Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

Παρασπονδίες




     - Είμαι η Νύχτα, και είμαι καλά, είπε η Νύχτα.
     - Γκουχ-γκουχ! έβηξε χαμηλόφωνα και με νόημα η Κασσιόπη.
     Η Νύχτα απέφυγε να κοιτάξει την Κασσιόπη. Η Κασσιόπη ξανάβηξε, λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά. Η Νύχτα γύρισε και την κοίταξε.
     - Συμβαίνει κάτι; ρώτησε η Νατάσα Νεροπίνη, η ψυχοθεραπεύτρια που, όπως κάθε μέρα, είχε την ευθύνη της συνεδρίας. Αν θέλετε λίγο νερό, γύρισε προς την Κασσιόπη, πίσω από εκείνη την πόρτα βρίσκεται μια μικρή κουζινούλα.
     - Όχι, δεν χρειάζεται, είπε η Κασσιόπη, εντάξει είμαι...
     - Τότε, σας υπενθυμίζω ότι όσοι δεν βρίσκονται μέσα στον κύκλο, είναι απλοί παρατηρητές, είπε αυστηρά.
     - Έχετε δίκιο, αλλά μήπως η Νύχτα να μιλούσε με μεγαλύτερη ειλικρίνεια;
     - Ούτε κρίσεις για τα μέλη του κύκλου επιτρέπονται, είπε η Νατάσα, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της.
     Η Κασσιόπη χαμήλωσε το βλέμμα της, και στη συνέχεια το κατηύθυνε στο κόκκινο ντοσιέ που κρατούσε στα χέρια της η ψυχοθεραπεύτρια.
     - Ας συνεχίσουμε, είπε η Νατάσα. Υπάρχει κάτι άλλο που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας; ρώτησε την Νύχτα.
     - Όχι, είπε εκείνη, δηλαδή... όχι...
     - Εδώ είμαστε μεταξύ φίλων, και όλοι έχουμε περάσει ή περνάμε τα ίδια, κανένας δεν μας κατακρίνει.
     Η Κασσιόπη ένιωσε μερικά βλέμματα να πέφτουν επάνω της.
     - Έτσι κι αλλιώς, το να έρθει κάποιος εδώ, είναι απόδειξη γενναιότητας, συνέχισε η Νατάσα. Νύχτα, είσαι πολύ γενναία και μόνο που ήρθες εδώ. Δεν χρειάζεται να πιέσεις τον εαυτό σου να πει κάτι που δε θέλει. Αρκετά πιεζόμαστε όλοι, με τις δοκιμασίες που αντιμετωπίζουμε καθημερινά...
     Όλα τα μέλη του κύκλου κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους.
     - Δεν είναι τίποτα σημαντικό, έτσι κι αλλιώς, είπε διστακτικά η Νύχτα.
     - Όλα είναι σημαντικά, είπε η Νατάσα. Όλα μπορεί να είναι σημαντικά, διόρθωσε.
     - Να, είπε η Νύχτα, είναι ήδη τώρα μια βδομάδα, που είμαι... καλά, αλλά νομίζω ότι αρχίζω και δυσκολεύομαι περισσότερο, από όσο στην αρχή...
     - Έτσι γίνεται συνήθως, όλοι το περάσαμε. Αλλά τότε είναι που δεν πρέπει να υποκύψεις, και αφού δεν υπέκυψες, είμαστε όλοι περήφανοι για εσένα.
     - Ναι, αλλά κατ'ουσίαν, το πρόβλημά μου δεν υπάρχει.
     Η Νατάσα συνοφρυώθηκε.
     - Για να λύσεις ένα πρόβλημα, θα πρέπει προηγουμένως να αποδεχτείς ότι υπάρχει, είπε. Δεν γίνεται να ελπίζουμε σε λύση, αν θεωρούμε ότι δεν έχουμε πρόβλημα...
     - Θέλω να πω, τόσες μέρες εδώ, άκουσα σοβαρές περιπτώσεις, η δικιά μου φαντάζει ανέκδοτο...
     - Για τον καθένα, η δική του περίπτωση φαντάζει σοβαρότερη.
     - Ένα ποτηράκι στη χάση και στη φέξη δεν είναι το ίδιο με τον χρόνιο αλκοολισμό...
     - Και ο χρόνιος αλκοολισμός από ένα ποτηράκι ξεκινάει.
     - Ναι, αλλά ποτηράκι από ποτηράκι έχει διαφορά...
     - Η μόνη διαφορά βρίσκεται στο υλικό του ποτηριού, μην ξεχνάμε ότι το περιεχόμενο είναι το ίδιο...
     Η Κασσιόπη φυσούσε και ξεφυσούσε.
     - Μα, επιτέλους, είπε η Νατάσα, ηρεμήστε, δεν καταλαβαίνετε ότι ενοχλείτε; Αν δεν μπορείτε να γίνετε "αόρατη" εδώ μέσα, καλύτερα να αποσυρθείτε!
     - Να με συγχωρείτε, απλώς, τις ίδιες δικαιολογίες ακούμε και στο σπίτι...
     - Δεκτόν, αλλά εδώ δεν βρίσκεστε στο σπίτι σας...
     - ... Μετά θα αρχίσει ότι ποτέ δεν έχασε τον έλεγχο, ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να σταματήσει... Αν δεν ήμαστε εμείς, εγώ με τα αδέρφια μου, δηλαδή, τώρα θα είχε αδειάσει ένα μπουκάλι τουλάχιστον!
     - Δεν μπορώ να επιτρέψω να τιναχτεί η συνεδρία στον αέρα, είπε η Νατάσα, θα σας ζητήσω να αποχωρήσετε!
     Η Κασσιόπη σηκώθηκε εκνευρισμένη και βγήκε έξω από την αίθουσα.
     - Θα σε περιμένω έξω, είπε στη Νύχτα, καθώς αποχωρούσε.
     Η πόρτα έκλεισε και η αίθουσα βυθίστηκε στην ησυχία.
     - Τα ίδια μου κάνουν και στο σπίτι, είπε η Νύχτα. Δεν μπορώ να ησυχάσω ούτε λεπτό!
     - Ανησυχούν για εσένα, φαντάζομαι.
     - Δεν θέλω να ανησυχούν, μια χαρά είμαι!
     - Αλήθεια, τόσες μέρες έρχεσαι ήδη και δε μας είπες ακόμη πώς ξεκίνησες να πίνεις... Μήπως θα ήθελες να το μοιραστείς μαζί μας; Αν καταλάβουμε το λόγο, ίσως να μπορέσουμε να βοηθηθούμε και εμείς οι υπόλοιποι...
     - Δεν έγινε τίποτα, δεν κατάλαβα πώς έγινε, τι να σας πω...
     - Μήπως σε στενοχώρησε κανείς; Μήπως κάποιος σε πρόδωσε;
     - Ποιος να με στενοχωρήσει; Εγώ την είχα αποδεχτεί τη ζωή μου. Μια ζωή δεύτερη, έτσι κι αλλιώς...
     - Δεύτερη, σε σχέση με ποιον;
     - Σε σχέση με την αδερφή μου, με ποιον άλλον; Εκείνη ήταν η αγαπημένη, και του μπαμπά, και της μαμάς! Εκείνη πάντα η πιο όμορφη, η πιο έξυπνη, και εγώ πάντα να ζω στην σκιά της!
     - Στη Μέρα αναφέρεσαι;
     - Έχω κι άλλη αδερφή;
     - Είμαι σίγουρη ότι και εκείνη κάτι θα έχει να ζηλέψει σε εσένα.
     - Μέχρι και οι ξένοι την εκτιμούν περισσότερο! Όλα τα σημαντικά, τη μέρα γίνονται συνήθως...
     - Μα υπάρχουν άνθρωποι που λατρεύουν τη νύχτα!
     - Ναι, ίσα-ίσα για να βγουν, να πάνε να τα πιούν, ποιος νοιάζεται για κάτι παραπάνω; Κάθησε ποτέ ένας από αυτούς που λατρεύουν την νύχτα, να θαυμάσει τον ουρανό, να δει τι κόπος χρειάζεται για να στολιστεί και να φωταγωγηθεί; Ενώ τη μέρα, όλο και θα θαυμάσουν κάποιο σύννεφο, κάποιο σχηματισμό πουλιών που θα πετάει στον ουρανό, κάποιο ουράνιο τόξο μετά την βροχή, μεγάλη απάτη τα ουράνια τόξα!
     - Πάντα υπάρχουν εκείνοι που λατρεύουν να παρατηρούν τα αστέρια...
     - Είναι πολύ λίγοι...
     - Το λίγο και το πολύ είναι σχετικό...
     - Παρηγοριά στον άρρωστο... Ε, μ'αυτά και μ'αυτά, έπινα πού και πού κανένα ποτηράκι... Με ζέσταινε, με έκανε να νιώθω γαλήνια... Ήταν μια παρέα...
     - Γι'αυτό και είναι πολύ γενναίο που αποφάσισες να το κόψεις.
     - Τα παιδιά με ανάγκασαν, γκρίνιαζαν συνέχεια ότι δεν ήμουν στα καλά μου και ότι μπέρδευα τα ονόματά τους, και πότε φώναζα την Ανδρομέδα Πήγασο, τον Κριό Μεγάλη Άρκτο, τον Κένταυρο Ωρίωνα, τον Ωρίωνα Κασσιόπη, και ότι τους έστελνα σε άλλη περιοχή του ουρανού κάθε μέρα, και ότι δεν ήξερα τι μου γινόταν.
     - Λες να είχαν κάποιο δίκιο;
     - Όχι, εγώ πάντα θυμάμαι τα ονόματα των παιδιών μου και τη θέση τους, δεν είμαι καλή μάνα, δηλαδή; Απλώς, γκρίνια-γκρίνια, βαρέθηκα και είπα να τους κάνω το χατήρι.
     - Όπως και να'χει, μας έδωσες την ευκαιρία να σε γνωρίσουμε, και όλοι είμαστε χαρούμενοι γι'αυτό. Και ακόμα πιο χαρούμενοι είμαστε, που δίνεις τον αγώνα σου με επιτυχία, και που είσαι καλά...
     - Ναι, είμαι καλά... Εξάλλου, είναι και τα παιδιά... Δεν έχουν αφήσει αλκοόλ ούτε για δείγμα στο σπίτι!
     - Ας χειροκροτήσουμε τη Νύχτα, είπε η Νατάσα. 
     Τα μέλη του κύκλου χειροκρότησαν. Η Νατάσα ήπιε μια γουλιά νερό.
     - Ποιος έχει σειρά; ρώτησε, κοιτάζοντας γύρω-γύρω στον κύκλο.

     Μεγάλα ζόρια περνάει, λοιπόν, η Νύχτα, για να κόψει το πιοτό. Τα παιδιά της την έχουν υπό επιτήρηση και δεν την αφήνουν σε χλωρό κλαρί. Η μόνη έξοδος που της επιτρέπουν - και αυτή με συνοδεία - είναι η επίσκεψη, κάθε μέρα, στη συνάντηση των ανώνυμων αλκοολικών. Πώς έγινε, όμως, εχθές το βράδυ και ξέφυγε από το άγρυπνο και σχολαστικό βλέμμα της Παρθένου; Πώς έγινε και την εντόπισε η Πίπη αυτοπροσώπως, να πίνει τζιν με τόνικ στα κρυφά; 
     Μεγάλο μυστήριο! Και μη μου πείτε, τώρα, πώς την εντόπισε η Πίπη... Απλούστατο! Την πρόδωσε η φέτα του λεμονιού...





 Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021

Ποιος Θανάσης;

 


     Πολλές φορές, τα μεγάλα πνεύματα συναντιούνται. Αυτό θα μπορούσε να πει κανείς, βλέποντας ότι η γνωστή και μη εξαιρετέα Αρτίστα, ύστερα από μια μακρόχρονη απουσία και μια πολύ ευχάριστη επανεμφάνιση στην μπλογκόσφαιρα, αποφάσισε να μας συστήσει όλη την πανίδα της νέας της γειτονιάς, αν παράλληλα γνώριζε ότι, εκείνες τις μέρες, η Πίπη είχε αντίστοιχους "προβληματισμούς". 
     Πολλοί νομίζουν, βέβαια, ότι η Πίπη είναι ατρόμητη και ότι αγαπάει όλα τα έμβια όντα, η αλήθεια όμως είναι αρκετά διαφορετική... Για την ακρίβεια, υπάρχει ολόκληρη λίστα ανεπιθύμητων όντων που, αν η Πίπη δεν γνώριζε ότι η φύση για να λειτουργήσει χρειάζεται και τα ανεπιθύμητα όντα, θα πλήρωνε όσο-όσο για να τα εξολοθρεύσει.
     Εννοείται ότι, όσο τα ανεπιθύμητα όντα κινούνται εκτός της Χώρας του Διαμερίσματος και των Χωρών των βεραντών, όλα βαίνουν καλώς, και η Πίπη μπορεί να προσποιείται ότι στον κόσμο υπάρχουν μόνο υπέροχα, αγαπησιάρικα πλάσματα.
     Μπορείτε, λοιπόν, να φανταστείτε, το συναισθηματικό σεισμό που συντάραξε την Πίπη, όταν ένα βράδυ, συνάντησε μια κατσαρίδα να σουλατσάρει μέσα στη Χώρα του Διαμερίσματος! Το σοκ ήταν τέτοιο, που η Πίπη στην αρχή δεν πίστευε τα μάτια της, αφού είχε λάβει όλα τα μέτρα που θα μπορούσε για να κρατήσει τους ανεπιθύμητους επισκέπτες εκτός. Η κατσαρίδα, όμως, ήταν κάτι περισσότερο από ολόγραμμα και η Πίπη αποφάσισε να δράσει αυτοπροσώπως, αφού δεν υπήρχε κανείς άλλος να τη βοηθήσει. 
     Ξεχάστε το σαβουάρ βιβρ και τους καλούς τρόπους, όπως τους ξέχασε και η ίδια η Πίπη. Ούτε που περίμενε την κατσαρίδα να της συστηθεί, να της πει πόθεν ερχόταν, τι την έφερνε σε εκείνα τα μέρη, ποια ήταν τα χόμπυ της, βρε αδερφέ, προτού πέσει επάνω της με όλο της το βάρος. Και, 69 ολόκληρα κιλά, δεν τα λες και λίγα, ειδικά όταν είσαι η κατσαρίδα, επάνω στην οποία έχουν πέσει, αλλά και πάλι, δεν μπορούμε να ξέρουμε μετά βεβαιότητας, αφού η κατσαρίδα ταξίδεψε βίαια και μάλλον ακαριαία σε τόπο χλοερό, οπότε δεν μπορούμε πια να τη ρωτήσουμε... Ας αρκεστούμε να πούμε ότι η όλη περιγραφή του γεγονότος θα μπορούσε άνετα να αποτελέσει πρώτης τάξεως σενάριο για επεισόδιο του Μίστερ Μπιν, και ας μην εκθέσουμε την Πίπη περισσότερο, ο καθένας ας φανταστεί ό,τι μπορεί να τον κάνει να γελάσει...
     Έληξε, λοιπόν, το συμβάν με την κατσαρίδα, σαφώς πιο δυσάρεστα για την κατσαρίδα, παρά για την Πίπη, και ενώ η Πίπη βρισκόταν ήδη σε διαδικασία επούλωσης ψυχικών τραυμάτων - αρκεί να πούμε ότι επί μέρες έκανε νυχτερινές εφόδους στον τόπο του εγκλήματος - μια μέρα αποφάσισε ότι η Χώρα της Μπροστινής Βεράντας είχε γεμίσει ξερά φύλλα, για τα οποία είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να μαζευτούν. Πήρε, λοιπόν, την σκούπα της και το φαράσι της και άρχισε να μαζεύει τα ξερά φύλλα. Και εκεί που μετακινούσε την γλάστρα με την αλανιάρα τη τριανταφυλλιά - δεν την ξέρετε αυτήν, είναι μία τριανταφυλλιά που την έχει σπείρει η μαμά της Πίπης και κάνει μικρά, ροζ λουλουδάκια - για να μπορέσει να σκουπίσει τα ξερά φύλλα που κρύβονταν πίσω της, ένα μικρό σαμιαμιδάκι ξεπετάχτηκε πίσω από την γλάστρα!
     Μπορείτε άνετα να φανταστείτε ότι τα σαμιαμίδια βρίσκονται στην ίδια λίστα ανεπιθύμητων όντων της Πίπης, όπου βρίσκονται και οι κατσαρίδες, και ας τη συγχωρήσει η Αρτίστα που τα συμπαθεί, αλλά κι εκείνη δε χωνεύει τα χελιδόνια, τα οποία η Πίπη λατρεύει, οπότε είναι πάτσι...
     Κανονικά, η Πίπη, όταν βλέπει σαμιαμίδι προσπαθεί να το διώξει μακριά, και αυτό έκανε και αυτή τη φορά, προσπαθώντας να το διευκολύνει κιόλας με την σκούπα (μη φανταστείτε ότι πήγε να το κοπανήσει, να το ανεβάσει επάνω στην σκούπα ήθελε, για να μπορέσει μετά να το πετάξει από κάτω, στον κήπο). Θέλετε, όμως, που το σαμιαμίδι δεν καταλάβαινε το σχέδιο της Πίπης, θέλετε που ήταν πολύ μικρό, θέλετε που είχε προηγηθεί ο φόνος της κατσαρίδας μερικές μέρες πριν, η Πίπη αποφάσισε να ακολουθήσει άλλη προσέγγιση. Και σκέφτηκε ότι το σαμιαμιδάκι, αφού δεν έδειχνε την παραμικρή διάθεση να φύγει, θα μπορούσε να μείνει στη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας, αρκεί να μην επιχειρούσε ποτέ να μπει και στη Χώρα του Διαμερίσματος. Θα γινόταν ένα είδος κατοικιδίου, ας πούμε. Αλλά τα κατοικίδια έχουν και όνομα, οπότε η Πίπη αποφάσισε να δώσει όνομα στο σαμιαμίδι. Και το όνομα αυτού: Θανάσης.
     Από την επόμενη μέρα, λοιπόν, η Πίπη, πιστή στην απόφασή της να έχει το Θανάση ως κατοικίδιο, άρχισε να τον  αναζητάει κάθε πρωί στη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας, με σκοπό να ξεκινήσουν διπλωματικές σχέσεις, μάταια όμως. Ο Θανάσης είχε εξαφανιστεί. 
     - Για δες, είπε η Πίπη, πάνω που αποφάσισα να κάνω την υπέρβαση!
     Και μέχρι που έριχνε νερό πίσω από την αλανιάρα την τριανταφυλλιά, για να τον βγάλει από την κρυψώνα του, αλλά ο Θανάσης ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Προφανώς, είχε αποφασίσει να πάει σε άλλη χώρα, τι να κάνουμε;
     Και να που έφτασε και η μέρα η σημερινή, και η Πίπη είπε να κάτσει λίγο να διαβάσει στη Χώρα της Μπροστινής Βεράντας. Έριξε και μια ματιά, για καλό και για κακό, μήπως και έβρισκε το Θανάση, κρυμμένο πίσω από την γλάστρα - ποτέ δεν ξέρεις -, αλλά πίσω από την γλάστρα δεν υπήρχε κανείς. 
     - Πάει ο Θανάσης, είπε η Πίπη.
     Και έκατσε να διαβάσει το βιβλίο της. Και αφού διάβασε κανα-δυο κεφάλαια, και ενώ ο ήλιος είχε αρχίσει να κρύβεται πίσω από τα βουνά στη δύση, η Πίπη πήρε να ποτίζει τα λουλούδια της Χώρας της Μπροστινής Βεράντας, που είχαν αρχίσει να της κάνουν νοήματα... Πότισε το αγιόκλημα, πότισε το γιασεμί, την μπουκαμβίλια, τα γεράνια, πότισε τις τριανταφυλλιές - όχι την αλανιάρα, τις άλλες δύο - και έφτασε και στην αλανιάρα. Και εκεί που πότιζε την αλανιάρα, ένα σαμιαμιδάκι πετάχτηκε τρομαγμένο από πίσω από την γλάστρα! Μα, πού κρυβόταν και δεν το είχε δει η Πίπη;
     - Θανάση, εσύ είσαι; ρώτησε η Πίπη. 
     Τσιμουδιά ο Θανάσης.
     - Πού γυρνούσες τόσες μέρες; ξαναρώτησε η Πίπη.
     Ούτε κιχ ο Θανάσης.
     - Βρε, μπας και δεν είναι ο Θανάσης; αναρωτήθηκε η Πίπη. Σαν να μου φαίνεται λίγο διαφορετικός...
     Η αλήθεια είναι πως έμοιαζε λίγο μεγαλύτερος, άσε που ο Θανάσης έμοιαζε να έχει περισσότερες ρίγες από αυτόν, αλλά, και πάλι, μήπως ήταν ο Θανάσης και απλώς είχε μεγαλώσει λίγο;
     Και τότε η Πίπη συνειδητοποίησε ότι μάλλον δεν είχε βρει το κατάλληλο όνομα για το ασυνήθιστο κατοικίδιό της. Και αφού το σαμιαμίδι δεν εξέφρασε την παραμικρή αντίρρηση - όχι πως θα είχε και μεγάλη σημασία -, και αφού η παγκόσμια βιβλιογραφία δεν μπόρεσε να τη βοηθήσει επί του θέματος, τελικά το σαμιαμιδάκι ξαναβαφτίστηκε. Και το όνομα αυτού: Φανούρης. 



Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2021

Ο γάμος των ονείρων της


      Η μοναχοκόρη του βασιλιά των νεράιδων ήταν απαρηγόρητη.
     - Μην κλαις, παιδί μου, της είπε η μαμά της. Μην κλαις, και θα χαλάσεις τα ματάκια σου...
     - Μα πώς είναι δυνατόν να μην κλαίω; απάντησε εκείνη. Τίποτα δεν γίνεται όπως το ονειρεύτηκα!
     Η μαμά της άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τα απαλά, μεταξένια μαλλιά της κόρης της. Και εκείνη, ως δια μαγείας, άρχισε να κλαίει περισσότερο! Είχε και λίγο δίκιο, βέβαια, ποιος θα μπορούσε να την κατηγορήσει;
     - Αυτή είναι η δικιά μας μοίρα, παιδί μου, είπε αναστενάζοντας, να πραγματοποιούμε τις ευχές των ανθρώπων, αλλά να μην μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τις δικές μας...
     - Τόσες φορές, είπε η νεραϊδοπριγκήπισσα ανάμεσα από τους λυγμούς της, τόσες φορές βοήθησα, τόσες και τόσες κοπέλες, να παντρευτούν με τον πρίγκηπά τους και να κάνουν το γάμο των ονείρων τους... Και να οι δεξιώσεις με τα περίεργα εδέσματα, και να οι γάμοι στις όχθες των πιο όμορφων λιμνών, μέχρι ολόκληρες συμφωνικές ορχήστρες κανόνισα να παίξουν σε δεξιώσεις... Και τώρα, που ήρθε η σειρά μου να παντρευτώ, για εμένα δεν υπάρχει τίποτα!
     - Υπάρχει πάντα η ελπίδα κάποιος άνθρωπος να ευχηθεί για εσένα.
     Η νεραϊδοπριγκήπισσα αγριοκοίταξε τη μαμά της, όπως δεν την είχε αγριοκοιτάξει ποτέ πριν.
     - Ναι, έχεις δίκιο, οι άνθρωποι είναι πολύ εγωιστές για να σπαταλούν τις ευχές τους για άλλους...
     - Και τι ζήτησα; Λίγη λάμψη ζήτησα! Λίγη επισημότητα!
     - Ε, εντάξει, δεν είμαστε και οι πλουσιότεροι νεραϊδογονείς, αλλά κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Μισή περιουσία ξοδέψαμε στο νυφικό σου, μόνο και μόνο για να το φτιάξει ο αγαπημένος σου νεραϊδομόδιστρος, που όλοι ξέρουν πόσο ιδιότροπος είναι με τις δημιουργίες του, αλλά για εσένα έβαλε νερό στο κρασί του και δέχτηκε να βάλει και στοιχεία που ήθελες εσύ: και αστερόσκονη έβαλε, και πολλά κεντήματα από χρυσό νήμα ηλιαχτίδων έβαλε, και το πιο λεπτό τούλι από πάχνη Ιμαλαΐων της αγοράς χρησιμοποίησε για το βέλο, και μέχρι και στα πιο δυσπρόσιτα μέρη πήγε για να βρει τις πιο μαστόρισσες αράχνες και να σου παραγγείλει τις δαντέλες σου, παρ'όλο που οι δαντέλες φέτος δεν είναι τάση.
     - Δε λέω για το νυφικό, το νυφικό εντάξει είναι, αλλά τι να το κάνω το νυφικό από μόνο του;
     - Ε, δεν θα είναι από μόνο του, έχεις και γαμπρό...
     - Μην αστειεύεσαι, και δε μιλάω για τον γαμπρό.
     - Γιατί δε μιλάς για τον γαμπρό; Το καλύτερο παιδί παίρνεις, όμορφο, καλό, και από καλή οικογένεια...
     - Το πρόβλημα δεν είναι ο γαμπρός!
     - Και μήπως δε σου αρέσει ο χώρος; Ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο σου έκλεισε ο κουμπάρος!
     - Ε, εντάξει...
     - Όχι και "εντάξει"! Για ρώτα να δεις, είχε άλλη νεράιδα τόσο μεγάλο και εντυπωσιακό χώρο για το γάμο της;
     - Δε λέω αυτό, αλλά με τον Ήλιο για κουμπάρο δεν θα περίμενα και τίποτα λιγότερο...
     - Αμ' αυτό με το κουμπαριλίκι πώς το βλέπεις; Έχει κάνει ο Ήλιος άλλη τέτοια κουμπαριά; Αν δεν ήταν, καψερή μου, οι γνωριμίες του πατέρα σου, ούτε με το κυάλι δεν θα τον βλέπαμε τον Ήλιο στο γάμο σου, όχι να γίνει και κουμπάρος!
     - Ο Ήλιος έγινε κουμπάρος, επειδή εσύ γνώριζες προσωπικά τη μαμά του, έχετε τον ίδιο κομμωτή...
     - Ε, ναι, βοήθησα και εγώ λίγο, αλλά και ο πατέρας σου, μη νομίζεις, πέντε τόνους από το καλύτερο νεραϊδονέκταρ της προσωπικής του κάβας έστειλε στο καφενείο όπου συχνάζει ο φυσιοθεραπευτής του Ήλιου, που είναι και προσωπικός του φίλος, γνωρίζονται από το νηπιαγωγείο, να φανταστείς...
     - Τέλος πάντων... Όμως ο χώρος δεν αρκεί, αν δεν υπάρχει ο κατάλληλος στολισμός... Και, για να έχουμε καλό ρώτημα, οι πολυέλαιοι δεν είναι αρμοδιότητα του κουμπάρου;
     - Είναι.
     - Ωραία, λοιπόν, γιατί ο Ήλιος τσιγκουνεύεται τους πολυελαίους;
     - Μα αφού ήθελες να πέφτουν συνέχεια χιονονιφάδες, πώς θα έρθουν οι χιονονιφάδες στο γάμο σου, αν είναι αναμμένοι όλοι οι πολυέλαιοι; Θα λιώσουν από τη ζέστη!
     - Ουφ! ξεφύσηξε η νεραϊδοπριγκήπισσα, μα θα πρέπει κάτι να πέφτει από τον ουρανό, αλλιώς οι πολυέλαιοι δεν φτάνουν...
     - Θέλεις να ζητήσω από την Όστρια, αντί για άλλο δώρο, να φέρει σκόνη από την Αφρική; Θα είναι πολύ όμορφη η σκόνη, όπως θα λαμπυρίζει στο φως των πολυελαίων...
     - Δε θα λερωθούμε με τόση σκόνη;
     - Μα δε θα φέρει πολλή, ίσα-ίσα για το εφέ... Μόνο θα αιωρείται, θα είναι όμορφη, θα δεις! Μια μακρινή ξαδέρφη μου είχε σκόνη στο γάμο της και ήταν πολύ όμορφα... Και δεν ήταν καν σκόνη Αφρικής, που θεωρείται η καλύτερη. Τι λες, να τηλεφωνήσω στην Όστρια;
     - Καλά, εντάξει, ας είναι... Οπότε, με την σκόνη θα μπορούν να ανάψουν όλοι οι πολυέλαιοι;
     - Φυσικά.
     - Ωραία, να πάρουμε τον κουμπάρο να του το πούμε.
     - Θα τον πάρω εγώ, μην ανησυχείς. Οπότε, όλα καλά τώρα...
     - Τι καλά, καλέ μαμά; Ξέχασες το σημαντικότερο! Τι θα γίνει με τη μουσική; Στα μουγγά θα γίνει ο γάμος; Όλες οι κοπέλες κάνουν δεξιώσεις με μουσική, εγώ;
     - Ε, είναι δύσκολο αυτό, με τους περιορισμούς στη διασκέδαση οι μπάντες και τα μουσικά σχήματα δεν είναι εύκολο να βρεθούν...
     - Αυτό σου λέω! Δεν αξίζω εγώ μουσική στη δεξίωση του γάμου μου; Εγώ ονειρευόμουν τουλάχιστον τριήμερο γλέντι και τώρα δε θα έχω ούτε σφυρίχτρα! 
     - Αυτό είναι όντως ένα θέμα, είπε η μαμά της και έμεινε σκεφτική. Όλο και κάποιος, όμως, θα βρεθεί, αν ψάξουμε, δεν θα βρεθεί;
     - Το θέμα δεν είναι να βρούμε όποιον κι όποιον, θα πρέπει να βρούμε κάποιον που να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Κάποιον που να παίζει μουσική και να τραντάζεται το σύμπαν!
     - Πολλά πράγματα ζητάς, παιδί μου: θες τριήμερα γλέντια...
     - Και παραπάνω, αν γίνεται, δε θα με χάλαγε...
     - ... μουσικούς που να τραντάζουν το σύμπαν με το παίξιμό τους, που να είναι και διαθέσιμοι τέτοια εποχή...
     - Αφού τώρα παντρεύομαι!...
     - Μήπως να ρωτούσα τον κουμπάρο; Αυτός γυρνάει πολύ, όλο και κάποιον θα ξέρει...
     - Να του πεις και για τους πολυελαίους.
     - Θα του πω.
     Και η νεραϊδοβασίλισσα πήρε τηλέφωνο τον Ήλιο και του είπε τα καθέκαστα.
     - Σε γάμο όπου είμαι εγώ κουμπάρος, είπε ο Ήλιος, δεν υπάρχει περίπτωση να μη γίνουν όλα όπως πρέπει. Τυχαίνει να ξέρω τους μουσικούς που χρειαζόμαστε, και να είναι και διαθέσιμοι. Αφήστε το επάνω μου!
     Και έτσι, οι γάμοι της νεραϊδοπριγκήπισσας έγιναν όπως τους είχε ονειρευτεί: με τον αγαπημένο της πρίγκηπα, με το νυφικό των ονείρων της, φτιαγμένο από τον αγαπημένο της νεραϊδομόδιστρο, με έναν τεράστιο χώρο τελετών, με λαμπυρίζουσα σκόνη να πέφτει χορεύοντας από τον ουρανό, με όλους τους πολυελαίους του ουρανού αναμμένους, και με την πιο εκκωφαντική εορταστική μουσική που θα μπορούσε ποτέ να επιθυμήσει.
     Και στο βόρειο ημισφαίριο η θερμοκρασία ανέβηκε, λόγω των πολλών αναμμένων πολυελαίων, και οι άνθρωποι έπιναν πολύ νερό και έκαναν αέρα για να δροσιστούν. Και ο τόπος αντηχούσε από τα τραγούδια των τζιτζικιών, που ακούραστα έπαιζαν μουσική, μέρα και νύχτα, για τη γαμήλια δεξίωση της νεραϊδοπριγκήπισσας. 
     Αλλά οι άνθρωποι είναι στ' αλήθεια εγωιστές. Και κανείς τους, δυστυχώς, δεν εκτίμησε, όπως του άξιζε, το πολυήμερο αυτό γλέντι...

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

Για ένα παγωτό



     Υπήρχε κάπου μία χώρα, όπου όλα ήταν παγωμένα και δροσερά. Οι κάτοικοι της χώρας ζούσαν ευτυχισμένοι, με τις κόκκινες μύτες τους και τα πρησμένα από χιονίστρες δάχτυλά τους. Τα θερμόμετρα τους ήταν άγνωστα, το ίδιο και οι σόμπες. Γνώριζαν όμως πολύ καλά από παγωτό. Και αυτό επειδή τα πάντα σε εκείνη την παγωμένη και δροσερή χώρα ήταν φτιαγμένα από παγωτό. 
     Αλλά το πιο αξιοπερίεργο και το πιο λατρεμένο χαρακτηριστικό αυτής της χώρας ήταν ότι μπορούσες να φας ο,τιδήποτε, από πόμολο μέχρι γκαραζόπορτα, και ποτέ να μη σου λείψει, ούτε το πόμολο, ούτε η γκαραζόπορτα, αφού την αμέσως επόμενη στιγμή, στη θέση του φαγωμένου πόμολου ή της φαγωμένης γκαραζόπορτας, φύτρωνε ένα ολοκαίνουργιο πόμολο και μια ολοκαίνουργια γκαραζόπορτα.
     Αυτά άκουσε ο ήλιος, γνωστός λάτρης του παγωτού, και του μπήκε η ιδέα να επισκεφτεί τη θαυμαστή παγωτοχώρα.
     - Μα, πώς θα πας εκεί, παιδί μου; τον ρώτησε ανήσυχη η μητέρα του.
     - Όπως πάω παντού, είπε εκείνος, πετώντας!
     - Μα, το έχεις σκεφτεί καλά;
     - Φυσικά!
     - Τι να πω;
     - Να μην πεις τίποτα! Άντε, να μη θυμηθώ πόσες προφάσεις έχεις χρησιμοποιήσει για να μη μου πάρεις παγωτό...
     - Βρε, παιδί μου, πού ακούστηκε ολόκληρος ήλιος να τρώει παγωτό;
     - Αφού δε με άφηνες να τρώω!
     - Αφού είχες ευαισθησία στο λαιμό!
     - Ρώτησα το γιατρό και μου είπε ότι ο λαιμός μου ήταν πάντα μια χαρά! Εσύ φοβόσουν μη με πονέσει!
     - Ποιος γιατρός σου είπε τέτοια ψέματα;
     - Ο παιδίατρός μου.
     - Α, καλά, ο παιδίατρός σου δεν ξέρει, ωτορινολαρυγγολόγο ρώτησες;
     - Μαμά, αρκετά! Δεν μπορείς πια να με ορίζεις, μεγάλωσα, παρ'το απόφαση!
     - Και μήπως είπα εγώ ότι είσαι μικρός; Εσύ ρώτησες παιδίατρο για το λαιμό σου!
     - Δε ρώτησα οποιονδήποτε παιδίατρο, ρώτησα τον παιδίατρο που με παρακολουθούσε! Και ο παιδίατρος που με παρακολουθούσε μου είπε ότι δεν είχε πρόβλημα ο λαιμός μου!
     - Μπορεί να μη θυμάται καλά, έχει και μια ηλικία...
     - Έχει αρχείο με τους ασθενείς του.
     - Τι να πω; Το ίδιο μου το παιδί να με αμφισβητεί... Να γεννάς ένα παιδί, να το μεγαλώνεις δίνοντας προτεραιότητα στις δικές του ανάγκες, να ξεχνάς τον εαυτό σου, να του τα δίνεις όλα, και να έρχεται μια μέρα και να σου λέει ότι δε σε πιστεύει και ότι έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους ξένους!
     - Ωχ, αρχίσαμε...
     - Τι "ωχ, αρχίσαμε", βρε τζαναμπέτη; Αντί να ντρέπεσαι και να κοκκινίζεις κάθε φορά που σκέφτεσαι έτσι για το ιερότερο πρόσωπο, τη μάνα σου, βρε αχαΐρευτε, σχολιάζεις κιόλας!...
     - Ουφ...
     - ... Αλλά έπρεπε να έχεις τη δικιά μου τη μάνα, εκεί θα έβλεπες...
     - Κι επειδή η γιαγιά ήταν στριμμένη, θα πρέπει να είσαι κι εσύ;
     - Στριμμένη; Τη μάνα σου; Εντάξει, λοιπόν! Όχι, δεν υπάρχει λόγος να προσπαθώ να σου βάλω μυαλό... Να φας παγωτό, να φας πολλά παγωτά, αλλά μην έρθεις μετά να μου ζητάς να σε γιατροπορέψω!
     - Μην ανησυχείς, και δε θα χρειαστεί να με γιατροπορέψεις.
     - Ναι, καλά...
     Αλλά ο ήλιος δεν άκουσε την τελευταία φράση της μάνας του. Το κοπάνημα της πόρτας επιβεβαίωσε με τον πιο θορυβώδη τρόπο ότι η συζήτηση είχε τελειώσει.
     Και την επόμενη μέρα, που ο ήλιος ξεκίνησε τη βόλτα του, δεν απομακρύνθηκε πολύ από τη γη, για να μπορέσει να εντοπίσει τη θαυμαστή χώρα με τα παγωτά. Και το βλέμμα του σάρωνε όλη την επιφάνεια της γης: πόλεις, χωριά, λιβάδια, βουνά, λίμνες...
     Και τότε στη γη η θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει. Και όσο ο ήλιος έψαχνε τη χώρα με τα παγωτά, τόσο η θερμοκρασία ανέβαινε...
     Αλλά, όπως λέει και η διάσημη ρήση, όποιος ψάχνει, βρίσκει... Και ο ήλιος, τελικά, βρήκε αυτό που έψαχνε. Και γεμάτος χαρά, άρχισε να τρέχει με μεγάλα άλματα, προς τη χώρα των ονείρων του, ενώ προσπαθούσε να αποφασίσει τι γεύση παγωτού θα ήθελε να δοκιμάσει πρώτα.
     Και τότε, οι κορυφές των βουνών έπαψαν να είναι μυτερές, και τα βουνά άρχισαν να χαμηλώνουν, ενώ γύρω-γύρω, στις πλαγιές τους, άρχισαν να κυλούν πολύχρωμα ποτάμια παγωτού. Τα σπίτια άρχισαν κι αυτά να λιώνουν, πρώτα οι ουρανοξύστες, ύστερα οι ψηλότερες πολυκατοικίες, μετά τα διώροφα, οι μαιζονέτες και οι ισόγειες μονοκατοικίες. Οι άνθρωποι βγήκαν έντρομοι στους δρόμους, ενώ ο ήλιος είχε φτάσει πλέον πάρα πολύ κοντά.
     - Πού πας; του φώναξαν οι άνθρωποι.
     - Ήρθα να φάω παγωτό, είπε ο ήλιος. Μα, πού είναι το παγωτό;
     - Μας δουλεύεις; Έχει λιώσει! Πάνε τα σπιτάκια μας!
     - Λίγο παγωτό θα φάω και θα φύγω...
     - Πού το είδες το παγωτό; Αφού το έλιωσες!
     - Το έλιωσα;
     - Βλέπεις εσύ να υπάρχει παγωτό πουθενά;
     Ο ήλιος έμεινε έκπληκτος. Τόση προσπάθεια, και να πάει χαμένη;
     - Δεν μπορώ να δοκιμάσω ούτε λίγο παγωτό; ρώτησε δειλά.
     - Τέρμα το παγωτό. Κι εσύ να φύγεις, μήπως και σώσουμε κανένα σπίτι!
     Έτσι έγινε και έπιασε καύσωνας στη γη, ενώ ο ήλιος έμεινε και πάλι με την όρεξη!
     - Όλα εντάξει; τον ρώτησε η μάνα του, με ένα χαμόγελο να αχνοφαίνεται στις άκρες των χειλιών της, όταν τον είδε να επιστρέφει στο σπίτι.
     - Εντάξει, μουρμούρισε εκείνος. 
     Και, γεμάτος νεύρα, πήγε για ύπνο. Και την επόμενη μέρα, που ξύπνησε, ήταν ακόμα γεμάτος νεύρα. Και ο καύσωνας συνεχίστηκε, και άλλη μια μέρα.
     Και στη χώρα του παγωτού, οι άνθρωποι άρχισαν να προσεύχονται, ελπίζοντας να μην τους ξαναεπισκεφτεί ποτέ ξανά ο ήλιος, ενώ δειλά-δειλά ξεκινούσε η ανοικοδόμηση της χώρας.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δευτέρα 31 Μαΐου 2021

Οκτώ χρόνια και οκτώ μέρες


      Ο γέρος μάγος έριξε δύο δάκρυα κροκόδειλου και τρεις φολίδες από θηλυκό χαμαιλέοντα στο μικρό μπουκαλάκι και το ανακίνησε προσεκτικά. Το μωβ υγρό μέσα στο μπουκαλάκι έγινε διαυγές. 
     - Αυτή τη φορά το πέτυχα, σκέφτηκε. Ούτε έκρηξη, ούτε καπνοί. Το ελιξήριό μου είναι έτοιμο.
     Πήρε ένα πώμα και το έβαλε στο στόμιο του μπουκαλιού. Ύστερα, κόλλησε στο μπουκάλι μια ετικέτα και έγραψε επάνω της τον αριθμό οκτώ. 
     - Καθόλου άσχημα, με την όγδοη προσπάθεια... Τώρα μένει να το δοκιμάσω, είπε στην ασπρόμαυρη γάτα του, που τριβόταν νιαουρίζοντας στα πόδια του. Αλλά πού θα βρούμε κάποιον να το δοκιμάσει;
     - Νιάου, είπε η γάτα.
     - Έχεις δίκιο, απάντησε ο μάγος.
     Πήρε το μπουκαλάκι και το έβαλε ψηλά στο ράφι.
     - Προσοχή, είπε στη γάτα. Εκεί επάνω απαγορεύεται να ανεβαίνεις.
     - Νιάου, είπε η γάτα.
     - Έτσι μπράβο, είπε ο μάγος.
     Πήρε το αγαπημένο του βιβλίο, "Οι 100 διασημότερες συνταγές του Μέρλιν", και κάθησε στην πολυθρόνα του. Δεν πρόλαβε να διαβάσει τα υλικά της πρώτης συνταγής, όταν ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα.
     - Ποιος να είναι τέτοια ώρα; αναρωτήθηκε δυνατά.
     - Νιάου! είπε η γάτα.
     - Καλή ιδέα, είπε ο μάγος.
     - Καλησπέρα, είπε η Πίπη, αφού αυτή ήταν που είχε χτυπήσει την πόρτα. Κυνηγούσα μία ιστορία, αλλά εκείνη μπήκε μέσα στο δάσος και έτσι έχασα και την ιστορία, και τον δρόμο μου. Μήπως μπορώ να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό σας;
     - Δεν έχω τηλέφωνο... είπε ο μάγος.
     - Νιάου, είπε η γάτα.
     - ...αλλά, πέρασε μέσα, παιδί μου, φαίνεσαι εξουθενωμένη. Έλα να πιεις λίγο νεράκι.
     - Λίγο νεράκι θα το έπινα, είπε η Πίπη.
     - Ή μήπως προτιμάς μια λεμονάδα από τις λεμονιές του κήπου μου;
     - Δεν είδα λεμονιές στον κήπο, είπε η Πίπη.
     - Είναι στο πίσω μέρος του κήπου, είπε ο μάγος, να σου βάλω; Πριν από λίγο την έφτιαξα.
     - Ε, αν είναι από τις λεμονιές του κήπου, θα τη δοκιμάσω.
     Η γάτα πλησίασε την Πίπη και άρχισε να νιαουρίζει.
     - Όμορφη η γάτα σας, είπε η Πίπη.
     - Ναι, είπε ο μάγος. Να βάλω και παγάκια;
     - Όχι, είπε η Πίπη, έχω ευαισθησία στο λαιμό.
     - Αλήθεια, είπε ο μάγος, πώς σε λένε;
     - Πίπη, είπε η Πίπη.
     - Ασυνήθιστο όνομα, είπε ο μάγος.
     - Δε θα το έλεγα, είπε η Πίπη, το ακούω κάθε μέρα.
     - Έτοιμη η λεμονάδα, είπε ο μάγος. 
     - Τι έχει μέσα το μπουκαλάκι;
     - Αυτό το μπουκαλάκι; Α, τίποτα, αφέψημα λεβάντας. Ταιριάζει τέλεια με τη λεμονάδα και την κάνει πιο τονωτική. Συνταγή της μαμάς μου.
     - Α, γι'αυτό είναι μωβ!
     - Ναι, πιες την τώρα, πριν χάσει τις βιταμίνες της.
     Πήρε η Πίπη το ποτήρι και ήπιε τη μωβ λεμονάδα μονορούφι.
     - Μμμμ! έκανε η Πίπη. Πολύ νόστιμη!
     - Νιάου! είπε και η γάτα.
     - Είδες που σου το είπα; είπε ο μάγος. Λοιπόν, πώς είπαμε ότι σε λένε;
     - Με λένε..., με λένε..., πώς με λένε;
     Ο μάγος και η γάτα κοιτάχτηκαν.
     - Πίπη σε λένε, είπε ο μάγος.
     - Πίπη; Ασυνήθιστο όνομα, είπε η Πίπη.
     - Όχι και τόσο, είπε ο μάγος.
     - Τέλος πάντων, πώς ήρθα εδώ;
     - Με τα πόδια.
     - Ναι, αλλά γιατί;
     - Ίσως κυνηγούσες κάτι.
     - Μπα, δε μου αρέσει το κυνήγι...
     - Το κυνηγητό, μήπως;
     - Το κυνηγητό, ναι.
     - Ε, αυτό θα είναι. Θα έπαιζες κυνηγητό.
     - Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να πάω στο σπίτι μου, είπε η Πίπη.
     - Ξαναπέρνα όποτε θέλεις, είπε ο μάγος.
     Το πώς βρέθηκε η Πίπη ξανά στη Χώρα του Διαμερίσματος, κανένας δεν το κατάλαβε. Μόνο που η Πίπη είχε την αίσθηση ότι κάτι είχε ξεχάσει. Τι να ήταν, άραγε, αυτό; Πώς ήταν, είπαμε, το όνομά της; 
     Και οι μέρες περνούσαν και η Πίπη προσπαθούσε να θυμηθεί αυτό που προφανώς είχε ξεχάσει, και ο γέρος μάγος γέμισε άλλη μια σελίδα στο τετράδιο των συνταγών του, "το ελιξήριο της αμνησίας", ήταν το όνομα της συνταγής - για να ξεχνάμε τις δυσάρεστες αναμνήσεις, έγραφε μέσα σε παρένθεση.
     Και μια μέρα, ξαφνικά, η Πίπη θυμήθηκε το όνομά της, και θυμήθηκε και την Γλωσσοπάθεια. Και θυμήθηκε ότι η Γλωσσοπάθεια έκλεινε πια τα οκτώ χρόνια και τις οκτώ μέρες. 
     - Οκτώ χρόνια και οκτώ μέρες, πάει, μεγάλωσε κι αυτή! μονολογούσε η Πίπη, αλλά καμία ιστορία δεν ερχόταν στο μυαλό της για να τη μοιραστεί. 
     Και η Πίπη δίψασε. Και θέλησε να πιει μια λεμονάδα. Και καθώς έβαζε τη λεμονάδα στο ποτήρι, στο μυαλό της εμφανίστηκε η εικόνα μιας άλλης λεμονάδας, σε ένα άλλο ποτήρι, σε ένα σκοτεινό σπίτι, μέσα στο δάσος. Και το χρώμα της λεμονάδας ήταν μωβ, όπως και το περιεχόμενο ενός μικρού μπουκαλιού, που επάνω του υπήρχε μια ετικέτα με τον αριθμό οκτώ. 
     Και η Πίπη βρήκε την ιστορία που έψαχνε.

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Με κάθε λεπτομέρεια


      - Δύσκολα τα πράγματα με αυτόν τον κορονοϊό! Δύσκολα και βαρετά, σκέφτεται η ανηψοβαφτιστήρα της Πίπης, κυρίως επειδή έχει πολύ καιρό να δει τη νονά της για να παίξουν. 
     Μιλάνε στο τηλέφωνο, βέβαια, πού και πού, και τότε λένε πολλές ιστορίες, αλλά άλλο είναι να ακούει τη φωνή της νονάς και να την φαντάζεται, και άλλο να την έχει εκεί, μπροστά της, και να παίζουν μαζί. Και τώρα που έρχεται το Πάσχα, και η νονά της έστειλε παπούτσια και της πήρε και λαμπάδα και αυγό σοκολατένιο, κάποιο δώρο δεν θα πρέπει να κάνει και εκείνη στη νονά της;
     Μα, φυσικά και θα της κάνει δώρο της νονάς, και μάλιστα το καλύτερο! Και η μικρή στρώνεται στη δουλειά, και φτιάχνει μια όμορφη πασχαλινή κάρτα, και έναν όμορφο, χειροποίητο φάκελο, για να βάλει μέσα την κάρτα. Έτοιμο το δώρο!
     Αλλά τώρα υπάρχει άλλο ένα πρόβλημα: πώς θα φτάσει η κάρτα στη νονά, που παντού υπάρχει κορονοϊός; Δύσκολα τα πράγματα! Και η νονά δε μένει δίπλα, μένει εκεί ψηλά, σε εκείνο το βουνό, που φαίνεται πίσω από το σπίτι της Μίνι... Από εκεί πίσω πρέπει να μένει και ο ήλιος, ναι, σίγουρα εκεί μένει, πώς αλλιώς θα ξεπρόβαλλε από εκεί κάθε πρωί; 
     Αλλά πώς δεν το σκέφτηκε πιο πριν; Μόνο η μαμά μπορεί να βοηθήσει, η μαμά μπορεί να κάνει τα πάντα, μπορεί να διώχνει μακριά όλους τους κακούς, μπορεί να κάνει την καλύτερη αγκαλιά του κόσμου, μπορεί να φτιάχνει τα πιο νόστιμα φαγητά και γλυκά, μπορεί να κάνει τις γλάστρες στο μπαλκόνι να βγάζουν τις πιο νόστιμες φραουλίτσες... Όλα τα μπορεί η μαμά, γι'αυτό και θα μπορέσει να δώσει το δώρο στη νονά, χωρίς να φοβηθεί τον κορονοϊό.
     Βέβαια, έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που η μαμά πήγε στο σπίτι της νονάς, και μήπως η μαμά τον έχει ξεχάσει τον δρόμο; Μήπως χαθεί και αντί να φτάσει στο σπίτι της νονάς, φτάσει στο σπίτι του κακού λύκου ή κάποιας κακιάς μάγισσας, ή, ακόμα χειρότερα, μήπως η μαμά φτάσει στο σπίτι κάποιας άλλης νονάς; 
     Πάλι καλά που εκείνη τον θυμάται καλά τον δρόμο, με κάθε λεπτομέρεια. Γι'αυτό και θα βοηθήσει τη μαμά της για να μη χάσει τον δρόμο. Πώς; Μα, φυσικά, ζωγραφίζοντας έναν χάρτη, πώς αλλιώς; Και παίρνει ένα κομμάτι χαρτί, και αρχίζει να ζωγραφίζει με μεγάλη προσοχή το χάρτη της διαδρομής, χωρίς να ξεχάσει το παραμικρό, ούτε από αυτά που βρίσκονται στη γη, ούτε από αυτά που βρίσκονται στον ουρανό.
     Παίρνει η μαμά, λοιπόν, στα χέρια της το χάρτη και τον ακολουθεί με μεγάλη προσοχή. Μαζί με τη μαμά, ξεκινάμε και εμείς. Και ο ουρανός είναι γεμάτος σύννεφα, αλλά αυτό δεν πειράζει, αφού ο ήλιος λάμπει πάνω από το βουνό όπου μένει η νονά. Και θα αφήσουμε το όμορφο σπίτι επάνω στο λόφο, ενώ από πάνω του θα πετάει ένα μεγάλο αεροπλάνο. Και θα αρχίσουμε να κατηφορίζουμε. Και θα περάσουμε και το σπίτι της Μίνι. Και μάλλον θα συναντήσουμε και τη Μίνι στον δρόμο, αλλά δεν θα σταθούμε καθόλου, η Μίνι είναι πολυλογού και αν μας πιάσει την κουβέντα δε θα φτάσουμε ποτέ στο σπίτι της νονάς.
     Και θα προχωρήσουμε, και πιο πέρα σίγουρα θα συναντήσουμε μια κυρία, που πηγαίνει βόλτα το σκυλάκι της, κρατώντας το από το λουρί του. Και το σκυλάκι μπορεί να μας χαιρετήσει κουνώντας την ουρά του, αλλά και πάλι δε θα σταθούμε, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας. Και πιο πέρα, θα συναντήσουμε έναν παιδότοπο, και ίσως να υπάρχουν και κάποια παιδιά στον παιδότοπο, αλλά δε θα σταματήσουμε, δεν έχουμε χρόνο για παιχνίδια, έχουμε κάτι πολύ σημαντικότερο να κάνουμε...
     Αμέσως μετά τον παιδότοπο θα περάσουμε μπροστά από ένα ζαχαροπλαστείο, και το ζαχαροπλαστείο έχει μια μεγάλη βιτρίνα γεμάτη γλυκά, τούρτες, σοκολατάκια, πάστες, γαλακτομπούρεκα... Και θα έχει και τσουρέκια και κουλουράκια το ζαχαροπλαστείο, αλλά τα καλύτερα τσουρέκια και τα πιο νόστιμα κουλουράκια τα φτιάχνει πάντα η μαμά... Και πάλι δε θα σταματήσουμε στο ζαχαροπλαστείο, δε θέλουμε να αγοράσουμε γλυκά, εξάλλου τα γλυκά κάνουν κακό στα δόντια...
     Και θα συνεχίσουμε το δρόμο μας, και θα συναντήσουμε και αρκετούς ανθρώπους στη διαδρομή, και θα συναντήσουμε και ένα σκουπιδιάρικο. Και ίσως μας καθυστερήσει λίγο το σκουπιδιάρικο, τα σκουπιδιάρικα δεν τρέχουν γρήγορα, σταματάνε κάθε τρεις και λίγο, και στέκονται και στη μέση του δρόμου...  
     Αλλά τελικά κάπου θα στρίψει το σκουπιδιάρικο και ο δρόμος θα ξανανοίξει. Και τότε θα πρέπει να ανασκουμπωθούμε, επειδή εκεί αρχίζει η μεγάλη ανηφόρα για το βουνό όπου μένει η νονά. Και το βουνό είναι ψηλό και η ανηφόρα είναι απότομη, αλλά δεν πρέπει να μας τρομάξει, ίσα-ίσα που εκεί υπάρχουν πολλά σπίτια με όμορφους  κήπους και μπορούμε να θαυμάσουμε τα λουλούδια τους. Και λίγο προτού φτάσουμε στην κορυφή - ίσως να έχουμε λαχανιάσει και λίγο - θα δούμε τον ήλιο στον ουρανό και θα καταλάβουμε ότι το ταξίδι μας έφτασε στο τέλος του. Και εκεί, λίγο πριν από την κορυφή, θα δούμε και τη νονά, που θα σκουπίζει το πεζοδρόμιο, περιμένοντας την όμορφη κάρτα της ανηψοβαφτιστήρας της!
     Και η μαμά θα δώσει την όμορφη κάρτα στη νονά, η οποία θα χαρεί πολύ με το δώρο της και δε θα χορταίνει να το βλέπει. Και μόλις η νονά δει και το χάρτη, τότε είναι που θα ενθουσιαστεί ακόμα περισσότερο! Και θα νιώσει ακόμα πιο περήφανη για την αγαπημένη της ανηψοβαφτιστήρα!
     

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Ο Ζηλιάρης γείτονας

 


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένας νάνος. Ο νάνος αυτός ήταν πολύ κοντός, όπως είναι όλοι οι νάνοι,  και ζούσε σε ένα πολύ μικρό σπιτάκι, με πόρτα από πλεγμένα καλάμια και παραθυρόφυλλα από κυκλαμινόφυλλα. Γύρω από το σπιτάκι υπήρχε ένας αρκετά μεγάλος κήπος, τον οποίο ο νάνος φρόντιζε με μεγάλη προσοχή και στον οποίο υπήρχαν όλα τα λαχανικά που ο νάνος χρειαζόταν για να φτιάχνει την αγαπημένη του παντζαρόσουπα: παντζάρια, κρεμμυδόχορτα, κολοκυθοπατατιές και καρδαμολούλουδα. Υπήρχε επίσης μία ψηλή καμέλια, με όμορφα, γυαλιστερά φύλλα, στην οποία ο νάνος είχε κρεμάσει μια κούνια και όπου καθόταν κάθε απόγευμα, για να χαλαρώσει.
     Θα περίμενε κανείς πως ο νάνος ήταν πολύ ευτυχισμένος, με την παντζαρόσουπα και την κούνια στην καμέλια. Η αλήθεια, όμως, ήταν διαφορετική, κι αυτό επειδή ο νάνος είχε ένα μεγάλο ελάττωμα: ήταν πολύ ζηλιάρης. Αν έβλεπε κάποιον να φοράει ψηλό καπέλο, την επόμενη μέρα αυτός φορούσε ένα ψηλότερο. Αν έβλεπε κάποιον να φοράει κόκκινες μπότες, την επόμενη μέρα φορούσε και αυτός. Αν έβλεπε κάποιον να κυκλοφορεί με ένα λουλούδι στο αυτί, την επόμενη μέρα αυτός κυκλοφορούσε με δύο.
     Η μεγαλύτερη ατυχία του νάνου ήταν ότι ο γείτονάς του είχε όλα τα καλά: ήταν νέος, ωραίος, γεροδεμένος, και, το σημαντικότερο: δεν ήταν νάνος. Ο γείτονας δεν ασχολιόταν ιδιαίτερα με το νάνο, ο νάνος όμως είχε μόνιμα το βλέμμα του προς το γείτονα και πάντα σύγκρινε τον εαυτό του με εκείνον.
     Μια μέρα, ο γείτονας γύρισε στο σπίτι του επάνω σε ένα υπέροχο άλογο με χρυσή χαίτη.
     - Τι ωραίο άλογο! θαύμασαν όλοι.
     Και ο νάνος έχασε τον ύπνο του. Και δεν θα μπορούσε, τάχα, και εκείνος να αποκτήσει ένα άλογο με χρυσή χαίτη;
     Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, ο νάνος πήρε ένα σάκο με τα απαραίτητα και έφυγε ταξίδι. Και αφού δεν άφησε ζωοπανήγυρη για ζωοπανήγυρη, μια μέρα γύρισε κι εκείνος με ένα άλογο με χρυσή χαίτη και χρυσοκεντημένη σέλλα. 
     - Ωραίο άλογο, είπαν όλοι, και ο νάνος ένιωσε να ψηλώνει. Αλλά τι το θέλεις εσύ το άλογο; Πώς θα το φτάνεις;
     - Μα δεν το πήρα για να το καβαλάω, είπε ο νάνος, το πήρα απλώς επειδή μου άρεσε.
     Μια άλλη μέρα, ο γείτονας αγόρασε μία πανέμορφη άμαξα, γεμάτη στολίδια και με βελούδινα μαξιλάρια στα καθίσματα. 
     - Πανέμορφη άμαξα! είπαν όλοι. Θα ταιριάζει εξαιρετικά με το άλογο με την χρυσή χαίτη.
     Και πάλι ο νάνος έχασε τον ύπνο του. Και την επόμενη μέρα πήγε στον καλύτερο τεχνίτη και παρήγγειλε κι εκείνος μια άμαξα, πιο περίτεχνα στολισμένη και πιο μεγάλη από του γείτονα.
     - Τι την θέλεις την άμαξα; τον ρώτησαν όσοι τον είδαν. Αφού δεν ταξιδεύεις συχνά!
     - Κάποια στιγμή θα ταξιδέψω, τους είπε. Θέλω να είμαι έτοιμος.
     Μια μέρα, έφτασε η είδηση ότι η μοναχοκόρη του βασιλιά αρρώστησε βαριά και έχασε το χαμόγελό της. Ο βασιλιάς, επάνω στην απελπισία του, ανακοίνωσε ότι θα έκανε γαμπρό του όποιον έκανε καλά την πριγκήπισσα. Οι πιο άξιοι νέοι ξεκίνησαν από όλες τις άκρες του βασιλείου να πάνε για να παντρευτούν την πριγκήπισσα.
     - Πού θα πας; ρώτησε ο νάνος το γείτονά του, όταν τον είδε να ζεύει το άλογο με την χρυσή χαίτη στην στολισμένη του άμαξα. 
     - Ήρθε ο καιρός μου να παντρευτώ, είπε ο γείτονας, μεγάλωσα πια, και η πριγκήπισσα μου ακούγεται μια χαρά νύφη. Άσε που άκουσα ότι είναι και πολύ όμορφη. Εκείνη κι εγώ θα κάνουμε τα πιο όμορφα παιδιά... 
     - Α, ώστε έτσι; είπε ο νάνος. Και πιστεύεις ότι είσαι άξιος για μια πριγκήπισσα;
     - Γιατί, τι μου λείπει; Νέος είμαι, ωραίος είμαι, δυνατός είμαι, το όμορφο άλογό μου το έχω, την όμορφή μου την άμαξα επίσης... Εξάλλου, το μόνο που πρέπει να κάνω είναι να βρω το χαμένο της χαμόγελο, πόσο δύσκολο να είναι αυτό;
     - Καλή τύχη, είπε ο νάνος, αν και δεν το εννοούσε.
     - Ευχαριστώ, είπε ο γείτονας και απομακρύνθηκε, μέσα στην στολισμένη του άμαξα, που την έσερνε το άλογο με την χρυσή τη χαίτη.
     Αμέσως, ο νάνος έτρεξε κι αυτός να ετοιμαστεί. Και τι σήμαινε, δηλαδή, που ο γείτονας ήταν νέος, ψηλός και ωραίος, ο βασιλιάς δεν είχε πει ότι το χαμένο χαμόγελο δεν θα μπορούσε να το βρει ένας νάνος...
     Ο δρόμος ήταν μακρύς και κουραστικός και ο νάνος χρειάστηκε να διασχίσει σχεδόν όλη τη χώρα για να φτάσει στα περίχωρα του παλατιού. Παντού έβλεπε νέους άντρες, επάνω στα άλογά τους ή μέσα σε άμαξες. Άλλοι πήγαιναν προς το παλάτι, καμαρωτοί-καμαρωτοί, άλλοι πήγαιναν προς την αντίθετη κατεύθυνση, με το κεφάλι κατεβασμένο...
     - Φαίνεται δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεθεί το χαμένο χαμόγελο μίας πριγκήπισσας, σκεφτόταν χαιρέκακα ο νάνος.
     Σε μία από τις τελευταίες στροφές του δρόμου, ο νάνος είδε μία γριούλα, σκυμμένη δίπλα από ένα αναποδογυρισμένο καλάθι. Διάφορα λαχανικά ήταν σκόρπια γύρω της και η γριούλα τα μάζευε.
     - Χρειάζεσαι βοήθεια, καλή κυρία; ρώτησε ο νάνος.
     - Ναι, παιδί μου, ευχαριστώ. Μου έσπασε το καλάθι που κουβαλούσα τα υλικά για το φαγητό μου και δεν ξέρω πώς να τα μεταφέρω στο σπίτι μου.
     - Θα σε βοηθήσω εγώ, είπε πρόθυμα ο νάνος και, μαζί με την γριούλα, μάζεψε τα σκορπισμένα λαχανικά και τα έβαλε στο σπασμένο καλάθι. Ύστερα, τη συνόδεψε στο σπίτι της, με την άμαξά του.
     - Σε ευχαριστώ πολύ, παιδί μου, είπε η γριούλα. Χωρίς τη βοήθειά σου, δεν θα κατάφερνα να φέρω τα πράγματα στο σπίτι μου και θα έμενα νηστική... Θα μείνεις να φας μαζί μου; Εσύ είσαι πριγκηπόπουλο, βέβαια, φαίνεται από την άμαξα, σιγά μην καταδεχτείς να φας από το φτωχικό φαγητό μου...
     - Θα έμενα, είπε ο νάνος, αλλά βιάζομαι, πρέπει να φύγω...
     - Τότε, να μου επιτρέψεις να σου κάνω ένα δώρο...
     - Δεν είναι ανάγκη...
     - ... για την ευγένειά σου... Να, πάρε αυτό το καρύδι.
     Άλλο δώρο φανταζόταν ο νάνος.
     - Δεν είναι ένα συνηθισμένο καρύδι, είπε η γριούλα, που είδε πώς το κοίταζε. Είναι μαγικό.
     - Μαγικό;
     - Ναι. Πραγματοποιεί ευχές. Δηλαδή, πραγματοποιεί μία ευχή.
     Ο νάνος άρχισε να σκέφτεται όλα τα πράγματα που επιθυμούσε.
     - Κάνεις την ευχή σου, το τρως, και η ευχή πραγματοποιείται, είπε η γριούλα.
     - Τόσο απλά;
     - Τόσο απλά. Μόνο που θα πρέπει να διαλέξεις προσεκτικά ποια ευχή σου θα πραγματοποιήσεις. Βλέπεις, έχεις μόνο μία ευκαιρία.
     Ο νάνος ευχαρίστησε την γριούλα, αν και δεν είχε πολυπιστέψει την ιστορία με το καρύδι, έβαλε το καρύδι στην τσέπη του και έφυγε.
     Ταξίδεψε άλλη μια μέρα, μέχρι που έφτασε έξω από το παλάτι. Εκεί βρισκόταν και ο γείτονάς του, με τη δική του άμαξα.
     - Κι εσύ εδώ; ρώτησε ο γείτονας.
     - Ήρθε κι ο δικός μου καιρός να παντρευτώ, απάντησε ο νάνος.
     - Καλή τύχη, είπε ο γείτονας.
     - Ευχαριστώ, είπε ο νάνος.
     Ένας όμορφος πρίγκηπας βγήκε από την πόρτα του παλατιού, απογοητευμένος.
     - Φαίνεται πως δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεθεί ένα χαμένο χαμόγελο, είπε ο νάνος.
     - Ίσως, είπε ο γείτονας.
     - Συνεχίζεις να είσαι σίγουρος ότι θα το βρεις; ρώτησε ο νάνος.
     - Πιο σίγουρος από ποτέ, απάντησε ο γείτονας.
     - Και τι σε κάνει τόσο σίγουρο;
     Ο γείτονας κοίταξε γύρω του με προφύλαξη.
     - Έχω αυτό, είπε και έβγαλε ένα καρύδι από την τσέπη του.
     Ο νάνος δεν έδειξε την έκπληξή του.
     - Τι είναι αυτό;
     - Είναι μαγικό, είπε ο γείτονας. Μου το έδωσε μία γριούλα.
     - Μαγικό; Και τι κάνει;
     - Πραγματοποιεί μια ευχή.
     - Ε, και;
     - Τι "ε, και"; Θα ευχηθώ να βρω το χαμένο χαμόγελο! Και έτσι θα τα καταφέρω!
     - Α, έτσι! είπε ο νάνος.
     Όμως το μυαλό του άρχισε να σκέφτεται. Τι ατυχία ήταν αυτή, να πετύχει και ο γείτονας στον δρόμο του εκείνη την γριούλα! Και τι ατυχία να του δώσει και εκείνου ένα μαγικό καρύδι! Και τώρα, δηλαδή, εκείνος θα έβρισκε το χαμένο χαμόγελο και θα γινόταν γαμπρός του βασιλιά; Και το δικό του μαγικό καρύδι θα πήγαινε χαμένο; Όχι, αυτό δεν μπορούσε να γίνει! Εκείνος έπρεπε να γίνει γαμπρός του βασιλιά, μόνο εκείνος! 
     Αλλά φανταζόταν και την έκπληξη της πριγκήπισσας, όταν θα έβλεπε ότι ήταν νάνος. Δε θα της άρεσε καθόλου. Θα ξίνιζε τη μούρη της. Και τίποτα δεν είναι χειρότερο από μια πριγκήπισσα με ξινισμένη μούρη. Ενώ, ο γείτονας... Εκείνος ήταν ψηλός, γεροδεμένος, σε καμία περίπτωση δε θα ξίνιζε τη μούρη της η πριγκήπισσα, όταν τον έβλεπε. Τον ξαναπλημμύρισε η ζήλεια. Κάτι έπρεπε να κάνει, αλλιώς ο γείτονας θα έβρισκε το χαμόγελο της πριγκήπισσας, χρησιμοποιώντας το μαγικό καρύδι, και θα γινόταν γαμπρός του βασιλιά. Και τότε, αντίο μεγαλεία! 
     Ξαφνικά, το μυαλό του φωτίστηκε.
     - Το βρήκα! είπε.
     Έβγαλε το δικό του μαγικό καρύδι από την τσέπη του, το έβαλε στο στόμα του και άρχισε να το μασουλάει. Έκλεισε τα μάτια του και έκανε την ευχή του.
     Την επόμενη μέρα, προτού ανοίξει η πύλη του παλατιού, από την σκηνή του γείτονα ακούστηκε μία κραυγή. Ο νάνος έτρεξε να δει τι συνέβαινε.
     - Τι συμβαίνει; ήθελε να ρωτήσει, αλλά δεν χρειάστηκε.
     - Κοίτα τι έπαθα! φώναζε ο γείτονας, που φαινόταν σαν να είχε ξυπνήσει από κακό όνειρο. Μα, εσύ πώς ψήλωσες έτσι;
     Ο νάνος, που δεν ήταν πια νάνος, χαμογέλασε. Η ευχή του είχε πραγματοποιηθεί.
     - Τη συνάντησα κι εγώ την γριούλα που έδινε τα μαγικά καρύδια, είπε.
     Ο γείτονας, που πλέον ήταν νάνος, δεν πίστευε στα αυτιά του.
     - Το χαμένο χαμόγελο της πριγκήπισσας δε νομίζω πως θα σε βοηθήσει τώρα, είπε ο νάνος και βγήκε από την σκηνή του γείτονα, ικανοποιημένος.
     - Ποιος είναι ο επόμενος; ρώτησε ο φρουρός του παλατιού, που μόλις είχε ανοίξει την πύλη.
     - Εγώ, είπε ο νάνος και μπήκε στο παλάτι.
     Τον υποδέχτηκε ο ίδιος ο βασιλιάς.
     - Σώσε το παιδί μου, είπε ο βασιλιάς και έδειξε την πριγκήπισσα, που καθόταν δίπλα στο βασιλιά, και τα μάτια της ήταν σκοτεινιασμένα.
     - Τι σου συμβαίνει, πριγκήπισσά μου; ρώτησε ο νάνος, όταν έμεινε μόνος μαζί της.
     - Δεν ξέρω, είπε η πριγκήπισσα.
     - Μήπως κάποιος σε πλήγωσε; 
     - Κανένας δε με πλήγωσε, είπε η πριγκήπισσα. Όλοι είναι πολύ ευγενικοί μαζί μου.
     - Μήπως πονάς κάπου;
     - Δεν πονάω πουθενά, είπε η πριγκήπισσα.
     - Μήπως σου λείπει κάτι;
     - Δε μου λείπει τίποτα, είπε η πριγκήπισσα. Πώς γίνεται να μου λείπει κάτι, όταν μου κάνουν όλα τα χατήρια;
     - Σίγουρα; ρώτησε ο νάνος και την κοίταξε με το πιο γοητευτικό του βλέμμα.
     Η πριγκήπισσα κατέβασε το βλέμμα της ντροπαλά.
     - Είναι κάτι που μου λείπει, είπε ύστερα από λίγο. Είχα ένα χρυσό δαχτυλίδι, που μου το είχε χαρίσει η πολυαγαπημένη μου μανούλα. Το φορούσα πάντα στο δάχτυλό μου, για να μην την ξεχάσω ποτέ. Αλλά το δαχτυλίδι μου χάθηκε!
     - Έψαξες να το βρεις;
     - Φυσικά! Μέχρι κάτω από τα χαλιά έβαλα να ψάξουν! Δεν βρέθηκε τίποτα! Είμαι να σκάσω!
     - Αυτό είναι! είπε ο νάνος. Θα σου το βρω εγώ το δαχτυλίδι σου, μην ανησυχείς καθόλου!
     Ο νάνος πήγε στο βασιλιά.
     - Η πριγκήπισσα θα βρει το χαμόγελό της, μόλις βρεθεί το δαχτυλίδι της μητέρας της, αυτό που φορούσε στο δάχτυλό της, είπε ο νάνος. 
     - Αυτό ήταν; είπε ο βασιλιάς. Ούτε που είχα προσέξει πως δε φορούσε πια το δαχτυλίδι.
     - Ζητώ την άδεια να ψάξω όλο το παλάτι, είπε ο νάνος. 
     Ο βασιλιάς έδωσε εντολή να ψαχτεί όλο το παλάτι. Κοίταξαν παντού, από τη σοφίτα, μέχρι τις αποθήκες, πίσω από τους πίνακες και κάτω από τα χαλιά. Δεν βρέθηκε τίποτα.
     - Μπορεί να βρήκες την αιτία που χάθηκε το χαμόγελο της πριγκήπισσας, είπε ο βασιλιάς στο νάνο, αλλά το δαχτυλίδι δεν το βρήκες. Λυπάμαι πολύ, δεν μπορώ να σε κάνω γαμπρό μου.
     Ο νάνος, απογοητευμένος, έφυγε από το παλάτι. Στην είσοδο συνάντησε το γείτονά του.
     - Ακόμα περιμένεις; ρώτησε ο νάνος.
     - Φυσικά, είπε ο γείτονας. Είναι η σειρά μου.
     - Καλή τύχη, είπε ο νάνος, αν και ήταν σίγουρος πια ότι κανείς δε θα το έβρισκε το δαχτυλίδι.
     Ο γείτονας παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά.
     - Ένας νάνος! αναφώνησε ο βασιλιάς.
     - Ένας νάνος! αναφώνησε η πριγκήπισσα.
     - Βασιλιά μου, είπε ο γείτονας, ζητώ την άδειά σου να ξαναβρώ το χαμένο χαμόγελο της πριγκήπισσας.
     - Δε νομίζω να το βρεις, είπε η πριγκήπισσα.
     - Θα άκουσες, φαντάζομαι, ότι αυτό που ψάχνουμε είναι ένα δαχτυλίδι, είπε ο βασιλιάς.
     - Το άκουσα, βασιλιά μου.
     - Θα άκουσες, επίσης, ότι έχουμε ψάξει παντού στο παλάτι, είπε ο βασιλιάς.
     - Το άκουσα, βασιλιά μου.
     - Και πιστεύεις ότι θα το βρεις;
     - Είμαι σίγουρος.
     Ο βασιλιάς έδωσε την άδεια στο γείτονα. Ο γείτονας πήρε από την τσέπη του το μαγικό καρύδι, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε.
     - Ας ψάξω πρώτα μόνος μου, σκέφτηκε. Τώρα είμαι νάνος, βλέπω τα πράγματα από άλλη γωνία, μπορεί να δω κάτι που οι άλλοι δεν είδαν.
     Ο γείτονας έκανε το γύρο του παλατιού προσεκτικά. Πήγε στις αποθήκες, πήγε στη σοφίτα, χώθηκε μέσα στα σακιά με το σιτάρι, κοίταξε κάτω από τα βαρέλια με το κρασί, κοίταξε μέσα στις ντουλάπες, κοίταξε κάτω από τα χαλιά, κοίταξε μέσα στις παπουτσοθήκες... Για τελευταίο άφησε το υπνοδωμάτιο της πριγκήπισσας.
     - Δεν βρήκες τίποτα, ε; τον ρώτησε η πριγκήπισσα.
     - Όχι ακόμα, αλλά δεν έχω τελειώσει το ψάξιμο, είπε ο γείτονας. Μπορείς να πας λίγο πιο πέρα; Μου κρύβεις το φως.
     Η πριγκήπισσα μετακινήθηκε ξεφυσώντας. Στον τοίχο υπήρχε μια μικρή ποντικότρυπα.
     - Ποτέ δε φανταζόμουν ότι σε ένα παλάτι θα υπήρχαν ποντικότρυπες, είπε ο γείτονας.
     - Ποτέ δε φανταζόμουν ότι ένας νάνος θα ψαχούλευε το δωμάτιό μου, είπε η πριγκήπισσα.
     - Τι είναι αυτό που γυαλίζει; είπε ξαφνικά ο γείτονας, που είχε πλησιάσει στο άνοιγμα της ποντικότρυπας.
     - Τι είναι; είπε η πριγκήπισσα.
     - Εύρηκα! φώναξε ο γείτονας από μέσα από την ποντικότρυπα.
     Και προτού η πριγκήπισσα προλάβει να πει "ποντικότρυπα", ο γείτονας στεκόταν μπροστά της, κρατώντας στο χέρι του ένα χρυσό βραχιόλι.
     - Το δαχτυλίδι μου! αναφώνησε η πριγκήπισσα με χαρά. 
     Ο γείτονας παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά.
     - Το βρήκα το δαχτυλίδι, βασιλιά μου, είπε.
     - Το έμαθα, είπε ο βασιλιάς.
     - Υποσχέθηκες κάτι.
     - Το ξέρω.
     - Θα με κάνεις γαμπρό σου, λοιπόν;
     Ο βασιλιάς κοίταξε την κόρη του. Δε φαινόταν να της αρέσει πολύ η ιδέα.
     - Η υπόσχεση είναι υπόσχεση, είπε, αλλά για να είμαι ειλικρινής, δυσκολεύομαι λίγο... Βλέπεις, δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα έκανα γαμπρό μου έναν νάνο...
     - Α, μα δεν είμαι νάνος, είπε ο γείτονας και αμέσως έβγαλε το μαγικό καρύδι από την τσέπη του και το έβαλε στο στόμα του.
     Και ο νάνος, που ήδη είχε απομακρυνθεί αρκετά από το παλάτι, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει σωστά το μαγικό του δώρο. Και καθώς προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στο κάθισμά του, αφού είχε ξαναγίνει νάνος, σκέφτηκε ότι, τελικά, κακώς την είχε αγοράσει την άμαξα.

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Ο τσαγκάρης που ζούσε σαν Ερημίτης

 


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία μικρή, όμορφη πόλη, ζούσε ένα αγοράκι. Το αγοράκι έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι με τον μπαμπά του και τη μαμά του και ήταν πολύ ευτυχισμένο, επειδή οι γονείς του το αγαπούσαν πολύ και του το έδειχναν με κάθε τρόπο. 
     Δυστυχώς, βέβαια, τίποτα καλό δεν κρατάει για πολύ, και η μαμά του μικρού αγοριού αρρώστησε βαριά και πέθανε, προτού το αγοράκι τελειώσει το σχολείο. Το αγοράκι έκλαψε πολύ, όχι μόνο επειδή αγαπούσε πολύ τη μαμά του, αλλά κυρίως επειδή δεν είχε καταφέρει να τη ζωγραφίσει για να έχει την εικόνα της για πάντα μαζί του.
     Τα πράγματα στο σπίτι του μικρού αγοριού δυσκόλεψαν αρκετά, καθώς ο μπαμπάς του - ο οποίος ήταν ένας φτωχός τσαγκάρης - δεν ήξερε καθόλου να μαγειρεύει και έτσι δεν υπήρχε πια ζεστό, φρεσκομαγειρεμένο φαγητό στο τραπέζι. Ευτυχώς που υπήρχαν μερικές καλές γειτόνισσες και πού και πού τους έφερναν λίγο από το δικό τους φαγητό, αλλιώς το αγόρι και ο μπαμπάς του θα ζούσαν μόνο με ψωμί και τυρί.
     Ο μικρός δεν αγαπούσε ιδιαίτερα το σχολείο. Προτιμούσε να περνάει τον καιρό του δίπλα στον μπαμπά του, και να τον παρακολουθεί καθώς επισκεύαζε τα παπούτσια που του έφερναν. Πίστευε ότι ο μπαμπάς του ήταν κάτι σαν μάγος, αφού μπορούσε να πάρει ένα ζευγάρι τρύπια παπούτσια και να τα κάνει καινούργια. Αλλά δεν ήταν μόνο το αγόρι που το πίστευε αυτό. Όλος ο κόσμος εκτιμούσε την τέχνη του και η δουλειά δεν του έλειπε ποτέ.
     Φυσικό ήταν το αγόρι να μάθει την τέχνη του πατέρα του, και μάλιστα ήταν τόσο καλό, που σύντομα άρχισε να φτιάχνει και παπούτσια από την αρχή. Οι πελάτες του πατέρα γνώρισαν σιγά-σιγά και τη δουλειά του γιού και ενθουσιάστηκαν. Η φήμη του γιου ξεπέρασε τη φήμη του πατέρα.
     Όταν, ύστερα από λίγα χρόνια, έφτασε και η ώρα του πατέρα να κλείσει τα μάτια του για πάντα, το αγόρι ήταν ήδη ένας σπουδαίος τσαγκάρης με πολλή και καλή πελατεία. Περνούσε όλη του τη μέρα σκυμμένος επάνω από ένα παπούτσι, και τόσο πολύ τον απορροφούσε η δουλειά του, που κάποιες μέρες ξεχνούσε και να φάει.
     Οι καλές γειτόνισσες, που είχαν φροντίσει για το φαγητό του αγοριού όταν είχε χάσει τη μητέρα του, ανέλαβαν δράση και πάλι, και το αγόρι, που τώρα πια ήταν ένας νέος άντρας, παντρεύτηκε μια καλή κοπέλα, με φωτεινό βλέμμα και γλυκιά φωνή. Η κοπέλα ήταν κόρη μιας από τις γειτόνισσες, και ήταν πολύ προκομμένη. Ο νιόπαντρος τσαγκάρης άρχισε πάλι να απολαμβάνει το ζεστό, σπιτικό φαγητό και τη θαλπωρή ενός σπιτικού.
     Όμως, η αγάπη για την τέχνη του δεν ξέφτισε καθόλου, ίσα-ίσα που τώρα ο νέος προσπαθούσε να γίνει ακόμα καλύτερος στη δουλειά του, για να κάνει περήφανη τη γυναίκα του. Και ενώ η γυναίκα του στόλιζε με αγάπη το σπιτικό τους και γέμιζε κάθε γωνιά του με όμορφα χειροτεχνήματα, εκείνος ξανάρχισε να ξημεροβραδιάζεται στο τσαγκάρικο, προσπαθώντας να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της μεγάλης του πελατείας.  
     Ο καιρός περνούσε, και το φωτεινό βλέμμα της γυναίκας άρχιζε σιγά-σιγά να σκοτεινιάζει. Πότε θα αποκτούσαν παιδιά; Πότε θα αντηχούσε το σπίτι από παιδικές φωνούλες; Δειλά-δειλά, εκμυστηρεύτηκε τις ανησυχίες της στον άντρα της. "Μην ανησυχείς", της είπε. "Θα έρθουν και τα παιδιά". "Ναι, αλλά πότε; Είμαστε κιόλας πέντε χρόνια παντρεμένοι!" "Πέρασαν κιόλας πέντε χρόνια;" 
     Το σπίτι συνέχιζε να γεμίζει με όμορφα χειροτεχνήματα, και το φρεσκομαγειρεμένο φαγητό δεν έλειψε ποτέ από το τραπέζι. Αλλά κανένα παιδί δεν ήρθε στη ζωή του ζευγαριού, και το βλέμμα της γυναίκας σκοτείνιασε κι άλλο.
     - Μάλλον δεν θα γίνουμε ποτέ γονείς, του είπε μια μέρα.
     - Δεν καταλαβαίνω γιατί απογοητεύεσαι, της είπε.
     - Μα είμαστε δώδεκα χρόνια παντρεμένοι, δε νομίζεις πως δώδεκα χρόνια είναι αρκετά;
     - Πέρασαν κιόλας δώδεκα χρόνια; Για δες, δεν το κατάλαβα καθόλου!
     - Εμ, βέβαια, πώς να το καταλάβεις, όλη τη μέρα χωμένος μέσα στα παπούτσια! 
     - Μα τα παπούτσια είναι η δουλειά μου...
     - Και η ευτυχία της γυναίκας σου είναι δουλειά σου, αλλά δε φαίνεται να σε ενδιαφέρει και τόσο!
     Ο άντρας κοίταξε τη γυναίκα του έκπληκτος. Δεν την είχε ξανακούσει να μιλάει έτσι.
     - Φυσικά και με νοιάζει η ευτυχία της γυναίκας μου, είπε. Για ποιον νομίζεις πως δουλεύω όλη μέρα;
     Κι άλλος καιρός πέρασε, και τα όμορφα χειροτεχνήματα στο σπίτι λιγόστεψαν, αλλά τα παπούτσια στο τσαγκάρικο συνέχιζαν να επιδιορθώνονται με γρήγορους ρυθμούς, όπως πάντα. Το βλέμμα της γυναίκας είχε σκοτεινιάσει κι άλλο, ενώ ο άντρας είχε αποκτήσει πλέον μία καθόλου ευκαταφρόνητη καμπούρα.
     - Πάει, τελείωσε, είπε μια μέρα η γυναίκα, δεν θα γίνουμε ποτέ γονείς!
     - Έχε υπομονή, είπε ο άντρας, δε μας πήραν δα και τα χρόνια!
     - Αλήθεια; είπε η γυναίκα. Για κοίταξέ με, σε παρακαλώ!
     Ο άντρας σήκωσε το κεφάλι του από το καστόρινο γοβάκι, που δούλευε εκείνη την στιγμή, και κοίταξε τη γυναίκα του.
     - Τέτοιο χρώμα είχαν τα μαλλιά σου; ρώτησε. Νομίζω πως ήταν λίγο διαφορετικά...
     - Φυσικά και ήταν διαφορετικά, δεν το βλέπεις ότι έχω γκριζάρει;
     - Α, ναι, βέβαια, είναι γκρίζα, μα δεν είναι λίγο νωρίς γι'αυτό;
     Η γυναίκα του του έφερε ένα μικρό καθρεφτάκι.
     - Κοιτάξου! του είπε.
     Ο άντρας νόμισε πως είδε τον πατέρα του.
     - Μα, τι έγινε, πότε άσπρισαν τα μαλλιά μου; ρώτησε το είδωλό του. Πότε απόκτησα όλες αυτές τις ρυτίδες;
     Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της.
     - Πότε θα καταλάβεις ότι ο χρόνος περνάει; ρώτησε. Είμαστε κιόλας εικοσιπέντε χρόνια παντρεμένοι, κι εσύ δεν έχεις πάρει χαμπάρι!
      - Εικοσιπέντε χρόνια! επανέλαβε ο άντρας. Ώστε, λοιπόν, δεν θα αποκτήσουμε παιδιά...
     Ο άντρας στενοχωρήθηκε πολύ και έσκυψε ακόμα περισσότερο επάνω στα παπούτσια του. Ο καιρός περνούσε πια άχρωμα και εντελώς αθόρυβα, παρ'όλο που από το τσαγκάρικο δεν έλειψε ποτέ η δουλειά. Και η ησυχία δεν διαταράχτηκε ούτε όταν, ένα χειμωνιάτικο πρωινό, η γυναίκα πέθανε και ο άντρας απόμεινε μόνος κι έρημος.
     Τώρα περνούσε τη μέρα του σκεφτόμενος το παρελθόν και τα όσα θα μπορούσαν να είχαν υπάρξει, αλλά δεν υπήρξαν ποτέ. Είχε γίνει μονόχνωτος και δεν έβγαινε σχεδόν καθόλου από το τσαγκάρικο. Τα παπούτσια που έφτιαχνε, όμως, ήταν σκέτα αριστουργήματα. Τι κρίμα να μην έχει έναν γιο να του μεταδώσει την τέχνη του, όπως είχε κάνει ο πατέρας του με εκείνον...
     Ένα βράδυ, εκεί που ο άντρας κάρφωνε το τακούνι σε μία μπότα ιππασίας, του φάνηκε ότι άκουσε χτύπημα στην πόρτα.
     - Μπα, είπε στον εαυτό του, ιδέα μου θα είναι, θα κάνει αντίλαλο ο ήχος του σφυριού.
     Και συνέχισε τη δουλειά του. Όμως, πάλι του φάνηκε ότι άκουσε χτύπημα στην πόρτα.
     - Να είναι κάποιος στην πόρτα; αναρωτήθηκε. Αλλά ποιος; Δεν περιμένω κανέναν πελάτη τέτοια ώρα, την μπότα θα την πάρουν αύριο...
     Τώρα τα χτυπήματα ακούγονταν πιο καθαρά. Ο άντρας σηκώθηκε με κόπο και πήγε στην πόρτα. Μπροστά του εμφανίστηκε ένα πολύ αδύνατο, κοκαλιάρικο αγόρι.
     - Τι συμβαίνει; ρώτησε ο άντρας.
     - Συγγνώμη που ενοχλώ, κύριε, είπε το αγόρι. Είμαι ξένος σε αυτήν την πόλη και δεν έχω πού να μείνω.
     - Και εγώ τι φταίω; είπε ο άντρας και έκανε να κλείσει την πόρτα.
     - Κανένας δεν μου ανοίγει, είπε το αγόρι, αλλά άκουσα φασαρία και είπα να δοκιμάσω και εδώ.
     - Δεν είναι φιλανθρωπικό σωματείο εδώ.
     - Μία γωνίτσα μόνο χρειάζομαι, για να μην κοιμηθώ έξω, νομίζω πως ετοιμάζεται για βροχή... Μόνο μία γωνίτσα, και το πρωί θα φύγω.
     - Δεν υπάρχει χώρος...
     - Μου το είπαν ότι ζείτε σαν ερημίτης και ότι θέλετε την ησυχία σας. Σας δίνω το λόγο μου ότι δε θα ενοχλήσω καθόλου. Να, σε εκείνη εκεί τη γωνίτσα θα ξαπλώσω... Και το πρωί θα φύγω προτού ξημερώσει... 
     - Δε γίνεται...
     - Ε, καλά, αφού δε γίνεται... 
     Το αγόρι έστριψε να φύγει.
     - Μήπως είσαι κλέφτης; ρώτησε ο άντρας.
     - Κλέφτης; Εγώ; Όχι βέβαια! Εξάλλου, από πότε οι κλέφτες χτυπάνε την πόρτα;
     - Αυτό είναι αλήθεια, είπε ο άντρας. Ώστε δεν είσαι κλέφτης...
     - Όχι μόνο δεν είμαι κλέφτης, αλλά και με έκλεψαν, μόλις έφτασα στα περίχωρα της πόλης σας!
     Ο άντρας κοίταξε το αγόρι από την κορυφή ως τα νύχια, όσο του επέτρεπε η καμπούρα του.
     - Και τι είχες εσύ για να σου κλέψουν;
     - Την κάπα μου είχα, που ήταν όλο μου το βιος!
     - Βοσκός είσαι;
     - Βοσκός ήμουν. Και η κάπα μου ήταν από χοντρό μαλλί προβάτου, και ήταν πολύ ζεστή...
     - Και πώς σου την έκλεψαν, δηλαδή;
     - Την πούλησα, και μου έδωσαν ένα τρύπιο κέρμα, που όπου και να το έδειξα μετά, μου είπαν ότι είναι ψεύτικο... Ούτε για να πάρω ένα κομμάτι ψωμί να φάω δεν κάνει! 
     Και το αγόρι άνοιξε την παλάμη του και έδειξε μια τρύπια δεκάρα.
     - Σε κορόιδεψαν δηλαδή, είπε ο άντρας.
     - Με έκλεψαν, είπε το αγόρι. Τους έδωσα κάτι που είχε αξία και μου έδωσαν κάτι που δεν άξιζε τίποτα!
     - Έχεις οικογένεια; ρώτησε ο άντρας.
     - Έχω μια γιαγιά, αλλά είναι μακριά.
     - Κι εμένα όλοι οι δικοί μου είναι μακριά, είπε ο άντρας και αναστέναξε... Κι αν σε αφήσω να κοιμηθείς εδώ, σε μια γωνιά, το πρωί θα φύγεις;
     - Φυσικά! Έτσι κι αλλιώς θα πρέπει να ψάξω για δουλειά...
     - Χμ, ώστε έτσι... Και, δε μου λες, για να'χουμε καλό ρώτημα, τι δουλειά ψάχνεις; Βοσκός, μια φορά, δεν νομίζω να βρεις, εδώ είναι πόλη...
     - Δε με νοιάζει καθόλου, δουλειά να είναι... Η δουλειά δε με τρομάζει!
     - Θα σε ενδιέφερε, για παράδειγμα, να φτιάχνεις παπούτσια;
     - Γιατί όχι; Ίσα-ίσα, που θα μπορέσω να επιδιορθώσω και τα δικά μου, που έχουν αρχίσει να τρυπάνε...
     Ο άντρας κοίταξε τα φθαρμένα παπούτσια του αγοριού και ύστερα γύρισε το βλέμμα του ψηλά. Από την άκρη της πόρτας φαινόταν ένα κομμάτι ουρανού. Αν φαινόταν το φεγγάρι, ίσως θα μπορούσε να φανταστεί ότι η γυναίκα του του χαμογελούσε από εκεί ψηλά. Αλλά ο ουρανός ήταν γεμάτος σύννεφα. Το αγόρι είχε δίκιο, ετοιμαζόταν για βροχή.
     - Πώς σε λένε; ρώτησε ο άντρας.
     - Γιάννη με λένε, είπε το αγόρι.
     - Γιάννη έλεγαν και τον πατέρα μου! είπε ο άντρας και χαμογέλασε.
     Από τότε, ο Γιάννης έμεινε δίπλα στον άντρα και έγινε ο γιος που δεν είχε αποκτήσει ποτέ. Ο άντρας του έδειξε όλη την τέχνη του, και πολύ σύντομα το τσαγκάρικο αντηχούσε από τις ομιλίες τους. Οι δυο τους ζούσαν πολύ καλά και όταν κάποιος ρωτούσε τον άντρα ποιο ήταν εκείνο το αγόρι, εκείνος το παρουσίαζε σαν γιο του. "Και ποιος σου τον χάρισε το γιο;" τον ρωτούσαν για να τον πειράξουν, αφού γνώριζαν ότι με τη γυναίκα του δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. "Μια τρύπια δεκάρα", απαντούσε χαμογελώντας, και επέστρεφε στη δουλειά του.      

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Παραμύθι μετ'εμποδίων


      - Ώρα για ύπνο! φώναξε η μαμά Σπουργίτη.
     - Άσε μας λίγο ακόμα, μαμά, παρακάλεσε η μεγάλη κόρη, δεν τελειώσαμε το παιχνίδι...
     - Και αύριο μέρα είναι, άντε, βράδιασε, είναι κιόλας αργά...
     Τα παιδιά γκρίνιαξαν λίγο ακόμα, αλλά ήξεραν ότι η μαμά δεν θα υποχωρούσε.
     - Θα μας πεις ένα παραμύθι;
     - Είναι αργά, είπε η μαμά Σπουργίτη.
     - Ένα μικρό...
     - Καλά, αν είναι ένα μικρό...
     Τα παιδιά χώθηκαν στα κρεβατάκια τους και περίμεναν.
     - Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ξεκίνησε η μαμά Σπουργίτη, ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που δεν είχαν παιδιά. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν πολύ καλοί άνθρωποι, όμως, και παρ'όλο που ήταν στενοχωρημένοι, πάντα χαμογελούσαν και μιλούσαν ευγενικά...
     - Τι θα πει "χαμογελούσαν"; διέκοψε το παραμύθι ο βενιαμίν της οικογένειας.
     - Χαμογελούσαν θα πει χαμογελούσαν, είπε η μαμά Σπουργίτη. Να, είναι όταν το στόμα των ανθρώπων γίνεται όπως το μισοφέγγαρο στη Δύση...
     - Μα πώς γίνεται το στόμα σαν μισοφέγγαρο στη Δύση;
     - Γίνεται...
     - Ναι, αλλά πώς φαίνεται;
     - Φαίνεται.
     - Το στόμα πού βρίσκεται;
     - Α, ναι, έχετε δίκιο, δεν ξέρετε, δεν το έχετε δει. Το στόμα βρίσκεται πίσω από τη μάσκα.
     - Τι είναι η μάσκα; ρώτησε ο μεγάλος γιος.
     - Είναι αυτό που είναι κάτω από τα μάτια των ανθρώπων.
     - Και γιατί το στόμα βρίσκεται πίσω από τη μάσκα; Δεν τρώνε οι άνθρωποι;
     - Πώς δεν τρώνε! Αλλά όταν τρώνε, την βγάζουν τη μάσκα.
     - Και την βγάζουν και όταν χαμογελάνε;
     - Όχι, τότε δεν την βγάζουν...
     - Και τότε πώς βλέπουν οι άλλοι το μισοφέγγαρο;
     - Έλεος πια με τις ερωτήσεις, δεν θα τελειώσουμε ποτέ το παραμύθι... Στο παραμύθι δε φορούσαν μάσκες και φαινόταν το μισοφέγγαρο!
     - Α, εντάξει, τότε...
     - Να συνεχίσω;
     Τα παιδιά δεν είπαν τίποτα.
     - Συνεχίζω, λοιπόν... Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν πολύ καλοί, και γι'αυτό κάποια νεράιδα τους λυπήθηκε και τους έστειλε ένα όμορφο κοριτσάκι. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα δεν μπορούσαν να κρύψουν τη χαρά τους. Διοργάνωσαν στο παλάτι μία μεγάλη γιορτή, και το παλάτι στολίστηκε με πολλά φώτα, μπαλόνια και λουλούδια. Από όλα τα γειτονικά βασίλεια ήρθαν όλοι οι ευγενείς, με τις πιο όμορφες άμαξές τους...
     - Τι είναι η γιορτή; διέκοψε η δεύτερη κόρη.
     - Η γιορτή είναι γιορτή. Μαζεύονται πολλοί άνθρωποι και διασκεδάζουν, υπάρχουν πολλά φαγητά και γλυκά, και υπάρχει και μουσική...
     - Πόσοι άνθρωποι, δηλαδή; Οχτώ; Εννέα;
     - Περισσότεροι από εννέα.
     - Δέκα; είπε η κόρη και άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Γίνεται αυτό;
     - Περισσότεροι από δέκα, είπε η μαμά Σπουργίτη και αναστέναξε. Όταν μιλάμε για βασιλική γιορτή, οι καλεσμένοι είναι περισσότεροι από εκατό.
     - Εκατό; φώναξαν όλα μαζί τα παιδιά.
     - Τουλάχιστον εκατό.
     - Μα αυτό δε γίνεται, καλέ μαμά, είπε η τρίτη κόρη. Δεν έχουμε δει κάτι τέτοιο ποτέ.
     - Ναι, σωστά, εσείς δεν έχετε δει, παλιότερα γινόταν... Τέλος πάντων, στα παραμύθια όλα γίνονται.
     - Α, ναι, είναι παραμύθι.
     - Ναι, να συνεχίσω;... Συνεχίζω, λοιπόν. Το παλάτι γέμισε κόσμο, και όλοι περνούσαν πολύ καλά, και τα φαγητά και τα γλυκά ήταν πεντανόστιμα, και η μουσική ήταν υπέροχη, και όλοι άρχισαν να χορεύουν...
     - Χωρούσαν όλοι στο παλάτι; ρώτησε η τέταρτη κόρη. Και πώς χόρευαν; Πόσο μεγάλη ήταν η πίστα;
     - Αχ, μα το παλάτι ήταν τεράστιο, φυσικά και χωρούσαν... Και δεν υπήρχε πίστα, χόρευαν σε ζευγάρια, στη σάλα του παλατιού.
     - Σε ζευγάρια; Πιάνονταν, δηλαδή;
     - Ναι, φυσικά και πιάνονταν!
     - Φορούσαν γάντια;
     - Δεν νομίζω.
     - Περίεργο είναι αυτό, είπε ο μεγάλος γιος. Εσύ θα μας πεις ότι αγκαλιάζονταν κιόλας!
     - Φυσικά και αγκαλιάζονταν, πώς αλλιώς θα χόρευαν σε ζευγάρια;
     - Δε μου αρέσει αυτό το παραμύθι, είπε ο μικρός γιος, δεν ξέρεις κανένα καλύτερο;
     - Όχι, είπε η μαμά Σπουργίτη, που είχε αρχίσει να κουράζεται, να συνεχίσω αυτό ή να σας αφήσω να κοιμηθείτε;... Συνεχίζω, λοιπόν... Εκεί, που λέτε, που η γιορτή είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της, και ένας-ένας οι καλεσμένοι, άρχισαν να δίνουν τα δώρα που είχαν φέρει για το μωρό, ακούστηκε μια δυνατή βροντή και τα φώτα αναβόσβησαν. Τότε εμφανίστηκε μία τρομαχτική μάγισσα. Οι καλεσμένοι φοβήθηκαν πολύ και μαζεύτηκαν όλοι μαζί στη μια πλευρά της σάλας...
     - Συ-νω-στί-στη-καν, δηλαδή; ρώτησε ο δεύτερος γιος, συλλαβίζοντας προσεκτικά τη λέξη.
     - Ναι, συνωστίστηκαν...
     - Μα πώς...
     - Α, δεν παλεύεστε πια! είπε η μαμά Σπουργίτη. Παραμύθι τέλος! Άκου "γιατί το ένα" και "γιατί το άλλο" και "πώς το ένα" και "πώς το άλλο"!
     - Μα αυτά που μας λες είναι περίεργα, δε συμβαίνουν πουθενά...
     - Είναι παραμύθι, είπαμε, και στα παραμύθια συμβαίνουν όλα! Αλλά αφού εσείς δεν το καταλαβαίνετε αυτό, τι να σας κάνω εγώ;
     - Δε θα το τελειώσεις, δηλαδή; ρώτησε ο βενιαμίν.
     - Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα... Και τώρα, ύπνο!... Και, τσιμουδιά!
     Η μαμά Σπουργίτη βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα.
     - Δε μου άρεσε καθόλου αυτό το παραμύθι, είπε ο μικρός γιος, και τα αδέρφια του συμφώνησαν.
     - Αύριο να πούμε στον μπαμπά να μας πει παραμύθι, αυτός τα λέει καλύτερα.
     - Ναι.
     Η μαμά Σπουργίτη έπεσε βαριά στην πολυθρόνα της.
     - Τι έχεις; τη ρώτησε ο μπαμπάς Σπουργίτης.
     - Τα παιδιά σου να ρωτήσεις...
     - Τι έγινε;
     - Ένα παραμύθι πήγα να τους πω και με τρέλλαναν στις ερωτήσεις!
     - Ε, μα φταις κι εσύ... Ποιος σου είπε να τους πεις κανονικό παραμύθι; Πες τους ένα με μάσκες και αντισηπτικά και θα δεις για πότε θα κοιμηθούν! 
     

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

Το τίμημα της επιτυχίας


      Ο ουράνιος ζαχαροπλάστης αναστέναξε. Πρώτη μέρα χωρίς σοκολάτα. Πρώτη μέρα χωρίς μία από τις μεγάλες του αγάπες. Και τώρα, τι θα δημιουργούσε; Τόσα χρόνια, η ειδικότητά του ήταν η σοκολάτα: σοκολατόπιτες, μους, προφιτερόλ, κορμοί, μωσαϊκά, τρουφάκια, μπράουνις, σουφλέ, παγωτά... Ουρές έκαναν οι πελάτες του. Από όλον το γαλαξία έρχονταν και, μεταξύ μας, οι πιο πιστοί του πελάτες ήταν αυτοί που έρχονταν από την Ανδρομέδα. Πόσες τούρτες γενεθλίων δεν είχε στείλει σε παιδικά πάρτυ στην Ανδρομέδα! Αλλά και στο Άλφα του Κενταύρου είχαν μεγάλη ζήτηση τα γλυκά του. Ήταν ο επίσημος προμηθευτής όλων των δεξιώσεων του Προεδρικού Μεγάρου. Τι θα έκαναν τώρα οι πιστοί του πελάτες, όταν θα μάθαιναν για τη νέα στροφή στην καριέρα του;
     Θα τον εγκατέλειπαν, το δίχως άλλο. Από εδώ και πέρα, οι μεγάλες ουρές θα αποτελούσαν παρελθόν. Η βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου του θα περνούσε απαρατήρητη. Τα γλυκά θα μπαγιάτευαν. Και μαζί με τα μπαγιάτικα γλυκά, θα μαράζωνε και το πάθος του για τη ζαχαροπλαστική...
     Αλλά το στοίχημα είναι στοίχημα. Πώς του ήρθε να ρισκάρει τόσο πολύ; Από πού είχε αντλήσει όλη εκείνη τη σιγουριά; "Αν χάσω, δεν θα ξαναφάω σοκολάτα", είχε πει. Ορίστε τώρα!
     Στην άκρη του πάγκου βρήκε μερικές μπάρες σοκολάτας. Τις είχε για τις λιγούρες. Αποστρέφοντας το βλέμμα, άνοιξε το καλάθι και τις πέταξε μέσα. "Θα πρέπει να κόψω και το ρόφημα σοκολάτας", σκέφτηκε, καθώς θυμήθηκε το μεταλλικό κουτί που έκανε παρέα στο βαζάκι του καφέ, επάνω στο ράφι της κουζίνας. "Να θυμηθώ να το πετάξω, όταν γυρίσω στο σπίτι".
     Έβαλε στο στόμα του μία καραμέλα βουτύρου. "Παρηγοριά στον άρρωστο", είπε και φόρεσε την ποδιά του.
     Και τώρα, τι θα έφτιαχνε; Πώς θα γέμιζε την άδεια βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου; "Ας φτιάξω ρυζόγαλο", είπε. "Και κρέμα καραμελέ θα μπορούσα να φτιάξω", σκέφτηκε, "αλλά συγκρίνονται η κρέμα καραμελέ και το ρυζόγαλο με μία ωραία σοκολατόπιτα; Μπα, δεν συγκρίνονται! Και χαλβά θα μπορούσα να φτιάξω, αλλά δεν νομίζω να θελήσει κανένας να αγοράσει χαλβά, όταν αλλού μπορεί να βρει προφιτερόλ με αφράτα σουδάκια... Μήπως, τελικά, να φτιάξω γαλακτομπούρεκο;"
     Με θλίψη θυμήθηκε ότι τα σιροπιαστά γλυκά δεν ήταν το φόρτε του. Ποτέ του δεν είχε καταφέρει να σιροπιάσει σωστά ούτε έναν μπακλαβά, σιγά μην τα κατάφερνε με το γαλακτομπούρεκο! Μήπως να ξεκινούσε τα γλυκά κουταλιού; Ε, εντάξει, πόση επιτυχία θα είχαν πια τα γλυκά του κουταλιού; Βέβαια, τα γλυκά του κουταλιού μπορείς να τα συνδυάσεις με γιαούρτι, αλλά όλοι ξέρουν ότι στο Άλφα του Κενταύρου το σιχαίνονται το γιαούρτι... Άσε που τα γλυκά του κουταλιού του θύμιζαν μία αντιπαθητική θεία του, που ζούσε στην Αφροδίτη και όποτε ερχόταν για επίσκεψη τα μάγουλά του κοκκίνιζαν από το πολύ το τσίμπημα... 
     Και δε θα μπορούσε, άραγε, να ειδικευτεί στις τάρτες; Σιγά το δύσκολο! Ναι, αλλά και πάλι: ποιος θα έβαζε κεράκια επάνω σε μια τάρτα; Μόνο ένας πυρομανής... Μπα, τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με τις σοκολατένιες δημιουργίες! Η καραμέλα βουτύρου θρυμματίστηκε ανάμεσα στα δόντια του. Μια νέα καραμέλα βουτύρου την ακολούθησε στο στόμα του.
     Αν ήταν Χριστούγεννα, θα μπορούσε να φτιάξει κουραμπιέδες και μελομακάρονα, τα Χριστούγεννα όμως είχαν περάσει. Μήπως να ειδικευόταν στα τσουρέκια; Μα, ναι, βέβαια! Θα μπορούσε να φτιάξει και τσουρέκια γεμιστά με κάστανο, με μαρμελάδα, με σοκολά..., όχι, χωρίς σοκολάτα.
     Και τότε, το αποφάσισε: "θα ειδικευτώ στο μιλφέιγ!". Αλλά το μιλφέιγ απαιτεί τέχνη, δεν είναι παίξε-γέλασε... Η πρώτη προσπάθεια ήταν μια σκέτη αποτυχία, τα φύλλα ήταν σαν μπισκότο. Στη δεύτερη προσπάθεια, η κρέμα έγινε πολύ αραιή, δραπέτευσε από τα φύλλα και λέρωσε όλο τον πάγκο. Στην τρίτη προσπάθεια, το αποτέλεσμα θύμιζε περισσότερο μιλφέιγ, αλλά μόνο στην εμφάνιση, στη γεύση θύμιζε μπουγάτσα. Μήπως να έφτιαχνε μπουγάτσα; Όχι, τώρα που το είχε αποφασίσει, θα έφτιαχνε μιλφέιγ, πάει και τελείωσε! Και δωσ'του συνέχιζε τις προσπάθειες, και η μία προσπάθεια διαδεχόταν την άλλη...
     Και έφτασε το βράδυ, και το μιλφέιγ ακόμα δεν είχε πετύχει... Αλλά ο ουράνιος ζαχαροπλάστης ήταν πλέον αποφασισμένος. Και οι προσπάθειες συνεχίστηκαν όλη τη νύχτα. Και το πρωί, λίγο πριν από το ξημέρωμα, ο ουράνιος ζαχαροπλάστης ένιωσε πως, επιτέλους, τα είχε καταφέρει.
     Και οι άνθρωποι ξύπνησαν και άρχισαν να ανοίγουν τα παράθυρά τους. Και ανακάλυψαν με έκπληξη ότι ο τόπος είχε γεμίσει ζάχαρη άχνη. 


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου