγο...
     Αλλά του κόκορα δεν ίδρωνε το αυτί του. "Με ζηλεύουν", σκεφτόταν, "που είμαι τόσο ωραίος, τόσο δυνατός, τόσο άξιος... Ούτε στο μικρό μου δαχτυλάκι δε με φτάνουν, και έχουν το θράσος να μου λένε και να σωπάσω. Σιγά μην τους την κάνω τη χάρη!". Και αντί να περιορίσει την πολυλογία του, μιλούσε ακόμα περισσότερο.
     Μια μέρα τα ζώα της γειτονιάς είδαν κι απόειδαν και αποφάσισαν να οργανωθούν. Μαζεύτηκαν, λοιπόν, σε ένα μικρό παρκάκι και άρχισαν να συζητούν για να δουν τι θα έπρεπε να κάνουν για να ησυχάσει λίγο το κεφαλάκι τους από τις φωνές του κόκορα.
     - Μου έχει πάρει το κεφάλι, είπε ένας μεγαλόσωμος σκύλος. Δεν μπορώ να βρω ησυχία. Ξαπλώνω να κοιμηθώ μια ωρίτσα και αν καταφέρω να κλείσω τα μάτια μου για λίγο, βλέπω εφιάλτες. 
     - Εγώ τι να πω; είπε μια γάτα με τρίχωμα κεραμιδί. Μένω στο διπλανό σπίτι και ειλικρινά σκέφτομαι να μετακομίσω. Όλη μέρα παίρνω τους δρόμους για να μην τον ακούω, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό συνέχεια, υπάρχει και μια αφεντικίνα που με υπεραγαπά και ανησυχεί για εμένα, χώρια που μου αγοράζει τις νοστιμότερες γατοτροφές. Αλλά και οι νοστιμότερες γατοτροφές στο στομάχι μου κάθονται, με τις αγριοφωνάρες αυτού του ενοχλητικού. Κάτι πρέπει να κάνουμε.
     - Το κακό είναι ότι δεν ακούει κανέναν, και ούτε τον νοιάζει τι λένε οι άλλοι για εκείνον, είπε και ένα περιστέρι. Εμένα, μια μέρα που του έκανα παρατήρηση μου επιτέθηκε και με τσίμπησε. Ακόμα πονάω.
     - Ναι, αλλά δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, είπε ένας μαλλιαρός σκύλος. Κάτι πρέπει να βρούμε να κάνουμε, αλλιώς θα τρελλαθούμε όλοι.
     - Γκουχ! Γκουχ! Γκουχ! ξερόβηξε ένα κοράκι, που τόση ώρα δεν είχε μιλήσει καθόλου. Είμαι περαστικός από τα μέρη σας και τυχαία βρέθηκα εδώ. Χωρίς να το θέλω, άκουσα αυτά που είπατε και θα ήθελα να βοηθήσω.
     - Δε νομίζω να μπορεί να μας βοηθήσει κανείς, είπε το περιστέρι. Μόνο αν κουφαθούμε θα σωθούμε.
     - Αφήστε με να δοκιμάσω, δεν έχετε να χάσετε τίποτα, επέμεινε το κοράκι.
     Και τα ζώα, που σκέφτηκαν ότι δεν είχαν τίποτα να χάσουν, δέχτηκαν τη βοήθεια του κορακιού.
     Την επόμενη μέρα το πρωί, το κοράκι φόρεσε στο κεφάλι του έναν μπερέ και μια και δυο βρέθηκε έξω από την αυλή όπου ζούσε ο κόκορας ο πολυλογάς. Τον πέτυχε επάνω που έδινε διάλεξη στις κότες για τα καλά του σωστού ξεψειρίσματος. Το κοράκι στάθηκε ακίνητο και άρχισε να κοιτάζει τον κόκορα.
     Δεν πέρασε πολλή ώρα και ο κόκορας αντιλήφθηκε την παρουσία του κορακιού.
     - Θέλεις κάτι; ρώτησε.
     - Ω, μα τι υπέγοχο πτέγωμα, τι παγάστημα, τι κομψότης!
     - Παγάστημα; είπε ο κόκορας. Τι είναι το παγάστημα;
     - Η κογμοστασιά, απάντησε το κοράκι. 
     - Α...
     - Μου επιτγέπετε να πλησιάσω; είπε το κοράκι και πλησίασε. Είστε αυτό ακγιβώς που ζητούσα.
     - Ακγιβώς; ρώτησε ο κόκορας.
     - Ζω χγόνια στο εξωτεγικό, συνέχισε το κοράκι, πγώτη φογά συναντώ ένα μοντέλο που να με συγκλονίσει τόσο πολύ.
     - Ένα τι;
     - Μοντέλο. Σας παγακαλώ, επιτγέψτε μου να σας απαθανατίσω... Όλοι θα μιλούν για εσάς, για την απαγάμιλλη ομογφιά σας, για την κογμοστασιά σας. Μην στεγήσετε από τον κόσμο την ευκαιγία να σας γνωγίσει...
     Ο κόκορας σκέφτηκε λίγο. Επιτέλους, να κάποιος που τον εκτιμούσε, κάποιος που αναγνώριζε την αξία του. Και δεν ήταν κάποιος τυχαίος, ερχόταν από το εξωτερικό. Και θα τον έκανε ονομαστό σε όλο τον κόσμο. Αλλά πώς;
     - Και τι θα πρέπει να κάνω; ρώτησε.
     - Εσείς τίποτα, όλα θα τα κάνω εγώ, μην ανησυχείτε. Ξέγετε, εγώ είμαι ζωγ-γάφος με ειδικότητα στα πογτγέτα. Θα φτιάξω, λοιπόν, το πογτγέτο σας και θα καταπλήξω τα πλήθη. Όλοι θα μιλούν για εσάς. Μα τέτοια ομογφιά και να μένει κγυμμένη σε αυτήν εδώ τη μικγή αυλή...
     Ο κόκορας πρώτη φορά ένιωσε τα όρια της αυλής να τον σφίγγουν τόσο. Τόσο μικρή αυλή για τόσο σπουδαίο κόκορα...
     - Λοιπόν; ρώτησε το κοράκι. Θα μου την κάνετε τη χάγη;
     - Εντάξει, είπε ο κόκορας, θα σας την κάνω. Πείτε μου, όμως, τι πόζα θέλετε να πάρω; Θέλετε να ανέβω εκεί επάνω και να αρχίσω να λαλώ;
     - Όχι, όχι, πγος Θεού! είπε το κοράκι. Το πογτγέτο αυτό θέλω να είναι αντάξιό σας, να είναι κόντγα στο κατεστημένο, θέλω κάτι πγωτοπογιακό, να, στηθείτε εκεί, ναι, έτσι, σηκώστε και λίγο το πόδι, ναι, ναι, τέλειο, και το κεφάλι λίγο πιο στητό, εξαιγετικά!
     - Να φουσκώσω και λίγο παραπάνω; ξεκίνησε να λέει ο κόκορας.
     - Όχι, σας παγακαλώ μη μιλάτε, είπε το κοράκι, χγειάζομαι απόλυτη σιωπή για να δημιουγ-γίσω. Θα ονομάσω αυτόν τον πίνακα "Η σιωπή του ηγέτη". Θα είναι το καλύτεγό μου έγ-γο. Καλύτεγο και από το "Βάθος της απελπισίας" που βγαβεύτηκε πέγυσι στο διεθνή διαγωνισμό για νέους καλλιτέχνες. Μη μιλάτε, λοιπόν και αφήστε τα όλα επάνω μου. Η αθανασία σας πεγιμένει.
     Ο κόκορας έμεινε ακίνητος.
     - Μόνο που θα πγέπει να φέγω τα πινέλα και τις μπογιές μου, που τα έχω εδώ πιο πέγα. Πετάγομαι δυο λεπτά και επιστγέφω. Εσείς στο μεταξύ μη χάσετε την πόζα, είναι ακγιβώς αυτό που θέλω. Και, πγοπαντώς, μη μιλάτε!
     Το κοράκι έτρεξε στο παρκάκι, όπου το περίμεναν τα υπόλοιπα ζώα και τους είπε τι είχε κάνει. Και εκείνα δεν το πίστεψαν στην αρχή, αλλά όταν αργότερα, ένα-ένα πέρασαν απ'έξω από την αυλή και είδαν τον κόκορα ακίνητο και σιωπηλό, κατάλαβαν ότι το κοράκι το είχε κάνει το θαύμα του. Και είπαν ότι του άξιζε να του στήσουν αδριάντα για το καλό που τους είχε κάνει.
     Δεν ξέρω αν τελικά τον έφτιαξαν τον αδριάντα. Ξέρω όμως ότι ο κόκορας ποζάρει ακόμα, ακίνητος και σιωπηλός.


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Τότε ήταν

     Όλοι το ξέρουν: δεν ήταν κακό παιδί ο Φεβρουάριος, μόνο λίγο παραπονιάρης, και ορισμένες φορές, όχι άδικα. Βλέπετε, είχε την ατυχία να είναι στραβά τα δόντια του, και να χρειαστεί να φορέσει σιδεράκια από πολύ μικρός. Και μέχρι να βγάλει τα σιδεράκια και να χαμογελάσει, είχε ήδη πάει στο Λύκειο.
     Αλλά είχε άλλη μία ατυχία ο Φεβρουάριος, και αυτή δε διορθωνόταν με σιδεράκια: το ένα του πόδι ήταν λίγο κοντύτερο από το άλλο, με αποτέλεσμα να κουτσαίνει από γεννησιμιού του. Και αυτό από μόνο του δεν είναι τόσο κακό - εκτός που τον δυσκόλευε λίγο στο περπάτημα -, αλλά πολλές φορές τα άλλα παιδιά τον κορόιδευαν, είτε μιμούμενα το περπάτημά του, είτε φωνάζοντάς τον Κουτσοφλέβαρο.
     Και μη νομίζετε ότι τα αδέρφια του, οι άλλοι μήνες, ήταν πολύ καλύτερα: πολλές φορές, όταν συζητούσαν τι παιχνίδι θα έπαιζαν, επίτηδες διάλεγαν να παίξουν κυνηγητό για να τον τσιγκλίσουν. Και όχι μόνο επέλεγαν να παίξουν κυνηγητό, έβαζαν και τον καημένο το Φεβρουάριο να κυνηγάει. Και εκείνος, είτε αποφάσιζε να παίξει για να μη δείξει ότι τον πείραζε και, φυσικά, έχανε, είτε αποφάσιζε να βάλει το κεφάλι κάτω και να κλειστεί στο δωμάτιό του. Ευτυχώς, δηλαδή, που ο νονός του ανακάλυψε ένα μαγαζί με ορθοπεδικά είδη και του αγόρασε ένα ζευγάρι ορθοπεδικά παπούτσια, ειδικά για το πρόβλημά του, αλλιώς ο Φεβρουάριος ίσως κάποια στιγμή να κλεινόταν οριστικά στο δωμάτιό του. 
     Με τα ορθοπεδικά παπούτσια ο Φεβρουάριος μπόρεσε να περπατήσει χωρίς να κουτσαίνει ιδιαίτερα και η ζωή του άλλαξε προς το καλύτερο. Τα άλλα παιδιά δεν πρόσεχαν πια τόσο το πρόβλημά του και εκείνος σιγά-σιγά έγινε πιο κοινωνικός και μάλιστα άρχισε και μαθήματα κιθάρας, που με τη σειρά τους του έδωσαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
     Τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, όμως, δεν είναι αστεία. Όσο, λοιπόν, κι αν ξεπέρασε τα παιδικά του τραύματα ο Φεβρουάριος, πάντα είχε μια ευαισθησία παραπάνω, όταν κάποιος αναφερόταν στο πρόσωπό του και, κυρίως, στο κουτσό του πόδι.
     Περνούσε, λοιπόν, τις προάλλες έξω από ένα μαγαζί ο Φεβρουάριος και άκουσε δύο τύπους να μιλάνε.
     - Ήρθε και ο Φεβρουάριος, είπε ο ένας.
     - Ναι, είπε ο άλλος.
     - Καλός φαίνεται, είπε πάλι ο πρώτος.
     - Ναι, δε φαίνεται να έχει κακές προθέσεις.
     - Αν και ποτέ δεν ξέρεις τι επιφυλάσσει ο Κουτσοφλέβαρος, συνέχισε ο πρώτος.
     Στο άκουσμα του προθέματος κουτσο- ο Φεβρουάριος ένιωσε σαν να τον διαπερνούσε ρεύμα.
     - Και εδώ που τα λέμε, συνέχισε ο δεύτερος, τι να περιμένει κανείς από έναν κουτσό;
     Μία φλέβα στο μέτωπο του Φεβρουαρίου άρχισε να φουσκώνει.
     - "Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει...", πρόσθεσε ο δεύτερος.
     Η φλέβα στο μέτωπο του Φεβρουαρίου φούσκωσε κι άλλο.
     - "... μα κι αν τύχει και θυμώσει...", συμπλήρωσε ο πρώτος.
     - Σιγά μη θυμώσει!
     Και τότε ήταν που θύμωσε ο Φεβρουάριος. Και σαν να αχνοφάνηκαν τα δόντια του, τα ισιωμένα από τα σιδεράκια.

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Ο βασιλιάς Διατάζος


     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς που χρησιμοποιούσε μόνο την Προστακτική και γι'αυτό τον φώναζαν "ο βασιλιάς Διατάζος".
     Από όταν ήταν μικρός, ο βασιλιάς Διατάζος μιλούσε με τον ίδιο τρόπο. Όταν, για παράδειγμα, άνοιγε τα μάτια του το πρωί, φώναζε στην παραμάνα του: "Φέρε μου το γάλα μου!". Και εκείνη του έφερνε το γάλα του. Μετά φώναζε: "Φέρε μου τα παιχνίδια μου!". Και εκείνη του έφερνε τα παιχνίδια του. Ύστερα, έλεγε στον προσωπικό του υπηρέτη: "Παίξε μαζί μου!". Και ο προσωπικός του υπηρέτης έπαιζε μαζί του. 
     Αργότερα, όταν κουραζόταν από το παιχνίδι, φώναζε: "Βγείτε όλοι από το δωμάτιό μου!", και όλοι έβγαιναν από το δωμάτιό του. Και όταν πεινούσε φώναζε: "Φέρτε μου το φαγητό μου!". Και του έφερναν το φαγητό του. Το βράδυ, όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι του, έλεγε στην παραμάνα του, που καθόταν στο προσκεφάλι του: "Πες μου μια όμορφη ιστορία!". Και εκείνη του διηγόταν μια όμορφη ιστορία. Και ο μικρός αποκοιμιόταν και στα όνειρά του έδινε διαταγές στον ήλιο και στο φεγγάρι.
     Ακόμα και τα Χριστούγεννα, ο πρίγκηπας έδινε διαταγές. Φώναζε τον γραμματέα του παλατιού και του έλεγε: "Γράψε ένα γράμμα στον Άη-Βασίλη!" Και ο γραμματέας του παλατιού έγραφε το γράμμα. Και το γράμμα έλεγε: "Άκου, Άγιε Βασίλη, φέρε μου πολλά δώρα, αλλιώς θα σου σκοτώσω τους ταράνδους!". Και πάντα ο πρίγκηπας έπαιρνε πολλά δώρα από τον Άη-Βασίλη.
     Όταν ο πρίγκηπας μεγάλωσε και θέλησε να παντρευτεί, φώναξε την ομορφότερη πριγκήπισσα του βασιλείου και της είπε: "Παντρέψου με, αλλιώς θα σκοτώσω όλη σου την οικογένεια!". Και εκείνη τον παντρεύτηκε. Έναν χρόνο αργότερα, ο πρίγκηπας είπε στη γυναίκα του: "Κάνε μου ένα γιο, αλλιώς να φύγεις από τη χώρα!". Και εκείνη του έκανε έναν γιο με χρυσά μαλλιά και γαλανά μάτια.
    Μετά, πέθανε ο πατέρας του πρίγκηπα και ο πρίγκηπας έγινε βασιλιάς. Και ο βασιλιάς είπε στη βασίλισσα: "Και τώρα κάνε μου μια κόρη, αλλιώς να φύγεις από τη χώρα!". Αλλά η βασίλισσα έκανε δύο δίδυμες κόρες και ο βασιλιάς της είπε: "Φύγε από τη χώρα, τώρα αμέσως!". Και η βασίλισσα έφυγε από τη χώρα.
     Πέρασαν πολλά χρόνια, χωρίς ο βασιλιάς να αλλάξει καθόλου τον τρόπο που μιλούσε. Όταν σηκωνόταν το πρωί, φώναζε στους υπηρέτες: "Ντύστε με!" και εκείνοι τον έντυναν. Όταν ήθελε να πάρει πρωινό, φώναζε: "Φέρτε μου το πρωινό μου!" και του πήγαιναν το πρωινό του. Όταν ήθελε να πάει βόλτα φώναζε: "Ετοιμάστε τη βασιλική άμαξα!" και ετοίμαζαν τη βασιλική άμαξα. Όταν ήθελε να πάρει το μπάνιο του φώναζε: "Βάλτε το νερό στους 40 βαθμούς!" και ζέσταιναν το νερό στους 40 βαθμούς. Όταν ήθελε να χαλαρώσει, φώναζε τους μουσικούς του παλατιού και τους διέταζε: "Παίξτε!". Και εκείνοι έπαιζαν. Και όταν ήθελε να κοιμηθεί το βράδυ, φώναζε: "Σωπάστε!". Και όλοι σώπαιναν. Μέχρι και οι κουκουβάγιες σώπαιναν, όταν ο βασιλιάς ήθελε να κοιμηθεί.
     Στον κόσμο δεν άρεσε ο τρόπος του βασιλιά, αλλά σχεδόν κανένας δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί, καθώς στο βασιλιά δεν άρεσαν καθόλου οι διαμαρτυρίες και όποιον διαμαρτυρόταν ή τον έστελνε στη φυλακή, ή διέταζε να του κόψουν το κεφάλι.
     Ήταν προφανές ότι, ενώ ο βασιλιάς είχε δικαίωμα στην απεριόριστη χρήση της Προστακτικής, οι υπόλοιποι δεν είχαν. Όταν, για παράδειγμα, ήταν η ώρα του πρωινού, οι υπηρέτες τον ρωτούσαν: "Θα ήθελε η Υψηλότητά σας να πάρει το πρωινό της;". Όταν ήταν η ώρα του μπάνιου, τον ρωτούσαν: "Θα ήθελε η Υψηλότητά σας να πάρει το μπάνιο της;", και επίσης τον ρωτούσαν: "Τι θα ήθελε η Υψηλότητά σας να φάει στο γεύμα;".
     Μια μέρα, μια γριά μπήκε στο παλάτι και πήγε να δει το βασιλιά. Κανείς δεν την σταμάτησε, επειδή όλοι γνώριζαν ότι η γριά εκείνη μιλούσε με τον άνεμο και τον ήλιο, και ότι ήταν ξαδέρφη της βροχής. Η γριά φορούσε ένα μακρύ, τυρκουάζ φόρεμα και τα μαλλιά της ήταν λυτά και πάρα πολύ μακριά.
     "Φύγε από εδώ!" διέταξε ο βασιλιάς, αλλά εκείνη δε μετακινήθηκε από τη θέση της. "Φύγε από εδώ!" ξαναφώναξε ο βασιλιάς και η γριά σήκωσε το κεφάλι της, αλλά δεν είπε τίποτα. "Φρουροί!", φώναξε ο βασιλιάς, "Συλλάβετε αυτή τη γυναίκα!", αλλά κανένας από τους φρουρούς δεν κουνήθηκε. Ο βασιλιάς παραξενεύτηκε λίγο.
     "Εντάξει, τότε", είπε στην γριά, "πες μου τι θέλεις!". Η γριά χαμογέλασε και του είπε: "Στ'αλήθεια δεν ξέρεις τι θέλω;". "Όχι", ξεκίνησε να λέει ο βασιλιάς, αλλά πριν συνεχίσει η γριά του φώναξε: "Μη μιλάς!".
     Πώς; Η γριά έδινε διαταγές στο βασιλιά; Πώς τολμούσε;
     "Μη μιλάς!", ξαναείπε στο βασιλιά η γριά και ο βασιλιάς δεν μπόρεσε να ξαναμιλήσει. "Τι νομίζεις;", συνέχισε εκείνη, "ότι είσαι ο άρχοντας του κόσμου; Ε, μάθε ότι δεν είσαι! Από όταν γεννήθηκες, το μόνο που κάνεις είναι να δίνεις διαταγές! Είσαι κακομαθημένος και πολύ αυταρχικός. Τώρα, λοιπόν, έφτασε η ώρα της πληρωμής σου. Γι'αυτό, πήγαινε εκεί που ανήκεις, και μην ξαναγυρίσεις!". Και η γριά χτύπησε δυο φορές τα χέρια της και ο βασιλιάς εξαφανίστηκε. Και όλοι ανάσαναν ανακουφισμένοι.
     Λίγο καιρό αργότερα, κανείς δε θυμόταν πια το βασιλιά Διατάζο, αλλά σε μία μυρμηγκοφωλιά κοντά στο παλάτι εμφανίστηκε ένα ξεχωριστό μυρμήγκι. Κανένας δεν έδωσε σημασία στο ξεχωριστό αυτό μυρμήγκι, επειδή όλοι στη μυρμηγκοφωλιά είχαν πάρα πολλή δουλειά. Και το ξεχωριστό μυρμήγκι άρχισε και αυτό να δουλεύει σκληρά, από το πρωί ως το βράδυ, ακολουθώντας τα άλλα μυρμήγκια. Και ένα πρωί όπως όλα τα άλλα, που όλα τα μυρμήγκια ξύπνησαν και ξεκίνησαν τη δουλειά, το ξεχωριστό μυρμήγκι δεν άνοιξε καθόλου τα μάτια του. Είχε πεθάνει. Αλλά στη μυρμηγκοφωλιά υπήρχε πάντα πάρα πολλή δουλειά, και κανείς δεν κατάλαβε ότι το ξεχωριστό μυρμήγκι είχε πεθάνει. 
     Και η ζωή συνεχίστηκε.

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Οκτώ μικροί νέγροι





     - Μη με πλησιάζεις, Λιτλ Τζον! φώναξε η Λίλι Ρόουζ και του έριξε μια αγριεμένη ματιά, καθώς έφτιαχνε την καλτσοδέτα της.
     - Μα δεν έκανα τίποτα, είπε εκείνος αθώα.
     - Αυτά να τα πουλήσεις αλλού, του είπε η Λίλι Ρόουζ. Ξέρω πολύ καλά τι έκανες στην ξαδέρφη μου, τη Μπέιμπι Ρουθ.
     Ο Λιτλ Τζον την κοίταξε λίγο προκλητικά.
     - Ή μήπως θέλεις να το πω εδώ, μπροστά σε όλους;
     Ο Λιτλ Τζον δεν απάντησε, μόνο γύρισε το βλέμμα του προς το τζάκι, όπου έκαιγε μια όμορφη φωτιά.
     - Τι ώρα είναι; ρώτησε η Μίσες Άγκνες, κουνώντας νευρικά τη βεντάλια της, παρ'όλο που η θερμοκρασία στο δωμάτιο δεν ήταν και τόσο υψηλή.
     - Κοντεύει μεσημέρι, είπε η Λίλι Ρόουζ. Γιατί ρωτάτε;
     Αλλά η Μίσες Άγκνες, που ήταν λίγο βαρύκοη, δεν της απάντησε.
     - Ωραίος οικοδεσπότης μας έλαχε, είπε ένας καλοντυμένος νεαρός. Τόση ώρα είμαστε εδώ, και δεν ήρθε ούτε να μας χαιρετήσει! Και να σκεφτεί κανείς, ότι μας κάλεσε για να μας μιλήσει για κάτι που μας αφορά...
     - Πώς είναι το όνομά σας, νεαρέ μου; ρώτησε ένας ηλικιωμένος με μονόκλ.
     - Τζόνσον. Τζέρι Τζόνσον, απάντησε ο νεαρός. 
     - Να μη με λένε Μπιγκ Μάικ αν δεν το έχω ξανακούσει αυτό το όνομα, είπε ο ηλικιωμένος.
     - Ίσως, απάντησε ο νεαρός, είναι ένα όνομα τόσο συνηθισμένο...
     Ένας οξύς ήχος ακούστηκε.
     - Τι ήταν αυτό; ρώτησε η Μίσες Άγκνες και τινάχτηκε στην πολυθρόνα της.
     Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν τρομαγμένες. Οι άντρες κοιτάχτηκαν ανήσυχοι.
     - Τι ήταν αυτό; ξαναρώτησε η Μίσες Άγκνες. Γιατί δε μου απαντάει κανείς; Ή θαρρείτε ότι επειδή είμαι γριά δε δικαιούμαι μία απάντηση;
     - Η ιδέα μας θα ήταν, είπε ένας άντρας που καθόταν σε ένα σκαμνί, κοντά στο τζάκι. Δεν ήταν τίποτα. 
     - Έτσι είχες πει και τότε, Αλληλούια Σμιθ, είπε η Μίσες Άγκνες, ή νομίζεις ότι επειδή γέρασα το ξέχασα;
     Ο Αλληλούια Σμιθ έπιασε τη μασιά και άρχισε να σκαλίζει τη φωτιά.
     - Για τότε μιλάω, συνέχισε η Μίσες Άγκνες, τότε που βρέθηκε νεκρός ο βοηθός του εφημέριου...
     - Δε θυμάμαι για τι πράγμα μιλάς, απάντησε ο Αλληλούια Σμιθ και συνέχισε να σκαλίζει τη φωτιά.
     - Μα πώς δε θυμάσαι; Στην πίσω αυλή του σπιτιού σου βρέθηκε!
     Ένας καινούργιος οξύς ήχος ακούστηκε.
     - Τώρα δεν μπορεί να πει κανείς ότι ήταν η ιδέα μας, είπε η Λίλι Ρόουζ, εγώ το άκουσα καθαρά. Κάποιος ούρλιαξε!
     Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους τρομαγμένοι. 
     - Φοβάμαι, είπε μια νεαρή κοπέλα με φιογκάκια στα μαλλιά.
     - Είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχει μια λογική εξήγηση, είπε ο άντρας που καθόταν δίπλα της και της έπιασε το χέρι. Θα πάω να δω.
     - Όχι, μπαμπά, μην πας, είπε η νεαρή, κι αν είναι κανένας επικίνδυνος κακοποιός εκεί έξω;
     - Μικρή μου Χάνεϊ Σου, ίδια η μητέρα σου! Δε θα πάθω τίποτα, σου δίνω το λόγο μου. Και ο λόγος του γέρου σου, του Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ με το όνομα, το ξέρεις, είναι συμβόλαιο.
     - Όχι, μπαμπά, είπε η Χάνεϊ Σου, μην πας, ανησυχώ!
     - Μα δε θα πάω μόνος μου, είπε ο Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ. Είναι κάποιος από τους κυρίους εδώ πρόθυμος να με συνοδεύσει;
     - Θα έρθω εγώ, είπε ο νεαρός Τζέρι Τζόνσον, και καθώς το έλεγε έστειλε ένα ντροπαλό χαμόγελο προς τη Χάνεϊ Σου. Τώρα αισθάνεστε καλύτερα, δεσποινίς;
     Η Χάνεϊ Σου κατέβασε το βλέμμα της.
     - Τι ξεδιαντροπιά! είπε η Μίσες Άγκνες και κούνησε νευρικά τη βεντάλια της. Στην εποχή μου κανείς δεν τολμούσε να απευθύνει το λόγο σε μία ελεύθερη κοπέλα!
     Ο Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ και ο Τζέρι Τζόνσον δεν έδωσαν σημασία στο σχόλιο, αλλά άνοιξαν την πόρτα και έφυγαν, αφήνοντας τους υπόλοιπους μόνους τους. Ο Αλληλούια Σμιθ σταμάτησε να σκαλίζει τη φωτιά, ενώ ο Λιτλ Τζον έβγαλε από την τσέπη του μία φυσαρμόνικα και άρχισε να παίζει.
     - Αυτό μας έλειπε! είπε η Μίσες Άγκνες. Δε μας φτάνει που είμαστε κλεισμένοι εδώ μέσα, πρέπει να ακούμε και αυτό το μαραφέτι;
     Ο Λιτλ Τζον ξαναέβαλε τη φυσαρμόνικα στην τσέπη του.


     - Η ώρα του φαγητού έχει περάσει εδώ και ώρα, σχολίασε ο Μπιγκ Μάικ. Έχει ήδη σκοτεινιάσει. Μα, πού είναι, επιτέλους, ο οικοδεσπότης μας;
     - Και ο μπαμπάς μου ακόμα δε γύρισε, είπε η Χάνεϊ Σου.
     - Ούτε ο Τζέρι Τζόνσον, είπε ο Μπιγκ Μάικ. Λέτε να τους συνέβη τίποτα;
     Η Χάνεϊ Σου άρχισε να σιγοκλαίει.
     - Αυτό το δωμάτιο μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια στις φυτείες του Πήτερ Γκρέηντζερ, είπε η Μίσες Άγκνες. Μόνο πως τότε δεν έκανε τόση ζέστη...
     Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν, καθώς ο Λιτλ Τζον είχε μόλις ρίξει άλλα δύο κούτσουρα στο τζάκι.
     - Κάτι θα του συνέβη του μπαμπά, είπε η Χάνεϊ Σου.
     - Τίποτα δε θα του συνέβη, είπε η Λίλι Ρόουζ και της δάνεισε το μαντήλι της. Αφού είναι μαζί του και ο κύριος Τζέρι Τζόνσον.
     - Εξάλλου, ο λόγος του Μπαρμπα-Αβεσσαλώμ είναι συμβόλαιο, πρόσθεσε ο Αλληλούια Σμιθ και σηκώθηκε όρθιος.
     - Πού πας; τον ρώτησε η Μίσες Άγκνες καθώς τον είδε να πλησιάζει την πόρτα.
     - Πάω να δω τι έγινε, είπε εκείνος.
     - Είναι σκοτεινά εκεί έξω.
     - Θα πάρω φανάρι.
     Ο Αλληλούια Σμιθ βγήκε από το δωμάτιο.
     - Ίσως θα ήταν καλή ιδέα να πάμε και εμείς σε κάποιο από τα δωμάτια του σπιτιού να ξεκουραστούμε λίγο, είπε η Λίλι Ρόουζ. Τουλάχιστον, μέχρι να γυρίσουν οι υπόλοιποι.
     - Δε θέλω να πάω πουθενά, είπε η Χάνεϊ Σου, εδώ θα κάτσω να περιμένω τον μπαμπά.
     - Καλά, τότε, εγώ θα ανέβω επάνω, και θα μπω σε κάποιο από τα δωμάτια να ξαπλώσω λίγο, είπε η Λίλι Ρόουζ. Αν στο μεταξύ φανεί ο οικοδεσπότης μας, φωνάξτε με να κατέβω. Εσύ, ούτε να το σκεφτείς να με ακολουθήσεις, είπε στον Λιτλ Τζον, που εκείνη την στιγμή την κοιτούσε.
     Τα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας έτριξαν λίγο κάτω από το βάρος της Λίλι Ρόουζ, καθώς εκείνη ανέβηκε στον επάνω όροφο αναζητώντας ένα κρεβάτι για να ξαπλώσει.
     Ο Μπιγκ Μάικ έβγαλε από την τσέπη του μία πίπα και έβαλε καπνό.
     - Απαγορεύεται το κάπνισμα! φώναξε η Μίσες Άγκνες.
     Ο Μπιγκ Μάικ σηκώθηκε από τη θέση του.
     - Τι ήχος είναι αυτός; ρώτησε ο Λιτλ Τζον.
     - Ποιος; ρώτησε ο Μπιγκ Μάικ.
     - Αυτός που ακούγεται όταν περπατάς.
     - Α, αυτό δεν είναι τίποτα, είπε ο Μπιγκ Μάικ. Απλώς, το ένα μου πόδι είναι ξύλινο.
     - Αλήθεια;
     - Ναι, το έχασα σε ένα ατύχημα.
     Ένα γελάκι ξέφυγε από τα χείλη της Μίσες Άγκνες.
     - Θυμήθηκα ένα άλλο ατύχημα, είπε και ύστερα έβγαλε από το τσαντάκι της ένα μικρό προσευχητάρι και άρχισε να το διαβάζει.
     Ο Μπιγκ Μάικ βγήκε από το δωμάτιο.


     - Νομίζω θα πρέπει να πάτε να ξεκουραστείτε κι εσείς, Μις, είπε ο Λιτλ Τζον στη Χάνεϊ Σου.
     Το κεφάλι της Μίσες Άγκνες είχε ήδη γύρει προς τα μπρος και το μικρό προσευχητάρι κόντευε να πέσει από τα χαλαρωμένα από τον ύπνο χέρια της.
     - Δεν μπορώ να ηρεμήσω, είπε εκείνη, περιμένω τον μπαμπά. Θα έπρεπε να έχει επιστρέψει εδώ και ώρα. Και εκείνος, και ο κύριος Τζέρι Τζόνσον. Να δείτε που κάτι κακό θα τους συνέβη.
     - Ελάτε, τώρα, μη γίνεστε μελοδραματική. Να δείτε που ο Αλληλούια Σμιθ τους συνάντησε και έχουν καθήσει και οι τρεις τους και τα πίνουν.
     - Πώς τα πίνουν;
     - Δεν είδατε πώς φούσκωνε το παντελόνι του Αλληλούια Σμιθ;
     - Μα τι λέτε; Ντροπή!
     - Με παρεξηγήσατε, καλέ! Δεν εννοούσα κάτι πονηρό, τι φανταστήκατε; Πρέπει να είχε σουφρώσει κάποιο μπουκάλι από την κάβα του σπιτιού, δε γελιέμαι εγώ. Αν είναι κάτι που αγαπάει ο Αλληλούια Σμιθ σε αυτή τη ζωή είναι το παλαιωμένο μπέρμπον. Και αν δε με γελάει η μνήμη μου, περάσαμε δίπλα από την κάβα του σπιτιού, καθώς ερχόμασταν εδώ, στη σάλα.
     - Ο μπαμπάς μου δεν πίνει.
     - Ναι, και ο Αλληλούια Σμιθ είναι επίτιμο μέλος της επιτροπής ποτοαπαγόρευσης, μη νομίζετε.
     - Νομίζω πως η Λίλι Ρόουζ είχε δίκιο, κακώς κάθομαι και σας μιλάω.
     - Αν νομίζετε ότι η ομιλία μου μολύνει τα αυτιά σας, τι να πω...
     Το μικρό προσευχητάρι έπεσε από τα χέρια της αποκοιμισμένης Μίσες Άγκνες, η οποία τινάχτηκε σαν να την είχε διαπεράσει ρεύμα και ξύπνησε.
     - Οι άλλοι δε γύρισαν; ρώτησε μόλις είδε τους άλλους δύο.
     - Κανένας δε γύρισε, είπε η Χάνεϊ Σου.
     - Κανένας δε γύρισε ακόμα, συμπλήρωσε ο Λιτλ Τζον.
     - Αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα, είπε η Μίσες Άγκνες, και κοντεύω να πιαστώ. Νομίζω ότι θα ακολουθήσω το παράδειγμα της Λίλι Ρόουζ και θα ανέβω επάνω. Θα με συνοδεύσετε, αγαπητή μου;
     - Εγώ θέλω να περιμένω τον μπαμπά μου, είπε η Χάνεϊ Σου. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας συνοδεύσω και ύστερα να κατέβω πάλι κάτω.
     - Όπως θέλετε.
     Οι δύο γυναίκες άρχισαν να ανεβαίνουν σιγά-σιγά τα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας, ακολουθώντας σαφώς το ρυθμό της γηραιότερης. Ο Λιτλ Τζον έβγαλε τη φυσαρμόνικα από την τσέπη του.
     Τα βήματα συνέχισαν να ακούγονται καθώς απομακρύνονταν στον επάνω όροφο. Λίγα λεπτά τον χώριζαν από την απόλυτη ησυχία. Αλλά τότε ακούστηκε ένα ουρλιαχτό, και μαζί ένας γδούπος. Ο Λιτλ Τζον πετάχτηκε από τη θέση του, αλλά ένιωθε ότι τα πόδια του είχαν κολλήσει στο πάτωμα...
     Στην κορυφή της σκάλας εμφανίστηκε η Χάνεϊ Σου. Είχε χάσει το χρώμα της.
     - Τι συνέβη; ρώτησε ο Λιτλ Τζον.
     - Η... Λί-λι Ρό-ουζ, ψέλλισε η Χάνεϊ Σου.
     Ο Λιτλ Τζον την κοίταζε σαν χαμένος.
     - Στο κρεβάτι... νεκρή... στραγγαλισμένη...
     Η Χάνεϊ Σου σωριάστηκε στην κορυφή της σκάλας.
     - Προσοχή! φώναξε ο Λιτλ Τζον και έτρεξε για να την πιάσει.
     Την πρόλαβε λίγο πριν αρχίσει να κατρακυλάει τα σκαλοπάτια.
     - Μη λιποθυμήσετε τώρα! είπε και της έδωσε δυο χαστούκια.
     - Καημένη Λίλι Ρόουζ! είπε η Χάνεϊ Σου και άρχισε να κλαίει.
     Ο Λιτλ Τζον την έπιασε προστατευτικά από τους ώμους.
     - Και η Μίσες Άγκνες;
     - Μάλλον έπαθε ανακοπή μόλις είδε το... το πτώμα. Έπεσε κάτω. Δεν τολμώ να γυρίσω εκεί μέσα, φοβάμαι.
     - Μη φοβάστε, θα πάμε μαζί...
   

     Σε ένα απόμακρο δωμάτιο της έπαυλης, κάποιο χέρι τραβούσε άλλο ένα Χ επάνω σε μία κιτρινισμένη φωτογραφία. Μία κιτρινισμένη φωτογραφία που απεικόνιζε οκτώ μικρούς νέγρους...


     


Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Το πιο σπάνιο


      Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία μακρινή και όμορφη χώρα, κατοικούσε ένας πολύ πλούσιος και ισχυρός βασιλιάς, που είχε μία μονάκριβη κόρη. Ο βασιλιάς είχε μεγάλη αδυναμία στην κόρη του και της πρόσφερε ό,τι καλύτερο υπήρχε: της αγόραζε τα πιο ακριβά παιχνίδια και τα πιο ακριβά φορέματα, της είχε τις καλύτερες νταντάδες... Τίποτα δεν της έλειπε, της μονάκριβης βασιλοπούλας.
     Η βασιλοπούλα μεγάλωνε, και κάθε επιθυμία της ικανοποιόταν προτού καλά-καλά την αποκτήσει. Και, φυσικά, αλίμονο σε όποιον γινόταν αιτία να συννεφιάσει το προσωπάκι της βασιλοπούλας. Γι'αυτό και όλοι ήταν πολύ προσεκτικοί μπροστά της.
     Όπως ήταν αναμενόμενο, η βασιλοπούλα όλο και μεγάλωνε και σιγά-σιγά έφτασε σε ηλικία γάμου. Ο βασιλιάς, φυσικά, ήθελε να την παντρέψει με τον καλύτερο, και άρχισε να ψάχνει σε όλα τα γειτονικά βασίλεια για να βρει τον κατάλληλο άντρα για την κόρη του. Όμως έφτασαν στα αυτιά του φήμες που έλεγαν ότι η βασιλοπούλα δεν επιθυμούσε να παντρευτεί, και ο βασιλιάς - που όπως είδαμε δεν ήθελε να συννεφιάζει το προσωπάκι της μοναχοκόρης του - άφησε την αναζήτηση του γαμπρού για αργότερα. Μικρή ήταν ακόμα η βασιλοπούλα, δεν χρειαζόταν να βιαστεί.
     Πέρασαν μερικά χρόνια και ο βασιλιάς έκρινε ότι η κόρη του ήταν αρκετά μεγάλη πια και ότι θα έπρεπε να παντρευτεί. Τη φώναξε, λοιπόν, στη μεγάλη σάλα του παλατιού και της είπε ότι είχε έρθει η ώρα να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να παντρευτεί και αν είχε στο μυαλό της κάποιο από τα πριγκηπόπουλα των γειτονικών βασιλείων να του το έλεγε για να της τον φέρει για άντρα. Αλλά η βασιλοπούλα, αντί να χαρεί, κατέβασε κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα και ύστερα πήγε και κλείστηκε στα δωμάτιά της, δηλώνοντας ότι δεν είχε σκοπό να παντρευτεί. Και ο βασιλιάς υποχώρησε και πάλι.
     Πέρασαν μερικά χρόνια ακόμα και ο βασιλιάς άρχισε σοβαρά να ανησυχεί ότι η μοναχοκόρη του θα του έμενε στο ράφι - ναι, και οι βασιλιάδες ανησυχούν για τέτοια θέματα, και ας είναι το ράφι τους χρυσό. Επιπλέον, υπήρχε και το θέμα του διαδόχου. Ποιος θα τον διαδεχόταν στον θρόνο, που δεν είχε γιο; Καθώς, λοιπόν, τα περιθώρια στένευαν, ο βασιλιάς έκανε πέτρα την καρδιά του και αποφάσισε αυτή τη φορά να μην υποχωρήσει στην απόφασή του να παντρέψει τη βασιλοπούλα, όσο και αν συννέφιαζε το πρόσωπό της.
     Την κάλεσε στη μεγάλη σάλα και της ανακοίνωσε την απόφασή του. Η βασιλοπούλα αντέδρασε με τον γνωστό της τρόπο, αλλά είδε ότι αυτή τη φορά τα μούτρα δεν περνούσαν στο βασιλιά και αποφάσισε να αλλάξει τακτική. 
     Δέχτηκε, λοιπόν, να παντρευτεί, αλλά δήλωσε ότι θα παντρευόταν μόνο εκείνον που θα της έκανε στα γενέθλιά της το πιο σπάνιο δώρο. Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς, έστειλε τελάληδες παντού, προσκαλώντας όλους τους επίδοξους γαμπρούς να πάνε στο παλάτι την ημέρα των γενεθλίων της βασιλοπούλας, και όποιος της έκανε το πιο σπάνιο δώρο, εκείνος θα έπαιρνε και το χέρι της και θα διαδεχόταν το βασιλιά στον θρόνο του.
     Η μέρα των γενεθλίων της βασιλοπούλας έφτασε. Το παλάτι στολίστηκε με τα πιο σπάνια λουλούδια, άναψαν όλοι οι πολυέλαιοι, στρώθηκαν τα πιο πλούσια τραπέζια που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ο χώρος μπροστά από το παλάτι γέμισε από άμαξες, και η μεγάλη σάλα του παλατιού γέμισε από επίδοξους μνηστήρες. Όλοι ήταν γόνοι βασιλικών οικογενειών ή πλούσιων ευγενών και όλοι ήταν γεμάτοι αυτοπεποίθηση.
     Η βασιλοπούλα ήταν καθισμένη δίπλα στον θρόνο του πατέρα της, φορώντας ένα πανέμορφο φόρεμα κεντημένο με διαμάντια, που στραφτάλιζαν στο φως των πολυελαίων, και υποδεχόταν έναν-έναν τους νέους που είχαν έρθει για να της φέρουν τα δώρα τους.
     Ο πρώτος νέος πλησίασε, υποκλίθηκε και της πρόσφερε το δώρο του: ένα χρυσό άλογο.
     - Πολύ εντυπωσιακό, είπε η βασιλοπούλα, αλλά δεν είναι αρκετά σπάνιο. Θαρρώ πως ο πατέρας μου μου έκανε δώρο ένα τέτοιο άλογο στα δέκατα τρίτα γενέθλιά μου.
     Ο νέος υποκλίθηκε ξανά και αποχώρησε.
     Ο επόμενος, που φορούσε ένα καπέλο με ένα χρυσό φτερό, πλησίασε, υποκλίθηκε και της πρόσφερε το δικό του δώρο: ένα πανέμορφο, πολύχρωμο πουλί, μέσα σε ένα ασημένιο κλουβί. Το πουλί κελαηδούσε πολύ μελωδικά και όλοι απόμειναν να το θαυμάζουν.
     - Πολύ ωραίο, είπε η βασιλοπούλα, αλλά στον κήπο του παλατιού έχουμε ένα τεράστιο κλουβί γεμάτο τέτοια πουλιά. Το δώρο σου δεν είναι σπάνιο, δεν μπορώ να σε παντρευτώ.
     Ο τρίτος νέος πλησίασε λίγο πιο διστακτικά από τους προηγούμενους και πρόσφερε το δικό του δώρο, αλλά και το δικό του δώρο η βασιλοπούλα το είχε ήδη και ο νέος έφυγε με άδεια χέρια και με το κεφάλι κατεβασμένο.
     Ο βασιλιάς καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα, καθώς έβλεπε την κόρη του να απορρίπτει έναν-έναν τους υποψήφιους γαμπρούς, και δεν ήξερε τι να κάνει. Και οι υποψήφιοι όλο και μειώνονταν. Και ο βασιλιάς μετάνιωσε για όλα τα σπάνια και ακριβά δώρα που είχε κάνει στη βασιλοπούλα μέχρι τότε.
     Έφτασε και η σειρά του τελευταίου υποψήφιου και εκείνος πρόσφερε στη βασιλοπούλα ένα μεγάλο, χρυσό σεντούκι, γεμάτο με τεράστια διαμάντια.
     - Είναι μόνο ένα μέρος από όσα έχω, της είπε. Υπάρχουν πολλά περισσότερα, και είναι όλα δικά σου.
     - Σιγά το σπάνιο δώρο! είπε η βασιλοπούλα. Έχω ήδη ένα σωρό από δαύτα.
     Και ο τελευταίος υποψήφιος αποχώρησε.
     - Τι κρίμα, τελείωσαν οι γαμπροί, είπε η βασιλοπούλα και έκανε να σηκωθεί.
     Αλλά τότε, ακούστηκε μία φωνή:
     - Και εγώ θέλω να κάνω δώρο στη βασιλοπούλα!
     Γύρισαν όλοι και είδαν το γιο του επιστάτη, ο οποίος μόλις είχε μπει στη σάλα. Δεν ήταν δύσκολο να τον ξεχωρίσουν, ήταν ο μόνος άνθρωπος εκεί μέσα που δε φορούσε χρυσά.
     - Πώς τολμάς να νομίζεις ότι εσύ μπορείς να παντρευτείς εμένα; είπε η βασιλοπούλα.
     - Δεν το νομίζω, είμαι σίγουρος, είπε ο γιος του επιστάτη.
     Ο βασιλιάς δεν τόλμησε να πει τίποτα, ήταν τόσο απελπισμένος που θα δεχόταν οποιονδήποτε για γαμπρό του.
     - Ώστε μου έφερες δώρο; ρώτησε η βασιλοπούλα.
     - Σου έφερα.
     - Και είναι σπάνιο;
     - Είναι.
     - Και πού είναι, τότε; Επειδή εγώ δεν βλέπω να κρατάς τίποτα.
     - Μα το δώρο μου είναι αόρατο!
     - Αόρατο! Πώς τολμάς να με κοροϊδεύεις;
     - Δε σε κοροϊδεύω καθόλου. Αν με αφήσεις να σε πλησιάσω αρκετά, θα το δεις και εσύ.
     Η βασιλοπούλα τον κοίταξε με δυσπιστία.
     - Είναι ένα δώρο που σίγουρα δεν το είχες ποτέ, είπε ο γιος του επιστάτη. 
     - Και πώς λέγεται το δώρο σου;
     - Αγκαλιά, είπε ο γιος του επιστάτη.
     Η βασιλοπούλα σκέφτηκε. Θυμόταν όλα τα δώρα που της είχε αγοράσει ο βασιλιάς, ένα προς ένα, κανένα όμως από αυτά τα δώρα δεν ήταν αγκαλιά. Και ο βασιλιάς συνειδητοποίησε ότι, όσο κι αν αγαπούσε τη μοναχοκόρη του, όσα δώρα κι αν της είχε χαρίσει, δεν την είχε αγκαλιάσει ποτέ.
     Και ο γιος του επιστάτη πλησίασε τη βασιλοπούλα και άνοιξε τα χέρια του. Και ύστερα τα έκλεισε γύρω από τη βασιλοπούλα. Και η βασιλοπούλα κατάλαβε ότι το είχε χάσει το στοίχημα. Και ο βασιλιάς κατάλαβε ότι, επιτέλους, είχε αποκτήσει διάδοχο.

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Αναζητώντας τον παραλήπτη





- Κου-κου! φώναξε ο κούκος από το ρολόι του τοίχου, τινάζοντας τα φτερά του, προτού ξανακρυφτεί εκεί μέσα.
     Ο Αη-Βασίλης τέντωσε τα χέρια του και χασμουρήθηκε, ενώ ένα χαμόγελο άρχιζε να σχηματίζεται στο καλοσυνάτο του πρόσωπο, καθώς είχε έρθει η πιο αγαπημένη του μέρα του χρόνου, η μέρα που μοίραζε τα δώρα στα παιδιά.
     - Καλημέρα, του είπε η γυναίκα του. Σήμερα είναι η μέρα σου. Ντύσου και εγώ θα πάω να σου ετοιμάσω πρωινό. Τι θα φας; Να σου τηγανίσω δυο αυγουλάκια;
     Ο Αη-Βασίλης σκέφτηκε για μια στιγμή ότι οι τελευταίες εξετάσεις είχαν δείξει λίγο υψηλή χοληστερίνη και ίσως θα ήταν καλό να αρνηθεί αλλά, λόγω της ημέρας, κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
     - Καφεδάκι θα πιεις; ξαναρώτησε η γυναίκα του. Τρεις κουταλιές ζάχαρη, έτσι;
     Ο Αη-Βασίλης θυμήθηκε και τις τιμές του ζαχάρου αλλά, λόγω της ημέρας…
     - Έφτιαξα και κέηκ με σταφίδες, είπε η γυναίκα του. Θα σου κόψω ένα κομμάτι.
     Ο Αη-Βασίλης δεν είπε τίποτα.
     - Θα σου στύψω και λίγο χυμό φραγκοστάφυλου, συνέχισε η γυναίκα του. Τις τελευταίες μέρες σε βλέπω λίγο κομμένο.
     Ο Αη-Βασίλης σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο. Έβγαλε τις ζεστές του παντόφλες και ανέβηκε στη ζυγαριά.
     - Πόσα σάντουιτς να σου βάλω για τον δρόμο; ακούστηκε η γυναίκα του.
     Ο Αη-Βασίλης ρούφηξε την κοιλιά του όσο μπορούσε και προσπάθησε να δει την ένδειξη της ζυγαριάς. Σαν να του φάνηκε ότι είχε παχύνει.
     - Θα σου φτιάξω δυο-τρία, απάντησε μόνη της η γυναίκα του στην ερώτησή της. Θα σου βάλω και δύο θερμός με τσάι. Θα ρίξω μέσα και λίγο μπράντυ, που σου αρέσει.
     Ο Αη-Βασίλης έβγαλε τις πιτζάμες του και φόρεσε την στολή του. Άνοιξε την ντουλάπα και κοίταξε τις ζώνες του. Πήρε μία από τις καινούργιες και τη φόρεσε. Ευτυχώς, κατάφερε να την κουμπώσει στην τελευταία τρύπα. Και χωρίς να ρουφήξει την κοιλιά του.
     Στη συνέχεια πήγε στην κουζίνα, όπου η γυναίκα του είχε στρώσει το τραπέζι με το πρωινό του.
     - Τελικά σου έφτιαξα και δύο βάφλες, είπε η γυναίκα του, καθώς εκείνος ξεκούμπωνε τη ζώνη, για καλό και για κακό. Επάνω στο έλκηθρο κάνει κρύο, θα χρειαστείς θερμίδες.
     Ο Αη-Βασίλης έδεσε μία πετσέτα στο λαιμό του για να μη λερώσει τα γιορτινά του ρούχα και κάθησε να φάει. Ήταν όλα πολύ νόστιμα και ξέχασε και τις εξετάσεις, και τη χοληστερίνη, και το ζάχαρο.
     - Γεια στα χέρια σου, γυναίκα, είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι.
     Η γυναίκα του κρατούσε ήδη στα χέρια της ένα μεγάλο καλάθι.
     - Σου έβαλα τέσσερα σάντουιτς τελικά, του είπε. Έβαλα και το υπόλοιπο κέηκ, μήπως σε πιάσει καμιά λιγούρα. Καλή δουλειά!
     Ο Αη-Βασίλης έπιασε το καλάθι και του φάνηκε ότι ζύγιζε μισό τόνο, αλλά ίσως έφταιγε το ότι είχε μόλις φάει…
     - Ευχαριστώ, της είπε. Αν νυστάξεις προτού γυρίσω, κοιμήσου, μη με περιμένεις.
     Ο Αη-Βασίλης πήγε στον στάβλο, όπου οι βοηθοί του είχαν ήδη ζέψει τους ταράνδους και είχαν ήδη φορτώσει το έλκηθρο με αμέτρητα σακιά με δώρα. Ο Αη-Βασίλης δυσκολεύτηκε να βρει χώρο για το καλάθι με το κολατσιό του. Τα κατάφερε, όμως, και βολεύτηκε στο έλκηθρο και εκείνος, και οι βοηθοί του, και το καλάθι με το κολατσιό.
     Οι τάρανδοι ήταν καλοταϊσμένοι και δεν δυσκολεύτηκαν να σύρουν το έλκηθρο στον αέρα. Και το ταξίδι του Αη-Βασίλη ξεκίνησε.
     Πρώτα ξεκίνησε να μοιράζει δώρα στις πόλεις, όπου υπήρχαν και τα περισσότερα παιδιά. Και ήθελε μεγάλη μαεστρία για να οδηγήσει το έλκηθρο επάνω από τις πόλεις, χωρίς να τυφλωθούν οι τάρανδοι από τα πολλά τους φώτα. Και αφού βεβαιώθηκε ότι κάθε παιδάκι είχε πάρει από ένα δώρο, άρχισε να πηγαίνει και στα χωριά. Και εκεί χαλάρωσε λίγο, αφού δεν υπήρχαν τόσα πολλά φώτα για να τυφλώσουν τους ταράνδους. Και τα σακιά συνέχισαν να αδειάζουν από δώρα και τώρα οι βοηθοί του είχαν απλώσει τα πόδια τους να ξεμουδιάσουν, και πού και πού λοξοκοίταζαν το καλάθι του Αη-Βασίλη με τα καλούδια που του είχε ετοιμάσει η γυναίκα του.
     Αλλά ο Αη-Βασίλης δεν είχε μυαλό για φαγητό, αφού βιαζόταν να μοιράσει όλα τα δώρα εγκαίρως, πριν αλλάξει ο χρόνος. Και δωσ’του και άδειαζαν τα λιγοστά, πλέον, σακιά…
     Το έλκηθρο σταμάτησε πάνω από το τελευταίο σπίτι και ο Αη-Βασίλης άφησε το τελευταίο δώρο. Αλλά όταν οι βοηθοί του πήγαν να διπλώσουν το άδειο σακί, διαπίστωσαν ότι μέσα υπήρχε άλλο ένα δώρο.
     - Άγιε Βασίλη! φώναξαν. Κάποιον ξεχάσαμε!
     - Δεν μπορεί! είπε ο Αη-Βασίλης. Αφού τα έσβησα όλα τα ονόματα από τη λίστα!
     Κι όμως, το πακέτο το τυλιγμένο με το φιόγκο δεν άφηνε καμία αμφιβολία: κάποιο παιδάκι είχε μείνει χωρίς δώρο…
     Ο Αη-Βασίλης έβγαλε από την τσέπη του ένα ρολό χαρτί και άρχισε να διαβάζει τα ονόματα των παιδιών που ήταν γραμμένα στη λίστα. Όλα τα ονόματα είχαν από πάνω τους μία γραμμή και δίπλα τους υπήρχε γραμμένο το δώρο που είχαν πάρει.
     Δεν έμενε άλλη λύση από το να εξακριβωθεί ποιο παιδάκι δεν είχε πάρει δώρο.
     - Γυρίζουμε πίσω, είπε ο Αη-Βασίλης και οι βοηθοί του κοίταξαν αναστενάζοντας το καλάθι με τα καλούδια. Και πρέπει να βιαστούμε, πρόσθεσε, προτού αλλάξει η χρονιά.
     Και τώρα το έλκηθρο ξεκίνησε από τα χωριά. Και ο Αη-Βασίλης έβαζε νέα σημάδια στη λίστα, καθώς βεβαιωνόταν ότι τα παιδιά είχαν πάρει τα δώρα τους. Και ύστερα πήγε στις πόλεις, και μπαινόβγαινε στα σπίτια, και τσεκάριζε τα ονόματα στη λίστα, και μαζί με τα ονόματα τσεκάριζε και τα ρολόγια των σπιτιών. Και λίγα λεπτά πριν αλλάξει ο χρόνος, και το τελευταίο όνομα στη λίστα απόκτησε το δικό του σημαδάκι. Και όλα τα παιδιά είχαν πάρει δώρα.
     Αλλά στο τελευταίο σακί υπήρχε ακόμα ένα δώρο. Από μακριά ακούστηκαν πυροτεχνήματα. Κάπου γιόρταζαν την Πρωτοχρονιά.
     - Πάει, είπε ο Αη-Βασίλης, δεν προλάβαμε. Ο χρόνος άλλαξε και εμάς μας έμεινε ένα δώρο.
     Οι βοηθοί του δεν είπαν τίποτα, είχαν από ώρα ανοίξει το καλάθι με τα καλούδια και ήταν μπουκωμένοι.
     - Ας γυρίσουμε στο σπίτι, είπε ο Αη-Βασίλης και δεν ξαναμίλησε.
     Σκεφτόταν, όμως. Σκεφτόταν ότι είχε μεγαλώσει πολύ. Ότι η χοληστερίνη και το ζάχαρο ήθελαν πλέον προσοχή. Ότι ίσως θα έπρεπε να βγει στη σύνταξη. Αλλά, προηγουμένως, θα έπρεπε να βρει αντικαταστάτη. Έριξε μια ματιά στους βοηθούς του. Μερικοί ήταν πασαλειμμένοι με μαγιονέζα από τα σάντουιτς, άλλοι έτρωγαν ακόμα, έναν τον είχε πάρει ο ύπνος... Ίσως θα έπρεπε να βάλει αγγελία.
     Έφτασαν στο σπίτι και οι βοηθοί πήγαν τους ταράνδους στον στάβλο. Ο Αη-Βασίλης πήρε το τελευταίο σακί με το δώρο που έμεινε και μπήκε στο σπίτι του. Το ξύλινο πάτωμα έτριξε σαν να τον καλωσόριζε. Στο τζάκι έκαιγε μία ωραία φωτιά. Μία ωραία μυρωδιά του έσπασε τη μύτη. Κοίταξε προς την τραπεζαρία: το τραπέζι ήταν στρωμένο.
     - Σε περίμενα να φάμε, είπε η γυναίκα του. Έφτιαξα καστανόσουπα, που σου αρέσει, και ρύζι με σταφίδες και αμύγδαλα, και πουτίγκα με μέλι… Μα, τι έχεις; Δεν είσαι καλά;
     - Άσε, γυναίκα, τα έκανα θάλασσα.
     - Τι εννοείς;
     - Νομίζω ότι θα πρέπει πια να αποσυρθώ.
     - Μα τι βλακείες είναι αυτές; Να αποσυρθείς εσύ, που είσαι η ουσία αυτής της μέρας;
     - Δεν μπόρεσα να μοιράσω όλα τα δώρα.
     - Αποκλείεται!
     - Κι όμως…
     Και ο Αη-Βασίλης έδειξε το σακί με το δώρο. Η γυναίκα του χαμογέλασε.
     - Ώστε, αυτό είναι;
     - Λίγο το έχεις;
     - Δεν είσαι για εκπλήξεις εσύ, είπε η γυναίκα του.
     - Τι εκπλήξεις;
     Αλλά η γυναίκα του είχε ήδη πάρει το σακί από τα χέρια του και είχε βγάλει το δώρο από μέσα, και τώρα το κρατούσε μπροστά στον Αη-Βασίλη.
     - Πού είναι τα γυαλιά σου; τον ρώτησε.
     - Τα φοράω.
     - Για διάβασε, τότε, την ετικέτα που έχει κολλημένη επάνω του αυτό το δώρο!
     Ο Αη-Βασίλης διάβασε την ετικέτα. Και ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του, μαζί με ένα κοκκίνισμα.
     - Για εμένα είναι, είπε ντροπαλά.
     - Για εσένα, βέβαια! είπε η γυναίκα του. Καλή χρονιά!
     Και τότε ο Αη-Βασίλης άνοιξε το δώρο του, και βρήκε μέσα ένα πολύχρωμο, ζεστό κασκόλ από μαλλί ταράνδου. Και τύλιξε το κασκόλ στο λαιμό του και χαμογέλασε στη γυναίκα του.
     - Ευχαριστώ, είπε.
     - Ωραίο είναι να δίνεις δώρα, του είπε η γυναίκα του, καλό είναι όμως να παίρνεις και εσύ δώρα πού και πού.
     Και ο Αη-Βασίλης κάθησε στο τραπέζι, και μόλις τότε συνειδητοποίησε ότι πεινούσε πάρα πολύ, αφού δεν είχε φάει τίποτα σε όλο τον δρόμο. Και ξεκούμπωσε τη ζώνη του. Και, για καλό και για κακό, ξεκούμπωσε και το παντελόνι...

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Γεμάτο μαγεία


     Υπάρχει κάπου μακριά ένα σπιτάκι. Και το σπιτάκι αυτό είναι πραγματικά πολύ μικρό και απλό, με ένα παράθυρο και μία πόρτα, και με μία καμινάδα λίγο στραβή. Έξω από το σπιτάκι δεν υπάρχουν στολίδια, μόνο ένας φουντωτός θάμνος βρίσκεται λίγο πιο πέρα. Θα αναρωτιόταν κανείς για ποιο λόγο να υπάρχει το συγκεκριμένο σπιτάκι, αφού δε φαίνεται να κατοικείται από κανέναν. Κι όμως, αγαπητοί μου, το σπιτάκι αυτό κατοικείται, και κατοικείται ανελλιπώς για πάρα, μα πάρα πολλά χρόνια.
     Επειδή το σπιτάκι αυτό είναι το σπιτάκι των Χριστουγέννων. Και μπορεί να φαίνεται έρημο και μόνο, αλλά μόλις πέσει το βράδυ, το σπιτάκι ζωντανεύει. Και τότε, το μοναδικό του παράθυρο φωτίζεται και η καμινάδα του βγάζει χρωματιστό καπνό, που μοσχομυρίζει καραμέλα.
     Και για να μπεις μέσα δεν χρειάζεται να ανοίξεις την πόρτα, αφού η πόρτα ανοίγει από μόνη της, μόλις πλησιάσεις και φας ένα μελομακάρονο από το βαρέλι που βρίσκεται δίπλα από την πόρτα. Και το βαρέλι είναι γεμάτο μελομακάρονα μέχρι επάνω, και ποτέ δεν αδειάζει.
     Και αν φας το μελομακάρονο και ανοίξει η πόρτα, βρίσκεσαι σε έναν χώρο γεμάτο φωτάκια που αναβοσβήνουν, και στις γωνίες υπάρχουν πανύψηλα έλατα, με πραγματικό χιόνι και στολίδια από χιονονιφάδες. Και υπάρχει και ένα τζάκι, που καίει πολύχρωμα ζαχαρωτά και βγάζει μια γλυκιά ζέστη, που όμοιά της κανείς δεν έχει νιώσει. Και μπροστά στο τζάκι είναι στρωμένο ένα παχύ χαλί, φτιαγμένο από μαλλί ταράνδων και υπάρχει και μία πολυθρόνα, για όποιον δε θέλει να κάθεται στο χαλί. Και στο κέντρο του σπιτιού υπάρχει ένας μεγάλος πολυέλαιος με πραγματικά αστέρια που λάμπουν και κάτω από τον πολυέλαιο είναι ένα μεγάλο τραπέζι, στρωμένο με ένα κόκκινο, κεντημένο τραπεζομάντηλο. Και επάνω στο τραπεζομάντηλο, μέσα σε πορσελάνινα σερβίτσια τόσο λευκά, που μοιάζουν φτιαγμένα από χιόνι, υπάρχουν κάθε λογής φαγητά, ζεστά και μοσχομυριστά.
     Και μπορείς να καθήσεις και να φας όσο θέλεις, και αν ξαναπεινάσεις, να καθήσεις και να ξαναφάς, αφού το τραπέζι αυτό ποτέ δεν αδειάζει.  Και αν νυστάξεις και θελήσεις να κοιμηθείς, στον επάνω όροφο υπάρχει ένα ζεστό κρεβάτι, με πουπουλένια μαξιλάρια και πολύχρωμα, αφράτα παπλώματα. Και αν κοιμηθείς σε αυτό το κρεβάτι,  βλέπεις τα ομορφότερα όνειρα και ξυπνάς δέκα χρόνια νεότερος.
     Και τότε κατεβαίνεις στην τραπεζαρία και το τραπέζι πάλι σε περιμένει στρωμένο, και τα σερβίτσια του σου προσφέρουν μυρωδάτη, ζεστή σοκολάτα, και φρεσκοψημένα κρουασάν, και μυρωδάτα μπισκότα τόσα πολλά, που δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Και αφού φας, κάθεσαι κοντά στο τζάκι, στην πολυθρόνα, και χαζεύεις τα σχήματα που παίρνει η φωτιά, καθώς καίγονται τα πολύχρωμα ζαχαρωτά. Και μπροστά στα μάτια σου εκτυλίσσονται οι πιο θαυμαστές ιστορίες.
     Και σου έρχεται μία επιθυμία να μείνεις για πάντα στο σπίτι των Χριστουγέννων, αλλά πάντα κάτι γίνεται και ξαφνικά βρίσκεσαι μακριά, έξω, στο κρύο και στο αγιάζι. Και τότε αρχίζεις να ψάχνεις τον δρόμο της επιστροφής. Και γύρω σου μπορεί να υπάρχουν και άλλοι, πολλοί άνθρωποι, νέοι, γέροι και παιδιά, που περπατούν προς όλες τις κατευθύνσεις και ψάχνουν κι εκείνοι να βρουν το σπίτι των Χριστουγέννων, αλλά δυσκολεύονται, επειδή δεν υπάρχουν πινακίδες που να δείχνουν τη σωστή κατεύθυνση.
     Παρ'όλ'αυτά, εσύ το ξέρεις, είναι ευκολότερο να βρεις το σωστό δρόμο το χειμώνα με το κρύο και τα χιόνια, παρά το καλοκαίρι. Αρκεί να κοιτάζεις προσεκτικά επάνω στο στρωμένο χιόνι, και τότε θα δεις τα σημάδια, που μοιάζουν με πετραδάκια αφημένα στη σειρά, και αν ακολουθήσεις αυτά τα πετραδάκια, τότε φτάνεις στον προορισμό σου.
     Και τότε, ξανατρώς μελομακάρονο από το βαρέλι, και ξαναμπαίνεις στο σπίτι των Χριστουγέννων, όπου όλα είναι ζεστά, γλυκά και μυρωδάτα, γεμάτα θαλπωρή και αγάπη. Και κυλιέσαι στο χαλί το φτιαγμένο από μαλλί ταράνδων, και η φωτιά δίπλα σου καίει τα πολύχρωμα ζαχαρωτά, και τα αστέρια του πολυελαίου λαμπυρίζουν, και τα φαγητά στο στρωμένο τραπέζι μοσχομυρίζουν.
     Και αν κάποιος ακόμα δεν έχει καταλάβει πού βρίσκεται το σπίτι των Χριστουγέννων, ας ανοίξει λίγο, τόσο δα, την καρδιά του και, ας ακολουθήσει τους χτύπους της, σαν να ήταν μικρά σημάδια επάνω στο χιόνι. Κι αν βρεί την καρδιά του κλειδαμπαρωμένη με χοντρές αλυσίδες και λουκέτα, ας της φερθεί με καλοσύνη. Και ας θυμηθεί ότι μια γλυκιά κουβέντα πάντα μπορεί να βοηθήσει, όπως ακριβώς το μελομακάρονο, που ανοίγει την πόρτα του σπιτιού των Χριστουγέννων.