Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

Αγνώστου πατρός

    

     Μεγάλες στιγμές έζησε η Χώρα της μπροστινής βεράντας, στιγμές λατινοαμερικάνικης σαπουνόπερας, με άστοργους πατεράδες και κλαψιάρικα, νόθα παιδιά. Θα θυμάστε, βέβαια, το μικρό έκθετο βρέφος, που η Πίπη ανακάλυψε να κλαίει δίπλα στο γιασεμί, καθώς και τον ντόρο που ξεσήκωσε η ύπαρξη ενός νόθου βρέφους στη χώρα. Το γιασεμί, παρά την ύποπτη ομοιότητά του με το έκθετο, αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή την οποιαδήποτε σχέση μαζί του, κάτι που δεν απέτρεψε τα κουτσομπολιά περί έκλυτου βίου.
     Βέβαια, κάποιοι έδωσαν δίκιο στο γιασεμί, αμφισβητώντας την πατρότητα που του απέδωσε η Πίπη, και η αλήθεια είναι ότι το βρέφος, από την στιγμή που τοποθετήθηκε στη δική του γλάστρα, άρχισε να αναπτύσσεται με τρόπο που ενίσχυσε τις αμφιβολίες για τον πραγματικό "ένοχο". Η Πίπη είδε ότι το μικρό άρχιζε να μην μοιάζει και τόσο στο γιασεμί, όλοι το είδαν, δηλαδή, και τα στόματα άρχισαν να κλείνουν μέρα με τη μέρα. Δεν άργησαν όμως να ξανανοίξουν, αυτή τη φορά με νέα ερωτήματα: αν ο πατέρας του έκθετου δεν ήταν το γιασεμί, τότε ποιος ήταν;


     Την ίδια απορία είχε και η Πίπη, η οποία αποφάσισε να αναλάβει δράση. Και δωσ'του η Πίπη να παίρνει τις ρούγες, και δωσ'του να κοιτάζει όποιο φυτό, θάμνο ή δέντρο συναντούσε, στα φύλλα... Και όχι μόνο να κοιτάζει τα φύλλα, αλλά και να τα φωτογραφίζει κιόλας! Πολλοί θα ήταν, σίγουρα, αυτοί που την πέρασαν για τρελλή, τόσα ήξεραν όμως κι εκείνοι...
     Και εκεί που η Πίπη είχε αρχίσει να χάνει τις ελπίδες της για τον εντοπισμό του αλητήριου πατέρα, είχε μια απρόσμενη συνάντηση, δηλαδή, όχι ακριβώς... Συγκεκριμένα, έζησε μία από εκείνες τις μαγικές στιγμές, που κάτι που το έβλεπες κάθε μέρα και δεν του έδινες και τόση σημασία, ξαφνικά το βλέπεις με άλλο μάτι.
     Μια μέρα που επέστρεφε από άλλη μία εξόρμηση προς ανεύρεση του άστοργου πατρός, η Πίπη βρέθηκε σε ένα μαιευτήριο δέντρων. Βρέφη διαφόρων ηλικιών χουζούρευαν, κάτω από το μεσημεριάτικο ήλιο, και ήταν όλα τόσο χαριτωμένα!



      Και εκεί που η Πίπη περνούσε καθημερινά δίπλα από το μαιευτήριο και δεν έδινε την παραμικρή σημασία στα χαριτωμένα εκείνα βρέφη, αυτή τη φορά πρόσεξε ότι εκτός από χαριτωμένα, τα μικρά, τσαχπίνικα, βρέφη είχαν και μια εντυπωσιακή ομοιότητα με το μικρό έκθετο της Χώρας της μπροστινής βεράντας! Και τι ήταν αυτό το μικρό φυντανάκι, εκεί επάνω αριστερά; Ολόιδιο με το έκθετο! Η Πίπη είχε πετύχει διάνα. 


      Οι πατεράδες των βρεφών καμάρωναν εκεί παραδίπλα και η Πίπη, επιτέλους, ανακάλυψε ποιος ήταν ο πατέρας του μικρού έκθετου. Όπως το φανταζόταν. Ήταν ένας από εκείνους τους σκληροτράχηλους - ή όχι και τόσο - καουμπόηδες, που φυτρώνουν παντού και δεν το κουνάνε ρούπι, και που είναι τόσο ξετσίπωτοι ώστε να σπέρνουν παιδιά με τη μεγαλύτερη ευκολία, λες και έχουν πάρει το καρπεροβότανο!


     Τα νέα διαδόθηκαν αμέσως στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, και το γιασεμί σαν να ψήλωσε δέκα πόντους. Εννοείται πως απαίτησε από όλους τους κατοίκους της χώρας να του ζητήσουν συγγνώμη που το αμφισβήτησαν, μέχρι και από την Πίπη ζήτησε ικανοποίηση. Αλλά αφού λύθηκε η παρεξήγηση με το γιασεμί, τα κουτσομπολιά στη χώρα άρχισαν και πάλι να δυναμώνουν, σαν το ελαφρύ αεράκι που προηγείται της καταιγίδας. Ναι, ο πατέρας δεν ήταν το γιασεμί, ναι, ο πατέρας είχε εντοπιστεί, αλλά ήταν σίγουρα αυτός; 


     Ή μήπως ήταν εκείνος ο άλλος, ο ψηλός;
 
     
     Τόσοι γείτονες σε αυτό το σύμπαν και όλοι στην αναπαραγωγική τους ηλικία!


     Και τώρα η Πίπη κοιτάζει με καχυποψία όλους τους γείτονες, και ούτε μπορεί να προσποιηθεί ότι δεν τους βλέπει, ο τόπος είναι γεμάτος! Και εκείνοι συνεχίζουν να σφυρίζουν αδιάφορα, όποτε περνάει από δίπλα. Μα, τόση αναισθησία πια;


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Εφτά χρόνια και εφτά μέρες (και μια ιστορία)

   

     - Δεκαεφτά! είπε ο Σοφός.
     - Δεκαπέντε, είπε ο Ντροπαλός.
     - Δεκαέξι, είπε ο Γκρινιάρης, φτου, να πάρει!
     - Δεκαπέντε, είπε ο Συναχωμένος, αψού!
     - Δεκαέξι, είπε ο Υπναράς και χασμουρήθηκε.
     - Δεκαέξι και εγώ, είπε ο Χαρούμενος.
     - Εβδομήντα πέντε! είπε ο Χαζούλης. Κέρδισα!
     - Εβδομήντα πέντε; φώναξαν οι υπόλοιποι έξι.
     - Εβδομήντα έξι! είπε ο Χαζούλης.
     - Τι μετράς; τον ρώτησε ο Γκρινιάρης.
     - Σουτ! Με μπέρδεψες και έχασα το μέτρημα, είπε ο Χαζούλης. Τώρα πρέπει να ξεκινήσω από την αρχή...
     - Τι μετράς; ρώτησε και ο Σοφός.
     - Βρε παιδιά, είπε ο Χαρούμενος, αυτός μετράει τον σφυγμό του! Θα γελάσω, δεν μπορώ να κρατηθώ!
     - Αν γελάσεις, χάνεις έναν πόντο, είπε ο Σοφός.
     - Μα είναι πολύ αστείο! είπε ο Χαρούμενος και έσκασε στα γέλια.
     - Ένας πόντος μείον για το Χαρούμενο, είπε ο Σοφός και τράβηξε μία γραμμή σε ένα μικρό τετραδιάκι.
     - Ο Χαζούλης είναι εκτός, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Γιατί; ρώτησε ο Χαζούλης. Αχ, πάλι έχασα το μέτρημα!
     - Χαζούλη μου, είπαμε ότι θα παίξουμε Πιεσόμετρο, όχι Ταχυπαλμία, είπε ο Σοφός.
     - Ο Χαζούλης δεν ξέρει να παίζει, είπε ο Υπναράς. Και προχθές που κρατούσαμε την αναπνοή μας, εκείνος έκανε μπουρμπουλήθρες με το καλαμάκι.
     - Εσείς δεν ξέρετε να παίζετε, είπε ο Χαζούλης. Όλο Πιεσόμετρο παίζουμε, καταντάει βαρετό!
     - Το Πιεσόμετρο είναι μια χαρά παιχνίδι, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Ναι, επειδή τις περισσότερες φορές κερδίζεις εσύ.
     - Εσείς φταίτε, που μου ανεβάζετε την πίεση. Αν την ξαναμετρήσω τώρα, σίγουρα θα είμαι πρώτος!
     - Δεν επιτρέπεται δεύτερη μέτρηση στη διάρκεια της ίδιας παρτίδας, είπε ο Σοφός.
     - Θέλεις να πεις ότι σου ανεβάζω την πίεση; ρώτησε ο Χαζούλης.
    - Για Χαζός, μια χαρά το κατάλαβες!
     - Παιδιά, είπε ο Ντροπαλός, μη μαλώνετε, ας παίξουμε κάτι άλλο...
     - Εντάξει, λοιπόν, είπε ο Χαζούλης, εγώ δεν παίζω άλλο, βαρέθηκα.
     - Μα το Πιεσόμετρο παίζεται με εφτά παίχτες, είπε ο Χαρούμενος.
     - Δεν πειράζει, να βρείτε άλλο παιχνίδι, να παίζεται με έξι.
     - Σιγά μη δεν βρούμε! είπε ο Γκρινιάρης.
     - Αν συνεχίσεις έτσι, θα χάσεις πόντο, είπε ο Σοφός.
     - Καλά, είπε ο Γκρινιάρης και κατέβασε κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα.
     - Εδώ που τα λέμε, είπε ο Σοφός, ένα δίκιο το έχει ο Χαζούλης. Είναι βαρετό να παίζουμε συνέχεια Πιεσόμετρο. 
     - Θέλετε να φτιάξουμε κανένα παζλ; πρότεινε δειλά ο Ντροπαλός.
     - Να το φτιάξεις μόνος σου το παζλ! είπε ο Γκρινιάρης.
     - Ένας πόντος μείον από τον Γκρινιάρη, είπε ο Σοφός.
     - Σκασίλα μου! είπε ο Γκρινιάρης.
     - Δύο πόντοι μείον, είπε ο Σοφός.
     - Να πάμε σε κανένα λούνα παρκ; είπε ο Υπναράς.
     - Μόνο στον ύπνο σου! είπε ο Γκρινιάρης.
     - Τρεις πόντοι μείον, είπε ο Σοφός.
     - Δεν παίζω άλλο, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Τα λούνα παρκ είναι κλειστά τέτοια ώρα, Υπναρά μου, είπε ο Σοφός. Δεν βλέπεις ότι έξω έχει σκοτεινιάσει;
     - Άσε που αν βγούμε έξω τέτοια ώρα, θα αρπάξουμε κανένα κρύωμα, είπε ο Συναχωμένος.
     - Θα ντυθούμε καλά, είπε ο Υπναράς και χασμουρήθηκε.
     - Τι εννοείς, ρώτησε ο Χαρούμενος, ότι θα βάλουμε τις καλές μας τις πυτζάμες;
     - Χαρούμενε! είπε ο Σοφός.
     Ο Υπναράς κοιτάχτηκε.
     - Α, ναι, φοράω τις πυτζάμες μου, είπε, το είχα ξεχάσει! Αλλά, και πάλι, θα μπορούσα να τις βγάλω και να βάλω κάτι άλλο...
     - Δεν χρειάζεται να βάλουμε κάτι άλλο, τέτοια ώρα, είπε ο Σοφός. Έτσι κι αλλιώς, όπως σου είπα, τα λούνα παρκ είναι κλειστά.
     - Κρίμα, είπε ο Υπναράς.
     - Καλύτερα, είπε ο Γκρινιάρης. Θέλετε να μας μαζεύουν με τα κουταλάκια, στην ηλικία μας να τρέχουμε στα λούνα παρκ;
     - Όλο την καταστροφή φέρνεις εσύ, είπε ο Υπναράς και χασμουρήθηκε.
     - Ένα δίκιο το έχει ο Γκρινιάρης, είπε ο Σοφός.
     - Πολλά δίκια έχω... είπε ο Γκρινιάρης.
     Ο Σοφός έπιασε ξανά στα χέρια του το τετραδιάκι.
     - … αλλά πού να τα βρω; είπε πιο χαμηλόφωνα.
     Ο Σοφός ξανάφησε το τετραδιάκι επάνω στο τραπέζι με τα πιεσόμετρα.
     - Νιώθετε μια ψύχρα; ρώτησε ο Συναχωμένος.
     - Όχι, είπε ο Χαρούμενος.
     - Θέλετε να παίξουμε Θερμόμετρο, για αλλαγή;
     - Πάλι; Προχθές παίξαμε και κέρδισες, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Εσύ έτσι κι αλλιώς δεν παίζεις.
     - Ναι, αλλά μπορώ να λέω την γνώμη μου!
     - Αν είναι στριμμένη, σαν κι εσένα, να μην την λες, αψού!
     - Παιδιά, ήρεμα! είπε ο Σοφός. Θέλετε να παίξουμε παντομίμα;
     - Δεν έχω δει πιο χαζό παιχνίδι, είπε ο Γκρινιάρης.
     - Εσένα μόνο το Πιεσόμετρο σου αρέσει, είπε ο Χαζούλης.
     - Εσένα δε σου μιλάω.
     - Πάντως, και το παζλ ήταν καλή ιδέα, είπε δειλά ο Ντροπαλός.
     - Πάω για ύπνο, είπε ο Υπναράς. Δεν μου αρέσει ούτε το Πιεσόμετρο, ούτε τα παζλ, μου φέρνουν νύσταααααα... Μόνο τα λούνα παρκ μου αρέσουν, αλλά αφού είναι κλειστάαααα...
     Ο Υπναράς έφυγε από το δωμάτιο.
     - Καλά που έφυγε, είπε ο Γκρινιάρης, παρά τρίχα να μας κολλήσει, με τόσο χασμουρητό. 
     - Εγώ πείνασα, είπε ο Χαρούμενος. Θέλει κανείς να παραγγείλουμε πίτσα;
     - Πίτσα βραδυάτικα; Θέλεις να μας ανεβάσεις κι άλλο την πίεση; είπε ο Γκρινιάρης. Αφού δεν παίζουμε Πιεσόμετρο!
     - Εγώ θέλω παγωτό, είπε ο Χαζούλης.
     - Εσύ μέτρα τον σφυγμό σου!
     - Πάω κι εγώ για ύπνο, βαρέθηκα, είπε ο Ντροπαλός. Καληνύχτα!
     - Δε θα φάμε, δηλαδή; ρώτησε ο Χαζούλης.
     - Πόσοι μείναμε; ρώτησε ο Σοφός.
     - Τέσσερεις, είπε ο Χαρούμενος.
     - Τρεις, είπε ο Συναχωμένος, εμένα μη με υπολογίζετε... Αψού! Μου φαίνεται πως κρύωσα. Πάω να ζεστάνω νερό για τη θερμοφόρα και ύστερα θα πέσω για ύπνο... Ίσως πάρω και ένα αντιπυρετικό, νομίζω πως έχω κρυάδες, σίγουρα εσείς δεν την νιώθετε την ψύχρα;
     - Και το κινέζικο μου αρέσει, είπε ο Χαζούλης. Θέλετε να παραγγείλουμε κινέζικο;
     - Φάε κανένα γιαούρτι, που μου θέλεις και κινέζικο! είπε ο Γκρινιάρης. Πού να τρέχει ο ντελιβεράς βραδυάτικα μέσα στο δάσος, σύνελθε! 
     - Ένας πόντος μείον για τον Γκρινιάρη, είπε ο Σοφός.
     - Ώχου, πια, κι εσύ με τους πόντους σου! είπε ο Γκρινιάρης. Σας βαρέθηκα όλους! Πάω στο δωμάτιό μου και να μη με ενοχλήσει κανείς!
     - Βρήκα μια τσίχλα! είπε ο Χαζούλης. Γιούπι!
     - Κοίτα μην ξεχαστείς πάλι και την καταπιείς, σαν την άλλη φορά, είπε ο Χαρούμενος. Τι θέλεις να παίξουμε, Σοφέ;
     - Θέλεις να παίξουμε σκάκι;
     - Πώς θα παίξουμε σκάκι, που λείπουν τρία πιόνια;
     - Α, ναι, σωστά... Τότε, αναγκαστικά, ας παίξουμε χαρτιά...
     - Πού είναι η τράπουλα;
     - Δεν είναι στη θέση της;
     - Όχι, δεν την βρίσκω.
     - Είδε κανείς την τράπουλα;
     - Εγώ την είδα! είπε ο Χαζούλης.
     - Πού είναι;
     - Δεν ξέρω.
     - Πώς δεν ξέρεις; Αφού είπες πως την είδες!
     - Την είδα την προηγούμενη βδομάδα, που την κρατούσες εσύ όταν παίζαμε Μουντζούρη. Γιατί δεν παίζουμε Μουντζούρη, που έχει πλάκα; Για εφτά παίχτες είναι και ο Μουντζούρης;
     - Σήμερα, την είδες;
     - Ποια;
     - Την τράπουλα. Σήμερα, την είδες την τράπουλα;
     - Σήμερα όχι.
     - Ε, τότε δεν βοηθάς.
     - Σήμερα είδα το ζάρι.
     - Το ζάρι δεν μας κάνει.
     - Είδα και το άλλο ζάρι. Ήταν παρέα. Θέλετε να παίξουμε κάτι με ζάρια;
     - Όχι.
     - Α, μου φαίνεται ότι έχετε αρχίσει να μοιάζετε στον Γκρινιάρη... Πού πήγε η τσίχλα μου;
     - Πάλι την κατάπιες;
     - Α, βρήκα ένα πιόνι από σκάκι!
     - Δώσ'το μου, είπε ο Χαρούμενος.
     - Τι θα πάθω τώρα, που κατάπια την τσίχλα;
     - Θα κολλήσει το στομάχι σου και δεν θα μπορείς να φας.
     - Χαρούμενε! είπε ο Σοφός.
     - Ούτε παγωτό;
     - Ούτε παγωτό.
     - Ούτε πίτσα;
     - Ούτε πίτσα.
     - Ούτε άλλη τσίχλα;
     - Αχ, ούτε άλλη τσίχλα, αλλά αν πας να κοιμηθείς τώρα αμέσως, ίσως μπορέσεις και γίνεις καλά.
     - Να πάω για ύπνο, τότε...
     - Να πας.
     - Και αύριο θα μπορώ να φάω;
     - Θα μπορείς.
     - Και παγωτό;
     - Ωχ, Θεέ μου, ναι, και παγωτό, και πίτσα, και άλλες τσίχλες, και μανιτάρια, και τα νύχια σου, και τα πάντα...
     - Χαρούμενε! είπε ο Σοφός και έπιασε το τετραδιάκι.
     - … αλλά πήγαινε τώρα, να προλάβεις, εντάξει;
     - Εντάξει.
     - Καληνύχτα, Χαζούλη.
     - Καληνύχτα, Σοφέ. Καληνύχτα, Χαρούμενε.
     - Καληνύχτα!
     Ο Σοφός και ο Χαρούμενος έμειναν μόνοι τους στο δωμάτιο.
     - Ώρες-ώρες τον καταλαβαίνω τον Γκρινιάρη, είπε ο Χαρούμενος.
     - Αγάπα το φίλο σου με τα ελαττώματά του, είπε ο Σοφός.
     - Τι λες να κάνουμε, τελικά;
     - Δεν πάμε κι εμείς για ύπνο; Όλη αυτή η ένταση με κούρασε. 
     - Νωρίς δεν είναι;
     - Ε, δεν είναι και τόσο νωρίς, περασμένα μεσάνυχτα... Εξάλλου, αφού δεν έχουμε τι να παίξουμε...
     - Ναι, δίκιο έχεις, ας πάμε, και αύριο θα ψάξω για την τράπουλα. Δεν μπορεί να χάθηκε έτσι.
     - Τι μέρα είναι σήμερα;
     - Δε θυμάμαι, έχει σημασία;
     - Για κοίτα το ημερολόγιο.
     - Τριάντα Μαΐου, λέει.
     - Παρά τρίχα να το ξεχάσω! Έχει αγενέθλια η Οξεία Γλωσσοπάθεια σήμερα.
     - Σοβαρά;
     - Ναι. Κλείνει τα εφτά χρόνια και τις εφτά ημέρες.
     - Πέρασε κιόλας τόσος καιρός;
     - Είδες τι γρήγορα που περνάει; Θυμήσου το πρωί να στείλουμε μια ευχετήρια κάρτα.
     - Εντάξει. Θα το θυμηθώ, αλλά, για καλό και για κακό, θα το σημειώσω κιόλας.
     - Να το σημειώσεις. Καληνύχτα, Χαρούμενε.
     - Καληνύχτα, Σοφέ. Όνειρα γλυκά.
    Στο μικρό σπιτάκι των νάνων άρχισαν να σβήνουν και τα τελευταία φώτα. Και προτού το σπιτάκι βυθιστεί εντελώς στο σκοτάδι, ο Χαρούμενος σημείωσε τη λέξη "κάρτα" στο μικρό του σημειωματάριο και το έβαλε στο κομοδίνο του, δίπλα από το ποτήρι με το νερό, όπου η χαμογελαστή του μασέλα έπαιρνε το νυχτερινό της μπάνιο...

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Όσα φέρνει μία μέρα

      Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στον κόσμο, και ακόμα πιο μυστήρια στον κόσμο της Πίπης. Τόσο μυστήρια, που όποιος τα ακούσει μπορεί μέχρι και να αμφιβάλλει. Όμως η αλήθεια είναι αλήθεια, όσο απίστευτη και αν φαίνεται. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
     Ήταν αρχές φθινοπώρου, και συγκεκριμένα αρχές του περασμένου φθινοπώρου, όταν η Πίπη μπήκε σε ένα πλοίο. Και αυτό το πλοίο, όπως γίνεται συνήθως με τα πλοία, πήγαινε σε ένα νησί, ένα νησί μικρό και όμορφο, με κάτασπρα σπίτια και, πολύ σημαντικό και αυτό, πεντανόστιμο φαγητό. Η Πίπη πέρασε πολύ ωραία, επισκέφτηκε αξιοθέατα, γνώρισε παραλίες με χρυσόσκονη στη θέση της άμμου, δοκίμασε διάφορες νοστιμιές, και όταν έφτασε η ώρα να φύγει, ήταν εντελώς σίγουρη ότι θα ήθελε να ξαναγυρίσει.
     Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα πράγματα που είδε, υπήρχε ένα δέντρο με πλούσιο φύλλωμα και καρπούς σαν διάφανα κινέζικα φαναράκια, το οποίο δεν θυμόταν να είχε δει πουθενά αλλού. Όπως ήταν λογικό, ρώτησε το όνομά του, αλλά η απάντηση που έλαβε δεν την ικανοποίησε καθόλου. "Δεν ξέρω", ήταν η απάντηση.
     Όμως η Πίπη δεν πτοείται από κάτι τέτοιο. Έτσι, όταν έφτασε η ώρα να αφήσει το όμορφο νησί για να επιστρέψει στην καθημερινότητά της, ζήτησε από την κυρία που είχε το δέντρο στον κήπο της να της δώσει σπόρο, το οποίο και η κυρία έκανε με μεγάλη χαρά.
      Και η Πίπη γύρισε με τις αποσκευές της γεμάτες ρούχα για πλύσιμο, αναμνηστικά και ένα σακουλάκι με σπόρους από το δέντρο χωρίς όνομα. Είχε ήδη σχηματιστεί στο μυαλό της μία πολύ συγκεκριμένη ιδέα: να σπείρει ένα τέτοιο δέντρο και να το τοποθετήσει στη μία γωνία της Χώρας της Πίσω Βεράντας, εκεί που αρχικά σκόπευε να τοποθετήσει ένα δεντρολίβανο - σκέψη που είχε ατυχήσει, καθώς το δεντρολίβανο είχε αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο στο άνθος της ηλικίας του, χτυπημένο από κάποια ανίατη ασθένεια.
     Όσοι ασχολούνται, έστω και λίγο, με την κηπουρική, θα ξέρουν ότι όλα - όπως ο κολιός - έχουν τον καιρό τους. Ο καιρός για τις σπορές είναι αμέσως μετά το χειμώνα, οπότε όταν έφτασε ο Φεβρουάριος, η Πίπη ετοίμασε μια μεγαλούτσικη γλάστρα, πήρε τέσσερεις στρουμπουλούς σπόρους, τους τοποθέτησε τρυφερά μέσα στην γλάστρα, και ύστερα τους σκέπασε με χώμα. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου, σκέφτηκε η Πίπη.
     Έκτοτε, κάθε φορά που πλησίαζε την γλάστρα, η Πίπη προσπαθούσε επίμονα να διακρίνει κάποιο φυντανάκι να ξεπροβάλλει δειλά, ή και θρασύτατα - δεν θα κολλήσουμε σε αυτό - μέσα από το χώμα. Έφυγε ο Φεβρουάριος, ήρθε ο Μάρτιος, ήρθε και ο κορονοϊός, έφυγε και ο Μάρτιος, έφυγε και ο Απρίλιος, παρά τρίχα να φύγει και ο κορονοϊός, ήρθε και ο Μάιος... Η Πίπη άρχισε να πιστεύει στα σοβαρά ότι το εγχείρημα είχε αποτύχει.
     Ευτυχώς, είχε πάρει μαζί της αρκετούς σπόρους. Και παρ'όλο που η εποχή της σποράς μάλλον είχε περάσει ανεπιστρεπτί, η Πίπη έκανε και δεύτερη απόπειρα, αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας άδεια τσόφλια αυγών αντί για γλάστρες. Τώρα, εκτός από την γλάστρα, επιθεωρούσε και τα τσόφλια των αυγών. Αλλά δεν υπήρξε καμία αλλαγή.
     Ούτε εχθές το βράδυ υπήρχε καμία αλλαγή. Η Πίπη πότισε κανονικά, έλεγξε την γλάστρα, την βρήκε πεισματικά αδειανή, έλεγξε και τα τσόφλια, άδεια και αυτά, έλεγξε και το μικρό έκθετο - αυτό, τουλάχιστον, είχε καρδαμώσει και αναπτυσσόταν μια χαρά. 
     - Από ό,τι φαίνεται, σκέφτηκε η Πίπη, τζάμπα παιδεύομαι. Κάτι θα έπρεπε να έχει ξεμυτίσει μέχρι τώρα.
     Και ήρθε η σημερινή μέρα, μια μέρα που έμοιαζε αρκετά με την χθεσινή, και η Πίπη πήγε στη δουλειά, και αφού σχόλασε και γύρισε στο σπίτι της, και αφού τελείωσε με τις απολυμάνσεις και τα τοιαύτα, άρχισε να ανοίγει τα παράθυρα. Και τότε ήταν που η Πίπη διαπίστωσε ότι, τελικά, η σημερινή μέρα δεν έμοιαζε και τόσο με την χθεσινή και ότι κάτι είχε αλλάξει στη Χώρα της Πίσω Βεράντας: στην γλάστρα υπήρχαν, όχι ένα, όχι δύο, όχι τρία, αλλά τέσσερα ολόκληρα φυτά!
     Πότε έγινε αυτό το θαύμα, και πώς; Να φταίει η ζέστη του Μαΐου; Να πέρασε από τη Χώρα της Πίσω Βεράντας καμιά νεράιδα; Ή, μήπως, να πρόκειται για σπόρους μαγικούς, με υπερφυσικές ικανότητες, που μεγαλώνουν σαν τη μαγική φασολιά του Τζακ;
     Πόσα φέρνει μία μέρα, τέλος πάντων;


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Εργασία με προθεσμία


     Από πέρυσι το καλοκαίρι η Πίπη είχε ένα πρόβλημα, ένα πρόβλημα που ελάχιστοι γνώριζαν και πολύ λιγότεροι υποπτεύονταν. Το πρόβλημα αυτό άκουγε στο όνομα Λάπτοπ, και ήταν ένα πιστό σκυλί που έκανε παρέα στην Πίπη εφτά ολόκληρα χρόνια. Η Πίπη και ο Λάπτοπ ήταν σχεδόν αχώριστοι και περνούσαν πάντα καλά.
     Έλα, όμως, που και τα πιστά σκυλιά κάποτε αρρωσταίνουν. Ήρθε, λοιπόν, και η σειρά του Λάπτοπ να αρρωστήσει, και μάλιστα με τρόπο που πολύ δυσκόλεψε τη φίλη μας, την Πίπη. Συγκεκριμένα, όταν η Πίπη του πετούσε το κλαδάκι προς το ίντερνετ και του έλεγε «Τρέξε, Λάπτοπ, τρέξε!», ο Λάπτοπ έκανε να τρέξει, αλλά μετά σταματούσε. Κάποιες φορές, βέβαια, το έφερνε πίσω το κλαδί, αλλά άλλες φορές καθόταν στα δύο πόδια και απλώς την κοιτούσε.
     Ρώτησε, λοιπόν, η Πίπη και έμαθε και κατάλαβε ότι ο Λάπτοπ είχε αρρωστήσει από μία ιδιαίτερη αρρώστια, που λεγόταν «κάρτα σύνδεσης με το ίντερνετ» και γι’αυτό είχε πρόβλημα να φέρει το κλαδί από εκεί. Ζύγισε τα υπέρ και τα κατά, συνυπολόγισε και το γεγονός ότι ο Λάπτοπ είχε εκπαιδευτεί σε περιβάλλον Windows XP Home edition και όταν της δόθηκε η ευκαιρία να τον μετεκπαιδεύσει σε περιβάλλον Windows 10 εκείνη το είχε αμελήσει, και κατέληξε στο ότι χρειαζόταν νέο κατοικίδιο. Και επειδή ο Λάπτοπ ήταν και εμβολιασμένος για έναν χρόνο, μαζί με τα άλλα κατοικίδια του σπιτιού, το τάμπλετ και το κινητό, η Πίπη αποφάσισε να αγοράσει νέο κατοικίδιο, όταν θα έληγε ο εμβολιασμός.
     Στο μεταξύ θα κάλυπτε το κενό της σύνδεσης στο ίντερνετ με το κινητό, αλλά ίδιο κατοικίδιο είναι το κινητό με το Λάπτοπ; Καμία σχέση.
     Και ο καιρός περνούσε και ήρθε το φθινόπωρο, και ήρθε και ο χειμώνας, και μετά ήρθε και η άνοιξη. Και φυσικά ήρθε και ο κορονοϊός, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Και ήρθε ο καιρός να αποκτηθεί το νέο κατοικίδιο. Και, επιτέλους, η Πίπη απόκτησε ένα νέο κατοικίδιο, που επίσης το ονόμασε Λάπτοπ – μα καμία φαντασία αυτό το παιδί; –, και που όταν η Πίπη του λέει «Τρέξε, Λάπτοπ, τρέξε!», εκείνο τρέχει και το φέρνει το κλαδί, όπου και να το έχει πετάξει η Πίπη.
     Αποκαταστάθηκε, τουτέστιν, η κανονικότητα στο σπίτι της Πίπης, και όλα βρήκαν το ρυθμό τους. Και προχθές, τι έλαβε η Πίπη; Ένα μέιλ!
     Αλλά το μέιλ δεν ήταν ένα συνηθισμένο μέιλ, δεν ήταν από την εφορία, δεν ήταν από τράπεζα, δεν ήταν ενημερωτικό, δεν ήταν διαφημιστικό, ούτε δυσφημιστικό ήταν, ήταν ένα μέιλ από την ανηψοβαφτιστήρα της. Και το άνοιξε το μέιλ η Πίπη για να το διαβάσει, αλλά δεν κατάλαβε τίποτα, ίσως επειδή δεν έχει πάει προνήπιο. Κάλεσε, λοιπόν, στο τηλέφωνο, την ανηψοβαφτιστήρα, και εκείνη της εξήγησε ότι θα έπρεπε να ενώσει τις γραμμές και να φτιάξει τα σχήματα, και ύστερα θα έπρεπε να τα ζωγραφίσει, αλλά θα έπρεπε να προσέχει για να μείνει μέσα στις γραμμές. Ιδιαίτερα αυτό το τελευταίο ήταν πολύ σημαντικό, από ό,τι κατάλαβε η Πίπη.
     «Ρώτα την αδερφή σου να σου εξηγήσει», είπε η ανηψοβαφτιστήρα στην Πίπη και απομακρύνθηκε από το τηλέφωνο, αφού είχε ήδη πει αυτά που ήθελε. Και αμέσως μετά γύρισε και είπε στην Πίπη, λίγο ενοχλημένη που η Πίπη ίσως να μην είχε καταλάβει ακόμα τι έπρεπε να κάνει: «Μα αφού σου έγραψα οδηγίες από κάτω!».
     Και τώρα η Πίπη πρέπει να διαβάσει προσεκτικά τις οδηγίες και να κάνει την εργασία σωστά, προτού περάσουν χίλιες μέρες, αφού η ανηψοβαφτιστήρα της ζήτησε συγκεκριμένα, αφού τελειώσει τη δουλειά που της ανατέθηκε, να της την παραδώσει ιδιοχείρως προτού περάσουν χίλιες μέρες.
     Ας ελπίσουμε να προλάβει την προθεσμία.
    

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Ταπεινό και καταφρονεμένο

     Ο καιρός ήταν πολύ καλός. Ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό, ένα απαλό αεράκι φυσούσε, και η μέρα προοιωνιζόταν ιδιαίτερα ανοιξιάτικη. Με άλλα λόγια: μέρα κατάλληλη για επίσκεψη στη Χώρα της μπροστινής βεράντας.
     Βέβαια, μία επίσκεψη σε μία χώρα σαν αυτήν της μπροστινής βεράντας, δεν είναι πάντα ακριβώς αυτό που περιμένεις. Η Πίπη διαπίστωσε ότι η βρωμιά, που επίσης επισκεπτόταν τακτικά τη χώρα αυτή, είχε συνάψει ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τους κατοίκους και είχε γίνει αδελφοποιτή, τόσο με τα κάγκελα όσο και με τα μάρμαρα. Τελικά, δεν ήταν διόλου τυχαίο που το κανονικό της όνομα ήταν Βενζάν Μαζουτιάν. Αρμένισσα, το δίχως άλλο! Αρμένισσα αυτή, αρμένικη κι η βίζιτά της!
Δυστυχώς, η μάχη ήταν μονόδρομος και η Πίπη οπλίστηκε με σφουγγάρια και καθαριστικά, προκειμένου να εκδιώξει την βρωμιά, η οποία είχε στρογγυλοκαθήσει επάνω στα κάγκελα και στα μάρμαρα, και λιαζόταν σαν γνήσιος απόγονος της πρωταρχικής συμπαντικής σκόνης. Μία επιθεώρηση και στη Χώρα της πίσω βεράντας επιβεβαίωσε τους φόβους της Πίπης, ότι η βρωμιά είχε επεκταθεί και εκεί.
     Η Πίπη επιδόθηκε στον καθαρισμό με μεγάλη επιμονή, και ο εχθρός τράπηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε άτακτη φυγή. Τα κάγκελα άστραψαν ξανά, και τα μάρμαρα έλαμψαν επίσης. Η Πίπη ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση, παρ’όλο που ήξερε πολύ καλά ότι ένας τέτοιος εχθρός πάντα επανακάμπτει δριμύτερος. 
     Και εκεί που η Πίπη θαύμαζε το έργο των χεριών της, ακούστηκε ήχος από φτερά που χτυπούσαν τον αέρα. Κάποιο πουλί, προφανώς. Η Πίπη έστρεψε το βλέμμα της προς το καλώδιο της ΔΕΗ όπου είχε πετάξει το πουλί, περιμένοντας να δει κάποιο περιστέρι, όμως έκανε λάθος.
     Ήταν μία κίσσα και η – εντυπωσιασμένη, ομολογουμένως - Πίπη ετοιμάστηκε να της πιάσει την κουβέντα. Όμως η κίσσα αποδείχτηκε αρκετά σνομπ και όχι μόνο αγνόησε την Πίπη, αλλά και πέταξε επιδεικτικά λίγο πιο πέρα.
     Μια γάτα που πιθανώς λιμπίστηκε την κίσσα, άρχισε να την πλησιάζει προσεκτικά, αλλά η κίσσα την πήρε είδηση και πέταξε μακριά, αφήνοντάς την με ανοιχτό το στόμα.
     Για πολλοστή φορά η Πίπη μετάνιωσε που δεν είχε μαζί της τη φωτογραφική της μηχανή για να κρατήσει ένα ενθύμιο της σύντομης αυτής συνάντησης, αλλά καθώς σκεφτόταν την απογοήτευσή της, την προσοχή της τράβηξε ένα μωρό!
     - Ουά! έκανε το μωρό.
     - Τίνος είναι αυτό το μωρό; ρώτησε η Πίπη.
     - Πάντως όχι δικό μου, είπε το γεράνι ενοχλημένο. Φαίνεται, εξάλλου, δεν μου μοιάζει στο παραμικρό.
     -  Σε εσένα πάντως το άφησαν, σχολίασε η μπουκαμβίλια.
     - Ουά! έκανε το μωρό, σαν να συμφωνούσε.
     - Υπονοείς κάτι;
     - Δεν είσαι και κανένα υπόδειγμα αρετής, πετάχτηκε το αγιόκλημα.
     - Το ότι είμαι κοινωνικός δεν είναι έγκλημα.
     - Ιδιαίτερα κοινωνικός, θα έλεγα, είπε η μπουκαμβίλια. Δεν έχεις αφήσει πεταλουδίτσα για πεταλουδίτσα!
     - Ουά! έκανε το μωρό.
     - Με τις πεταλούδες το μόνο που με συνδέει είναι μια απλή φιλία.
     - Ναι, τώρα σε πιστέψαμε!
     - Θα αστειεύεστε, φυσικά! Υπήρχε ποτέ περίπτωση να συμβεί το ο,τιδήποτε με οποιαδήποτε πεταλούδα; Θα με αποκλήρωνε ο πατέρας μου, ποτέ του δε χώνεψε τις πεταλούδες!
     - Τέλος πάντων. Το γεγονός παραμένει ότι σε εσένα το άφησαν το μωρό, είπε το αγιόκλημα. Άρα, κάποια σχέση θα έχεις.
     - Ουά! Ουά!
     - Δεν είναι δικό μου, σας λέω! Και εσύ σταμάτα να κλαις, μου πήρες το κεφάλι!
     - Βρε, παιδιά, είπε και η Πίπη, που τόση ώρα προσπαθούσε να θυμηθεί ποιον της θύμιζε το μωρό, δεν σας θυμίζει κάποιον;
     - Τώρα που το κοιτάζω καλύτερα, νομίζω ότι μοιάζει λίγο στο αγιόκλημα…
     - Ντροπή σου και που το σκέφτηκες! είπε το αγιόκλημα. Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι δεν ασχολούμαι με έρωτες, τα ταπεινά ένστικτα τα έχω ξεπεράσει προ πολλού, στη ζωή μου υπάρχει χώρος μόνο για υψηλούς στόχους… εκτός, βέβαια, από τον καθημερινό μου αγώνα ενάντια στα αγριόχορτα που προσπαθούν συνέχεια να με στραγγαλίσουν… Είμαι εγώ για έρωτες;
     - Μα, βέβαια, είπε η Πίπη, το μωρό είναι ολόιδιο το γιασεμί, πώς δεν το πρόσεξα νωρίτερα;
     Όλοι κοίταξαν το γιασεμί, το οποίο είχε γυρισμένη την πλάτη του, λες και περίμενε να φανεί κάποιο πλοίο στην άκρη του ορίζοντα.
     - Ε, φώναξε η μπουκαμβίλια, δικό σου είναι το μωρό;
     - Ουά! έκανε το μωρό.
     Το γιασεμί δεν απάντησε.
     - Τι ρωτάτε; είπε το γεράνι. Είναι φως-φανάρι, η ομοιότητα είναι εκπληκτική, πώς δεν το καταλάβαμε νωρίτερα;
     - Καλά το έλεγα εγώ, ότι τα τόσα χαχανητά με τις μέλισσες δεν θα του έβγαιναν σε καλό… είπε το αγιόκλημα. Ορίστε, ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και ένα κλαψιάρικο μωρό που αναζητά τον πατέρα του!
     - Ουά! Ουά! Ουά!
     - Μάζεψε το μωρό σου, επιτέλους, μας έχει πάρει το κεφάλι! είπαν όλοι μαζί, αλλά το γιασεμί συνέχιζε να ατενίζει ατάραχο τον ορίζοντα.
     - Πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου, είπε η Πίπη στο γιασεμί. Δεν είναι σωστό να εγκαταλείπεις το παιδί σου!
     - Αρνούμαι να ασχοληθώ με ένα μωρό, για του οποίου την ύπαρξη ούτε καν ρωτήθηκα, είπε το γιασεμί βαριεστημένα. Εξάλλου, γιατί θα έπρεπε να είναι δικό μου αυτό το μωρό; Μήπως είμαι το μοναδικό γιασεμί στο σύμπαν που βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία;
     - Ναι, αλλά κάτι πρέπει να γίνει με αυτό το μωρό, είπε η Πίπη, όποιου κι αν είναι, δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι!
     - Εγώ, πάντως, δεν πρόκειται να το υιοθετήσω, είπε το γεράνι. Να το πάρεις και να το δώσεις για υιοθεσία αλλού. 
     - Μην κλαις, μικρό μου, είπε η Πίπη στο μωρό. Εγώ θα σε φροντίσω. Δεν πειράζει που το γεράνι δε σε θέλει, θα γλιτώσεις και την γκρίνια του, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, δεν πειράζει που δε σε θέλει και το γιασεμί... Θα σου δώσω εγώ το δικό σου χώρο, και όταν μεγαλώσεις θα είσαι μια ομορφιά!
     Έτσι έγινε, και το μωρό τοποθετήθηκε σε δική του γλαστρούλα και σταμάτησαν τα κλάματα στη Χώρα της μπροστινής βεράντας.
     - Πολλοί μαζευόμαστε, είπε το γιασεμί και συνέχισε να ατενίζει τον ορίζοντα.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Πεταμένα λεφτά

     Το τηλέφωνο της Πίπης χτύπησε πολλές φορές, αλλά εκείνη βρισκόταν στη Χώρα της μπροστινής βεράντας και δεν το άκουσε. Το αγιόκλημα της παραπονιόταν για τους παράνομους μετανάστες – μια μολόχα και κάτι αγριόχορτα – που είχαν εισέλθει στη χώρα και δεν το άφηναν να ανασάνει και τα γεράνια ήταν πλέον πολύ γερασμένα και τα είχε καταβάλει η αρθρίτιδα.
     Η Πίπη μπήκε στη Χώρα του διαμερίσματος για να πιει λίγο νερό και να ησυχάσει και από την πολυλογία του αγιοκλήματος, και εκείνη την ώρα ξαναχτύπησε το τηλέφωνο. Μια γνωστή φωνή ακούστηκε από την άλλη πλευρά της γραμμής. Ήταν ο Πινόκιο.
     - Είσαι στο σπίτι; ρώτησε ο Πινόκιο.
     - Για να απαντάω στο σταθερό, μάλλον, απάντησε η Πίπη. Εξάλλου, πού θα μπορούσα να πάω, με την καραντίνα;
     - Ωραία, είπε ο Πινόκιο, αφού είσαι στο σπίτι, ετοιμάσου, σου έρχομαι επίσκεψη!
     Η Πίπη ξέρει τι ψεύταρος είναι ο Πινόκιο, αλλά ταράχτηκε λίγο.
     - Πώς θα έρθεις επίσκεψη, βρε ψεύτη; του είπε. Αφού δεν επιτρέπεται να κυκλοφορείς, ούτε εσύ!
     - Μα, τι λες; Στέλνω sms και βγαίνω!
     - Μπορεί να μπορείς να κυκλοφορείς στον δρόμο, αλλά δεν επιτρέπεται να κάνεις επισκέψεις.
     - Λάθος κάνεις και σε αυτό, βρέθηκε η λύση στο πρόβλημα του ιού!
     - Πάλι ψέματα μου λες, είπε η Πίπη.
     - Εγώ; Με θίγεις!
     - Και μήπως φταίω; Είσαι πρώτος στην ψευτιά, όλοι το ξέρουν.
     - Κι όμως, κάνω θεραπεία!
     - Τι είδους θεραπεία;
     - Πάω σε ψυχοθεραπευτή, στον δόκτορα Παρλαπίπεν.
     - Τι όνομα είναι αυτό; Δεν τον έχω ακουστά.
     - Και μήπως τους ξέρεις όλους τους ψυχοθεραπευτές; Ο βαρώνος Μυγχάουζεν μου τον σύστησε, πηγαίνει και αυτός εκεί.
     - Τώρα μάλιστα...
     - Ο δόκτωρ Παρλαπίπεν, για να μαθαίνεις, είναι ένας από τους καλύτερους ψυχοθεραπευτές παγκοσμίως. Είναι Βιεννέζος και μαθήτευσε κοντά στον Φραντς Μπαρόιφεν, ο οποίος είχε καθηγητή τον ίδιο τον Ζίγκμουντ Φρόυντ.
     - Μπαρούφεν, είπες;
     - Μπαρόιφεν, δεν ξέρεις ξένες γλώσσες;
     - Τέλος πάντων. Και η θεραπεία αποδίδει;
     - Φυσικά και αποδίδει.
     - Μα εδώ μου λες ότι βρέθηκε η λύση για τον ιό!
     - Φυσικά και βρέθηκε, δε σου λέω ψέματα!
     Μπροστά σε τόση επιμονή, η Πίπη αποφάσισε να του δώσει μία ευκαιρία του Πινόκιο. Τι κι αν ο θεραπευτής του λεγόταν Παρλαπίπεν, τι κι αν είχε μαθητεύσει στον Μπαρούφεν, ή στον Μπαρόιφεν, έστω;
     - Και πού βρέθηκε η λύση; ρώτησε η Πίπη.
     - Θα σου πω από κοντά.
     - Τώρα πες μου καλύτερα, να ξέρω!
     - Ο Κύρος ο Γρανάζης την βρήκε!
     - Και τώρα θέλεις να πιστέψω ότι δε μου λες ψέματα, δηλαδή;
     - Μη θυμώνεις, αλήθεια σου λέω, ο Κύρος ο Γρανάζης την βρήκε τη λύση!
     - Εσύ θα με τρελλάνεις, υπάρχει Κύρος Γρανάζης;
     - Φυσικά και υπάρχει, στη Λιμνούπολη μένει.
     - Εκεί που μένει και ο Ντόναλντ Ντακ;
     - Ναι, τον ξέρεις; Καλό παιδί, αλλά άτυχο. Άλλη φορά θα σου τα πω.
     Η Πίπη αποφάσισε να τον αφήσει να πει το παραμύθι του.
     - Εκεί τον βρήκα τον Κύρο Γρανάζη, στη Λιμνούπολη, είναι βέβαια πολύ γερασμένος πια, αλλά το λέει η περδικούλα του, όλη του τη μέρα την περνάει στο εργαστήριό του, ψάχνοντας νέες ιδέες.
     - Και ποια είναι η λύση που βρήκε ο Κύρος, λοιπόν;
     - Οι φούσκες!
     - Οι ποιες;
     - Οι φούσκες! Βγες έξω να δεις, έχω φτάσει κιόλας στο σπίτι σου!
     Η Πίπη πήγε στην πόρτα και την άνοιξε προσεκτικά. Δεν ήταν κανένας.
     - Πού είσαι; είπε. Δε σε βλέπω.
     - Αν βγεις στη Χώρα της μπροστινής βεράντας θα με δεις.
     Βγήκε τότε η Πίπη στη Χώρα της μπροστινής βεράντας και, πράγματι, δίπλα στη μπουκαμβίλια υπήρχε μια τεράστια φούσκα, και μέσα στη φούσκα βρισκόταν ο Πινόκιο, που μιλούσε στο κινητό του.
     - Ώστε έλεγες αλήθεια, είπε η Πίπη.
     - Φυσικά, είπε ο Πινόκιο, αφού σου είπα ότι κάνω ψυχοθεραπεία με το δόκτορα Παρλαπίπεν!
     Η φούσκα ήταν πολύ εντυπωσιακή και η Πίπη δεν μπορούσε παρά να τη θαυμάζει.
     - Όπως καταλαβαίνεις, είπε ο Πινόκιο, το πρόβλημα της καραντίνας λύθηκε. Ο καθένας θα μπαίνει μέσα στη φούσκα του και θα μπορεί να μετακινείται ελεύθερα.
     - Και πώς ανασαίνεις;
     - Η φούσκα είναι από ειδικό υλικό και αναπνέει. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι είναι ελαφριά και μπορεί να την παρασύρει εύκολα ο αέρας.
     - Για φαντάσου! είπε η Πίπη. Και δεν σπάει;
     - Ε, εντάξει, σπάει, απλώς πρέπει να προσέχεις λίγο.
     - Να σε κεράσω κάτι; ρώτησε η Πίπη.
     - Άλλο ένα μειονέκτημα που έχει η φούσκα είναι ότι άπαξ και μπεις, δεν μπορείς να αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον χωρίς να σπάσει, οπότε το κέρασμα το αφήνουμε για άλλη φορά. Πάντως, ο Κύρος τη δουλεύει ακόμα την εφεύρεσή του και είμαι σίγουρος ότι θα τη βρει τη λύση στο μικρό αυτό μειονέκτημα.
     - Σίγουρα, είπε και η Πίπη, ενώ είχε αρχίσει να σκέφτεται πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν οι φούσκες και πώς θα μπορούσε να αποκτήσει και εκείνη μία, αλλά τη βελτιωμένη εκδοχή, όχι εκείνη που έβλεπε μπροστά της, και που έσπαγε με το παραμικρό.
     - Λοιπόν, χάρηκα που τα είπαμε, είπε ο Πινόκιο, φεύγω τώρα, έχω συνεδρία με τον δόκτορα και δεν θέλω να αργήσω.
     - Στο καλό, είπε η Πίπη και γύρισε στη Χώρα του διαμερίσματος.
     Αλλά δεν είχε προλάβει καλά-καλά να μπει μέσα, όταν ακούστηκε και πάλι η φωνή του Πινόκιο:
     - Ένα χελιδόνι!
     Ένα μπαμ! ακούστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τη φωνή του Πινόκιο.
     - Πού’ν’το το χελιδόνι; είπε η Πίπη και όρμησε ξανά έξω.
     Ο ουρανός ήταν γεμάτος σύννεφα και δε φαινόταν να πετάει ούτε μύγα. Η φούσκα, επίσης, είχε εξαφανιστεί. Στο πεζοδρόμιο, κάτω από τη Χώρα της μπροστινής βεράντας, καθισμένος άγαρμπα, σαν να είχε πέσει, βρισκόταν ο Πινόκιο. Η μυτερή του μύτη είχε δεκαπλασιαστεί σε μήκος.
     - Κρίμα τις συνεδρίες, σκέφτηκε η Πίπη.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Καρδιά μάλαμα



     Η μητριά της Σταχτοπούτας έβηξε δυνατά. Δέκατη μέρα που την ταλαιπωρούσε αυτός ο βήχας, δέκατη μέρα που είχε ενημερώσει και τις δυο της κόρες, δέκατη μέρα που δεν είχε λάβει ούτε ένα τηλεφώνημα.
     - Τι σκληρόκαρδες κόρες που έχω! μονολογούσε.
     Παρ’όλ’αυτά, και επειδή η μητριά της Σταχτοπούτας δεν ήταν μια γυναίκα που το έβαζε κάτω, ούτε τώρα, στα γεράματα, ξανασήκωσε το τηλέφωνο.
     - Ποιος είναι; ακούστηκε η φωνή της μεγάλης της της κόρης.
     - Εγώ είμαι, παιδί μου, γκουχ! Γκουχ!
     - Ποιος είστε; Δεν καταλαβαίνω!
     - Τι ποιος, παιδί μου; Η μητέρα σου είμαι! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ!
     - Ε, πού να σε γνωρίσω, με τόσο βήχα;
     - Γκουχ!
     - Τι θέλεις, μαμά;
     - Έλα, παιδί μου, γκουχ, γκουχ, να με τρίψεις, λιγάκι, με λίγο οινόπνευμα, γκουχ, να μου φέρεις και καμιά σουπίτσα, που έχει αγριέψει ο λαιμός μου, γκουχ-γκουχ, από το βήχα! Γκουχ!
     - Τι λες, καλέ μαμά; Να έρθω εκεί, να με κολλήσεις; Άσε που δεν προλαβαίνω, από τα εφτά ξημερώματα στο πόδι είμαι, βλέπεις, πρέπει να βοηθάω τον άντρα μου με το φούρνο, αλλιώς πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Τα αγόρια μπήκαν στην εφηβεία, μια κατσαρόλα φαγητό θέλει ο καθένας!
     - Και θα με αφήσεις έτσι; Βαστάει η καρδιά σου; Γκουχ!
     - Λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω τίποτα…
     - Έτσι, λοιπόν, φέρεσαι στη μάνα σου; Γκουχ! Και να πει κανείς ότι δε σε φρόντισα…
     - Ναι, καλά!
     - Δεν φρόντιζα εγώ πάντα να σας ντύνω με τα καλύτερα ρούχα; Γκουχ! Να σας κυκλοφορώ στα καλύτερα μέρη, γκουχ-γκουχ-γκουχ, για να σας γνωρίσουν οι καλύτεροι γαμπροί;
     - Ναι, ο φούρναρης που παντρεύτηκα θα μεταμορφωθεί σε πρίγκηπα μια μέρα!
     - Τι φταίω εγώ που ο πρίγκηπας προτίμησε την Σταχτοπούτα; Γκουχ! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Πω-πω, βήχας, εσύ θα με κολλήσεις και από το τηλέφωνο! Μαμά, θα σε κλείσω τώρα, με φωνάζει ο άντρας μου, πρέπει να τον βοηθήσω στο ξεφούρνισμα…
     Η μητριά της Σταχτοπούτας έμεινε με το ακουστικό στο χέρι.
     - Γαϊδάρα! Γκουχ-γκουχ! είπε.
     - Εμπρός! ακούστηκε η φωνή της μικρής της κόρης.
     - Έλα, παιδί μου, γκουχ-γκουχ, τι κάνεις;
     - Μπαμπά!
     - Ποιος μπαμπάς, παιδί μου, η μητέρα σου είμαι! Γκουχ! Γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Δε σε γνώρισα, καλέ μαμά, γιατί βήχεις;
     - Τι γιατί βήχω, εδώ και δέκα μέρες, γκουχ, δε σου έχω πει ότι είμαι άρρωστη;
     - Δεν θα έπρεπε να μιλάς καθόλου, θα κλείσει τελείως ο λαιμός σου, θα πρέπει να κλείσω…
     - Όχι, παιδί μου, περίμενε, γκουχ-γκουχ, μην κλείνεις, θέλω κάτι να σου πω…
     - Τι θέλεις, καλέ μαμά; Θα μου λασπώσουν τα μακαρόνια!
     - Έλα από εδώ να με τρίψεις λίγο, γκουχ-γκουχ, που με πονάει η πλάτη μου... και φτιάξε μου και μια σουπίτσα, να έχεις την ευχή μου!
     - Τρελλάθηκες, καλέ μαμά; Να έρθω να κολλήσω, έγκυος γυναίκα;
     - Έγκυος είσαι πάλι, παιδί μου;
     - Ναι, ανάθεμα τη γονιμότητά μου! Άντε, να μπω στην κλιμακτήριο, να ησυχάσω!...
     - Τι να πω, παιδί μου, κουράγιο!
     - … αλλά τι θα μπορούσα να περιμένω από αμόρφωτο άνθρωπο; Πάλι καλά που δε με σέρνει μαζί του στις λαϊκές!
     - Λυπάμαι, παιδί μου, αλλά…
     - Ναι, σιγά μη λυπάσαι, εσύ φταις που τον παντρεύτηκα!
     - Εγώ; Γκουχ-γκουχ-γκουχ! Εγώ, που σε έντυνα με τα καλύτερα ρούχα και σε κυκλοφορούσα στα στέκια των καλύτερων γαμπρών; Γκουχ-γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Ναι, εσύ! Αν δεν ήσουν εσύ, εγώ θα είχα παντρευτεί τον πρίγκηπα, και όχι αυτή η καταραμένη η Σταχτοπούτα!
     - Και τι φταίω εγώ, γκουχ, παιδί μου, που η ποδάρα σου δεν έμπαινε στο γοβάκι;
     - Και από ποιον την πήρα την ποδάρα;
     - Εντάξει, παιδί μου, σε αφήνω τώρα, γκουχ-γκουχ, να μη σου λασπώσουν και τα μακαρόνια…
     Η μητριά της Σταχτοπούτας έμεινε ξανά με το ακουστικό στο χέρι. Από ό,τι φαινόταν, θα έπρεπε να κάνει άλλο ένα τηλεφώνημα.
     - Ομιλείτε, παρακαλώ! ακούστηκε μια ευγενική, αντρική φωνή.
     - Ναι, γκουχ, παρακαλώ, γκουχ-γκουχ, θα μπορούσα να μιλήσω με τη Μεγαλειοτάτη;
     - Βεβαίως, κύριε, μισό λεπτό…
     Ένας ήχος βαλς πλημμύρισε το αυτί της, μέχρι που η μουσική διακόπηκε και ακούστηκε η φωνή της Σταχτοπούτας:
     - Παρακαλώ!
     - Σταχτοπούτα, παιδί μου, γκουχ-γκουχ!
     - Ποιος είστε, κύριε, και πώς ξέρετε αυτό το όνομα;
     - Εγώ, είμαι, παιδί μου, εγώ, γκουχ-γκουχ, η… μητέρα σου.
     - Η ποια;
     - Μην κλείσεις, παιδί μου, το τηλέφωνο, γκουχ-γκουχ, βρίσκομαι σε μεγάλη ανάγκη, γκουχ, στα γόνατά σου πέφτω, γκουχ-γκουχ-γκουχ, ίσως είναι η τελευταία φορά που σου μιλάω…
     - Σας ακούω, … μητέρα, τι θα θέλατε;
     - Χίλια συγγνώμη σου ζητώ, σε αδίκησα, το ξέρω, δεν έπρεπε να επενδύσω στις άχρηστες τις κόρες μου, γκουχ-γκουχ, εσύ ήσουν αυτή που τον άξιζε τον πρίγκηπα, τώρα το βλέπω καθαρά…
     - Αν θέλετε, συντομεύετε, με περιμένει ο σύζυγός μου να πάμε για ιππασία…
     - Ναι, παιδί μου, έχεις δίκιο… Γκουχ! Γκουχ-γκουχ! Καλό μου παιδί, αρρώστησα, βήχω τώρα δέκα μέρες, μάλλον κρύωσα, και καθώς ζω μόνη μου, δεν έχω έναν άνθρωπο να με φροντίσει… Γκουχ-γκουχ! Στείλε, σε παρακαλώ, κάποιον να με τρίψει, και στείλε μου και λίγη σουπίτσα, να έχεις την ευχή μου, γκουχ-γκουχ, παιδί μου!
     - Μόνη σας ζείτε, είπατε, μητέρα;
     - Ναι, παιδί μου, εντελώς μόνη. Δεν έχω δει άνθρωπο εδώ και ένα μήνα, με έχει φάει η μοναξιά…
     - Λοιπόν, μητέρα, θα φροντίσω για εσάς…
     - Πάντα το έλεγα ότι είχες μια καρδιά μάλαμα, γκουχ-γκουχ-γκουχ!
     - Θα σας στείλω κοτόσουπα, και έναν άνθρωπο να σας τρίψει…
     - Να έχεις την ευχή μου, παιδί μου, γκουχ!
     - Και τώρα σας αφήνω, γεια σας και περαστικά!
     Η μητριά ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του.
     - Τι καλό παιδί! είπε. Πόσο την είχα παρεξηγήσει, τελικά!
     Η Σταχτοπούτα φώναξε τον αρχιμάγειρα και τον οικονόμο της.
     - Μπορείτε να φτιάξετε μία κοτόσουπα; Είναι για μια άρρωστη γιαγιά, είπε στον αρχιμάγειρα.
     - Βεβαίως, Μεγαλειοτάτη!
     - Και εσείς, παρακαλώ, ετοιμάστε την μικρή την άμαξα, όταν ετοιμαστεί η σούπα θέλω αμέσως να την στείλουμε στην ασθενή, προτού κρυώσει.
     - Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη! Θέλετε να την πάω εγώ ο ίδιος;
     - Όχι, άλλος θα την πάει…
     Η Σταχτοπούτα χαμογέλασε γλυκά.
     - Φωνάξτε το μικρό μου το γιο, είπε. Νομίζω ότι είναι πια καιρός να γνωρίσει τη γιαγιά του. Είναι άρρωστη, η καημένη, και ηλικιωμένη, ποιος ξέρει πόσο θα ζήσει ακόμα…