Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Χείρα βοηθείας

    
     Και έρχεται αυτή η ώρα. Η ώρα που δεν επιθυμείς καθόλου. Έξω κάνει ζέστη, τα τζιτζίκια ακούγονται τόσο δυνατά που καλύπτουν τον ήχο των αυτοκινήτων, και τα ρούχα βρίσκονται εκεί που τα είδες τελευταία φορά: μέσα στη λεκάνη και περιμένουν να σιδερωθούν.
     Αναρωτιέσαι ποιος ανακάλυψε το σιδέρωμα. Κάποιος που μισούσε τις γυναίκες, προφανώς. Και τι πειράζουν μερικές ζάρες; Οι ρυτίδες στο πρόσωπο δίνουν γοητεία, γιατί όχι και στα ρούχα; Αλλά το ξέρεις ότι όλα αυτά είναι βλακείες. Είναι προφάσεις για να αναβάλεις αυτό που έχεις αναβάλει τόσες μέρες. Πάρ'το απόφαση, δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς.
     Με βαριά καρδιά ανοίγεις τη σιδερώστρα, παίρνεις τη λεκάνη με τα ρούχα και ύστερα το σίδερο. Τι αντιπαθητικό που είναι! Αλλά, τι είναι αυτό; Η ατυχία σου δεν περιγράφεται! Θέλει καθάρισμα. Πότε λερώθηκε η πλάκα του και δεν το πήρες είδηση;
     Παίρνεις ένα πανί και αρχίζεις να τρίβεις την πλάκα. Τρίβεις, τρίβεις, αδύνατο να καθαρίσει. Εσύ όμως επιμένεις. Τρίβεις με τόση επιμονή που η πλάκα αρχίζει να βγάζει καπνό. Αλλά ο λεκές συνεχίζει να είναι εκεί, έστω κι αν τώρα φαίνεται λίγο αχνός, ίσως και από τον καπνό.
     - Δε σιδερώνουν έτσι, ακούς τότε μια φωνή ή νομίζεις ότι ακούς μια φωνή.
     Δε δίνεις σημασία και συνεχίζεις να τρίβεις.
     - Αν συνεχίσεις έτσι, δεν πρόκειται να τελειώσεις ποτέ. Άσε με εμένα που ξέρω...
     Αυτή τη φορά δεν ήταν η ιδέα σου, είσαι σίγουρη ότι άκουσες τη φωνή. Ναι, βέβαια, αλλά ποιος μπήκε στο σπίτι; Θυμάσαι πολύ καλά ότι πόρτες και παράθυρα είναι κλειστά... Νιώθεις τους παλμούς σου να ανεβαίνουν. Γυρνάς προς την κατεύθυνση της φωνής και τότε την βλέπεις.
     Είναι ντυμένη πολύ απλά, με ένα βαμβακερό, λουλουδάτο φόρεμα. Όμορφη κοπέλα, αλλά τι είναι αυτό που προεξέχει στους ώμους της;
     - Άσε με εμένα, ξαναλέει και σου χαμογελάει, ενώ δύο μικρά φτεράκια - αυτά είναι που προεξέχουν - πεταρίζουν κάνοντας φρτ-φρτ.
     Μένεις άναυδη. Πού είναι το κινητό να βγάλω μια φωτογραφία; Όμως, έχεις χαζέψει, δεν μπορείς να κουνήσεις ρούπι από τη θέση σου.
     Εκείνη γελάει. Το γέλιο της μοιάζει με τον ήχο των τζιτζικιών.
     - Καλά, λέει, δεν έχεις δει ποτέ σου νεράιδα;
     Λέξη εσύ. Κι αν σου κλέψει τη μιλιά; Στα παραδοσιακά παραμύθια οι νεράιδες κλέβουν τη μιλιά των ανθρώπων... Μα, τι σκέψεις είναι αυτές; Τα πιστεύεις αυτά που σκέφτεσαι;
     - Καλά, αν θέλεις, μη μιλάς, συνεχίζει η νεράιδα. Θα κάνω τη δουλειά μου και θα φύγω.
     Τεντώνει το χέρι της και βλέπεις ότι κρατάει ένα ραβδάκι. Δεν έχει αστέρι στην άκρη. Είναι ένα απλό ραβδί. Δηλαδή, όχι και τόσο απλό... Η νεράιδα ακουμπάει με το ραβδί της τα ρούχα που βρίσκονται στη λεκάνη και εκείνα ζωντανεύουν! Μήπως ονειρεύεσαι; Αλλά, όχι, να, ακούγονται και τα τζιτζίκια.
     Ένα-ένα, τα ρούχα πετάνε στον αέρα, τεντώνονται καλά-καλά, και ύστερα διπλώνονται προσεκτικά και τοποθετούνται το ένα επάνω στο άλλο. Τόσο απλά...
     - Ορίστε και το τελευταίο, λέει η νεράιδα και κρύβει το ραβδάκι.
     Είναι τόσο γλυκιά, έτσι που σου χαμογελάει, δεν μπορεί να είναι κακιά, λες στ'αλήθεια να κλέβει τη μιλιά;
     - Ευχαριστώ, λες ύστερα από πολλή σκέψη.
     - Παρακαλώ, λέει εκείνη. Δεν κάνει τίποτα.
     Παίρνεις θάρρος και συνεχίζεις.
     - Και πώς το ήξερες και ήρθες;
     - Δεν το ήξερα, λέει. Εσύ με κάλεσες.
     - Εγώ; Πώς;
     - Δε θυμάσαι που έτριψες την πλάκα του σίδερου και έβγαλε καπνό;
     Φυσικά και θυμάσαι. Έτσι, λοιπόν, λειτουργεί και το σίδερο; Σαν το λυχνάρι του Αλαντίν;
     - Είμαι η νεράιδα του σίδερου, λέει η νεράιδα. Κάθε φορά που θα χρειαστείς τη βοήθειά μου, αρκεί να τρίψεις την πλάκα του σίδερου και εγώ θα έρθω αμέσως.
     Χαμογελάει, ακούς ένα φουπ! και η νεράιδα εξαφανίζεται, αφήνοντας στη θέση της ένα συννεφάκι που διαλύεται γρήγορα.
     Μένεις μόνη σου, με τα σιδερωμένα ρούχα σου και με το σίδερο, του οποίου η πλάκα συνεχίζει να είναι λερωμένη. Αλλά τι σημασία έχει πια αυτό; Εσύ την βρήκες τη λύση, είναι η νεράιδα του σίδερου, για φαντάσου, υπάρχουν νεράιδες και εσύ μόλις συνάντησες μία, τι τύχη...
     Και τότε, σου έρχεται η πιο καταπληκτική ιδέα από όλες: να δεις που θα υπάρχουν κι άλλες νεράιδες, πολλές, μία για κάθε δουλειά του σπιτιού, η νεράιδα της μπουγάδας, η νεράιδα της φασίνας, η νεράιδα της σκόνης... Και, να δεις, με κάποιον τρόπο θα πρέπει να μπορέσεις να τις καλέσεις και εκείνες. Τρίβοντας το πλυντήριο, μήπως; Τρίβοντας την σκούπα; Το ξεσκονόπανο; Την σφουγγαρίστρα; Και τρίβεις, και τρίβεις, και κάνει και ζέστη, και έχεις αρχίσει να ιδρώνεις, αλλά καμία νεράιδα δεν εμφανίζεται... Και όλο και περισσότερο τρίβεις, και όλο και περισσότερο ζεσταίνεσαι, και όλο και περισσότερο ιδρώνεις...
     Και τότε ξυπνάς. Πάλι σε πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Και τα ρούχα είναι εκεί, μέσα στη λεκάνη και σε κοιτάζουν. Ασιδέρωτα.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Μην είδατε τον Παναγή;


     Στο σύμπαν της Πίπης υπάρχουν τρεις χώρες: η Χώρα του διαμερίσματος, η Χώρα της πίσω βεράντας και η Χώρα της μπροστινής βεράντας. Στην ουσία, βέβαια, πρόκειται για βασίλεια, όσο κι αν η βασιλεία θεωρείται από πολλούς ξεπερασμένη.
     Στη Χώρα της πίσω βεράντας, λοιπόν, όπου έπεσε και η κατάρα της μάγισσας, βασιλεύει η Αρμπαρόριζα (η Βραζιλιάνα μάς άφησε χρόνους, παρεμπιπτόντως). Στη Χώρα της μπροστινής βεράντας βασιλεύει η Φασαρία. Στη Χώρα του διαμερίσματος, που είναι και η μεγαλύτερη, βασιλεύει η Ακαταστασία.
     Στη Χώρα της μπροστινής βεράντας ήταν που εμφανίστηκε ο Παναγής. Και, αν κάποιος ρωτήσει ποιος είναι ο Παναγής, θα πρέπει να τον ενημερώσω ότι ο Παναγής είναι γεννημένος κυνηγός και έχει φονικά ένστικτα, είναι όμως ένας από τους τυχερούς εκείνους τύπους που έκαναν το ταλέντο τους επάγγελμα.
     Ο Παναγής, λοιπόν, εμφανίστηκε τις προάλλες στη Χώρα της μπροστινής βεράντας. Δεν ξέρω αν ήρθε επίτηδες, ή αν βρέθηκε κατά λάθος, το γεγονός είναι ότι εμφανίστηκε. Και, αφού έκανε μια επιθεώρηση στη χώρα, αποφάσισε ότι το περιβάλλον τού ταίριαζε. Επιπλέον, καθώς ο Παναγής είναι ελεύθερος επαγγελματίας, δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει σε κανέναν για το πού και πότε θα προσφέρει τις υπηρεσίες του. Έτσι, χωρίς να το ξανασκεφτεί, αποφάσισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Αυτής Μεγαλειότητα, τη Φασαρία.
     Παρουσιάστηκε, λοιπόν, μπροστά στη Φασαρία και έκανε την προσφορά του. Χρειάστηκε, δε, να φωνάξει αρκετά δυνατά μέχρι να ακουστεί.
     - Τι μπορείς να κάνεις; ρώτησε η Φασαρία.
     - Παρέχω υψηλού επιπέδου υπηρεσίες φύλαξης και προστασίας, φώναξε ο Παναγής.
     - Χμ, είπε η Φασαρία, που μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί ότι τα σύνορά της θα χρειάζονταν περιφρούρηση, καθώς είχε άριστες σχέσεις με τις γειτονικές χώρες. Και ποια θα είναι η πληρωμή σου; Η χώρα μου είναι αρκετά μεγάλη, αλλά δεν είναι πλούσια...
     - Όσο γι'αυτό, μην ανησυχείτε, είπε ο Παναγής. Πληρώνομαι με ποσοστά. Ένα ποσοστό των εισβολέων που θα συλλαμβάνω θα το τρώω. Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο.
     - Αν είναι έτσι, εντάξει, είπε η Φασαρία.
     Και έτσι ο Παναγής, άρχισε να περιπολεί στα σύνορα της Χώρας της μπροστινής βεράντας. Πάνω-κάτω, πέρα-δώθε, και με την προσοχή του στραμμένη προς όλες τις κατευθύνσεις, αποδείχτηκε ότι ήταν πολύ καλός στη δουλειά του. Οι κάτοικοι της χώρας έμειναν πολύ ικανοποιημένοι από τις υπηρεσίες του. Μόνο οι εισβολείς είχαν πρόβλημα.
     Και επάνω που όλα είχαν μπει σε μια σειρά, εξαφανίστηκε ο Παναγής.
     - Πού είναι ο Παναγής; αναρωτήθηκε πρώτο το αλεξανδρινό.
     - Πού είναι ο Παναγής; ρώτησε και το κλήμα, που απολάμβανε το πρωινό αεράκι κουνώντας νωχελικά τα μεγάλα φύλλα του.
     - Μην είδατε τον Παναγή; ρώτησε και το γιασεμί, τεντώνοντας τα κλαδάκια του για να μαζέψει ήλιο.
     Αλλά κανείς δεν τον είχε δει τον Παναγή. Τι να είχε γίνει; Να είχε αλλάξει γνώμη; Να είχε φύγει;
     Η αναταραχή στη Χώρα της μπροστινής βεράντας ήταν τόση, που έφτασε και στα αυτιά της Πίπης. Και η Πίπη βάλθηκε να ανακαλύψει πού είχε πάει ο Παναγής. Και όταν η Πίπη βάζει κάτι στο μυαλό της, δεν την σταματάει τίποτα. Άρχισε, λοιπόν, να ψάχνει με επιμονή. Και τελικά, οι κόποι της ανταμείφθηκαν.
     - Τι κάνεις εδώ, έτσι ανάποδα; τον ρώτησε.
     - Κρύβομαι από τους εισβολείς, της είπε.
     - Θα σου ανέβει το αίμα στο κεφάλι, του είπε.
     - Δεν έχω αίμα, της απάντησε.
     - Και πόση ώρα θα κάτσεις εκεί;
     - Όση ώρα χρειαστεί. Δεν το κουνάω από εδώ, αν δεν πιάσω κάποιον εισβολέα. Και τώρα φύγε από εδώ, μου τους τρομάζεις και δεν έρχονται.
     Η Πίπη δεν ήθελε να τρομάξει τους εισβολείς. Επιπλέον, έπρεπε να συνεχίσει την εξάσκηση στο πέταγμα. Και άφησε τον Παναγή στη θέση του, κρυμμένο ανάμεσα στα φύλλα της τριανταφυλλιάς, να περιμένει το επόμενό του θύμα. Και, καθώς της φάνηκε εξαιρετικά πεινασμένος, πολύ φοβάται η Πίπη ότι στη Χώρα της μπροστινής βεράντας θα έχουμε εκατόμβη θυμάτων.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Δημόσια ομολογία

  
     - Φτου σου! μου είπε ο εαυτός μου το πρωί στον καθρέφτη.
     Τον κοίταξα καλά-καλά. Η αλήθεια είναι ότι ένιωσα και λίγη υγρασία στο δεξί μου μάγουλο.
     - Θα πρέπει να το πεις, συνέχισε ο εαυτός μου.
     Έκανα ότι δεν άκουσα και ετοιμάστηκα με χαρά να πάω στην καταπληκτική μου δουλειά, η οποία τόσο πολύ μου έλειψε ύστερα από δυο βδομάδες διακοπών. Είναι τόσο αναζωογονητικό να φεύγεις, να γυρνάς και να βλέπεις ότι τίποτα απολύτως δεν έχει αλλάξει στην καθημερινότητά σου. Τόσο αναζωογονητικό! Και ας διαπίστωσα με θλίψη - οφείλω να το ομολογήσω - ότι η Βραζιλιάνα της πίσω βεράντας μάλλον πνέει τα λοίσθια. Τι να κάνουμε, αυτά έχει η ζωή. Και αφού αποδείχτηκε ότι η συγκεκριμένη γλάστρα είναι καταραμένη, λέω να μην ξαναασχοληθώ μαζί της.
     - Αν είχες λίγη τσίπα επάνω σου, θα έβγαινες και θα ζητούσες δημόσια συγγνώμη, μου είπε μια γάτα, με την οποία διασταυρώθηκα στον δρόμο.
     - Τι μπορεί να ξέρει μια άγνωστη γάτα; σκέφτηκα.
     Και συνέχισα τον δρόμο μου.
     - Θα έπρεπε να ντρέπεσαι, μου είπαν οι συνάδελφοί μου στη δουλειά, ή μάλλον έτσι κατάλαβα.
     Βέβαια, δε μου το είπαν ακριβώς έτσι. Απλώς με καλωσόρισαν. Αλλά ο τρόπος τους ήταν γεμάτος υπονοούμενα. Εγώ, όμως, ήμουν μια κυρία. Δεν έδειξα το παραμικρό σημάδι ότι ενοχλήθηκα. Έτσι κι αλλιώς, δε νομίζω ότι θα έπρεπε να ντρέπομαι.
     Ναι, είναι αλήθεια ότι λατρεύω τους Γερμανούς. Αγαπώ το κάθε τι πάνω τους, από τις κάλτσες που συνδυάζονται με πέδιλα, μέχρι την γλυκιά σαν μέλι γλώσσα τους. Τι ευγενικός λαός! Τι κουλτούρα, τι λεπτότης, τι αρχοντιά! Τι τρυφερότητα, τι χάρη! Για να μην πω για τα κοινότοπα: την οργάνωση, την εργατικότητα, την εξυπνάδα...
     Τι να κάνω, δεν μπορώ να ελέγξω την καρδιά μου. Και αφού αυτή επέλεξε Γερμανία, πάει, τελείωσε. Θα μου πει κανείς, ναι, αλλά η Βραζιλιάνα στην πίσω βεράντα μαράζωσε. Και τι σχέση έχει η Βραζιλιάνα με την αγάπη μου για τους Γερμανούς; Μπορεί να χόρευε σάμπα όλη την ώρα όσο εγώ έλειπα στις διακοπές μου και να εξαντλήθηκε. Μπορεί να το έριξε στις καϊπιρίνιες και τις μπατίντα ντε κόκο και να μην έμεινε ξεμέθυστη ούτε ένα λεπτό. Ενώ, αν ήταν Γερμανίδα...
     Αν ήταν Γερμανίδα θα ήταν πιο ανθεκτική και λιγότερο λεπτεπίλεπτη. Θα έπινε τις μπύρες της, ναι, θα τραγουδούσε τσουγκρίζοντας με χάρη το μπυροπότηρό της, μπορεί να χόρευε και κανέναν ρομαντικό, τευτονικό χορό, όμως όλα θα γίνονταν με μέτρο και οργάνωση. Η Γερμανίδα δε θα έφτανε ποτέ στα άκρα και έτσι θα την έβρισκα σε άριστη κατάσταση, όταν θα επέστρεφα. Σε άριστη κατάσταση, επαναλαμβάνω, και όχι με τα κοτσανάκια της ξαπλωμένα και ξέπνοα σαν πλοκάμια χταποδιού που έχει χτυπηθεί 100 φορές...
     Εξάλλου, μπορεί αυτό να ήταν σημάδι, και άρα δεν φταίω εγώ...
     - Φταις και το ξέρεις, μου είπε ένα αυτοκίνητο που έτρεχε στον δρόμο.
     Δεν ήταν γερμανικό αυτοκίνητο. Αλλιώς δε θα μιλούσε έτσι. Τα γερμανικά αυτοκίνητα είναι πειθαρχημένα. Και έχουν σε άριστη κατάσταση τα λάστιχά τους και τις ζώνες ασφαλείας τους. Και φυσικά, έχουν και το ντεπόζιτό τους γεμάτο.
     Και, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, φταίνε και οι μπάλες. Που είναι τόσο σφαιρικές. Και που δεν έχουν γωνίες. Που είναι τόσο δύσκολες στο χειρισμό. Και που σίγουρα δεν είναι γερμανικές. Αλλιώς θα είχαν κάποιο σχήμα πολύ πιο λογικό. Αποκλείεται οι μπάλες να είναι γερμανικές.
     - Δηλαδή, επιμένεις να το κρατάς κρυφό; μου είπε και το λεωφορείο, που ήρθε με δέκα λεπτά καθυστέρηση.
     Ούτε αυτό ήταν γερμανικό. Αλλιώς θα είχε έρθει στην ώρα του. Στην ώρα του θα είχε έρθει και αν ήταν αγγλικό. Αλλά όχι, αυτό δεν ήταν ούτε γερμανικό, ούτε αγγλικό. Να δεις που ήταν ισπανικό. Μύριζε τάπας και κρασί. Μπορεί, βέβαια, να έφταιγε και ότι πεινούσα. Ή, μπορεί απλώς να μύριζαν τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ.
     Οι συνεπιβάτες μου με κοίταξαν καχύποπτα. Να τους είχε πει τίποτα κανείς; Αυτά τα γυαλιά ηλίου που φοράω αφήνουν πάντα τόσα πράγματα ακάλυπτα...
     - Ακόμα να το ομολογήσεις; με ρώτησε ο εαυτός μου μέσα από τον καθρέφτη, όταν γύρισα στο σπίτι.
     Εκνευρίστηκα, το ομολογώ. Όλη η μαγεία της ημέρας εξατμίστηκε. Τι κρίμα! Ενώ αν ήμουν Γερμανίδα, θα ήταν όλα τόσο διαφορετικά...
     Εντάξει, λοιπόν, το αποφάσισα: αφού όλοι επιμένουν, θα το πω. Και διόλου δε φοβάμαι. Και μάλλον όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να φοβούνται, όταν μάθουν αυτό που έχω να πω. Και να δούμε τότε ποιος θα κοροϊδεύει τα γερμανικά ιδεώδη...
     Ε, λοιπόν, ας το μάθουν όλοι και να το βάλουν καλά στο μυαλό τους: εγώ είμαι αυτή που άλλαξε τον ρου των γεγονότων. Εγώ είμαι αυτή που κρατάει στα χέρια της τις τύχες του κόσμου. Εγώ κινώ τα νήματα της μοίρας...
     Και για να το πω πιο απλά, εγώ είμαι η αιτία που το κύπελο το πήρε η Γερμανία. Εγώ και μόνο εγώ. Και αν φαίνεται δύσκολο να το πιστέψει κανείς, υπάρχουν αποδείξεις, εκτός από την Βραζιλιάνα της πίσω βεράντας που ψυχομαχεί.
     Πρώτα-πρώτα, τον αγώνα δεν τον παρακολούθησα, όπως δεν παρακολούθησα κανέναν αγώνα μέχρι εχθές. Και αφού πέρασε αρκετή ώρα και υπολόγισα ότι μπορεί και να είχε τελειώσει, άνοιξα την τηλεόραση. Το αποτέλεσμα ήταν ισόπαλο και έμεναν κάτι παραπάνω από δέκα λεπτά για τη λήξη.
     - Μάλλον θα πάνε στα πέναλτι, σκέφτηκα, καθότι είμαι και γνώστρια (η γνώση των κανόνων είναι ύψιστο γερμανικό προσόν).
     Και κάθησα πιο αναπαυτικά στον καναπέ, για να δω τα τελευταία λεπτά του αγώνα, πριν από τα πέναλτι. Και μόλις βολεύτηκα στον καναπέ, σήκωσα τα μάτια μου και με το βλέμμα μου οδήγησα με ασφάλεια και ακρίβεια την μπάλα από τα πόδια του Γερμανού παίκτη στα δίχτυα του Αργεντινού τερματοφύλακα! Ε, αν αυτό δεν είναι απόδειξη, δεν ξέρω τι άλλο είναι!
     Από εκεί και ύστερα, όλα ήταν υπόθεση λεπτών. Και καθόλου δεν ανησύχησα με το φάουλ που κέρδισε ο Μέσι, καθώς όλοι ξέρουν ότι ο Μέσι δεν είναι Σαραβάκος, και μόνο ο Σαραβάκος έβαζε γκολ από εκείνη τη θέση του φάουλ. Και φυσικά, βοήθησα και εγώ - για παν ενδεχόμενο - οδηγώντας με το βλέμμα μου την μπάλα από τα πόδια του Μέσι ψηλά, πάνω από τα δοκάρια του Γερμανού τερματοφύλακα.
     Αυτά, λοιπόν, έχω να δηλώσω, και πολύ το χάρηκα που βύθισα ολόκληρη Αργεντινή στο πένθος, και άνοιξε η καρδιά μου που έβλεπα την Ανγκελίτσα να δέχεται συγχαρητήρια και στη συνέχεια να ποζάρει με τους παίκτες, τι συγκινητική σκηνή! Και ίσως να κύλησε και ένα δάκρυ στο μάγουλό μου, αλλά δεν ήταν δάκρυ λύπης για την ήττα της Αργεντινής, ήταν δάκρυ συγκίνησης για τα τιμημένα Γερμανόπουλα, που κατάφεραν να τιθασεύσουν την μπάλα, παρ'όλο το σφαιρικό της σχήμα.
     Και από εδώ και πέρα, νίπτω τας χείρας μου για ό,τι μπορεί να επακολουθήσει, καθώς - όπως είναι λογικό - αφού μπορώ να βυθίσω στο πένθος μια ολόκληρη χώρα, μπορεί κανείς να φανταστεί τι μπορώ να κάνω σε μεμονωμένα άτομα. Είπα και ελάλησα, και αμαρτία ουκ έχω.
     Και τώρα πάω στον καθρέφτη να κοιτάξω προκλητικά τον εαυτό μου κατάματα. Και είμαι σίγουρη ότι δε θα έχει τίποτα να μου πει.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Προτεραιότητα στον πελάτη


     - Ξεθεώθηκα σήμερα! είπε ο πελαργός και έπεσε βαρύς στην πολυθρόνα. Αυτό το αρκουδάκι ήταν ασήκωτο.
     Η κυρία πελαργίνα δεν είπε τίποτα, μόνο του έφερε μία λεκάνη με ζεστό νερό για να βάλει τα πόδια του.
     - Και όχι μόνο ήταν βαρύ, συνέχισε ο πελαργός, αλλά ήταν και ζωηρό. Είδα κι έπαθα για να μη μου πέσει στον δρόμο!
     Η κυρία πελαργίνα χαμογέλασε και άρχισε να κάνει μασάζ στα κουρασμένα φτερά του άντρα της. Και προτού περάσει πολλή ώρα, ο πελαργός είχε αποκοιμηθεί.
     - Πώς πήγε η δουλειά σήμερα; τον ρώτησε την επόμενη μέρα.
     - Αχ, είπε εκείνος, σήμερα ήταν ακόμα χειρότερα. Σήμερα έπρεπε να παραδώσω ένα ελεφαντάκι. Και όχι μόνο ήταν πολύ βαρύ, αλλά έπρεπε να το πάω στην Αφρική. Έλιωσα από τη ζέστη.
     Η κυρία πελαργίνα του έφερε ένα δροσερό αναψυκτικό.
     - Τουλάχιστον αποζημιώθηκα όταν είδα με τι λαχτάρα το περίμενε η μαμά του και πόσες χαρές έκανε όταν το είδε. Κάτι τέτοιες στιγμές συνειδητοποιώ ότι κάνω λειτούργημα.
     Η κυρία πελαργίνα αναστέναξε.
     - Αύριο τι δρομολόγιο έχεις; τον ρώτησε και του χαμογέλασε γλυκά.
     - Αύριο μάλλον θα δουλέψω υπερωρίες. Έχω να παραδώσω πέντε κουνελάκια.
     - Πέντε; είπε η κυρία πελαργίνα και γούρλωσε τα μάτια της.
     - Ε, είπε ο πελαργός καθώς έπινε μια γουλιά από το αναψυκτικό του, ξέρεις πώς είναι αυτά, τα κουνέλια γεννούν πολλά μικρά.
     Η κυρία πελαργίνα δεν είπε τίποτα, μόνο αναστέναξε ξανά.
     - Μεθαύριο ποιο είναι το πρόγραμμά σου; τον ρώτησε ύστερα από λίγο.
     Αλλά ο πελαργός κοιμόταν ήδη του καλού καιρού.
     - Σήμερα σου έχω το αγαπημένο σου φαγητό, είπε η κυρία πελαργίνα στον πελαργό ύστερα από λίγες μέρες, όταν γύρισε από τη δουλειά του.
     - Έφτιαξες ψαροκροκέτες; ρώτησε εκείνος.
     - Ναι, και έψησα και βατραχοπόδαρα...
     - Μα είσαι καταπληκτική! είπε ο πελαργός ενθουσιασμένος. Σε ευχαριστώ πολύ!
     - Ε, δεν μπορούσα να μη σε περιποιηθώ σήμερα...
     - Σήμερα; Γιατί, τι είναι σήμερα;
     - Η επέτειός μας είναι, είπε η κυρία πελαργίνα και αναστέναξε. Πάλι το ξέχασες;
     - Τι να πω, είπε εκείνος, είμαι αδιόρθωτος. Με τη δουλειά το ξέχασα τελείως.
     - Είχατε πολλή δουλειά και σήμερα;
     - Αν είχαμε, λέει... Χίλια πεντακόσια ιπποκαμπάκια μετέφερα σήμερα!
     Η κυρία πελαργίνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
     - Να δεις χαρά που έκανε ο κύριος Ιππόκαμπος όταν τα είδε! Ήταν πολύ συγκινητικό.
     - Μέχρι και οι μπαμπάδες αποκτούν παιδιά, μονολόγησε η κυρία πελαργίνα.
     - Είπες τίποτα; τη ρώτησε ο πελαργός και, πιάνοντας με το ράμφος του μια ψαροκροκέτα, την έκανε μια χαψιά.
     - Τίποτα, είπε η κυρία πελαργίνα. Θυμάσαι τουλάχιστον πόσο καιρό είμαστε μαζί;
     - Α, αυτό δεν το ξεχνάω, είπε ο πελαργός καθώς ξεκοκάλιζε ένα βατραχοπόδαρο. Είμαστε μαζί εδώ και πέντε χρόνια!
     Την κοίταξε γεμάτος περηφάνεια.
     - Και δε μου λες, τότε, κύριε, πότε θα πάψεις να ασχολείσαι μόνο με τους ξένους και θα ασχοληθείς και λίγο με εμένα;
     - Τι θέλεις να πεις;
     - Όλα αυτά τα χρόνια έχω βαρεθεί να σε ακούω να μιλάς για τη δουλειά σου, είπε η κυρία πελαργίνα. Πηγαίνεις παιδιά σε όλους. Όλοι κάνουν παιδιά: άλλος ένα, άλλος δύο, άλλος πέντε, άλλος χίλια πεντακόσια... Μέχρι και οι μπαμπάδες αποκτούν παιδιά.
     - Αν μιλάς για τον ιππόκαμπο, αυτός είναι μία εξαίρεση...
     - Δε με ενδιαφέρει! είπε η κυρία πελαργίνα και ο πελαργός λούφαξε, καθώς σκέφτηκε ότι μάλλον η γυναίκα του βρισκόταν στις δύσκολες μέρες της... Δε μιλάω για τον ιππόκαμπο, μιλάω για εμένα! Τόσα χρόνια, με τη δουλειά που κάνεις, δεν βρήκες καιρό να στριμώξεις στο πρόγραμμά σου μια παράδοση για το σπίτι σου;
     - Τι θέλεις να πεις;
     - Καλά μου έλεγε η μάνα μου ότι ήσουν χαζός, είπε η κυρία πελαργίνα και ο πελαργός σκέφτηκε ότι αυτή ήταν μια πολύ ακατάλληλη φράση να ειπωθεί τη μέρα της επετείου, αλλά μάλλον έφταιγαν οι δύσκολες μέρες. Πότε θα φέρεις ένα μωρό και στο σπίτι μας;
     Ο πελαργός στάθηκε και παρά τρίχα να στραβοκαταπιεί. Ώστε αυτό ήταν; Η γυναίκα του ήθελε ένα μωρό;
     - Μα αφού ξέρεις, της είπε, ότι δε μου αρέσει να φέρνω δουλειά στο σπίτι...
     - Ανοησίες! είπε εκείνη. Θα μπορούσες, αν ήθελες, να κανονίσεις να έρθει κάποιος συνάδελφός σου.
     - Τέτοια εποχή; Αδύνατον! Αφού το ξέρεις ότι είμαστε υποχρεωμένοι να βάζουμε τη δουλειά μας πάνω από όλους.
     - Ε, λοιπόν, και εγώ αποφάσισα ότι αν δεν κανονίσεις παράδοση για το σπίτι μας, θα σε αφήσω και θα γυρίσω στη μάνα μου!
     Αυτό ήταν πολύ βαρύ! Και ο πελαργός δεν τη χώνευε την πεθερά του.
     - Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις! είπε θυμωμένα.
     Και εκείνη τη μέρα δεν ξαναμίλησαν. Και ο πελαργός δεν κοιμήθηκε καλά, γιατί ήταν πιασμένος από τη δουλειά και δεν του είχε κάνει μασάζ η γυναίκα του.
     Πέρασαν μέρες και η κυρία πελαργίνα άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της. Ήταν αποφασισμένη να αφήσει τον άντρα της, δεν έλεγε ψέματα. Και εκείνος, όμως, το είχε ξανασκεφτεί το θέμα. Δεν είχε και άδικο η κυρία πελαργίνα. Πέντε χρόνια ήταν αυτά. Κι αν ζητούσε από το αφεντικό να κάνει μια παράδοση στο δικό του σπίτι;
     - Αποκλείεται! του είπε το αφεντικό του. Το ξέρετε, θαρρώ, ότι για εμάς προτεραιότητα έχει ο πελάτης και όχι το προσωπικό.
     - Το ξέρω, είπε ο πελαργός, αλλά μήπως θα μπορούσε η σύζυγός μου να αντιμετωπιστεί σαν πελάτισσα; Περιμένει πολύ καιρό...
     - Δεν ακούσατε τι είπα; Α-πο-κλεί-ε-ται!
     Ο πελαργός ξαναγύρισε στη δουλειά του. Ένιωθε, όμως, πολύ λυπημένος. Σέρνοντας τα βήματά του πήγε στο χώρο παραλαβής του εμπορεύματος.
     - Έλα, σήμερα δε θα κουραστείς πολύ, του είπε ο υπεύθυνος. Το πακέτο δεν είναι ούτε πολύ βαρύ ούτε πρέπει να το πας πολύ μακριά.
     - Ευχαριστώ, είπε ο πελαργός και φορτώθηκε το δέμα, χωρίς ούτε να το κοιτάξει.
     Άλλος ένας τυχερός θα αποκτούσε μωρό, και η γυναίκα του θα ήταν χαρούμενη και δε θα τον εγκατέλειπε, όπως θα εγκατέλειπε εκείνον η κυρία πελαργίνα. Αλλά ποιος νοιαζόταν για εκείνον;
     Άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να πετάει. Και τότε διάβασε τον παραλήπτη του δέματος: ήταν η κυρία πελαργίνα! Δεν πίστευε στα μάτια του! Θα πήγαινε δέμα στο δικό του το σπίτι! Με αναπτερωμένες τις ελπίδες του άρχισε να πετάει πιο γρήγορα. Βιαζόταν να φτάσει μια ώρα αρχύτερα, να δει την έκπληξη της γυναίκας του στο πρόσωπό της.
     Βρήκε τη φωλιά άδεια και η καρδιά του σφίχτηκε. Ώστε δεν είχε προλάβει τελικά... Ακούμπησε προσεκτικά το αυγό στη φωλιά. Και τώρα, τι θα γινόταν; Θα ήταν ένας χωρισμένος πατέρας που μεγαλώνει μόνος το παιδί του; Μήπως θα έπρεπε να πάει το αυγό στο σπίτι της πεθεράς του, να το δώσει στη γυναίκα του;
     Όχι, το αυγό έπρεπε να παραδοθεί στη δική του διεύθυνση. Εκείνος θα το μεγάλωνε. Είχε ευθύνη απέναντι στο αυγό και θα την αναλάμβανε πλήρως.
     - Και τώρα οι δυο μας, του είπε.
     Το αυγό κουνήθηκε. Ένα φτερούγισμα ακούστηκε κοντά στη φωλιά. Ήταν η κυρία πελαργίνα. Δεν είχε φύγει τελικά.
 

    

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Ερωτευμένος τροβαδούρος



     Ήταν μια φορά ένα νέο παληκάρι, πολύ ευαίσθητο και πολύ ρομαντικό. Τις νύχτες, το ευαίσθητο παληκάρι έπαιρνε το γρήγορο σαν αστραπή άλογό του και διέσχιζε τα σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Του άρεσαν πολύ οι νυχτερινές βόλτες, ειδικά όταν είχε φεγγάρι.
     Μια νύχτα, όμως, έμελλε να είναι η σημαντικότερη νύχτα της ζωής του. Κι αυτό, επειδή εκείνη τη νύχτα, περνώντας κάτω από έναν πύργο και κοιτώντας προς τα επάνω το ολόγιομο φεγγάρι, είδε μια ασημένια ανεμόσκαλα που κυμάτιζε στο απαλό, νυχτερινό αεράκι. Και εκείνη η ανεμόσκαλα δεν ήταν τίποτα άλλο από τα πλούσια, μακριά μαλλιά μιας όμορφης κοπέλας, που κρέμονταν από το παράθυρό της, καθώς εκείνη είχε ακουμπήσει στο παράθυρο και ρέμβαζε.
     Το παληκάρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της κοπέλας και στάθηκε και την κοίταζε σαν χαζός.
     - Πώς να της μιλήσω, τι να της πω; σκεφτόταν.
     Εκείνη ακριβώς την στιγμή, μία φωνή ακούστηκε από το παράθυρο.
     - Πάλι στο παράθυρο κάθεσαι, κόρη μου; είπε η φωνή.
     Η κοπέλα δε μίλησε, μόνο κούνησε το κεφάλι της και η ασημένια ανεμόσκαλα σάλεψε στον αέρα.
     - Δεν ήρθε και σήμερα, έτσι; ρώτησε και πάλι η φωνή.
     Η κοπέλα ξανακούνησε το κεφάλι της.
     - Μην απογοητεύεσαι, είπε τότε η φωνή. Κάπου εκεί έξω είναι ο πρίγκηπάς σου. Και μια από αυτές τις μέρες θα το δεις, που θα σταθεί κάτω από το παράθυρό σου να σου κάνει καντάδα. Και θα τραγουδάει τόσο ωραία που θα σωπαίνουν τα αηδόνια από την ντροπή τους. Κάνε μόνο λίγη υπομονή και θα έρθει.
     Το παληκάρι άκουσε προσεκτικά και κατάλαβε μεμιάς τι θα έπρεπε να κάνει. Χωρίς να διστάσει, άνοιξε το στόμα του και άρχισε να τραγουδάει.
     Η ασημένια ανεμόσκαλα κουνήθηκε απότομα και άρχισε να ανεβαίνει. Η κοπέλα σηκώθηκε από τη θέση της και έφυγε από το παράθυρο.
     - Μα γιατί έφυγε; αναρωτήθηκε το παληκάρι. Δεν της άρεσε το τραγούδι μου;
     Το παληκάρι πείσμωσε και ξανάρχισε το τραγούδι. Δεν μπορεί, η όμορφη κοπέλα θα το καταλάβαινε τελικά ότι εκείνος ήταν ο πρίγκηπάς της.
     Δεν άργησαν όμως να ανοίξουν τα παράθυρά τους κάποιοι από τους γείτονες.
     - Θα σταματήσεις, άνθρωπέ μου, βραδιάτικα; ρώτησε ένας. Δε μας αφήνεις να κοιμηθούμε με τις αγριοφωνάρες σου!
     - Αγριοφωνάρες; είπε το παληκάρι. Αγριοφωνάρες, εγώ;
     - Εμ, ποιος άλλος;
     - Μα εγώ τραγουδάω πολύ ωραία!
     - Ναι, το ακούσαμε, είπε κάποιος άλλος. Και για να έχουμε καλό ερώτημα, τι σε έπιασε βραδιάτικα και ξεσήκωσες τον κόσμο;
     - Τραγουδάω για την κοπέλα του πύργου, είπε το παληκάρι. Της κάνω καντάδα. Μα δεν είναι η πιο όμορφη κοπέλα που υπάρχει;
     - Α, κατάλαβα, είπε ο γείτονας. Κι άλλος ερωτοχτυπημένος... Λοιπόν, άκου, παληκάρι μου, τι θα σου πω και βαλ'το καλά στο μυαλό σου. Αν συνεχίσεις να τραγουδάς, όχι μόνο την καρδιά της κοπέλας δεν θα κερδίσεις, αλλά θα σου απαγορεύσουν και τη διέλευση από τους δρόμους της πόλης. Είσαι φάλτσος.
     - Φάλτσος; Εγώ;
     Ο γείτονας δε μίλησε.
     - Και τι θα κάνω τώρα, που η κοπέλα περιμένει κάποιον να της κάνει καντάδα;
     - Ε, κάποιος θα βρεθεί να της κάνει καντάδα...
     - Μα εγώ την αγαπάω! διαμαρτυρήθηκε το παληκάρι. Εγώ είμαι ο πρίγκηπάς της!
     - Και τι θέλεις να γίνει; ρώτησε ο γείτονας. Θέλεις να μεταναστεύσουμε για να μπορείς να τραγουδάς ανενόχλητος; Αφού είσαι φάλτσος!
     Το παληκάρι γύρισε στο σπίτι του πολύ λυπημένο και όλο αναστέναζε.
     - Τι έχεις, παιδί μου; το ρώτησε η μητέρα του.
     Και εκείνο της τα είπε όλα.
     - Και αφού είσαι φάλτσος, είπε η μητέρα του, δεν μπορείς τάχα να της κάνεις καντάδα παίζοντας κάποιο μουσικό όργανο;
     Το παληκάρι χοροπήδηξε από τη χαρά του. Αυτό ήταν! Θα καθόταν κάτω από το παράθυρό της και θα της έπαιζε μουσική.
     Το επόμενο βράδυ, λοιπόν, το παληκάρι πήρε μία φλογέρα και πήγε στον πύργο της αγαπημένης του. Την βρήκε στην ίδια θέση που καθόταν και το προηγούμενο βράδυ, ακουμπισμένη στο παράθυρο. Η ασημένια ανεμόσκαλα ήταν επίσης στην ίδια θέση. Το παληκάρι στάθηκε από κάτω από το παράθυρο της κοπέλας και άρχισε να παίζει. Η κοπέλα δεν κουνήθηκε από τη θέση της.
     Ξαφνικά, το δωμάτιο που ήταν η κοπέλα φωτίστηκε και ακούστηκε μια αντρική φωνή.
     - Τι κάνεις εδώ; ρώτησε η φωνή. Στο κρεβάτι σου, γρήγορα!
     Η ασημένια ανεμόσκαλα εξαφανίστηκε μέσα στο παράθυρο.
     - Και εσύ εκεί κάτω, ακούστηκε η φωνή, σταμάτα να παίζεις, αλλιώς θα κατέβω κάτω!
     Το παληκάρι δεν πτοήθηκε από τις απειλές της αντρικής φωνής και συνέχισε να παίζει την φλογέρα του. Κάπου εκεί μέσα η αγαπημένη του θα συνέχιζε να τον ακούει. Αυτή η σκέψη του έδινε θάρρος.
     Όμως, ύστερα από λίγο, ένας γεροδεμένος άντρας εμφανίστηκε.
     - Ποιος είσαι εσύ που παίζεις μουσική κάτω από το παράθυρο της κόρης μου; ρώτησε. Δεν καταλαβαίνεις ότι ενοχλείς;
     - Είμαι ο πρίγκηπάς της, είπε το παληκάρι, και της παίζω μουσική για να το καταλάβει και εκείνη.
     - Έτσι, ε; είπε ο άντρας και, προτού προλάβει να αντιδράσει το παληκάρι, του άρπαξε την φλογέρα από τα χέρια.
     - Τώρα να δούμε τι θα παίζεις! είπε και με τα δυο του χέρια έκανε μια και έσπασε την φλογέρα στη μέση.
     - Πάρε δρόμο και μη μας ξαναενοχλήσεις! είπε ο άντρας. Η κόρη μου είναι μικρή ακόμα και εγώ θα αποφασίσω ποιος είναι ο πρίγκηπάς της.
     Το παληκάρι κατέβασε το κεφάλι και απομακρύνθηκε. Όμως, αυτό δε σήμαινε ότι είχε παρατήσει τα όπλα. Το αντίθετο μάλιστα, γύρισε στο σπίτι του αποφασισμένο να επιστρέψει κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του, με νέο μουσικό όργανο αυτή τη φορά.
     Το επόμενο βράδυ, λοιπόν, εμφανίστηκε με ένα λαούτο και άρχισε να παίζει. Και πάλι, ύστερα από λίγο, ακούστηκε η αντρική φωνή, και πάλι το παληκάρι συνέχισε να παίζει, και πάλι ο άντρας κατέβηκε κάτω.
     - Τι θα γίνει; ρώτησε ο άντρας. Θα συνεχίσεις για πολύ να μας ενοχλείς;
     Το παληκάρι δεν είπε τίποτα αλλά συνέχισε να παίζει. Και τότε ο άντρας του άρπαξε το λαούτο μέσα από τα χέρια, το σήκωσε ψηλά και ύστερα το χτύπησε στις πλάκες του δρόμου. Και το λαούτο έσπασε.
     - Ελπίζω τώρα να το πήρες το μάθημά σου, είπε ο άντρας.
     Και το παληκάρι το πήρε πραγματικά το μάθημά του. Την επόμενη νύχτα εμφανίστηκε με ένα ακορντεόν. Και πάλι ο άντρας κατέβηκε κάτω, και πάλι του πήρε το ακορντεόν από τα χέρια, και το χτύπησε πολλές φορές στις πλάκες του δρόμου, και ύστερα έβγαλε και ένα μαχαίρι από τη ζώνη του και το έκοψε σε τρία κομμάτια.
     Το παληκάρι ξαναπήγε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του πολλές φορές. Και κάθε φορά πήγαινε και με διαφορετικό μουσικό όργανο. Όμως, ο πατέρας της κοπέλας κατέβαινε κάθε φορά κάτω και του έσπαγε το μουσικό του όργανο. Και το παληκάρι στενοχωριόταν, αλλά δεν απογοητευόταν. Και μια νύχτα πήγε και στάθηκε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του κρατώντας μία λύρα.
     - Δεν υποφέρεσαι πια! είπε ο άντρας και όχι μόνο έσπασε τη λύρα και το δοξάρι σε ένα σωρό κομμάτια, αλλά ανάγκασε το παληκάρι να φάει όλα τα κομμάτια.
     - Και τώρα, φύγε από εδώ και μην ξαναγυρίσεις! του είπε.
     Το παληκάρι έφυγε ντροπιασμένο και βαρυστομαχιασμένο. Τι θα έκανε τώρα; Και εκεί που σκεφτόταν και έτριβε το κεφάλι του μήπως του κατέβει καμιά καλή ιδέα, ακούμπησε κατά λάθος την κοιλιά του. Και η κοιλιά του έβγαλε έναν περίεργο ήχο. Το παληκάρι ξανακούμπησε την κοιλιά του και εκείνη έβγαλε τον ίδιο περίεργο ήχο. Θα έφταιγε η λύρα που είχε καταπιεί, το δίχως άλλο. Το παληκάρι χάιδεψε τη φουσκωμένη του κοιλιά. Και τότε ακούστηκε ήχος λύρας!
     Επρόκειτο για ένα αξιοθαύμαστο γεγονός. Η κοιλιά του έπαιζε μουσική. Και την κοιλιά του κανείς δεν μπορούσε να του την πάρει!
     Το επόμενο βράδυ στήθηκε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του με αναπτερωμένες τις ελπίδες του. Άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά του και η μουσική της λύρας απλώθηκε σε όλη τη γειτονιά.
     - Δε σου είπα να μην ξαναέρθεις; ακούστηκε ο άντρας. Μα, πού είναι το μουσικό σου όργανο;
     Το παληκάρι έδειξε την κοιλιά του και ο άντρας κατάλαβε. Κατάλαβε ότι δε θα γλίτωνε από εκείνον και ότι η μόνη λύση ήταν να στείλει την κόρη του κάπου μακριά. Και το επόμενο πρωί τη φόρτωσε σε μία άμαξα με τέσσερα καμαρωτά άλογα και την έστειλε μακριά, σε μία αδερφή του που ζούσε σε άλλη χώρα.
     Και έτσι το παληκάρι δεν είδε την ασημένια ανεμόσκαλα το επόμενο βράδυ, που ξαναπήγε στην αγαπημένη του θέση. Και αφού περίμενε όλο το βράδυ κάτω από το παράθυρό της και δεν την είδε να εμφανίζεται, ρώτησε τους γείτονες τι είχε συμβεί. Και ένας από αυτούς του είπε ότι η κοπέλα είχε φύγει.
     Και το παληκάρι στενοχωρήθηκε πολύ, αλλά και πάλι δεν το έβαλε κάτω. Πήγε στη μάνα του, της είπε τι είχε συμβεί και της ζήτησε την ευχή της. Και εκείνη, φυσικά, του έδωσε την ευχή της με όλη της την καρδιά. Και το παληκάρι ξεκίνησε να βρει την αγαπημένη του. Και από όπου περνούσε, χάιδευε την κοιλιά του και ο ήχος της λύρας πλημμύριζε τον αέρα.
     - Μήπως είδατε την αγαπημένη μου; ρωτούσε.
     Αλλά κανείς δεν ήξερε να του απαντήσει. Και όλο χάιδευε την κοιλιά του, μήπως και τον ακούσει η αγαπημένη του και τον γνωρίσει, που ήταν ο πρίγκηπάς της. Και από όσο ξέρω, ακόμα την ψάχνει.
 
     
    

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Νεοφερμένη σωτηρία


     Χαρές και πανηγύρια στη Χώρα της πίσω βεράντας. Και αυτό, επειδή επαληθεύτηκε η προφητεία. Και, συνεπώς, επειδή έφτασε η σωτηρία.
     Η γριά, τσιγγάνα μάγισσα, που διάβασε φύλλο-φύλλο όλες τις παλάμες της Χώρας, το είπε καθαρά: Η μαύρη κατάρα του Λιμού θα φύγει μόνο με νέο αίμα. Και μπορεί αυτό να ακούγεται λίγο ανατριχιαστικό και να φέρνει στο μυαλό ανθρωποθυσίες στο φως του φεγγαριού, όμως αυτό που εννοούσε η τσιγγάνα ήταν ότι κάποιος νεοφερμένος θα έδιωχνε το κακό.
     Στο μεταξύ, κάπου μακριά, στη Χώρα των φυτωρίων, ο σωτήρας της πίσω βεράντας ζούσε ανέμελος. Ή, μάλλον, ζούσε ανέμελη. Επειδή ήταν μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά. Είχε καταγωγή από την Βραζιλία, από εκεί που το αίμα ρέει στις φλέβες στο ρυθμό της σάμπα, που τα κορμιά σμιλεύονται στις ατέλειωτες, αμμουδερές παραλίες, και που τα μεγαλύτερα μυστικά κρύβονται στις ζούγκλες του Αμαζονίου, αποφεύγοντας με επιμονή την επικοινωνία με τον έξω κόσμο.
     Βέβαια, η ανέμελη κοπέλα δεν είχε γνωρίσει τη χώρα καταγωγής της. Ήταν αυτό που λένε "παιδί μεταναστών". Και όσο και αν το ήθελε, δεν ήταν στο χέρι της να επιλέξει πού θα ζούσε.
     Στη Χώρα των φυτωρίων, τα παιδιά των μεταναστών μεγαλώνουν όλα μαζί σε κοινόβια, ξυπνάνε μαζί, τρώνε μαζί, πίνουν μαζί και κοιμούνται μαζί. Και καθώς μεγαλώνουν, κάποια από αυτά - τα μεγαλύτερα - επιλέγονται για να ταξιδέψουν. Και πάλι ταξιδεύουν πολλά μαζί. Μαζί διασχίζουν τις θάλασσες, μαζί παθαίνουν ναυτίες, μαζί φτάνουν στον προορισμό τους, μέχρι που, άλλα χέρια, χέρια άγνωστα και πολύ διαφορετικά από εκείνα που τα μεγάλωσαν - άπονα χέρια, τις ξενιτειάς τα χέρια - τα στέλνουν - λίγα-λίγα αυτή τη φορά - στον τελικό τους προορισμό, μια βεραντοχώρα ή μια κηποχώρα.
     Έτσι, λοιπόν, μεγάλωνε και η ανέμελη κοπέλα, στο κοινόβιο όπου είχε βρεθεί από τη γέννησή της, και όσο μεγάλωνε τόσο πιο όμορφη γινόταν. Και έφτασε και ο δικός της καιρός να κάνει το μακρινό της ταξίδι. Και μπήκε σε αεροπλάνο. Και ταξίδεψε πάνω από τα σύννεφα. Και ήταν πολύ ωραία εκεί. Και ύστερα το αεροπλάνο προσγειώθηκε, και την ανέμελη κοπέλα την πήγαν σε μια άλλη χώρα φυτωρίου, μαζί με μερικές από τις φίλες της, και όλες μαζί τραγουδούσαν τα πρωινά, όταν τις έβλεπε ο ήλιος, τον οποίο τον ήξεραν πολύ καλά, και ο οποίος πηγαίνει παντού.
     Και ήρθε ένα άγνωστο χέρι, χέρι γυναικείο, και έπιασε την ανέμελη κοπέλα και την χώρισε από τις φίλες της. Και την πήγε σε μια βεραντοχώρα. Και αυτή η χώρα ήταν η Χώρα της πίσω βεράντας. Και το χέρι την έβαλε εκεί, σε μια θέση περίοπτη. Και η κοπέλα ήταν στην αρχή διστακτική, καθώς δεν γνώριζε κανέναν από τους άλλους κατοίκους της χώρας.
     Μα και οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν λίγο διστακτικοί στην αρχή, όταν την γνώρισαν. Και πρώτα-πρώτα, επειδή η νεοφερμένη δε μιλούσε την γλώσσα. Όμως, η βραζιλιάνα καλλονή είχε ένα τόσο εγκάρδιο χαμόγελο, που σιγά-σιγά, οι ενδοιασμοί άρχισαν να κάμπτονται. Και οι κάτοικοι της Χώρας της πίσω βεράντας άρχισαν και εκείνοι να της χαμογελούν. Και εκείνη άρχισε να νιώθει πιο άνετα, ιδιαίτερα όταν είδε ότι στη Χώρα της πίσω βεράντας υπήρχε άφθονο φαγητό και νερό. Και τεντώθηκε και απλώθηκε και το χαμόγελό της άνθισε.
     Και φωτίστηκε η χώρα, και όλοι ένιωσαν ότι η κατάρα της κακιάς μάγισσας - αυτής που είχε γίνει η αιτία να χαθεί πάνω στο άνθος της ηλικίας του ο πανσές - επιτέλους θα έφευγε.
     - Καλώς ήρθες! φώναξαν όλοι οι κάτοικοι με μια φωνή.
     - Obrigada, είπε η βραζιλιάνα.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Δίλημμα


         
         
                                                                         
     Βαριά κατάρα έπεσε στη χώρα της πίσω βεράντας. Και ήταν μια κατάρα που όμοιά της δεν υπήρχε.
     Την είχε ρίξει μια κακιά μάγισσα, μία από εκείνες που καβαλάνε σκουπόξυλα και πετάνε το βράδυ, όταν έχει πανσέληνο. Και που ζουν σε μια σκοτεινή σπηλιά, παρέα με ένα κακιασμένο κοράκι, και που βράζουν συνέχεια μαγικά φίλτρα σε ένα μεγάλο καζάνι, και που έχουν και ένα χοντρό βιβλίο γεμάτο μαγικά ξόρκια.
     Μία τέτοια μάγισσα, λοιπόν, πετούσε ένα βράδυ στον ουρανό με το σκουπόξυλό της και είδε μία όμορφη βεράντα. Υπήρχαν πολλά και ωραία λουλούδια στη βεράντα και η μάγισσα ζήλεψε. Δεν άντεχε τόση ομορφιά, την πονούσαν τα μάτια της.
     - Τώρα θα δούμε αν θα συνεχίσει η βεράντα να είναι το ίδιο ωραία, είπε όλο κακία.
     Και από την τσέπη της έβγαλε ένα μικρό μπουκαλάκι. Και στο μπουκαλάκι υπήρχε ένα μαύρο υγρό. Η μάγισσα το άνοιξε και άδειασε μερικές σταγόνες πάνω από τη βεράντα. Ύστερα έφυγε γελώντας χαιρέκακα.
     Και την άλλη μέρα που ξύπνησε ο κόσμος - και η βεράντα μαζί - ένα μυρωδάτο θυμάρι είχε ξεραθεί! Μάταια το πότιζαν και προσπαθούσαν να το συνεφέρουν. Εκείνο δε συνήλθε ποτέ. Και η γλάστρα του έμεινε κενή.
     Όχι για πολύ, όμως, επειδή στη θέση του θυμαριού φυτεύτηκαν δύο πολύχρωμοι και καμαρωτοί πανσέδες. Ήταν κίτρινοι και μωβ, και αμέσως φάνηκε ότι θα ήταν οι πρωταγωνιστές της βεράντας.
     Κι όμως, νέο θανατικό έπεσε στη βεράντα ύστερα από δυο βδομάδες: ο ένας πανσές ξεράθηκε. Τι να συνέβαινε, άραγε; Να ζήλευε ο ένας πανσές τον άλλο και από την πολλή τη ζήλεια να έπαθε ό,τι έπαθε; Να τον μάτιασαν τα υπόλοιπα λουλούδια της βεράντας, που έβλεπαν πόσο όμορφος ήταν;
     Πάντως, ο πανσές που απόμεινε θέριεψε και φούντωσε και απλώθηκε σε όλη την γλάστρα, και γέμισε λουλούδια, και φαινόταν ότι τίποτα δεν τον τρόμαζε. Και σήκωνε καμαρωτός στον ήλιο κάθε πρωί τα λουλούδια του και ήταν χάρμα οφθαλμών να τον βλέπεις.
     Ούτε, όμως, και αυτός ο πανσές γλίτωσε από την κατάρα της μάγισσας. Και ένα ωραίο πρωί χλώμιασε, τα κοτσανάκια του λύγισαν και τα λουλούδια του έγειραν αποκαμωμένα.
     Πάει, λοιπόν, και αυτός ο πανσές και, απ'ό,τι φαίνεται, το θανατηφόρο φίλτρο της μάγισσας έπεσε όλο στη συγκεκριμένη γλάστρα.
     Και το ερώτημα είναι το εξής: Να αποπειραθώ να φυτέψω κάτι άλλο εκεί ή να εγκαταλείψω κάθε προσπάθεια;

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Αποκαθιστώντας την αλήθεια


     Από μικρή μου άρεσαν ιδιαίτερα κάποιοι μύθοι. Ο μύθος του πύργου της Βαβέλ ήταν ένας από αυτούς. Θύμωνα κιόλας, που ο Θεός είχε κάνει τους ανθρώπους να μιλούν τόσες διαφορετικές γλώσσες και σκεφτόμουν πόσο καλύτερα θα ήταν όλα, αν υπήρχε μόνο μία ομιλούμενη γλώσσα. Μεγαλώνοντας, βέβαια, κατάλαβα ότι ακόμα και στην ίδια γλώσσα χωράνε ουκ ολίγες παρανοήσεις...
     Το γεγονός είναι, πάντως, ότι ο μύθος κάτι μου έλεγε. Και πολύ το έψαξα το θέμα. Και τελικά ανακάλυψα ότι η πραγματική ιστορία είναι αρκετά διαφορετική.
     Η Βαβέλ, λοιπόν, ήταν μια κοπέλα με μαύρα, σγουρά μαλλιά, ρόδινα μάγουλα και δύο μάτια διαφορετικών χρωμάτων. Το ένα της μάτι ήταν τσαχπίνικο και καστανό, το άλλο της μάτι ήταν αθώο και γαλάζιο. Η Βαβέλ ήταν μοναχοκόρη ενός πλούσιου άρχοντα, που την είχε μην βρέξει και μην στάξει. Για τα ρούχα της της αγόραζε τα πιο φίνα υφάσματα και τα παπούτσια της ήταν από τα πιο μαλακά δέρματα.
     Ο άρχοντας υπεραγαπούσε την κόρη του, και όσο εκείνη μεγάλωνε τόσο εκείνος θλιβόταν που θα ερχόταν η ώρα να την αποχωριστεί, όταν εκείνη θα παντρευόταν. Με τρόμο σκεφτόταν την ώρα που κάποιο νέο και γεροδεμένο παληκάρι θα έβαζε τη Βαβέλ στα καπούλια του δυνατού του αλόγου, και καλπάζοντας γοργά θα την έπαιρνε μακριά.
     - Τι να κάνω, σκεφτόταν, για να την κρατήσω για πάντα κοντά μου;
     Και πολύ στενοχωριόταν που δεν έβρισκε λύση στο πρόβλημά του.
     Όμως, ένα βράδυ, εκεί που κοιμόταν, ο άρχοντας την βρήκε τη λύση: θα έφτιαχνε έναν πύργο για την κόρη του, και θα της τον έδινε για προίκα. Και ο πύργος θα ήταν τόσο ωραίος, που κανένας δε θα ήθελε να τον αποχωριστεί. Έτσι, ακόμα και όταν παντρευόταν, η κόρη του θα έμενε στον πύργο της και δε θα έφευγε ποτέ μακριά.
     Πολύ χαρούμενος με την ιδέα του, ο άρχοντας πήγε σε έναν αρχιτέκτονα.
     - Θέλω να μου σχεδιάσεις τον πιο όμορφο πύργο που μπορείς, του είπε. Θέλω τα καλύτερα υλικά. Για τα λεφτά μη σε νοιάζει, υπάρχουν άφθονα.
     Το επιχείρημα αυτό ήταν αρκετό για να δώσει κίνητρο στον αρχιτέκτονα, και εκείνος άρχισε να σχεδιάζει μανιωδώς. Και σχεδίασε έναν πύργο πανέμορφο, που όμοιός του δεν υπήρχε πουθενά. Σχεδίασε μαρμάρινες σκάλες, και πόρτες ξυλόγλυπτες, και όμορφες καμάρες, και μεγάλα παράθυρα, και ισχυρές επάλξεις, και δροσερά κελάρια, και ψηλοτάβανες, ευρύχωρες αίθουσες χορού, και φωτεινά δωμάτια, και εξώστες με απαράμιλλη θέα... Και όταν το είδε το σχέδιο ο άρχοντας, δάκρυσε από τη χαρά του. Και έδωσε τη συγκατάθεσή του, και πολλά σακιά με χρυσά φλουριά, για να ξεκινήσουν οι εργασίες.
     - Σε πόσο καιρό θα τελειώσει; ρώτησε τον αρχιτέκτονα.
     - Σε τρία χρόνια, του είπε εκείνος.
     Και ο αρχιτέκτονας προσέλαβε έναν εργολάβο. Και του έδωσε τα σχέδια και του είπε να αναλάβει το έργο. Και του έδωσε πολλά σακιά με φλουριά, για να φτιάξει εκείνον τον καταπληκτικό πύργο.
     Και ο εργολάβος ξεκίνησε. Όμως, σκέφτηκε να κάνει οικονομία, για να του περισσέψουν περισσότερα φλουριά. Και γιατί να βάλει τα καλύτερα μάρμαρα ή τα καλύτερα ξύλα ή τις καλύτερες πέτρες, αφού μπορούσε να χρησιμοποιήσει και πιο φτηνά υλικά; Έτσι κι αλλιώς, το σχέδιο παρέμενε το ίδιο.
     Και προσέλαβε και εργάτες, για να κάνουν τη δουλειά. Αλλά δεν πήρε όποιους κι όποιους, πήρε εργάτες ανειδίκευτους. Και δεν τους προσέλαβε με κανονικό μισθό και ασφάλιση, όχι, τους προσέλαβε δίνοντάς τους από ένα χρυσό φλουρί στον καθένα. Τι να τα κάνουν, εξάλλου, τα πολλά φλουριά άνθρωποι που δεν είχαν χαρτιά και κρύβονταν και από την αστυνομία;
     Βέβαια, υπήρχε κι ένα μικρό πρόβλημα. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν από διαφορετικές χώρες και δε μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Έτσι, η συνεννόηση ήταν δύσκολη. Και έγιναν πολλά λάθη στο ανακάτεμα της λάσπης, και στο χτίσιμο και στα πάντα.
     Πέρασαν τα τρία χρόνια και ο άρχοντας πήγε στον αρχιτέκτονα.
     - Έτοιμος ο πύργος; ρώτησε.
     - Έτοιμος ο πύργος; ρώτησε ο αρχιτέκτονας τον εργολάβο.
     Όχι, δεν ήταν έτοιμος ο πύργος. Το έδαφος είχε αποδειχτεί πολύ σκληρό και είχαν καθυστερήσει πολύ για να σκάψουν τα θεμέλια. Επιπλέον, χρειάζονταν κι άλλα φλουριά, επειδή είχαν σπάσει όλες οι τσάπες.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο αρχιτέκτονας.
     Άλλα τρία χρόνια. Αφού το έργο ήταν ακόμα στα θεμέλια. Και, να μην ξεχνάμε, χρειάζονταν και άλλα φλουριά.
     Στο μεταξύ, η Βαβέλ, μεγάλωνε και ομόρφαινε, και ένα-ένα, άρχισαν να έρχονται προξενιά από όλα τα γύρω βασίλεια. Τα καλύτερα παληκάρια διεκδικούσαν τις μεταξένιες της μπούκλες, τα δίχρωμά της μάτια και τα ροδαλά της μάγουλα. Ήταν όλοι τους ένας κι ένας. Και η Βαβέλ δυσκολεύτηκε πολύ μέχρι διαλέξει ποιον θα παντρευόταν.
     - Μόνο πως ο γάμος δεν μπορεί να γίνει ακόμη, είπε ο άρχοντας στον τυχερό. Θα πρέπει πρώτα να τελειώσει ο πύργος.
     - Σε πόσο καιρό; ρώτησε εκείνος.
     - Σε τρία χρόνια, απάντησε ο άρχοντας.
     Και ο γαμπρός έφυγε με την υπόσχεση να γυρίσει σε τρία χρόνια. Και η Βαβέλ άρχισε να υφαίνει το πέπλο του νυφικού της, όπως ήταν το έθιμο σε εκείνα τα μέρη. Και ο εργολάβος συνέχισε τις εργασίες.
     Και πέρασαν κι άλλα τρία χρόνια. Και ο γαμπρός επέστρεψε. Αλλά ο πύργος δεν ήταν έτοιμος.
     - Τι πρόβλημα υπάρχει; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Τι πρόβλημα υπάρχει; ρώτησε ο αρχιτέκτονας.
     Υπήρχαν κάτι κατασκευαστικά λάθη που είχε χρειαστεί να διορθωθούν, κάποιες πόρτες που δεν είχαν μπει, κάποια παράθυρα που είχαν μπει εκεί που δεν έπρεπε να μπουν, κάποιοι τοίχοι που είχαν γκρεμιστεί, καθώς δεν είχε φτιαχτεί σωστά η λάσπη. Στο μεταξύ, είχαν ακριβύνει και τα υλικά και χρειάζονταν κι άλλα φλουριά.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο αρχιτέκτονας.
     Άλλα τρία χρόνια. Υπήρχαν ακόμα πολλά να γίνουν. Και, να μην ξεχνάμε, χρειάζονταν και άλλα φλουριά.
     Και ο άρχοντας έδωσε κι άλλα φλουριά, και οι εργασίες συνεχίστηκαν και η Βαβέλ συνέχισε να υφαίνει το πέπλο του νυφικού της, και επειδή της είχε τελειώσει το μετάξι χρειάστηκε να της φέρουν κι άλλο.
     Και πέρασαν άλλα τρία χρόνια και ο γαμπρός ξαναγύρισε. Αλλά πάλι ο πύργος δεν ήταν έτοιμος. Και πάλι είχαν υπάρξει προβλήματα στην κατασκευή και πάλι χρειάστηκαν κι άλλα φλουριά και πάλι δόθηκε παράταση. Και η Βαβέλ συνέχισε να υφαίνει και τώρα το πέπλο της είχε γίνει πάρα πολύ μακρύ.
     Και ούτε ύστερα από άλλα τρία χρόνια είχε ετοιμαστεί ο πύργος. Και τη Βαβέλ είχε αρχίσει να την πονάει η πλάτη της από τον αργαλειό, αλλά συνέχιζε να υφαίνει, αφού έτσι ήταν το έθιμο. Και ο γαμπρός ξαναγύρισε άπραγος στο σπίτι του. Και ο άρχοντας έδωσε κι άλλα φλουριά για να συνεχιστεί ο πύργος, που τώρα είχε φτάσει στον πρώτο όροφο, αλλά συνέχεια παρουσίαζε κακοτεχνίες που έπρεπε να διορθωθούν. Και ακρίβαιναν και τα υλικά...
     Και πέρασαν πολλά χρόνια ακόμη. Και ο γαμπρός ήρθε και έφυγε πολλές φορές. Και άρχισε να κουράζεται από το πήγαινε-έλα. Και τη Βαβέλ την πονούσε η πλάτη της, αλλά εκείνη συνέχιζε να υφαίνει. Και το πέπλο της είχε γίνει τόσο μακρύ, που έφτανε για να τυλίξει γύρω-γύρω όλο το βασίλειο, μαζί με τον πύργο, που ακόμα δεν είχε τελειώσει. Και ο άρχοντας συνέχισε να δίνει φλουριά για να συνεχιστεί το έργο.
     Και πέρασαν κι άλλα χρόνια. Και τα μαλλιά του γαμπρού ασπρίσανε και άρχισαν να τον πονάνε οι κλειδώσεις του. Και δεν μπορούσε πια να ανεβαίνει στο άλογο. Και της Βαβέλ η πλάτη πιάστηκε τελείως και άρχισε να καμπουριάζει και να μην βλέπει και τόσο καλά. Και ο πύργος ακόμα δεν είχε τελειώσει. Και ο άρχοντας άρχισε να αναρωτιέται πώς με τόσα φλουριά που είχε δώσει δεν είχε καταφέρει να φτιάξει ακόμα εκείνον τον πύργο. Και αποφάσισε ότι ίσως θα έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι η Βαβέλ θα έφευγε μακριά.
     Και έδωσε τη συγκατάθεσή του για να γίνει ο γάμος, και ο γαμπρός έφτασε με μια άμαξα και η νύφη χρειάστηκε όλες τις κοπέλες του βασιλείου για να της κρατάνε το πέπλο. Και έγινε ο γάμος, αλλά ο γαμπρός και η νύφη δεν χόρεψαν στη δεξίωση, λόγω ρευματισμών. Και ύστερα, το ευτυχές ζευγάρι έφυγε για την πατρίδα του γαμπρού.
     Και έμεινε ο άρχοντας στενοχωρημένος και ο πύργος ατελείωτος.
     Και έζησαν αυτοί καλά και ο εργολάβος καλύτερα.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Σε τόνους του πορτοκαλί

 

      Την είδα σήμερα, την πορτοκαλί γυναίκα. Έκανε βόλτα, ντυμένη στα πορτοκαλί, σπρώχνοντας ένα πορτοκαλί καροτσάκι, όπου μέσα καθόταν το πορτοκαλί μωρό της, επίσης ντυμένο στα πορτοκαλί. Φαινόταν πολύ ήρεμη, και μάλλον χαρούμενη, η πορτοκαλί γυναίκα.
     Είναι τυχερή, η πορτοκαλί γυναίκα. Δεν είναι ούτε ξινή και στριμμένη, σαν τη μητέρα της, την κίτρινη γυναίκα, ούτε ευέξαπτη και επιθετική, σαν τον πατέρα της, τον κόκκινο άντρα. Είναι ισορροπημένη, σε γενικές γραμμές, η πορτοκαλί γυναίκα.
     Όταν ήταν μικρή, η μητέρα της, η κίτρινη γυναίκα, που της άρεσε η λεμονάδα, οι μπανάνες και τα κίτρινα τυριά, την έντυνε στα κίτρινα και στόλιζε τα μαλλιά της με μαργαρίτες, προσπαθώντας να την κάνει να της μοιάζει. Ήταν γκρινιάρα η μητέρα της, η κίτρινη γυναίκα.
     Ο πατέρας της, από την άλλη μεριά, ο κόκκινος άντρας, θύμωνε και άναβε και κόρωνε, όταν έβλεπε τις προσπάθειες της γυναίκας του να κάνει το παιδί να της μοιάζει, αντί να μοιάζει σε εκείνον. Σε εκείνον άρεσαν πολύ τα κοκκινιστά φαγητά, που τα συνόδευε πάντα με ντοματοσαλάτα και κόκκινο κρασί, και τρελλαινόταν για φράουλες, κεράσια και καρπούζι. Επίσης, λάτρευε τις ταυρομαχίες. Ήταν όμως ευέξαπτος ο πατέρας της, ο κόκκινος άντρας.
     Και ήταν και επίμονος, ο κόκκινος άντρας. Αγόραζε κόκκινα φουστάνια και κόκκινα παπούτσια, και κόκκινα σκουφιά για την κόρη του, και την έβαζε να τα φοράει, ακόμα κι αν έξω έκανε ζέστη και έσκαγε ο τζίτζικας. Τον λοξοκοιτούσε η γυναίκα του, η κίτρινη γυναίκα, και κρυφά τάιζε το παιδί σουφλέ τυριών και λέμον πάι. Και ο κόκκινος άντρας το έβαζε να τρώει παντζάρια και να πίνει βυσσινάδα.
     Η πορτοκαλί γυναίκα, που τότε ήταν ακόμα πορτοκαλί κορίτσι, ήταν πολύ καλόβολη και προσπαθούσε να ικανοποιήσει και τους δυο της τους γονείς. Έτρωγε και το σουφλέ των τυριών και τα κοκκινιστά, έπινε λεμονάδες και βυσσινάδες, έτρωγε μπανάνες και φράουλες, φορούσε κίτρινα φορέματα και κόκκινα παπούτσια, έβαζε μαργαρίτες και κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά... Όμως, με τίποτα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τους γονείς της. Δεν ήξερε και η ίδια τι προτιμούσε, να μοιάσει στον έναν ή να μοιάσει στον άλλον...
     Και όμως, μια μέρα που ο ήλιος ήταν κατακίτρινος και έλαμπε, και η κόκκινη τριανταφυλλιά ήταν γεμάτη κατακόκκινα τριαντάφυλλα, η πορτοκαλί γυναίκα, που ήταν πορτοκαλί κορίτσι, κατάλαβε ότι δεν ήταν ούτε κίτρινη σαν τη μητέρα της, ούτε κόκκινη σαν τον πατέρα της. Συνειδητοποίησε ότι εκείνη ήταν πορτοκαλί, και ότι πιο πολύ από όλα της άρεσε να πίνει πορτοκαλάδα, να τρώει καρότα και κολοκυθόσουπα, πορτοκαλόπιτα, βερύκοκα και σορμπέ μάνγκο.
     Γνώρισε, λοιπόν, τον εαυτό της, η πορτοκαλί γυναίκα, και από τότε αποφάσισε ότι θα ήταν μόνο πορτοκαλί. Μάταια συνέχισαν να προσπαθούν οι γονείς της να την πάρουν ο καθένας με το μέρος του. Εκείνη έμεινε πιστή στον εαυτό της.
     Και μεγάλωσε η πορτοκαλί γυναίκα, και έφτασε σε ηλικία γάμου. Και το σκέφτηκε πολύ καλά το πράγμα. Και δεν ήθελε το παιδί της να είναι ούτε κίτρινο, ούτε κόκκινο. Έψαξε, λοιπόν, και βρήκε έναν άντρα πορτοκαλή. Και ο άντρας εκείνος ήταν από κόκκινη μητέρα και κίτρινο πατέρα, αλλά αυτό καθόλου δεν πείραζε, αφού εκείνος ήταν πορτοκαλής.
     Και παντρεύτηκαν οι δυο τους σε μια πορτοκαλί εκκλησία, την ώρα ενός πορτοκαλί ηλιοβασιλέματος. Και πήγαν να ζήσουν σε ένα σπίτι με πορτοκαλί παντζούρια και κουρτίνες.
     Και όταν γεννήθηκε το παιδί τους, του πήραν ένα πορτοκαλί καρότσι και ρούχα πορτοκαλί, και του έδιναν να πίνει πορτοκαλάδα και να τρώει φρουτόκρεμες από βερύκοκα. Και το παιδί ήταν πάντα χαμογελαστό, που είχε δυο πορτοκαλί γονείς.
     Και η πορτοκαλί γυναίκα πήγαινε πολλές βόλτες το πορτοκαλί μωρό της, μέσα στο πορτοκαλί του καρότσι. Και όταν το ηλιοβασίλεμα ήταν πορτοκαλί, οι δυο τους γίνονταν ένα με το ηλιοβασίλεμα.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Θα σε θυμάμαι

     

     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για το παχύ σου μουστάκι και το χαμόγελό σου. Για τα κίτρινα από το τσιγάρο δόντια σου. Θα σε βρίσκω πάντα στα καστανόξανθα μαλλιά και τα παχιά μουστάκια.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνες τις φορές που έβγαζες τη μάσκα και σταματούσες τη δουλειά για να με χαιρετήσεις. Θα σε βρίσκω πάντα στη μυρωδιά του βερνικιού, στην σκόνη των επίπλων.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το σάντουιτς που μου είχες φέρει μια φορά, έτσι, χωρίς λόγο. Θα σε βρίσκω πάντα στη γεύση της μαγιονέζας και του κέτσαπ.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για τα βράδυα που φάγαμε έξω. Για τη φορά που κάναμε Πάσχα μαζί. Για το καλοκαίρι που κάναμε διακοπές μαζί. Θα σε βρίσκω πάντα στα μικρά μεζεδοπωλεία, στη μαγειρίτσα, σε εκείνη την παραλία με τα χοντρά βότσαλα.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνη την άδεια μπαταρία αυτοκινήτου, που μας έκανε να το σπρώχνουμε στον δρόμο για ώρες. Θα σε βρίσκω πάντα στα μικρά, χαμηλά αυτοκίνητα.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το απόγευμα που είχες χάσει, προσπαθώντας να βρεις πώς παιζόταν το παιχνίδι που μας είχες αγοράσει. Θα σε βρίσκω πάντα σε εκείνο το επιτραπέζιο παιχνίδι.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το απόγευμα, που περνώντας έξω από το σπίτι σου σε είδα να λύνεις σταυρόλεξο και ανέβηκα να σε χαιρετήσω. Θα σε βρίσκω πάντα στα σταυρόλεξα, με τα γυαλιά σου στηριγμένα χαμηλά στη μύτη.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνη τη φωτογραφία που δεν έβγαλες, τότε που δεν είχες πια μύτη, για να μη χαλάσεις, όπως είπες, τη φωτογραφία. Θα σε βρίσκω πάντα σε εκείνη τη φωτογραφία, που τους έχει όλους εκτός από εσένα.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το τραπεζάκι που μου χάρισες. Μα πιο πολύ θα σε θυμάμαι για εκείνο το τραπέζι που δε σου έκανα ποτέ, παρόλο που σου το υποσχέθηκα. Συγγνώμη!

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Ένας χρόνος και μια μέρα




      Πέρασε κιόλας ένας χρόνος από όταν ξεκίνησα αυτό το μπλογκ, έτσι, για πλάκα, και από απλή περιέργεια. Κακώς, θα πει κάποιος, και οι Άγγλοι θα συμφωνήσουν. Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, θα πουν, καθώς θα βουτάνε το μπισκοτάκι τους στο αχνιστό τους τσάι.
     Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα πώς θα πήγαινε, και ούτε φανταζόμουν ότι θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω επί έναν ολόκληρο χρόνο. Σκοπός μου ήταν να γράφω ιστορίες με έναυσμα μια λέξη. Μέγα λάθος! Μέχρι στιγμής, δεν έγραψα ούτε μία ιστορία με αυτόν τον τρόπο. Μετά σκέφτηκα ότι θα προτιμούσα να γράφω ιστορίες αστείες και περίεργες, ιστορίες μιας πειραγμένης καθημερινότητας, κάτι που από μόνο του αποκαλεί πρόκληση. Από αυτές έγραψα αρκετές.
     Βέβαια, δεν είναι εύκολο να δημουργείς ιστορίες με τα πιο απλά και τετριμμένα υλικά. Υπήρξαν πολλές στιγμές που το μυαλό μου κόλλησε, που δεν είχα καμιά ιδέα. Υπήρξαν στιγμές που δεν είχα όρεξη ούτε δύναμη να σκεφτώ. Όμως, υπήρχε και ένα ακόμα σοβαρότερο πρόβλημα: υπήρχαν και αναγνώστες. Και για το μεγαλύτερο μέρος αυτών ευθύνομαι εγώ η ίδια, αφού εγώ τους προσκάλεσα. Υπήρξαν όμως και κάποιοι άλλοι, που επισκέφτηκαν το μπλογκ με εντελώς δική τους πρωτοβουλία.
     Τώρα θα ακουστώ λίγο παλαβή, όμως η ύπαρξη αναγνωστών δημιουργεί πίεση. Πώς θα μπορούσα να αφήσω χωρίς καθόλου ιστορίες τον αναγνώστη που διαβάζει το μπλογκ μου μόλις μερικά λεπτά αφότου αναρτήσω κάποιο κείμενο; Πώς; Μήπως το μπλογκ μου αποτελεί μια αχτίδα φωτός στη ζωή αυτών των δύο, τριών, δέκα ανθρώπων; Και αν προστεθεί και ενδέκατος αναγνώστης τι θα κάνω; Και κάπου εδώ καβαλάς ένα καλάμι και αρχίζεις να καλπάζεις. Κλάπα κλοπ! Κλάπα κλοπ!
     Αν είναι κάτι που δε θέλω να κάνω, είναι να ψωνιστώ. Και αν είναι κάτι που θέλω να κάνω, είναι να έχω πολλές, πάρα πολλές, άπειρες ιδέες με ιστορίες για να τις μοιραστώ με αυτούς τους δύο, τρεις, δέκα ανθρώπους (ίσως και με τον ενδέκατο).
     Εύχομαι, λοιπόν, στο μπλογκ μου να συνεχίσει να τροφοδοτείται τακτικά με ιστορίες και με θετική ενέργεια, την οποία όλοι την έχουμε ανάγκη. Επίσης, του ζητάω να με συγχωρήσει που εχθές ξέχασα τα γενέθλιά του και του υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω να τα ξαναθυμηθώ του χρόνου, σε έναν χρόνο και μία μέρα από σήμερα. Και ίσως εκείνη τη μέρα, αντί ευχών, να έχω να του χαρίσω μια διασκεδαστική ιστορία.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Ευφορία στην εφορία;

 

      Τι κάνουμε στην εφορία; Τακτοποιούμε τις οικονομικές μας υποθέσεις με το κράτος, θα πει κάποιος. Πληρώνουμε τις οφειλές μας, θα πει άλλος. Ταλαιπωρούμαστε, θα πει κάποιος τρίτος.
     Ο,τιδήποτε από αυτά σωστό είναι, φυσικά. Και, κυρίως, το τρίτο είναι που συμβαίνει συνήθως. Περιμένουμε σε τεράστιες ουρές, μέχρι να ανακαλύψουμε ότι μας έχουν υποδείξει λάθος, ξαναπεριμένουμε σε άλλες ουρές, ανεβαίνουμε σκαλιά, πηγαίνουμε από γραφείο σε γραφείο, μαζεύουμε υπογραφές και σφραγίδες, κάνουμε γνωριμίες...
     Μέρα εφορίας ήταν για εμένα σήμερα. Οπότε, ήμουν προετοιμασμένη για όλα τα παραπάνω. Επίσης, ήμουν προετοιμασμένη για ο,τιδήποτε θα μπορούσαν να μου ζητήσουν, προκειμένου να με εξυπηρετήσουν.
     Όμως, τελικά, δεν ήταν απλώς μια μέρα εφορίας, ήταν μια μέρα εκπαίδευσης. Έμαθα, λοιπόν, πολλά πράγματα.
     Πρώτα-πρώτα, έμαθα όλα τα προβλήματα υγείας των υπαλλήλων, μέχρι να αρχίσουν να εξυπηρετούν το κοινό. Έμαθα τι καιρό έκανε στον δρόμο της επιστροφής εχθές, για ποια προϊόντα φημίζονται κάποια μέρη της Ελλάδας και πόσοι ήταν οι υποψήφιοι στις εκλογές σε διάφορες περιφέρειες.
     Έμαθα τη διαφορά θεωρίας και πράξης, καθώς θεωρητικά η εξυπηρέτηση του κοινού ξεκινούσε στις 8, αλλά στην πράξη ξεκινούσε στις 8 και 10. Τι περίμενα κι εγώ, στην Αγγλία ήμαστε;
     Άλλο πράγμα που έμαθα ήταν ότι το να πάρεις μια απάντηση σε μια ερώτηση δε σημαίνει ότι έλυσες και το πρόβλημά σου. Ανακάλυψα ότι τελικά μάλλον είναι υποχρεωτικό να περιμένεις αρχικά σε λάθος ουρά, προτού σε στείλουν στη σωστή, και ότι αυτό μπορεί να συμβεί πάνω από μία φορά.
     Έμαθα για πολλοστή φορά πόσο αποδοτικό είναι το σύστημα της παράκαμψης της ουράς μέσω μιας αρχικής ερώτησης, η οποία ακολουθείται από καταιγισμό ερωτήσεων, επίδειξη διαφόρων άσχετων χαρτιών και άφθονη ροή δακρύων. Φυσικά, βοηθάει αν είσαι μεγάλης ηλικίας.
     Έκανα μία επιθεώρηση όλων των χώρων της εφορίας, καθώς πήγαινα από γραφείο σε γραφείο, και βρήκα ότι οι χώροι παραμένουν οι ίδιοι. Στις διαδρομές μου μέσα στο κτίριο συναντήθηκα αρκετές φορές με τους ίδιους ανθρώπους, πράγμα που με έκανε να αισθανθώ μια οικειότητα με το χώρο. Ένιωσα μια απέραντη αγάπη για όλους τους ομοιοπαθείς.
     Επίσης διαπίστωσα ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον κόσμο που μοιάζουν με καρτούν και ότι, απ'ό,τι φαίνεται, η εφορία έχει προσλάβει ένα σημαντικό αριθμό τέτοιων ανθρώπων, γεγονός που με έκανε να διασκεδάσω πολύ. Παρατήρησα ότι τα πάντα λειτουργούν σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι του προηγούμενου αιώνα, που είναι γεμάτο ελατήρια και γρανάζια, τα περισσότερα από τα οποία έχουν σπάσει.
     Τέλος, αποδείχτηκε ότι τελικά μπορείς να ξεμπερδέψεις από την εφορία σε λιγότερο από μία ώρα, αν είσαι από τους πρώτους φορολογούμενους που θα πάνε το πρωί, και αν τη συγκεκριμένη μέρα η εφορία δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη κίνηση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μπορείς να ξεμπερδέψεις παίρνοντας και επιστροφή χρημάτων!
     Ύστερα από όλα αυτά, φεύγοντας από την εφορία, δεν μπόρεσα τελικά να μην αισθανθώ μια μεγάλη ευφορία!

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Απρόσμενος ακροβάτης



      Ε, λοιπόν, όσο περίεργο κι αν φαίνεται, σήμερα ήμουν στενοχωρημένη. Δηλαδή, περισσότερο στενοχωρημένη ήμουν εχθές, αλλά και σήμερα δε θα έλεγα ότι πετούσα από τη χαρά μου.
     Η μέρα δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Η αλήθεια είναι ότι βαριόμουν κιόλας. Βέβαια, πρέπει να το πω αυτό, από μόνη της η μέρα δεν είχε τίποτα το δυσάρεστο. Ο ουρανός ήταν καθαρός, είχε ήλιο, η θερμοκρασία ήταν ιδανική, όλα καλά ήταν. Τι να το κάνεις, όμως, όταν το εσωτερικό σου μικροκλίμα έχει διαταραχτεί;
     Ίσως γι'αυτό, λοιπόν, το σύμπαν φρόντισε να με διασκεδάσει. Και σκέφτηκε να μου στείλει έναν ακροβάτη.
     Ναι, ξέρω, ακούγεται τρελλό - ακροβάτης κατ'οίκον; -, όμως έτσι έγινε. Για να τον δω δεν χρειάστηκε να φύγω από το σπίτι μου. Δεν χρειάστηκε να στηθώ σε κάποια ουρά για να βγάλω εισιτήριο. Δεν χρειάστηκε καν να βγάλω εισιτήριο. Δεν χρειάστηκε να στριμωχτώ σε άβολα καθίσματα και να υποστώ ψηλούς που δε σε αφήνουν να δεις, χοντρούς που σε στριμώχνουν απειλητικά, ενοχλητικούς - γενικά - θεατές.
     Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να βάλω μπουγάδα.
     Τώρα - θα πει κανείς - μας δουλεύεις. Τι χρειαζόταν η μπουγάδα, για να στήσεις το σκοινί για τον ακροβάτη;
     Α, όχι, δεν χρειάστηκε να του δώσω σκοινί, είχε το δικό του. Και μάλιστα ήταν ιδιαίτερα μακρύ, και από νήμα πολύ ανθεκτικό και ελαφρύ ταυτόχρονα.
     Αν χρειάστηκε να βάλω μπουγάδα, ήταν επειδή θα έπρεπε να την απλώσω. Και ακόμα περισσότερο, ήταν επειδή στη συνέχεια θα έπρεπε να την μαζέψω.
     Επειδή τότε τον είδα. Και τότε έκανε το νούμερό του.
     Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι στην αρχή τρόμαξα λίγο. Ήταν που δεν περίμενα να τον δω. Επιπλέον, στην αρχή δεν κατάλαβα ότι επρόκειτο για ακροβάτη. Θεώρησα ότι ήταν απλώς ένας απρόσκλητος επισκέπτης. Και εκείνος τρόμαξε, για να πούμε και του στραβού το δίκιο. Ούτε εκείνος περίμενε να με δει. Και ας ήταν με δική του πρωτοβουλία που συναντηθήκαμε.
     Το αρχικό σάστισμα κράτησε πολύ λίγο. Μέχρι να συνειδητοποιήσω περί τίνος επρόκειτο, ο ακροβάτης έριξε το σκοινί του και μετεωρίστηκε κάτω από την κρεμασμένη μου μπουγάδα. Ο άνεμος φυσούσε ελαφρά και το σκοινί με τον ακροβάτη χόρευε απαλά. Ίσα που πρόλαβα να δω το νούμερο. Ύστερα ο ακροβάτης εξαφανίστηκε.
     Προσπάθησα να δω πού είχε πάει. Δεν κατάφερα να δω τίποτα. Ούτε το σκοινί του φαινόταν, ούτε εκείνος. Και εγώ έμεινα με την απορία: άραγε, αφέθηκε να παρασυρθεί από τον αέρα, ή απλώς πήδηξε στο κενό;
     Ποτέ δε θα μάθω τι απέγινε εκείνη η μικρή, γκρίζα αραχνούλα...

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Μητρικοί διάλογοι

    

      - Ο γιατρός θα σας δεχτεί σε λίγο, είπε η νοσοκόμα στην κοκκινομάλλα.
     Εκείνη χαμογέλασε και, ασυνείδητα, χάιδεψε τη φουσκωμένη της κοιλιά.
     - Κι εσύ στο μήνα σου είσαι; τη ρώτησε η γκριζομάλλα, που καθόταν δίπλα της.
     - Ναι, είπε και ξαναχαμογέλασε.
     - Έχεις δει το φύλο; ξαναρώτησε η γκριζομάλλα.
     - Όχι, είπε εκείνη. Με τον άντρα μου αποφασίσαμε ότι δε μας ενδιαφέρει το φύλο. Τι αγόρι, τι κορίτσι, ίδια είναι και τα δύο. "Γερά να'ναι, κι ό,τι να'ναι", έτσι δε λένε;
     - Έτσι είναι, είπε και η άλλη. Εγώ έχω κι από τα δύο και, σε βεβαιώνω, δεν έχουν καμία διαφορά. Είτε αγόρια είτε κορίτσια, τα παιδιά είναι παίδεμα.
     - Α, έχεις κι άλλα παιδιά; ρώτησε η κοκκινομάλλα.
     - Ναι, τέσσερα.
     - Τέσσερα; Μπράβο, να σου ζήσουν!
     - Ευχαριστώ. Εσένα είναι η πρώτη σου εγκυμοσύνη;
     - Ναι.
     - Έχεις άγχος;
     - Ε, όσο να'ναι...
     - Έτσι έχουμε όλες. Η αλήθεια είναι ότι είναι μια δύσκολη εμπειρία, αλλά το αποτέλεσμα πάντα σε αποζημιώνει.
     - Ναι... είπε η κοκκινομάλλα, αλλά δε φάνηκε να το πολυπιστεύει.
     - Έτσι είναι, θα το δεις, είπε η γκριζομάλλα και πάλι.
     - Ο άντρας σου πώς την αντιμετωπίζει την εγκυμοσύνη σου; ρώτησε η κοκκινομάλλα για να αλλάξει λίγο συζήτηση.
     - Τι πρόβλημα να'χει εκείνος; Άσε που είναι ναυτικός και ταξιδεύει συνέχεια. Πολύ σπάνια τον βλέπω.
     - Αλήθεια; Και πώς μπορείς;
     - Αχ, φιλενάδα, οι άντρες είναι μπελάς, όλες το ξέρουν. Καλύτερα να τον βλέπω αραιά και πού παρά να τον έχω συνέχεια στα πόδια μου.
     - Δε συμφωνώ, είπε η κοκκινομάλλα.
     - Άσε με να μαντέψω: νιόπαντρη;
     Η κοκκινομάλλα κατέβασε ντροπαλά το κεφάλι.
     - Έτσι εξηγείται, είπε η γκριζομάλλα. Κάτσε να περάσει λίγος καιρός και τα ξαναλέμε.
     - Δε νομίζω να αλλάξω γνώμη, απάντησε η κοκκινομάλλα. Με τον άντρα μου αγαπιόμαστε πολύ και δεν αντέχει ο ένας μακριά από τον άλλο.
     - Ναι, πετάχτηκε και μια μαυρομάλλα με μια άσπρη τούφα, που επίσης περίμενε το γιατρό, το έχουμε υπόψη μας. Όλη η γειτονιά έχει να το λέει: τον Ιανουάριο δεν μπορούσαμε να κλείσουμε μάτι από τη φασαρία που κάνατε.
     - Ε, άμα ευχαριστιέσαι, πρέπει και να το δείχνεις...
     - Κι άλλοι ευχαριστιούνται, αλλά δεν το κάνουνε θέμα... μουρμούρισε η μαυρομάλλα.
     Η κοκκινομάλλα την αγνόησε.
     - Και πού είναι τώρα ο άντρας σου; τη ρώτησε η γκριζομάλλα.
     - Α, έχει πάει να δει τη μάνα του, που είναι άρρωστη.
     - Και δεν μπορούσε να έρθει μαζί σου στο γιατρό;
     - Ξέρεις, η μάνα του ζει στην Άγκυρα.
     - Τούρκος είναι;
     - Ναι.
     - Α, δε μου αρέσουν καθόλου οι Τούρκοι. Είναι πολύ τριχωτοί.
     - Δεν έχεις δίκιο, απάντησε η κοκκινομάλλα. Η τρίχα στον άντρα είναι σέξι.
     Η γκριζομάλλα δεν είπε τίποτα. Είναι πασίγνωστο ότι οι κοκκινομάλλες φημίζονται για το φλογερό τους ταμπεραμέντο. Εξάλλου, περί ορέξεως...
     - Ο γιατρός θα σας δεχτεί τώρα, είπε η νοσοκόμα στην κοκκινομάλλα, που σηκώθηκε με κόπο.
     - Αν δε σε ξαναδώ, καλή λευτεριά, της είπε η γκριζομάλλα.
     - Επίσης, απάντησε εκείνη.
     Και μπήκε στο γραφείο του γιατρού, κουνώντας την όμορφη ουρά της.
       
      Αρκετές εβδομάδες αργότερα, οι δυο τους ξανασυναντήθηκαν.
          - Πόσο δίκιο είχες! είπε η κοκκινομάλλα στην γκριζομάλλα. Ζωή να'χουνε, μου έχουν βγάλει το λάδι τα παιδιά μου.
     - Και πού είσαι ακόμη, της είπε η γκριζομάλλα. Περίμενε να μπούνε στην εφηβεία και θα δεις.
     - Μα ήδη έχουν μπει, είπε η κοκκινομάλλα. Ξεχνάς πόσος καιρός πέρασε από όταν συναντηθήκαμε στο γιατρό;
     - Α, ναι, δίκιο έχεις, είπε και η γκριζομάλλα. Και τα δικά μου τα κυνηγάω όλη την ώρα. Πού πας παιδί μου; φώναξε σε ένα γκρίζο γατάκι, που εκείνη την ώρα περνούσε τον δρόμο.
     - Πάω βόλτα με τους φίλους μου, είπε εκείνο.
     - Να προσέχεις στον δρόμο, οι οδηγοί τρέχουν...
     - Ναι, καλά, το ξέρω, μου το έχεις ξαναπεί. Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι έχω μεγαλώσει πια;
     - Και πειράζει που νοιάζομαι για εσένα;
     - Δεν χρειάζεται, προσέχω.
     - Αχ, αυτό το παιδί θα με πεθάνει, είπε η γκριζομάλλα. Και πού θα πάτε;
     - Όπου θέλουμε, να μη σε νοιάζει! της είπε αυθάδικα εκείνο.
     - Να προσέχεις, παιδί μου, μην πλησιάζεις τους αγνώστους και μην τυχόν και κανένας σου δώσει τίποτα να φας και το πάρεις, κυκλοφορούν και φόλες, με ακούς, παιδί μου; Να προσέχεις, είπα!
     - Ωχ, βρε μαμά! είπε το γατάκι καθώς απομακρυνόταν βιαστικά.
     - Έτσι είναι, αναστέναξε η γκριζομάλλα. Τα γεννάς, τα μεγαλώνεις, και όλα αυτά γιατί;
     - Το αποτέλεσμα σε αποζημιώνει, μου είχες πει τότε στο γιατρό, είπε η κοκκινομάλλα. Εξάλλου, και εμένα τα ίδια μου κάνουν, μην ανησυχείς.
     - Σιγά την αποζημίωση, είπε η γκριζομάλλα. Και ύστερα σου λένε ότι μάνα είναι μόνο μία.
     Η κοκκινομάλλα δεν είπε τίποτα. Το ίδιο σκεφτόταν και εκείνη.
     Ξαφνικά, στην άκρη του δρόμου εμφανίστηκε το γκρίζο γατάκι. Ερχόταν τρέχοντας, λες και κάποιος το κυνηγούσε.
     - Το παιδί μου, είπε η γκριζομάλλα, ποιος το κυνηγάει το παιδί μου;
     - Μαμά! φώναξε εκείνο. Μαμά!
     Γεμάτη αγωνία έτρεξε προς το μέρος του. Και μόλις πλησίασε, το γατάκι έπεσε επάνω της.
     - Νιάου, της είπε ναζιάρικα, συγγνώμη που το ξέχασα. Χρόνια πολλά, μαμά!
     Και με τη ροζ γλωσσίτσα του άρχισε να της γλείφει το πρόσωπο.
     - Σε ευχαριστώ, παιδάκι μου, είπε συγκινημένη η γκριζομάλλα.
     Γύρισε προς την κοκκινομάλλα.
     - Είδες, λοιπόν, που είχα δίκιο; της είπε. Το αποτέλεσμα σε αποζημιώνει!

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Πασχαλινά αυγά

     


     Στον Ειρηνικό Ωκεανό, υπάρχει ένα μικρό νησί, το νησί του Πάσχα. Είναι το πιο απομονωμένο νησί του κόσμου, αλλά και ένα από τα πιο γνωστά. Πολλές φωτογραφίες του υπάρχουν, με τους μεγάλους, πέτρινους φρουρούς του, τα μοάι, που, βλοσυροί και παραταγμένοι στη σειρά, είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν το νησί τους με κάθε κόστος.
     Το νησί του Πάσχα ονομάστηκε έτσι επειδή ανακαλύφτηκε την ημέρα του Πάσχα, από έναν Ολλανδό θαλασσοπόρο, που προφανώς δεν είχε φαντασία για να του δώσει κάποιο καλύτερο όνομα. Αυτό το ξέρουν όλοι.
     Αυτό που δεν ξέρουν όλοι, όμως, είναι ότι το νησί του Πάσχα είναι, κατά σύμπτωση, το πραγματικό νησί του Πάσχα. Με άλλα λόγια, είναι το νησί όπου παράγονται τα πασχαλινά αυγά. Και δεν εννοώ τα αυγά που τα βάφουμε και τα ζωγραφίζουμε, εννοώ τα ωραία, λαχταριστά, σοκολατένια αυγά.
     Στο νησί του Πάσχα ζουν χιλιάδες πασχαλινά κουνέλια. Και τα πασχαλινά κουνέλια δεν είναι όπως τα κανονικά κουνέλια. Δηλαδή μοιάζουν, έχουν μεγάλα αυτιά και φουντωτή ουρίτσα, και τα μπροστινά τους δόντια πετάνε. Όμως, αυτά τα κουνέλια είναι πολύ πιο μεγάλα και γεννάνε αυγά. Μάλιστα, δεν είναι αστείο, είναι τα μόνα κουνέλια που γεννάνε αυγά. Και τα αυγά των πασχαλινών κουνελιών είναι τα πραγματικά πασχαλινά αυγά.
     Βέβαια, αυτό είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αφού δεν υπάρχει ούτε μία φωτογραφία πασχαλινού κουνελιού παγκοσμίως. Όμως, όσο περίεργο κι αν φαίνεται, είναι αλήθεια πέρα ως πέρα. Και οι κάτοικοι του νησιού το γνωρίζουν πολύ καλά. Απλώς δεν το λένε σε κανέναν, γιατί δε θέλουν να τους κλέψει κανένας τα πασχαλινά τους κουνέλια.
     Τα πασχαλινά κουνέλια είναι νυκτόβια και δεν εμφανίζονται τη μέρα. Εξάλλου, υπάρχουν και τα μοάι και τα πασχαλινά κουνέλια, είναι γνωστό, φοβούνται τα μοάι. Τα πασχαλινά κουνέλια, λοιπόν, βγαίνουν μόνο τη νύχτα. Και τότε είναι που χοροπηδάνε δεξιά κι αριστερά, και παίζουν και κυλιούνται στα χορτάρια.
     Τα πασχαλινά κουνέλια ζουν γύρω από τα τρία ηφαίστεια του νησιού του Πάσχα. Και τα ηφαίστεια βγάζουν πυκνό καπνό, και κανείς δεν μπορεί να δει τι υπάρχει μέσα. Λένε, λοιπόν, ότι υπάρχει καυτή και κατακόκκινη λάβα, αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Το βράδυ, που ο καπνός αραιώνει πολύ, η αλήθεια αποκαλύπτεται και όποιος μπορεί να δει βλέπει ότι μέσα στα ηφαίστεια αυτά κοχλάζει σοκολάτα! Και γύρω από τα ηφαίστεια μοσχομυρίζει κακάο!
     Εκεί, λοιπόν, γύρω από τα ηφαίστεια με την καυτή σοκολάτα, ζουν τα πασχαλινά κουνέλια, και τρώνε μόνο τα λουλούδια του σοκολατόχορτου, ενός χόρτου που φυτρώνει στους πρόποδες των ηφαιστείων και που μόνο το βράδυ ανθίζει, και πίνουν μόνο νερό από τις πηγές που βρίσκονται κοντά στον κρατήρα των ηφαιστείων.
     Τα πασχαλινά κουνέλια μοιάζουν με τα άλλα και σε κάτι ακόμα: γεννοβολάνε συνέχεια. Αλλά, όπως είπαμε, τα πασχαλινά κουνέλια γεννάνε αυγά. Έτσι, οι πρόποδες των τριων ηφαιστείων του νησιού του Πάσχα είναι γεμάτοι πασχαλινά αυγά. Και τα αυγά αυτά είναι σοκολατένια, ως επί το πλείστον. Όσα αυγά δεν είναι σοκολατένια είναι τα αυγά από τα οποία, ύστερα από λίγες μέρες, θα βγουν τα καινούργια πασχαλινά κουνέλια. Τα υπόλοιπα είναι σκέτη, λαχταριστή σοκολάτα.
     Ειδικοί αυγοσυλλέκτες ανεβαίνουν προσεκτικά στις πλαγιές των ηφαιστείων με φακούς, τις νύχτες που δεν έχει φεγγάρι, και μαζεύουν τα σοκολατένια αυγά σε μεγάλα σακίδια που κουβαλάνε στις πλάτες τους. Είναι πολύ δύσκολη δουλειά, επειδή δεν θέλουν τα τρομάξουν τα πασχαλινά κουνέλια, και επιπλέον πρέπει να διαλέξουν τα αυγά προσεκτικά, μήπως κατά λάθος πάρουν κάποιο από τα αυγά που έχει μέσα κουνελάκι.
     Σε μια μεγάλη, υπόγεια αποθήκη μαζεύουν όλα τα πασχαλινά αυγά. Και εκεί, οι αυγοσυσκευαστές, που έχουν δώσει βαρύ όρκο να μην αποκαλύψουν ποτέ τη θέση της υπόγειας αποθήκης, τα συσκευάζουν και τα τυλίγουν με όμορφα χαρτιά ή υφάσματα, και τους βάζουν κορδέλες και φιόγκους και στολίδια κάθε λογής. Ύστερα, με απόλυτη μυστικότητα και πάλι, τα φορτώνουν σε ειδικά αεροπλάνα και τα στέλνουν σε όλο τον κόσμο.
     Σοκολατένια αυγά βρίσκει κανείς παντού, λίγα όμως είναι τα πραγματικά πασχαλινά αυγά, αυτά που έρχονται από το νησί του Πάσχα. Και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, επειδή υπάρχουν και οι απομιμήσεις. Και εγώ τις τελευταίες μέρες ψάχνω να βρω ένα γνήσιο πασχαλινό αυγό και δεν βρίσκω. Και όχι τίποτ'άλλο, το Πάσχα είναι σε δυο μέρες.
     Βοήθεια, συνάνθρωποι! Το βασίλειό μου για ένα πασχαλινό αυγό!

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Ποιος φταίει



Μπορεί να φταίει που εγώ συχνά χαμογελάω,
και δεν αφήνω να φανεί πως μέσα μου πονάω.
"Όχι", μου λέει μια φωνή, "είναι γνωστό ως τ'αστέρια,
αυτό που φταίει αληθινά είναι τα κρύα σου χέρια."

Μπορεί να φταίει που πρόθυμα τους γύρω μου βοηθάω,
ενώ εγώ σχεδόν ποτέ βοήθεια δε ζητάω.
"Όχι", μου ξαναλέει η φωνή, "είναι γνωστό ως τ'αστέρια,
αυτό που φταίει αληθινά είναι τα κρύα σου χέρια!"

Μπορεί να φταίει πως εγώ δικαιολογώ τους πάντες,
που δέχομαι επίθεση από γυναίκες κι άντρες.
"Μα, δε με ακούς", λέει η φωνή, "είναι γνωστό ως τ'αστέρια,
αυτό που φταίει αληθινά είναι τα κρύα σου χέρια!"

Μπορεί να φταίει που φέρομαι με ευγένεια περίσσια,
που οι άλλοι μου επιτίθενται, χωρίς αιδώ, στα ίσια.
Μου ουρλιάζει η φωνή στ'αυτιά, "είναι γνωστό ως τ'αστέρια,
αυτό που φταίει αληθινά είναι τα κρύα σου χέρια!"

Κι όμως αυτό που είναι σωστό, μα και γνωστό ως τ'αστέρια,
δεν είναι πως είναι ένοχα τα κρύα μου τα χέρια.
Είναι αυτό που γράφτηκε στα κύματα της άμμου,
πως για όλα είναι ένοχη μόνο η ζεστή καρδιά μου.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Υπερωρίες

    




     Η Πίπη ξύπνησε μια μέρα και είχε βαρεθεί τα πάντα. Κυρίως, είχε βαρεθεί τον εαυτό της. Ή, μάλλον, καλύτερα, είχε βαρεθεί τους πάντες. Ή, μάλλον, δεν ήξερε ακριβώς τι είχε βαρεθεί. Πάντως, βαριόταν αφόρητα.
     Εκείνη η μέρα, λοιπόν, που η Πίπη ξύπνησε και βαριόταν, ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Μια μέρα, δηλαδή, που ο ήλιος ανέτειλε στην ανατολή, που τα σκυλάκια έκαναν Γαβ! Γαβ!, οι γατούλες Νιάου! Νιάου!, και όχι το αντίθετο, που η θάλασσα ήταν μπλε και τα φύλλα των δέντρων πράσινα.
     Και όμως, εκείνη ακριβώς τη συνηθισμένη μέρα, η Πίπη αποφάσισε ότι ήταν η μέρα που θα άλλαζε τα πάντα.
     - Τέρμα, είπε. Η Πίπη το καλό παιδί δεν υπάρχει πια.
     Και έπλεξε τα κοτσιδάκια της πιο σφιχτά από κάθε άλλη φορά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Ο καθρέφτης της χαμογέλασε και εκείνος.
     - Τέρμα, είπε και αυτός. Το βλέπω καθαρά ότι είσαι μια άλλη Πίπη.
     Τώρα, εδώ που τα λέμε, αυτό δεν ήταν και τόσο αλήθεια, κι αν ο καθρέφτης είχε μύτη, την Πίπη θα την είχε τρυπήσει στα σίγουρα. Όμως, ο καθρέφτης αυτός δεν είχε μύτη και έτσι τίποτα δεν έγινε.
     Η Πίπη είχε αποφασίσει να αλλάξει, βέβαια, αλλά η αλήθεια ήταν ότι είχε απλώς αποφασίσει να θυμηθεί ποια ήταν. Και αυτό, επειδή εδώ και πολύ καιρό είχε αποφασίσει να μην προκαλεί, και είχε σταματήσει να κάνει βόλτες με το ιπτάμενο κρεβάτι της και να σηκώνει ψηλά το πιτσιλωτό της άλογο. Άσε που ντυνόταν πολύ πιο συντηρητικά.
     - Ας δούμε, λοιπόν, τι θα πρέπει να αλλάξω ακριβώς, είπε στον εαυτό της η Πίπη, που της άρεσε να αναλύει τα πάντα με λεπτομέρεια.
     Αλλά, τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, είδε ότι δεν έπρεπε να αλλάξει τίποτα επάνω της. Το αντίθετο, οι άλλοι έπρεπε να αλλάξουν.
     - Τι χαζή που είμαι μερικές φορές, είπε και γέλασε.
     Τι θα έπρεπε, λοιπόν, να αλλάξει; Ώρες ολόκληρες έσπασε το κεφάλι της. Ήρθε το μεσημέρι, το στομάχι της γουργούριζε παραπονιάρικα, αλλά εκείνη δεν εγκατέλειψε τους προβληματισμούς της. Ήρθε και το βράδυ, και μόνο τότε η Πίπη πήρε την απόφασή της.
     - Πρέπει να βρω ένα μεγάλο κουτί με καπάκι, είπε.
     Και την επόμενη μέρα έψαξε και βρήκε ένα μεγάλο, μεταλλικό κουτί, τόσο μεγάλο, που χωρούσε άνετα έναν άνθρωπο.
     - Και τώρα, ας το φτιάξουμε, είπε και πάλι.
     Και έβαλε στο κουτί απ’έξω μια μεγάλη πινακίδα με στρογγυλά, όμορφα γράμματα.
     - Και τώρα, ας το τοποθετήσουμε και ας περιμένουμε.
     Και έβαλε το κουτί όρθιο, με το καπάκι ανοιχτό, σε ένα δρόμο από όπου περνούσε πολύς κόσμος.
Ο κόσμος περνούσε και έβλεπε το κουτί, έβλεπε και την πινακίδα και κοντοστεκόταν. «Είσαι ο πιο έξυπνος; Απόδειξέ το» έλεγε η πινακίδα.
     Δεν άργησε να μπει ο πρώτος. «Κλείστε την πόρτα» έλεγε μια άλλη πινακίδα που υπήρχε μέσα. Ο άνθρωπος έκλεισε την πόρτα, δηλαδή το καπάκι του κουτιού.
     Όμως, τίποτα δε γινόταν και ο άνθρωπος βαρέθηκε. Αλλά όταν προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, είδε ότι δεν άνοιγε. Είχε παγιδευτεί. Μάταια προσπαθούσε και φώναζε, κανένας δεν τον άκουγε.
     Και έπεσε το βράδυ. Ο κόσμος στον δρόμο αραίωσε πολύ και στο τέλος σταμάτησε. Και τότε εμφανίστηκε η Πίπη. Με τα δυνατά της χέρια σήκωσε το κουτί ψηλά και το μετέφερε λίγο πιο πέρα, όπου το ιπτάμενο κρεβάτι της την περίμενε, δεμένο σε μια κολώνα της ΔΕΗ. Η Πίπη φόρτωσε το κουτί επάνω στο ιπτάμενο κρεβάτι, ανέβηκε επάνω και έλυσε το σκοινί. Και το κρεβάτι άρχισε να ανεβαίνει ψηλά, ψηλά, όλο και πιο ψηλά.
     Κάποιοι που κοίταζαν στον ουρανό θαυμάζοντας το ολόγιομο φεγγάρι, είδαν το ιπτάμενο κρεβάτι να χάνεται ψηλά στον ουρανό, αλλά νόμιζαν ότι είχαν παραισθήσεις, και κανείς δεν το ανέφερε την επόμενη μέρα. Κι όμως, το επόμενο πρωί, το μεγάλο κουτί ξαναεμφανίστηκε στον δρόμο. Και πάλι δεν άργησε να γεμίσει.
     Έτσι έγινε και η Πίπη άρχισε τις μεταφορές. Και έναν-έναν, άρχισε να απομακρύνει από τη γη όλους τους ηλίθιους. Αλλά οι ηλίθιοι στη γη είναι πολλοί και τελειωμό δεν έχουν. Αλλά και η Πίπη είναι ακούραστη και κάθε βράδυ το ιπτάμενο κρεβάτι της χάνεται στο διάστημα. Και είναι και αποφασισμένη η Πίπη. Δε θα σταματήσει αν δεν τους εξαφανίσει όλους. Και τότε, θα μπορέσει να ξαναγίνει ο εαυτός της.
     Για να αποκτήσει αυτή η ιστορία happy end.