Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

Επικίνδυνοι αυτοσχεδιασμοί





     Σε μεγάλους μπελάδες πρόκειται να βρεθούν διάφοροι τύποι που κινούνται στο μπλογκοσύμπαν της Πίπης. Και ο λόγος είναι απλός: το γεύμα της Μεμαρίας. Ας γίνω, όμως, πιο σαφής.
     Μια μέρα, εκεί που η Πίπη χάζευε και δεν είχε τι να κάνει, χτυπάει το κουδούνι, ανοίγει την πόρτα, και τι να δει; Τη Μεμαρία αυτοπροσώπως! Ήταν, δε, η Μεμαρία, πολύ κομψά ντυμένη, και κρατούσε στο χέρι της και μία τσάντα με ψώνια.
     - Δε θα καθήσω, είπε στην Πίπη, ήρθα μόνο να σε προσκαλέσω στο γεύμα που διοργανώνω στις 24 του μήνα. Θα έχω πολλούς καλεσμένους και ανάμεσα σε αυτούς είσαι και εσύ.
     - Αχ, τι ωραία! αναφώνησε η Πίπη, που μερικές φορές γίνεται ιδιαίτερα αφελής.
     - Μόνο που υπάρχει ένας όρος για όλους, πρόσθεσε η Μεμαρία: ο καθένας θα πρέπει να φέρει το φαγητό του. Και επειδή δεν θέλω να δυσκολευτείτε πολύ, σας δίνω πέντε βασικά υλικά – τα ίδια σε όλους – για να έχετε να πορεύεστε.
     Της Πίπης δεν της άρεσε και πολύ η ιδέα, αλλά είχε δεχτεί ήδη την πρόσκληση, οπότε δεν της πήγαινε να υπαναχωρήσει. Μόνο χαμογέλασε ευγενικά.
     - Εδώ είναι και τα δικά σου τα υλικά, συνέχισε η Μεμαρία, δείχνοντας την τσάντα που κρατούσε. Τα ψώνισα πριν από λίγο από το μίνι μάρκετ της κοινοπραξίας On the Up and Up – Απάγκιο στη γωνία, που το δουλεύουν συνεταιρικά το Αννετά…κι και η Μαρία Κανελλάκη, ξέρεις ποιες εννοώ. Είναι φρεσκότατα τα υλικά, θα δεις.
     Πήρε η Πίπη την τσάντα που της πρόσφερε η Μεμαρία, την άνοιξε και βρήκε τα εξής υλικά: οκτακόσια γραμμάρια κιμά εκπομπής χωρίς γλουτένη, μισό κιλό φρέσκους κόμπους με το τσόφλι τους, δέκα μικρές γλώσσες από μοκασίνια γάλακτος, ένα κιλό αποκατάσταση χωρίς λίπος και τρία κιλά δέσμες με την φλούδα τους.
     - Φτιάξε ό,τι θέλεις, της είπε η Μεμαρία, αρκεί να τρώγεται. Και τώρα σε αφήνω, έχω να επισκεφτώ και άλλους. Θα τα πούμε στις 24 του μήνα. Καλά μαγειρέματα!
     Έμεινε μόνη της η Πίπη με τα εκλεκτά προϊόντα που της είχε φέρει η Μεμαρία και δεν ήξερε τι να μαγειρέψει. Δεν ήθελε να εμφανιστεί στο γεύμα με άδεια χέρια, αλλά δεν της ερχόταν και καμιά ιδέα.
     Πήρε, τότε, τον τσελεμεντέ και άρχισε να τον ξεφυλλίζει. Και εκεί είδε πάρα πολλές συνταγές, που της έκλειναν το μάτι και της υπόσχονταν αξέχαστες γεύσεις.
     Σκέφτηκε να κάνει ένα πρωτότυπο πιάτο με τους κόμπους, που ως γνωστόν είναι εξαιρετικός ουζομεζές, και επέλεξε να φτιάξει «πικάντικους κόμπους με τσιπς άγριου φιόγκου». Με τον κιμά της εκπομπής προτίμησε να φτιάξει «αρωματικά κεφτεδάκια με κιμά εκπομπής», ενώ για τις γλώσσες διάλεξε μία πιο ιντριγκαδόρικη συνταγή: «γλώσσες ντιαμπολίκ με πουρέ καυτερής ειρωνίας». Την αποκατάσταση αποφάσισε να τη γεμίσει («παραδοσιακή γεμιστή αποκατάσταση στη γάστρα»), ενώ για τις δέσμες προτίμησε μία συνταγή με ξένη εσάνς («ψητές δέσμες με σως μπεαρνέζ»).
     Αφού, λοιπόν, βρήκε τις συνταγές, η Πίπη στρώθηκε στο μαγείρεμα. Αλλά, ποιος είπε ότι ήταν εύκολη δουλειά; Τίποτα δεν έγινε όπως θα έπρεπε: οι κόμποι δεν καθαρίζονταν εύκολα, με αποτέλεσμα αρκετοί από αυτούς να μείνουν με τα τσόφλια, τα κεφτεδάκια εκπομπής δεν έγιναν αρκετά συνεκτικά, οι γλώσσες κόλλησαν στο τηγάνι, ενώ η αποκατάσταση, παρ’όλο που φαινόταν αρκετά τρυφερή, δεν έλεγε να ψηθεί με τίποτα. Η μεγαλύτερη αποτυχία, βέβαια, ήταν οι δέσμες. Ποιος είπε ότι οι δέσμες ταιριάζουν με τη σως μπεαρνέζ;
     Απογοητεύτηκε η Πίπη και δεν ήξερε τι να κάνει. Τόσα εκλεκτά υλικά και να μην μπορεί να φτιάξει ένα πιάτο της προκοπής; Τι θα κρατούσε στο γεύμα της Μεμαρίας; Όσο σκεφτόταν τα εκλεκτά εδέσματα που θα έφερναν οι υπόλοιποι στο γεύμα, τόσο πιο πολύ απογοητευόταν. Όμως, αγαπάει ο Θεός το μάγειρα, αγαπάει και την Πίπη.
     Και η Πίπη αποφάσισε να αυτοσχεδιάσει. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι η συνεισφορά της στο γεύμα της Μεμαρίας θα είναι μία σούπα, όπου μέσα θα υπάρχουν και τα πέντε βασικά συστατικά. Τώρα το πώς θα ταιριάξουν όλα αυτά ή αν θα ταιριάξουν, μόνο ο Θεός και η ψυχή της Πίπης το ξέρουν. Ελπίζω μόνο η Μεμαρία να έχει στο σπίτι της σόδα για τις δυσπεψίες.
     Αλλιώς, θα κλάψουν μανούλες...

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Παρ'ολίγον αυτόχειρ

      Όλα είναι ήσυχα στη Χώρα της πίσω βεράντας. Τα φυτά δε μαλώνουν και δεν προσπαθεί το ένα να υπονομεύσει το άλλο, μόνο καμιά βροχή ή κανένας ξαφνικός αέρας τα ξυπνάει λίγο...
     Όπως είναι λογικό, όταν όλα είναι τόσο ήσυχα, η προσοχή της Πίπης στρέφεται σε άλλους χώρους, εκτός βεράντας. Έλα, όμως, που σήμερα, ημέρα Σάββατο και με θερμοκρασία πάνω από είκοσι βαθμούς, με τα παράθυρα ανοιχτά και τα πλυμένα ρούχα να χορεύουν επάνω στο σχοινί, το μάτι της Πίπης "συνέλαβε" μία επισκέπτρια προ απονενοημένου διαβήματος...
     Η οσονούπω αυτόχειρ κοίταζε περίλυπη κάτω, και όταν λέμε κάτω εννοούμε πιο κάτω από τη Χώρα της πίσω βεράντας. Η όλη στάση του σώματός της έδειχνε ότι το τέλος της ήταν απελπιστικά κοντά. Γι'αυτό και η Πίπη αμέσως σκέφτηκε ότι κάτι έπρεπε να κάνει.
     - Γεια σου! είπε όσο πιο χαρούμενα μπορούσε στην επισκέπτρια.
     Εκείνη δεν απάντησε.
     - Πώς σε λένε; συνέχισε η Πίπη.
     Η επισκέπτρια φαινόταν τελείως απορροφημένη στις σκέψεις της.
     - Έχεις ξαναέρθει εδώ; επέμεινε η Πίπη.
     - Ουφ, μα ούτε να αυτοκτονήσει ήσυχα δεν μπορεί κάποιος σε αυτόν τον κόσμο; διαμαρτυρήθηκε η οσονούπω αυτόχειρ.
     - Συγγνώμη, είπε η Πίπη, δεν φαντάστηκα ότι θα σε ενοχλούσα... Αλλά είναι τόσο σπάνιοι οι επισκέπτες σε αυτήν τη Χώρα, τώρα τελευταία, που ήθελα να σε καλωσορίσω...
     - Άδικος κόπος.
     - Και γιατί, παρακαλώ;
     - Επειδή όλα είναι μάταια σε αυτόν τον κόσμο. Μέχρι και το καλωσόρισμά σου, μάταιο είναι και αυτό.
     - Δε νομίζω... Το καλωσόρισμα είναι απαραίτητο σε έναν επισκέπτη που σε τιμά με την παρουσία του.
     - Εγώ, έτσι κι αλλιώς, δε θα μείνω πολύ. Όπου να'ναι θα αναχωρήσω... και θα είχα αναχωρήσει ήδη, αν εσύ δεν με είχες διακόψει...
     - Τι εννοείς; προσποιήθηκε η Πίπη ότι δεν κατάλαβε. Δεν σου αρέσει αυτή η Χώρα;
     - Τι με νοιάζουν οι Χώρες και τα παλάτια και ο κόσμος ολόκληρος; ξέσπασε η οσονούπω. Τίποτα δε με νοιάζει, τίποτα! Θα φύγω από αυτόν τον κόσμο, να ησυχάσω!
     - Θα φύγεις; Και πού θα πας;
     - Κάπου καλύτερα από εδώ.
     - Το σκέφτηκες καλά;
     - Φυσικά.
     - Και νομίζεις ότι είναι η λύση στα προβλήματά σου;
     - Δεν νομίζω τίποτα, άσε με ήσυχη!
     - Α, όχι, κυρία μου! Δεν θα μολύνεις εσύ τη Χώρα της πίσω βεράντας με άλλο ένα έγκλημα!
     - Τι εννοείς;
     -  Εννοώ αυτό που λέω! Σε αυτήν εδώ τη Χώρα έχουν υπάρξει αρκετοί θάνατοι, οι περισσότεροι ύποπτοι, δεν χρειαζόμαστε και τον δικό σου θάνατο αποπάνω! Εξάλλου, μου φαίνεται πολύ περίεργο να θέλει να αυτοκτονήσει μία καλλονή σαν εσένα, επάνω στο άνθος της ηλικίας της...
     - Αχ, αναστέναξε η οσονούπω, και να σου πω δεν πρόκειται να καταλάβεις...
     - Έρωτας, μήπως;
     - Αχ!
     - Βλέπεις, λοιπόν, που καταλαβαίνω; Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός που αρνείται τον έρωτά σου και σε έχει φέρει σε αυτήν την κατάσταση;
     - Δεν είναι ακριβώς έτσι, απλώς ο έρωτάς μου είναι αδιέξοδος, ερωτεύτηκα γόνο ξένης οικογένειας και ούτε οι δικοί μου τον θέλουν, ούτε οι δικοί του με θέλουν!
     - Σαν το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, δηλαδή...
     - Ποιοι ήταν αυτοί;
     - Κάποιοι σαν εσάς, που αυτοκτόνησαν για την αγάπη τους.
     - Ορίστε, λοιπόν, που τελικά καταλαβαίνεις... Εγώ χωρίς τον Ιφικλίδη μου δεν μπορώ να ζήσω, καλύτερα να αυτοκτονήσω!
     - Ιφικλίδη τον λένε;
     - Ναι, και είναι ο ομορφότερος ήλιος στη ζωή μου!
     - Λες για έναν όμορφο, τσαχπίνη τύπο που είδα τις προάλλες στη Χώρα της μπροστινής βεράντας;
     - Αν ήταν όμορφος, ναι, αυτός θα ήταν!
     - Αλλά, δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, δεν ήταν μόνος στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, ήταν με μια τύπισσα που του έμοιαζε κάπως, και όπου πήγαινε εκείνη πήγαινε και αυτός...
     - Ο Ιφικλίδης μου δεν θα το έκανε ποτέ αυτό, άλλον θα είδες!
    - Δε φορούσε μια κίτρινη κάπα με μαύρες γραμμές και μερικές μπλε κουκίδες;
     - Τον Ιφικλίδη μου είδες! Δεν το πιστεύω! Και ήταν με άλλη, μου λες;
     - Δυστυχώς, ναι.
     - Τώρα είναι που θα αυτοκτονήσω! Ώστε, ψεύτικοι ήταν οι όρκοι του, ψεύτικα τα χάδια του, ψεύτικα και τα φιλιά του;
     - Μην κάνεις έτσι, ούτε η πρώτη είσαι, ούτε η τελευταία...
     - Και θαρρείς πως με νοιάζει αν είμαι πρώτη ή τελευταία; Αχ, τι άδικη που είναι η ζωή! Όσο σκέφτομαι πόσα όνειρα έκανα για εκείνον, πόσο με πλήγωνε που οι δικοί του δεν με ήθελαν, πόσο μισούσα το ταπεινό μου μαύρο φόρεμα, που δεν ταίριαζε στο δικό του, αρχοντικό περιβάλλον... Και εκείνη, πώς ήταν; Ήταν όμορφη;
     - Καλή ήταν.
     - Όμορφη ήταν, μου λες ψέματα. Ξέρω ποια ήταν, μία δικιά τους κοπέλα, που του την προξένευαν με επιμονή... Δεν το πιστεύω ότι υπόκυψε στις πιέσεις! Όχι, όχι, τίποτα, δε με νοιάζει τίποτα, θα κάνω αυτό που ήθελα, θα αυτοκτονήσω, να τελειώνουμε...
     Η Πίπη δεν ήξερε τι να κάνει για να αποτρέψει την πιο οσονούπω δεν γίνεται από την αυτοκτονία.
     - Αφού δεν μπορώ να σε μεταπείσω, της είπε, θα μπορούσα τουλάχιστον να σε βγάλω μια φωτογραφία; Είσαι τόσο όμορφη που είναι αμαρτία να μη μείνει τίποτα να σε θυμίζει...
     - Ας είναι, είπε, βιάσου όμως, δεν μπορώ να αντέξω έτσι κρεμασμένη για πολλή ώρα ακόμη.
     Η Πίπη έτρεξε και πήρε τη φωτογραφική της μηχανή.
     - Αχ, ένα λεπτό να βγάλω άλλη μία, είπε η Πίπη, νομίζω η πρώτη φωτογραφία μού κουνήθηκε λίγο.
     Η οσονούπω τεντώθηκε.
     - Μπράβο, έτσι είσαι τέλεια, είσαι μια θεά, αχ, πάλι μου βγήκε θολή η φωτογραφία, μην κουνιέσαι για να μπορώ να εστιάσω καλύτερα. Κοίταξε και προς την κάμερα λίγο, νομίζω ότι έτσι είναι καλύτερα... Πάλι κουνήθηκες, αχ, νομίζω ότι αν γυρίσεις λίγο στο πλάι θα είσαι πιο ωραία. Μισό λεπτό να δω αν βγήκε τώρα, καλά, είσαι υπέροχη, θα μπορούσες άνετα να κάνεις καριέρα μοντέλου, να βγάλω άλλη μία;
     Και όλο έβγαζε φωτογραφίες η Πίπη, και όλο πόζαρε η οσονούπω.
     - Θα μου πεις και το όνομά σου; ρώτησε η Πίπη.
     - Βανέσα με λένε.
     - Α, έχεις και ωραίο όνομα, ό,τι πρέπει για καριέρα μοντέλου...
     Η οσονούπω που λεγόταν Βανέσα στάθηκε και άρχισε να μαζεύεται.
     - Τώρα θα αυτοκτονήσει, σκέφτηκε τρομαγμένη η Πίπη.
     Και τότε, η Βανέσα, που ήταν μία πεταλούδα, τεντώθηκε απότομα, άνοιξε τα φτερά της και πέταξε μακριά.
     - Έχεις δίκιο, φώναξε στην Πίπη, δεν χρειάζεται να αυτοκτονήσω, αποφάσισα να ανοίξω τα φτερά μου στο χώρο της μόδας, θα γίνω μοντέλο!
     Και ύστερα χάθηκε, κατευθυνόμενη προφανώς προς τις διεθνείς πασαρέλες...  


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Ονοματοδοσία μετ'εμποδίων



     Στην Υπηρεσία ονοματοδοσιών υπήρχε μια μικρή ουρά. Το μωρό κουνήθηκε στην αγκαλιά της μαμάς του και άρχισε να γκρινιάζει. Εκείνη το κούνησε λίγο και του ψιθύρισε ένα παιδικό τραγουδάκι στο αυτί.
     - Ο επόμενος! είπε ο υπάλληλος της Υπηρεσίας.
     - Εμείς είμαστε, είπε η μητέρα και έκανε ένα βήμα μπροστά.
     - Ω, τι χαριτωμένο μωρό! είπε ο υπάλληλος και πλησίασε προς το μωρό.
     Εκείνο τον κοίταξε συνοφρυωμένο.
     - Μάλιστα, είπε ο υπάλληλος, ας ρίξουμε μια ματιά στα διαθέσιμα ονόματα, υπάρχουν πολλά, είμαι σίγουρος ότι θα βρείτε το κατάλληλο για την μπεμπούλα σας.
     - Ε, όχι και μπεμπούλα, είπε η μητέρα ενοχλημένη. Για δείτε εδώ, σας φαίνεται αυτό για μπεμπούλα;
     Ο υπάλληλος απέφυγε ευγενικά να κοιτάξει προς τα απόκρυφα του βρέφους, και μέσα του το λυπήθηκε λίγο.
     - Ω, με συγχωρείτε, είπε, σε αυτήν την ηλικία όλα τα μωρά μοιάζουν.
     Η μητέρα δεν είπε τίποτα. Το μωρό συνέχιζε να τον κοιτάζει συνοφρυωμένο.
     - Σας μοιάζει κιόλας, πρόσθεσε ο υπάλληλος. Στριμμένο άντερο, σαν τη μάνα του, σκέφτηκε από μέσα του.
     Το μωρό έκανε να κλάψει.
     - Ελπίζω να μην αργήσουμε, είπε η μητέρα.
     - Όχι, όχι, μην ανησυχείτε, η ονοματοδοσία είναι μία εντελώς απλή διαδικασία. Μισό λεπτό, να σας δώσω το βιβλίο με τα διαθέσιμα ονόματα.
     - Ξέρετε, θα ήθελα ένα όνομα εξωτικό, όπως Ουίλα.
     - Ουίλα δεν υπάρχει στη λίστα, πώς σας φαίνεται το Ανδρόνικος;
     - Υπάρχει μήπως το όνομα Τζέμπι; Ξέρετε, στα κορεατικά σημαίνει χελιδόνι…
     Κοίταξε τρυφερά το μωρό, το οποίο άρχισε να γκρινιάζει.
     - Λυπάμαι, κυρία μου, εδώ δεν υπάρχουν εξωτικά ονόματα…
     - Ούτε ένα Μάικλ, τουλάχιστον;
     - Αν έχετε τόσο μεγάλη επιθυμία για ξενόγλωσση ονοματοδοσία, γιατί δεν απευθύνεστε σε μια αντίστοιχη Υπηρεσία στο εξωτερικό; Εμείς βρισκόμαστε στην Ελλάδα, εννοείται ότι τα διαθέσιμα ονόματα θα είναι ελληνικά και μόνο. Το Αθηναγόρας σας φαίνεται μεγάλο;
     - Δεν χρειάζεται να είστε τόσο επιθετικός. Δεν είμαι καμία τυχαία, ξέρετε…
     - Με συγχωρείτε, δεν ήθελα να σας προσβάλω. Πώς σας φαίνεται το Αθηναγόρας, λοιπόν;
     - Αν το όνομα πρέπει οπωσδήποτε να είναι ελληνικό, θα ήθελα το Ξενοφών, ήταν το όνομα του αγαπημένου μου παππού…
     - Λυπάμαι, αλλά το Ξενοφών έχει δοθεί ήδη. Αν θέλετε κάτι από ξι έχω το Ξάνθιππος.
     - Μα πώς μπορέσατε να δώσετε το Ξενοφών; Πού θα βρω όνομα για το παιδί μου τώρα;
     - Ελάτε, μην κάνετε έτσι, υπάρχουν τόσα ονόματα διαθέσιμα, κάτι θα βρείτε…
     - Μα να διαλέγω από τα υπόλοιπα; Εγώ, μια κόρη αρχιστράτηγου;
     Τα μάτια του μωρού άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα.
     - Ορίστε, δεν έχουμε απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή μας, είπε εκνευρισμένη η μητέρα. Βλέπετε, είναι έτοιμος να ξεσπάσει σε κλάματα.
     - Βελισσάριος; πρότεινε ο υπάλληλος.
     - Κάλλιο να το πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια, που θα το πω Βελισσάριο! Ο ξάδερφός μου ο αντιπαθητικός λέγεται Βελισσάριος, βρείτε άλλο όνομα!
     - Ευγένιος;
     Κοίταξαν το μωρό, που άνοιξε το στόμα του και έβγαλε μία τσιρίδα, ενώ ένα δάκρυ που λαμπύριζε στην άκρη του ματιού του άρχισε να κατρακυλάει επάνω στο μάγουλό του.
     - Μπα! είπε ο υπάλληλος και γύρισε σελίδα.
     - Νικόδημος;
     - Όχι…
     - Βρασίδας;
     - Α-πα-πα…
     - Κλεόβουλος;
     - Ουααααα!!!!!!! έβαλε τα κλάματα το μωρό.
     - Βιαστείτε, καλέ! είπε η μητέρα, δεν βλέπετε που δεν κρατιέται;
     - Και τι θέλετε να κάνω, κυρία μου; Ένας απλός υπάλληλος είμαι, δεν είμαι αρχιεπίσκοπος! Πυθαγόρας;
     - Όχι…
     - Πέλοπας;
     - Ούτε.
     Το κλάμα του μωρού δυνάμωσε.
     - Για όνομα του Θεού, διαλέξτε ένα όνομα επιτέλους!
     - Και τι θέλετε, δηλαδή; Να φορτώσω στο παιδί μου ένα όνομα που δεν του ταιριάζει για να διεκπεραιώσετε εσείς την εργασία σας;
     - Σας παρακαλώ, τελειώνετε, έχουμε και εμείς σειρά, ακούστηκε μια άλλη μητέρα από το διάδρομο.
     - Να περιμένετε τη σειρά σας, όπως την περίμενα και εγώ!
     - Ναι, αλλά δεν μπορείτε να μονοπωλείτε την Υπηρεσία!
     - Πώς δεν μπορώ! Λοιπόν, κύριε, τι άλλα ονόματα έχετε;
     - Αίγισθος, Σόλων, Φωκίων.
     - Όχι.
     - Ερμής, Αριστείδης, Πάτροκλος.
     - Όχι.
     - Τελειώνετε, παρακαλώ, πρέπει να πάω να πάρω τον μεγάλο από τον παιδικό!
     - Δε με ενδιαφέρει, συνεχίστε, παρακαλώ!
     - Περικλής, Αναξίμανδρος, Επαμεινώνδας…
     - Έλεος, ένα όνομα της προκοπής δεν μπορείτε να μου βρείτε; Θα πλαντάξει στο κλάμα το καημένο…
     Ο υπάλληλος ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, αλλά ευτυχώς θυμήθηκε τις ασκήσεις ελέγχου θυμού που είχε κάνει την προηγούμενη μέρα. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μία αργή ανάσα.
     - Μα τι κάνετε, κοιμάστε; είπε η μητέρα.
     - Όχι, απλώς σκεφτόμουν… Λοιπόν, είπε συνωμοτικά, αυτό το όνομα το κρατούσα για το δικό μου το παιδί, όταν φτάσει η ώρα μου να γίνω και εγώ πατέρας, αλλά, χαλάλι σας, μπορείτε να το πάρετε εσείς.
     - Ποιο όνομα εννοείτε;
     - Ορέστης, είπε ο υπάλληλος και κάθησε αποκαμωμένος στην καρέκλα του.
     - Ορέστης; Μα αυτό είναι το όνομα του μπαμπά, τέλειο είναι!
     - Σας αρέσει, δηλαδή;
     - Είναι τέλειο, τέλειο, σας λέω!
     - Ωραία, λοιπόν, υπογράψτε εδώ, και το όνομα Ορέστης είναι δικό σας!
     Η μητέρα υπόγραψε και ο υπάλληλος έβαλε τον χάρακα επάνω από το όνομα Ορέστης και τράβηξε μια γραμμή.
     - Καλή τύχη να έχει, είπε ο υπάλληλος.
     Η μητέρα κοίταξε περήφανη το νεοφώτιστο κυκλώνα, που είχε κοκκινίσει από το κλάμα.
     - Ευχαριστώ, είπε.
     Έξω από την πόρτα της Υπηρεσίας ονοματοδοσιών η ουρά είχε μεγαλώσει. Η μητέρα πέρασε ανάμεσα από τις άλλες μητέρες και απομακρύνθηκε ικανοποιημένη.
     - Ο επόμενος! είπε ο υπάλληλος της Υπηρεσίας.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

Μανία καταδίωξης

     Η πόρτα αντήχησε από τα χτυπήματα. Κοίταξε το ρολόι του. Πολύ νωρίς για επισκέψεις. Άνοιξε την πόρτα. Ο άλλος όρμησε μέσα λες και τον κυνηγούσαν.
     - Κλείσε την πόρτα, είπε ξεψυχισμένα.
     Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο, λες και είχε δει φάντασμα.
     - Τι συνέβη; τον ρώτησε.
     - Κάποιος με καταδιώκει, είπε και τινάχτηκε, καθώς ακούστηκε ένας χτύπος στο παράθυρο. Να τος, αυτός είναι, με βρήκε!
     Στάθηκε για λίγο και τον κοίταξε. Ήταν χλωμός, βέβαια, αλλά τον ήξερε χρόνια…
     - Κοφ’την πλάκα, είπε άκεφα.
     Ο άλλος τον κοίταξε σαν χαμένος.
     - Ποια πλάκα; είπε. Εγώ μιλάω σοβαρά και εσύ νομίζεις πως σου κάνω πλάκα; Με καταδιώκει, σου λέω, δεν τον ακούς που χτυπάει το παράθυρο;
     Αργά-αργά, πλησίασε στο παράθυρο. Με μια απότομη κίνηση το άνοιξε και κοίταξε έξω.
     - Είδες; είπε. Δεν είναι κανείς, τα κλαδιά της λεμονιάς χτυπάνε στο παράθυρο από τον αέρα.
     - Μα, αφού τον είδα, γιατί δε με πιστεύεις;
     - Πολλά βιβλία μυστηρίου διαβάζεις τώρα τελευταία και σε έχουν επηρεάσει.
     - Δεν είναι η ιδέα μου, σου λέω!
     Ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Κι άλλες φορές του είχε κάνει πλάκα, αυτή τη φορά, όμως, το παράκανε. Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε έξω.
     - Έλα εδώ, είπε επιτακτικά, έλα να μου τον δείξεις!
     Ο άλλος πλησίασε και κοίταξε διστακτικά έξω από την πόρτα. Η ορατότητα ήταν περιορισμένη, υπήρχε πυκνή ομίχλη.
     - Να τος, είπε χαμηλόφωνα.
     - Τον οδοδείκτη μου δείχνεις, καημένε; Δεν πας καλά, μου φαίνεται!
     - Μα γιατί δε με πιστεύεις; Κάποιος προσπαθεί να με σκοτώσει!
     - Και για ποιο λόγο;
     - Πού θες να ξέρω; Μπορεί να είναι τρελλός!
     - Τρελλός είσαι εσύ, αν νομίζεις ότι θα χάψω μια τέτοια ιστορία…
     - Αφού ήδη προσπάθησε να με σκοτώσει!
     - Και πώς προσπάθησε, δηλαδή;
     - Ένα θα σου πω: δεν είναι τυχαίο που εχθές το απόγευμα το αυτοκίνητό μου δεν έπαιρνε μπρος… Κάποιος «φρόντισε» γι’αυτό…
     - Το γεγονός ότι έχεις να πας το αυτοκίνητο για έλεγχο πάνω από πέντε χρόνια δεν έχει καμία σημασία, λες;
     - Κορόιδευε εσύ, εγώ μόνο ξέρω ότι γλίτωσα από του Χάρου τα δόντια!
     - Η δημιουργία ιστοριών από το τίποτα ήταν πάντα ένα από τα ταλέντα σου…
     - Φταίω εγώ που ήρθα σε εσένα για βοήθεια…
     - Θα αρχίσεις την κλάψα;
     - Αν μου δάνειζες, τουλάχιστον, μερικά λεφτά…
     - Για δανεικά ήρθες, βρε άχρηστε;
     - Μη με αποπαίρνεις, δε θέλω πολλά, ίσα-ίσα για να μην χρειαστεί να δώσω το ρόλεξ μου για ενέχυρο, σκέψου και τον τρελλό που με καταδιώκει… Λίγα δώσε μου και, ορίστε, σου αφήνω το ρόλεξ, καλύτερα σε εσένα, παρά σε έναν άγνωστο ενεχυροδανειστή…
     - Δεν έχω λεφτά, το αφεντικό μού χρωστάει πέντε μισθούς και εγώ χρωστάω τρία ενοίκια.
     - Μα, δεν είναι αμαρτία να χάσω το ρόλεξ;
     Τον κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα.
     - Καλά, τότε, ας πηγαίνω, είπε, και το κρίμα στο λαιμό σου, και για εμένα και για το ρόλεξ.
     Τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα.
     - Πόσο πυκνή είναι αυτή η ομίχλη, σκέφτηκε, αν δεν έμενα εδώ δε θα ήμουν σε θέση να διακρίνω πού είναι η ανατολή και πού η δύση…
     Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ο αέρας φυσούσε ακόμα. Λίγο πιο πέρα, αργά, αλλά σταθερά, ο οδοδείκτης άρχισε να κινείται…

ΥΓ: Αυτό ήταν το δεύτερο (και βάσει ψήφων και βάσει σειράς αποστολής) από τα δύο κείμενα με τα οποία η Πίπη συμμετείχε αυτή τη φορά στο διαδικτυακό δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", ένα διαδικτυακό δρώμενο που διοργανώνει ακούραστα η Μεμαρία στο ιστολόγιό της mytripsonblog. Για άλλη μια φορά ευχαριστώ τη Μεμαρία για την άψογη διοργάνωση και την υπέροχη φιλοξενία, που εμένα προσωπικά με κάνει να θέλω να εγκατασταθώ μόνιμα στο "σπίτι" της. Δώσε θάρρος στο χωριάτη...

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Μοναδικό κειμήλιο

     Άνοιξε το παλιό παντζούρι, που έτριξε όπως πάντα, και κοίταξε έξω. Η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή που, παρ’όλο που η ώρα της ανατολής είχε παρέλθει προ πολλού, το κυρίαρχο χρώμα παντού ήταν το γκρι. Με το ζόρι διέκρινε τη σιλουέτα του οδοδείκτη της διασταύρωσης, που βρισκόταν μόλις στα δέκα μέτρα από το σπίτι του.
     Βλαστήμησε την ώρα και την στιγμή που είχε επιλέξει αυτό το τόσο καταθλιπτικό μέρος για να εγκατασταθεί μόνιμα. Αν, τουλάχιστον, είχε παρέα… Το βλέμμα του έπεσε σε μια φωτογραφία, γκρίζα και εκείνη, όπως ο ουρανός. Στη φωτογραφία ένα χαμόγελο, ένα χαμόγελο χωρίς ανταπόκριση πια…
     Ένα κύμα από ερωτήματα εισέβαλαν στο μυαλό του, όπως κάθε μέρα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια. Και ένα έγκλημα αρχειοθετημένο για πάντα, ένα έγκλημα γεμάτο ερωτήσεις και χωρίς καθόλου απαντήσεις.
     «Τι τα σκαλίζεις ακόμα;» τον ρωτούσαν όλοι, γνωστοί και φίλοι, όταν επέμενε ότι η αστυνομία δεν έπρεπε να εγκαταλείψει την υπόθεση, ότι έπρεπε να συνεχίσουν τις έρευνες, ότι μία «ληστεία μετά φόνου» δεν μπορεί να θεωρείται μία υπόθεση ρουτίνας και ένας φόνος κατά τη διάρκεια μιας ληστείας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν παράπλευρη απώλεια…
     Βαρέθηκε να προσπαθεί να εξηγήσει, και τι να εξηγήσει; Το γκρέμισμα της ζωής του, το κενό της ψυχής του, τι;
     Αλλά δεν υπήρχαν στοιχεία. Ο δράστης ή οι δράστες είχαν φροντίσει να σβήσουν τα ίχνη τους και δεν βρέθηκε ούτε ένα αποτύπωμα. Μοναδική τους ελπίδα ο εντοπισμός των κλοπιμαίων, αλλά ούτε αυτά εντοπίστηκαν ποτέ. Και τι να εντοπιστεί, δηλαδή; Το μεγαλύτερο μέρος των κλοπιμαίων ήταν χρήματα, οι εισπράξεις μιας ολόκληρης εβδομάδας. Κοσμήματα δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου στο σπίτι, δεν της άρεσαν τα κοσμήματα, δεν τα φορούσε. Μόνο έναν σταυρό φορούσε, και αυτός ήταν ο βαφτιστικός της. Τον είχαν αποσπάσει από το λαιμό της τραβώντας τον βίαια…
     Αποφάσισε να φύγει. «Η φυγή είναι για τους δειλούς, η δημιουργία για τους τολμηρούς», άκουσε τη φωνή του πατέρα του να αντηχεί στο μυαλό του. Δειλός. Ίσως γι’αυτό να επέλεξε και αυτό το μέρος, το μονίμως τυλιγμένο στην ομίχλη, για την εγκατάστασή του. Ένα μέρος όπου η παρουσία υπάρχει και δεν υπάρχει, τα περιγράμματα των μορφών υπονοούνται, τα χνώτα γίνονται ένα με την ομίχλη…
     Έκλεισε τα παράθυρα, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Σε λίγη ώρα έπρεπε να ανοίξει το μαγαζί. Δειλός και σε αυτό. Ενεχυροδανειστήριο, όπως αυτό που είχε και πρώτα. Πού να τολμήσει να κάνει κάτι καινούργιο…
     Έφτασε στο μαγαζί, ανέβασε τα ρολά, και άνοιξε την πόρτα. Η ομίχλη εισέβαλε μέσα μαζί του. Το ρολόι του τοίχου έδειχνε 8. Πήρε την καρέκλα, την πήγε κάτω από το ρολόι, ανέβηκε επάνω και άρχισε να το κουρδίζει.
     Ακούστηκε το καμπανάκι της πόρτας. Πελάτης.
     - Μισό λεπτό, είπε.
     Τελείωσε με το κούρδισμα και πήγε στον πάγκο. Ένας άντρας σε άθλια κατάσταση τον περίμενε, ένας άντρας στην ηλικία του, αξύριστος και με βαθουλωμένα μάτια.
     - Καλημέρα, είπε. Τι θα θέλατε;
     - Καλημέρα, είπε και ο άλλος. Έχω επείγουσα ανάγκη από χρήματα και έφερα να δώσω αυτό για ενέχυρο. Πρόκειται για μοναδικό κειμήλιο.
     Με τρεμάμενα χέρια, ξετύλιξε ένα μικρό πακετάκι. Ήταν ένας μικρός, βαφτιστικός σταυρός.

 ΥΓ: Αυτή ήταν η δεύτερη συμμετοχή της Πίπης στο διαδικτυακό δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις", που διοργανώνει ακούραστα η Μεμαρία στο ιστολόγιό της mytripsonblog. Η Πίπη μάλλον έχει ψιλοεθιστεί στο παιχνίδι, γι'αυτό αυτή τη φορά έπαιξε με δύο κείμενα, και ευτυχώς που υπάρχει ανώτατο όριο συμμετοχών, δηλαδή. Μία από τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσει η ανάρτηση και της δεύτερης συμμετοχής.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

Δώρο εξ ουρανού


     Πάνε σχεδόν τρία χρόνια από τότε που ο γιατρός έβγαλε από την κοιλιά της αδερφής της Πίπης ένα φασολάκι που είχε μεταμορφωθεί σε ανθρωπάκι. Αλλά πάει και πάνω από ένας μήνας που ένας πελαργός χάθηκε στον ουρανό.
     Θα μου πείτε, τι μας νοιάζει που χάθηκε ο πελαργός, κι όμως, μας νοιάζει και μας παρανοιάζει... Επειδή αυτός ο πελαργός που χάθηκε, κουβαλούσε ένα μωρό. "Σιγά την πρωτοτυπία!" θα πούνε κάποιοι και θα έχουν και δίκιο, αφού αν κοιτάξεις προσεκτικά τον ουρανό, θα δεις καθημερινά εκατοντάδες πελαργούς που κουβαλάνε μωρά να πετάνε πάνω από το κεφάλι σου, και είναι θαύμα πως ποτέ της Πίπης δεν της ήρθε κανένα μωρό ουρανοκατέβατο στο κεφάλι!
     Τέλος πάντων, ο πελαργός, που λέγαμε, ήταν καινούργιος στη δουλειά και δεν είχε προλάβει να μάθει καλά τις εκατοντάδες εκατομμυρίων διαδρομές που πρέπει να μάθει κάθε πελαργός-διανομέας προτού ξεκινήσει τις διανομές. Για να πούμε, βέβαια, τα πράγματα με το όνομά τους, αν κατά τύχη ο πελαργός δεν ήταν ανηψιός υπουργού, ούτε καν θα περνούσε τις εισαγωγικές εξετάσεις για την σχολή διανομέων, αλλά ας όψεται η αξιοκρατία!
     Ο πελαργός δεν είχε καταφέρει να περάσει ούτε το μάθημα των πρώτων βοηθειών, το οποίο θεωρείται βασικό, ιδιαίτερα για τους καινούργιους διανομείς. Έτσι, όταν συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί πανικοβλήθηκε. Το μωρό που κουβαλούσε χόρευε συνέχεια, με αποτέλεσμα να βαραίνει υπερβολικά και να του μουδιάζει το ράμφος. Τι μπορούσε να κάνει; Βέβαια, ο θείος του μόλις μάθαινε ότι ο ανηψιός του είχε χαθεί, θα κινούσε γη και ουρανό - κυρίως ουρανό, δηλαδή - για να τον ξαναβρεί και σίγουρα ήδη οι πελαργοί-αστυνόμοι θα είχαν ξεκινήσει τις περιπολίες.
     Όμως η νύχτα πλησίαζε, ο ουρανός έπαιρνε χρώματα μαβιά, ο ήλιος κρυβόταν σιγά-σιγά πίσω από τον ορίζοντα και τα πρώτα αστέρια είχαν αρχίσει να λαμπυρίζουν δειλά-δειλά. Ο πελαργός άρχισε να φοβάται, επειδή δεν είχε πάρει μαζί του ούτε τα γυαλιά νυχτερινής όρασης που έχουν μαζί τους οι πελαργοί για τις περιπτώσεις των νυχτερινών διανομών. Τώρα δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου.
     Και εκεί που αναρωτιόταν τι να κάνει και έκοβε βόλτες στον ουρανό, το μάτι του πήρε ένα κοριτσάκι, κάτω, χαμηλά, που έτρεχε σε μία αυλή, και του ήρθε μια ιδέα. 
     - Γεια σου, είπε ο πελαργός στο κοριτσάκι, μπουκωμένος καθώς ήταν.
     - Γεια σου, του είπε και το κοριτσάκι.
     - Πώς σε λένε; ρώτησε.
     - Ωραία Κοιμωμένη-Ραπουνζέλ-Σταχτοπούτα-Χιονάτη, αλλά τώρα τελευταία κυρίως Ραπουνζέλ, κοίτα τα μαλλιά μου, αλλά, σε παρακαλώ, μην πας να μου τα χαϊδέψεις... Τι έχεις στο στόμα σου;
     - Ένα δέμα. Θέλεις να το δεις;
     - Τι έχει μέσα;
     - Ένα δώρο για σένα. Θα ήθελες μια αδερφούλα;
     - Όχι!
     - Μα γιατί; Μια αδερφούλα είναι ένα πολύ καλό δώρο. Θα παίζετε μαζί, θα γελάτε και θα αγαπιόσαστε πολύ...
     - Δεν τη θέλω, σου λέω! Εμένα με αγαπάει η μαμά μου και ο μπαμπάς μου, δε θέλω να με αγαπάει μια αδερφούλα!
     - Μα, κάτσε πρώτα να τη δεις...
     Τίποτα, η μικρή ήταν ανένδοτη. Ο πελαργός απελπίστηκε. Ούτε ένα μικρό κοριτσάκι δεν μπορούσε να πείσει, τι θα το έκανε το μωρό που κουβαλούσε; 
     - Φύγε τώρα, και πάρε μαζί και το δώρο σου! του είπε η μικρή και μπήκε μέσα στο σπίτι της.
     Και μπορεί ο πελαργός να μην είχε περάσει τις εξετάσεις στο μάθημα του μάρκετινγκ, όμως ήταν παμπόνηρος σαν αλεπού. Το μωρό ήταν βαρύ, ασήκωτο, δεν υπήρχε περίπτωση, λοιπόν, να το πάρει μαζί του, ιδιαίτερα τώρα που είχε κουραστεί.
     Έτσι, πλησίασε στο παράθυρο του σπιτιού και ακούμπησε προσεκτικά τον μπόγο με το μωρό. Ύστερα, χτύπησε με το ράμφος του το τζάμι και μόλις είδε τη μαμά του μικρού κοριτσιού να πλησιάζει, έγινε καπνός.
     Στους πελαργούς-αστυνόμους, που τον εντόπισαν αργότερα στα κεραμίδια μιας εκκλησίας, ο πελαργός είπε ότι την είχε κάνει κανονικά τη διανομή και, παρ'όλο που κανείς δεν τον πίστεψε, αφού ο μετρητής των χιλιομέτρων που κουβαλούσε επάνω του δεν έδειχνε τα χιλιόμετρα που έπρεπε να δείχνει, κανένας δεν τον αμφισβήτησε ανοιχτά, μην τυχόν και το μάθαινε ο υπουργός. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ύστερα από μερικές μέρες, σε μία μικρή τελετή, ο πελαργός παρασημοφορήθηκε για την εξαιρετική του επίδοση και μετακινήθηκε από τις διανομές στα γραφεία διακίνησης, όπου, ως γνωστόν, πάνε όλα τα "βύσματα" και την περνάνε φίνα, με ψαροκροκέτες και γαριδάκια Α' διαλογής.
     Όσο για το δέμα που κουβαλούσε, ένα θα σας πω: η Πίπη απόκτησε και δεύτερη ανηψούλα.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

Μήνυμα ελήφθη!

     Βρίσκεσαι στον δρόμο και ταξιδεύεις, αδιάφορο για πού, το ταξίδι είναι ταξίδι ανεξάρτητα από τον προορισμό...
     Κοιτάς δεξιά, αριστερά, βλέπεις τα βουνά, βλέπεις τα δέντρα, ελιές, πεύκα, συκιές, απιδιές, τα λουλούδια, μπουκανβίλιες, καμπανούλες, ηλίανθους, γεράνια, βλέπεις πουλιά, γάτες, σκύλους, πρόβατα, κότες, αγελάδες, βλέπεις σπίτια μικρά, μεγάλα, άσπρα, με παραθυρόφυλλα μπλε, πράσινα, κόκκινα...
     Απολαμβάνεις τη διαδρομή και προσπαθείς να συγκρατήσεις όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες στο μυαλό σου, ξέρεις όμως ότι οι περισσότερες θα σβηστούν, αφήνοντας απλώς ένα αχνό αποτύπωμα στον εγκεφαλικό σου φλοιό.
     Σηκώνεις το βλέμμα σου από τη γη και κοιτάζεις τον ουρανό. Το γαλάζιο χρώμα του είναι πιο γαλάζιο αυτή την εποχή και γι'αυτό πιο ωραίο, πιο αγαπημένο... Μερικά συννεφάκια εδώ και εκεί τονίζουν το γαλάζιο χρώμα περισσότερο και τρέχουν επάνω στον ουρανό, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα.
     Ένα σύννεφο τραβάει την προσοχή σου. Με τι μοιάζει άραγε; Μα, βέβαια, μοιάζει με αγγλικό ερωτηματικό, η τελεία από κάτω του λείπει μόνο... Ερωτηματικό... Τι; Τι κάνεις στη ζωή σου; Ποιος είσαι; Πού πας; Πού θέλεις να πας;
     Άπειρα ερωτήματα αναβλύζουν από τον νου σου και σε βομβαρδίζουν, μόνο και μόνο επειδή διέκρινες ένα ερωτηματικό στον ουρανό... Αν ήξερες, τουλάχιστον, τις απαντήσεις... Πόσο επίμονο αυτό το ερωτηματικό στον ουρανό! Μέχρι και ο ουρανός ερωτήσεις σου κάνει! Αλλά όχι, εσύ δεν μπορείς να απαντήσεις, μόνο να βολοδέρνεις από ερωτηματικό σε ερωτηματικό...
     - Τι με ρωτάς; ρωτάς τον ουρανό. Τι θέλεις να σου πω; Πώς να σου απαντήσω σε όλα αυτά τα τόσο απλά ερωτήματα που μου θέτεις, που ακριβώς επειδή είναι τόσο απλά είναι και τόσο δύσκολο να απαντηθούν; Γιατί δε με βοηθάς, αντί να με προκαλείς με αυτόν τον τρόπο; Εμπρός, λοιπόν! Εσύ που βρίσκεσαι τόσο ψηλά και που τα βλέπεις όλα, την απάντηση την ξέρεις πολύ καλά, μη με παιδεύεις, λοιπόν!
     Το σύννεφο αλλάζει σιγά-σιγά μορφή. Εντάξει, δεν χρειαζόταν να είσαι τόσο επιθετικός...
     - Δεν μπορώ να απαντήσω στα ερωτήματά σου, συνεχίζεις πιο ήρεμα τώρα. Εσύ, όμως, που σίγουρα ξέρεις καλύτερα από εμένα, μήπως θα μπορούσες να με βοηθήσεις; Κι αν δε θέλεις να μου δώσεις την απάντηση, κάνε μου έστω έναν υπαινιγμό. Αν θέλεις...
    Κοιτάς το σύννεφο, που τώρα έχει αλλάξει μορφή, και χαμογελάς. Κοίτα που εισακούστηκες! Το μήνυμα στον ουρανό είναι ξεκάθαρο: Ποντάρισέ τα όλα στο εφτά!
     Τόσο απλό ήταν τελικά;


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Ψηφιακό απομεινάρι

     Και ύστερα έρχεται το φθινόπωρο. Και ο ουρανός αλλάζει χρώμα. Και ίσως φανούν και κάποια σύννεφα, ίσως πάλι όχι. Αλλά τα πρωινά γίνονται πολύ πιο δροσερά. Και αν τύχει και φυσάει, τότε μπορεί να νιώσεις μέχρι και ψύχρα. Και να αναζητήσεις επειγόντως μια ζακέτα.
     Και έρχονται και οι βροχές, όχι ότι σου έλειψαν κιόλας... Και αρχίζεις να μαζεύεσαι, αρχίζεις να σκέφτεσαι το ξεκίνημα του σχολείου, παρ'όλο που εσένα δε σε αφορά πλέον, αρχίζεις να σκέφτεσαι λιγότερο καλοκαιρινά ρούχα, αρχίζεις να σκέφτεσαι κιτρινοκόκκινα ξερά φύλλα, γκρίζους ουρανούς, άδειους από χελιδόνια, καπνούς που βγαίνουν από καμινάδες, συνοδευόμενους ενδεχομένως από έναν Άγιο Βασίλη ντυμένο στα μάλλινα, και ευωδιαστά, φρεσκοψημένα κάστανα.
     Αλλά το ημερολόγιο σού λέει ότι είναι ακόμα νωρίς για όλα αυτά, ακόμα είναι καλοκαίρι, δες, ο ουρανός καθάρισε, όμως εσύ το ξέρεις ότι τίποτα δε θα είναι το ίδιο, αφού η μέρα έχει ήδη μικρύνει αρκετά και η νύχτα έρχεται κάθε μέρα και νωρίτερα...
     Πάει άλλο ένα καλοκαίρι, σκέφτεσαι, πάει και πίσω δε γυρνάει, ό,τι χάθηκε, χάθηκε, όσες βόλτες δεν έκανες δε θα τις κάνεις ποτέ, όσες συναντήσεις με φίλους δεν έκανες δε θα τις κάνεις ποτέ, ένα σωρό χαμένες ευκαιρίες και τις άφησες να χαθούν, πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό, πολύ περισσότερο που υποσχέθηκες στον εαυτό σου ότι δε θα επαναλάμβανες τα λάθη του παρελθόντος;
     Αλλά ο ουρανός, τα σύννεφα, τα δέντρα, ο ήλιος, το φεγγάρι, μένουν παγερά αδιάφορα στους προβληματισμούς σου, θεωρώντας τους, ίσως, παιδιάστικους.  Επειδή, ίσως, ξέρουν καλύτερα...
     Και ύστερα έρχεται η αναπόληση των όμορφων στιγμών του καλοκαιριού, των συναντήσεων, των ταξιδιών, των γνωριμιών, των εικόνων, των ήχων, των αρωμάτων, των συναισθημάτων. Και μαζί με την αναπόληση έρχεται και η συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν, το οποίο μεγαλώνει όλο και απειλητικότερα, ενώ το μέλλον γίνεται όλο και πιο φτενό... 
     Κόβονται σιγά-σιγά οι δεσμοί, το τραγούδι των τζιτζικιών έγινε θόρυβος διερχόμενων οχημάτων, η ζέστη του ήλιου έγινε πρωινή ψυχρούλα, τα πανιά των ιστιοφόρων που κυματίζουν στην καλοκαιρινή αύρα έγιναν απλωμένες μπουγάδες, οι χαλαροί περίπατοι έγιναν βήματα βιαστικά, τρεχάτα, η μυρωδιά του αντηλιακού έγινε λιπαρή οσμή καυσαερίου.
     Μοιάζεις να βρίσκεσαι στο κέντρο ενός κυκλώνα, μια Σταχτοπούτα που η άμαξά της έγινε κολοκύθα, πάει και η διαμαντοστολισμένη τουαλέτα, πάνε και τα γοβάκια... Αλλά όχι, τα γοβάκια δε χάθηκαν, ένα γοβάκι υπάρχει, είναι γνωστό το παραμύθι, το ένα γοβάκι το βρήκε ο πρίγκηπας, και τώρα ψάχνει σε όλο το βασίλειο να βρει την αγαπημένη του.
     Και το βλέμμα σου πέφτει στη φωτογραφία που υπάρχει στην οθόνη του κινητού σου. Και, σαν το γοβάκι που κρατάει ο πρίγκηπας, η φωτογραφία αυτή αποτελεί την αδιάψευστη απόδειξη των λαμπρών στιγμών που υπήρξαν μέσα στο καλοκαίρι που πέρασε. Και, όπως το γοβάκι που κρατάει ο πρίγκηπας συνδέει τη ρακένδυτη Σταχτοπούτα με την λαμπροστολισμένη πριγκήπισσα, έτσι και αυτή η φωτογραφία συνδέει τον λυπημένο, φθινοπωρινό σου εαυτό με τον χαρούμενο, καλοκαιρινό του δίδυμο.    


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Καλοκαίρι

     Ησυχία. Πνοή ανέμου. Τζιτζίκια στο βάθος, τζιτζίκια εκεί γύρω, τζιτζίκια παντού. Μερικά πουλιά στο βάθος, θρόισμα φύλλων. Φλοίσβος, κύματα που σκάνε, γλάροι που φωνάζουν. Βήματα σε χαλίκια. Βήματα σε βότσαλα. Βήματα σε άμμο. Παγάκια σε ποτήρι. Νερό που τρέχει.
     Γαλάζιο ανοιχτό, γαλάζιο πιο σκούρο, γαλάζιο με άσπρο, άσπρο με κίτρινο, πράσινο ανοιχτό, πράσινο σκούρο, πράσινο με καφέ, τυρκουάζ, μπλε βαθύ. Γαλάζιος ουρανός, άσπρα συννεφάκια, ήλιος, φωτεινές κηλίδες στο πρόσωπο, στα ρούχα, παντού. Θάλασσα απέραντη, κυματιστή, δροσερή.
     Απαλό χάδι στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Ζέστη στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Δροσιά στο σώμα. Ο αέρας στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Το φως στο πρόσωπο, στα χέρια, στα πόδια. Η θάλασσα στο σώμα.
     Το αλμυρό, το γλυκό. Η θάλασσα, το καρπούζι, το σύκο, το σταφύλι. Το παγωτό. Η θαλασσινή αύρα, τα θερισμένα στάχυα, το θυμάρι, ο βασιλικός, το αγιόκλημα, το γιασεμί. Τα αστέρια, η πανσέληνος, τα τριζόνια.
     Ένα βιβλίο. Ένα τετράδιο. Ένα μολύβι. Μπογιές. Απαλή μουσική. Καθόλου μουσική. Μάτια ανοιχτά. Μάτια κλειστά. Ρουθούνια ανοιχτά. Αυτιά ανοιχτά. Μυαλό ανοιχτό. Σύνορα ανοιχτά. Ακινησία.
     Ήχοι, εικόνες, γεύσεις, μυρωδιές... Και μέσα σε όλον αυτό το χορό, το σώμα ακίνητο, το μυαλό φευγάτο. Το σώμα ξαπλωμένο σε αυτό το μαγικό θεραπευτήριο που λέγεται καλοκαίρι. Αφού, τι άλλο είναι το καλοκαίρι, εκτός από ένα απέραντο θεραπευτήριο σωμάτων και ψυχών; Τι άλλο, εκτός από μια μυρωδάτη γομολάστιχα, που σβήνει τις κρύες αναμνήσεις του χειμώνα, σβήνει το σήμερα, το αύριο, το χθες, και που ενώνει τα πάντα σε ένα διαρκές, αέναο παρόν; Και αν η Πρωτοχρονιά έχει στραμμένα επάνω της όλα τα φώτα της δημοσιότητας και αν θεωρείται το σημείο έναρξης του πρώτου βήματος, το καλοκαίρι είναι ξεκάθαρα αυτό που μηδενίζει το κοντέρ, αυτό που γεμίζει τις αδειασμένες φιάλες οξυγόνου, που επουλώνει τις πληγές και που, πραγματικά εμπνέει τα νέα ξεκινήματα.
     Να το τιμούμε, λοιπόν, το καλοκαίρι, να το τιμούμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε. Να το τιμούμε με όλες τις αισθήσεις μας και να αφηνόμαστε, όπου εκείνο θέλει να μας πάει. Να το αφήνουμε να μας χαϊδεύει, να το αφήνουμε να μας τυφλώνει, αλλά, κυρίως, να το αφήνουμε να μας ψιθυρίζει. Και να ακούμε πάντα αυτά που μας λέει, ακόμα κι αν, όταν τα λέει, γελάει παιχνιδιάρικα.
     Επειδή το καλοκαίρι δεν είναι μόνο γενναιόδωρο, είναι και σοφό.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου