Τετάρτη 6 Απριλίου 2022

Επαναφορά στην τάξη



     Ήταν μία από εκείνες τις όμορφες, ηλιόλουστες μέρες, αυτές που σε κάνουν να θέλεις να βγεις από το σπίτι, και μόνο κάποια μικρά λοφάκια παγωμένου χιονιού στις άκρες των δρόμων θύμιζαν την κατάλευκη κουβέρτα που είχε καλύψει τα πάντα τις προηγούμενες μέρες. Η Πίπη, ύστερα από τον εγκλεισμό των προηγούμενων ημερών, δεν μπορούσε να βρει καλύτερη μέρα για να βγει από το σπίτι.
     Περπατούσε, λοιπόν, χαρούμενη στον δρόμο, χαζεύοντας δεξιά και αριστερά και απολαμβάνοντας το ζεστό χάδι του ήλιου, όταν, ξαφνικά, ένιωσε ότι κάποιος την παρακολουθούσε. Κοντοστάθηκε λίγο. Δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω. 
     - Ιδέα μου θα είναι! σκέφτηκε.
     Και έκανε να φύγει. Δεν πρόλαβε να κάνει δυο βήματα, όμως, και η αίσθηση ότι κάποιος την παρακολουθούσε επανήλθε. Αυτό ήταν κάτι που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να παραβλέψει. Σίγουρα, κάποιος κρυβόταν εκεί κοντά. Και καθώς η Πίπη έχει εξασκηθεί ιδιαίτερα σε αυτού του είδους το κρυφτό, είπε μέσα της "φτου, και βγαίνω" και ξεκίνησε το ψάξιμο.
     Δεν άργησε να εντοπίσει τον ένοχο, ο οποίος στεκόταν ακίνητος, σαν άγαλμα, και κρατούσε την ανάσα του.
     - Ένα άλογο! σκέφτηκε η Πίπη και πλησίασε για να το δει καλύτερα.
     Αλλά, όχι, κάτι δεν ταίριαζε, εκείνο το άλογο σαν να είχε, ναι, είχε σίγουρα, τώρα το έβλεπε καθαρά, εκείνο το άλογο είχε γένι! Πού ξανακούστηκε άλογο με γένι;
     - Γεια σου, του είπε η Πίπη, μπορείς να κουνηθείς τώρα, μην παριστάνεις άλλο το άγαλμα, σε έχω καταλάβει. 
     Αλλά το περίεργο άλογο δεν κουνήθηκε καθόλου.
     - Άλλους μπορείς να τους ξεγελάσεις, όχι όμως και εμένα, συνέχισε η Πίπη. Έχω εξασκηθεί ατέλειωτες ώρες στο κρυφτό και είμαι πολύ καλή σε αυτό. Ούτε η ίδια η Μαλέφισεντ, η πανίσχυρη κακιά μάγισσα, δεν κατάφερε να μου κρυφτεί, πώς θα μπορούσε να μου κρυφτεί ένα άλογο; 
     - Ε, όχι και άλογο! είπε το άλογο και κουνήθηκε.
     Η Πίπη, χωρίς να το καταλάβει, είχε βρει το αδύνατό του σημείο.
     - Έχεις ξαναδεί άλογο με γένι; ρώτησε το άλογο.
     - Η αλήθεια είναι πως όχι, απάντησε η Πίπη, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει και τίποτα. Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα.
     - Το λαιμό μου τον πρόσεξες; είπε το άλογο. Έχεις ξαναδεί άλογο με τόσο μακρύ λαιμό;
     - Όχι, είπε η Πίπη, αλλά κι αυτό θα μπορούσε να αποτελεί μια εξαίρεση. Βέβαια, όσο αυξάνονται οι εξαιρέσεις, τόσο πιθανότερο είναι να ισχύει ο κανόνας...
     Και τότε, το μυαλό της Πίπης φωτίστηκε! Βέβαια, πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα;
     - Πώς την πάτησα έτσι; είπε η Πίπη. Μα, εσύ είσαι δράκος!
     Το άλογο, που τελικά ήταν δράκος, φάνηκε να ικανοποιείται από τη νέα διαπίστωση της Πίπης και σώπασε.
     - Ναι, αλλά τι δουλειά έχει ένας δράκος σε αυτά εδώ τα μέρη; Εσύ θα έπρεπε να σουλατσάρεις στην Κίνα, φαντάζομαι.
     - Τα σύνορα είναι ανοιχτά, απάντησε ο δράκος, δεν πιστεύω να φαντάζεσαι ότι ένας δράκος θα μπορούσε να περιοριστεί στα σύνορα μιας μόνο χώρας!
     - Πότε είναι το έτος του δράκου; αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα η Πίπη.
     - Σε δύο χρόνια, αν δεν αλλάξω γνώμη, απάντησε ο δράκος.
     - Τι σημαίνει αυτό; Εσύ αποφασίζεις πότε θα έρθει το έτος του δράκου; Αυτά τα πράγματα δεν είναι κανονισμένα;
     Ο δράκος έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. 
     - Δεν ξέρω, έτσι έχω ακούσει, είπε η Πίπη, προσπαθώντας να διορθώσει τη γκάφα της. 
     - Σιγά μην μπορεί ο οποιοσδήποτε να ελέγξει κοτζάμ δράκο! είπε ο δράκος και ξεφύσηξε δυνατά. Απλώς τους αφήνω να νομίζουν ότι αποφασίζουν. 
     - Από ό,τι καταλαβαίνω, τα καταφέρνεις μια χαρά, παρατήρησε η Πίπη. 
     Ο δράκος σαν να κορδώθηκε λίγο.
     - Ταξιδεύεις συχνά; ρώτησε η Πίπη.
     - Ταξιδεύω συνέχεια, απάντησε ο δράκος. Τα Χριστούγεννα ήμουν στη Νέα Υόρκη, την Πρωτοχρονιά την πέρασα στο Παρίσι. Έμεινα στον Πύργο του Άιφελ.
     - Δεν έχω πάει ούτε στη Νέα Υόρκη, ούτε στο Παρίσι, είπε η Πίπη. Αλλά, εσύ, βρε παιδάκι μου, είσαι πολύ τολμηρός! Ο Πύργος του Άιφελ είναι ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα παγκοσμίως! Πώς και δε σε είδε κανείς;
     - Μα είμαι άσος στις μεταμφιέσεις! Είχα τυλιχτεί στον πύργο και όλοι νόμιζαν ότι ήμουν απλώς μια εορταστική γιρλάντα. Το πόσο διασκέδασα δεν περιγράφεται!
     Η Πίπη φαντάστηκε τον Πύργο του Άιφελ τυλιγμένο με δρακογιρλάντα. Όντως, επρόκειτο για ένα αστείο θέαμα.
     - Επισκέφτηκες και εδώ τα αξιοθέατα; ρώτησε η Πίπη. Πήγες στην Ακρόπολη;
     - Δεν πρόλαβα, είπε ο δράκος, με πρόλαβε το χιόνι. Αν και θα είναι δύσκολο να κάνω στην Ακρόπολη ό,τι έκανα στον Πύργο του Άιφελ...
     - Υπάρχει και Πύργος του Άιφελ σε μικρογραφία, στα Φιλιατρά...
     - Εκεί, μάλλον, δε θα χωράω ολόκληρος, άσε που δεν έχει γούστο να επαναλαμβάνομαι, η επανάληψη είναι για τα μαθήματα...
     - Αλήθεια, πώς ταξιδεύεις;
     - Τι ερώτηση είναι αυτή; είπε ο δράκος, και κούνησε τα μικρά φτερά του. Πετώντας!
     - Και πώς δε σε παίρνει είδηση κανείς;
     - Κρύβομαι στα σύννεφα, κατά προτίμηση τα στενόμακρα, αυτά που εσείς ονομάζετε θύσανους. Γι'αυτό και το καλοκαίρι δεν ταξιδεύω σχεδόν ποτέ. Πώς θα μπορούσα να κρυφτώ σε έναν πεντακάθαρο ουρανό;
     - Και - συγγνώμη που θα σε ρωτήσω, αλλά εσύ το ανέφερες προηγουμένως - σκέφτεσαι να φέρεις το έτος του δράκου νωρίτερα από το αναμενόμενο;
     - Το αντίθετο: σκέφτομαι να μην ξαναφέρω το έτος του δράκου ποτέ!
     - Όχι δα! Και τι θα κάνεις, δηλαδή;
     - Αυτό που κάνω ήδη: θα ταξιδεύω συνέχεια! Μα, υπάρχουν τόσα πράγματα να δει κανείς!
     - Και τι θα κάνουν οι Κινέζοι; Θα αλλάξουν το ημερολόγιό τους;
     - Σκοτίστηκα για τους Κινέζους και για το ημερολόγιό τους!
     - Αυτό δεν είναι και τόσο ευγενικό, για κάποιον που του έχουν αφιερώσει έναν ολόκληρο χρόνο...
     - Κάθε δώδεκα χρόνια! Για να μην αναφέρω ότι με βάζουν μετά τον χέστη το λαγό, ή ότι βάζουν πρώτο τον βρωμιάρη τον αρουραίο!
     - Δε νομίζω να ήθελαν να σε προσβάλουν...
     - Ναι, αλλά με πρόσβαλαν! Αλλά, σιγά μην ασχοληθώ! Θα γυρίσω όλο τον κόσμο, και δε θα αφήσω ούτε γωνίτσα που να μην την επισκεφτώ! Θα πάω στην έρημο, να δω τις οάσεις, θα γυρίσω όλους τους καταρράκτες, θα επισκεφτώ τα πιο ψηλά βουνά, και τις πιο βαθιές λίμνες! Θα κολυμπήσω σε όλες τις θάλασσες και θα τρυπώσω μέχρι και στα πιο πυκνά δάση!
     Ένα αυτοκίνητο έστριψε αργά στη γωνία. Ο δράκος στάθηκε ακίνητος. Η Πίπη έπιασε το κινητό της και έκανε πως κάτι έψαχνε στην οθόνη. Το αυτοκίνητο παρκάρισε στο επόμενο τετράγωνο και ο οδηγός βγήκε από το αυτοκίνητο και μπήκε σε μια πολυκατοικία. Ο δρόμος ήταν και πάλι έρημος.
     - Ωραία είναι τα ταξίδια, σε καταλαβαίνω απόλυτα, είπε η Πίπη, που δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να βοηθήσει στην αποκατάσταση της τάξης, έστω και αν επρόκειτο για την τάξη του κινέζικου ημερολογίου. Αλλά, νομίζω ότι και το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο, όταν γίνεται συνήθεια καταντάει σκέτη βαρεμάρα.
     - Δε νομίζω, τόσα χρόνια που ταξιδεύω δε βαρέθηκα ποτέ.
     - Από την άλλη, αφού εσένα σου αρέσει, ποια είμαι εγώ να εκφέρω γνώμη; συνέχισε η Πίπη. Άσε που, τελικά, ίσως να μην υπάρξει κανένα πρόβλημα και με το ημερολόγιο.
     - Σου είπα, δε με νοιάζει.
     - Εννοείται ότι δε σε νοιάζει, αλλά ακόμα και να σε ένοιαζε, πάλι θα βρισκόταν λύση, πιστεύω, και μάλιστα πολύ εύκολα.
     - Λες;
     - Ναι, τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι είναι πολύ απλό. Τόσοι άλλοι υποψήφιοι υπάρχουν για τη θέση, δε θα βρουν κάποιον να πάρει τη θέση σου;
     - Ε... ναι... ίσως...
     - Τι ίσως; Εγώ σου το υπογράφω, θα είναι παιχνιδάκι. Είναι γνωστό, εξάλλου: με το που αδειάζει μια θέση, πάντα βρίσκονται ένα σωρό υποψήφιοι.
     Ο δράκος είχε σωπάσει.
     - Έτσι, εντελώς, πρόχειρα, εγώ που είμαι εντελώς άσχετη μπορώ να βρω τουλάχιστον δέκα: μία γάτα, ας πούμε, ή ένα περιστέρι, έναν ελέφαντα, που είναι και εντυπωσιακός, λόγω όγκου, μία αλεπού, που είναι και πανέξυπνη, έναν πελαργό, έναν γύπα, μία πάπια, που την τιμούν και ιδιαίτερα στο Πεκίνο, ένα πάντα, μία νυχτερίδα, γιατί όχι, εκτός αν θέλουν κάτι μίνιμαλ, οπότε μπορεί να σκεφτούν και την πυγολαμπίδα...
     - Δεν είμαστε καλά! ξέσπασε ο δράκος. Είναι δυνατόν μια πυγολαμπίδα να αντικαταστήσει κοτζάμ δράκο; Για να μην πω για όλους τους υπόλοιπους!
     - Εντάξει, εγώ δεν είμαι ειδική, όλο και κάποιον καταλληλότερο θα σκεφτούν οι Κινέζοι, είπε η Πίπη. Το θέμα είναι ότι το ημερολόγιο δεν μπορεί να έχει κενά, οπότε αντικαταστάτης θα βρεθεί, και αυτό είναι το πιο σημαντικό.
     - Τώρα που το ξανασκέφτομαι, είπε ο δράκος, τους λυπάμαι λίγο τους καημένους τους Κινέζους,  τόσα χρόνια τους γνωρίζω, δε θα ήθελα να ταλαιπωρηθούν ψάχνοντας αντικαταστάτες.
     - Μη στενοχωριέσαι, είπε η Πίπη, μπορεί να ταλαιπωρηθούν, αλλά σημασία έχει εσύ να είσαι καλά.
     - Από την άλλη, συνέχισε ο δράκος, δεν είναι και τόσο τραγικό να κάνω και ένα διάλειμμα από τα ταξίδια μου, πού και πού, έτσι, για λόγους φιλανθρωπίας...
     - Η φιλανθρωπία είναι μεγάλο πράγμα, είπε η Πίπη. Αλλά, είπαμε, δεν υπάρχει λόγος να πιεστείς. Στην ανάγκη, θα αναλάβει τη θέση σου μία σαύρα, ή ένας χαμαιλέοντας, που αλλάζει και χρώμα.
     - Όχι, όχι, είπε ο δράκος, δεν μπορώ να υποβάλω τους Κινέζους σε μια τέτοια δοκιμασία. Το αποφάσισα: θα θυσιαστώ!
     - Σοβαρολογείς;
     - Ναι! Δε θα αφήσω κενό στο κινέζικο ημερολόγιο. Το έτος του δράκου θα έρθει κανονικά, στην ώρα του.
     - Αν αυτή είναι η απόφασή σου, εγώ δεν έχω παρά να τη σεβαστώ, είπε η Πίπη.
     Ο δράκος άνοιξε το στόμα του, προφανώς για να απαντήσει, αλλά κοκάλωσε αμέσως. Η πόρτα του σπιτιού που βρισκόταν εκεί μπροστά μόλις είχε ανοίξει. Ένας άντρας, που φορούσε γάντια και κρατούσε ένα κλαδευτήρι, βγήκε στον κήπο. Πλησίασε μια τριανταφυλλιά και άρχισε να την κλαδεύει. Ο κήπος ήταν αρκετά μεγάλος. Το κλάδεμα, προφανώς, θα κρατούσε αρκετή ώρα. Ο άντρας κοίταξε προς το μέρος της Πίπης. Εκείνη έβαλε το κινητό της στο αυτί. 
     - Χάρηκα που τα είπαμε, είπε χαμηλόφωνα στον δράκο, προσποιούμενη ότι μιλούσε στο κινητό της και απομακρύνθηκε βιαστικά, αφήνοντας τον δράκο στην ησυχία του.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Ζωντανό μνημείο


      Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μέρος άγριο και αφιλόξενο, υπήρχε ένας μεγάλος, όμορφος κήπος. Και ο κήπος ήταν γεμάτος με μαρμάρινα αγάλματα και εντυπωσιακά συντριβάνια, με παιχνιδιάρικους λαβύρινθους και περίτεχνα σχεδιασμένα μονοπάτια. Η μεγαλύτερη ομορφιά του κήπου, όμως, ήταν τα πανέμορφα λουλούδια του, που τον έκαναν να μοιάζει με ένα πανάκριβο, πολύχρωμο, μοσχομυριστό χαλί.
     Πολύς κόσμος επισκεπτόταν τον κήπο για να θαυμάσει τα λουλούδια του, και εκείνα φρόντιζαν πάντα να φοράνε τις καλύτερες φορεσιές τους. Τέντωναν τα κεφαλάκια τους όσο πιο ψηλά γινόταν, για να βγαίνουν καλύτερα στις φωτογραφίες, και διαγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο θα είχε τους περισσότερους θαυμαστές.
     Μόνο ένα πράγμα δεν ήταν και τόσο καλό στον κήπο, πίστευαν τα λουλούδια, και αυτό ήταν τα κυπαρίσσια που υπήρχαν διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Μα τι άχαρα που ήταν τα κυπαρίσσια! Μόνο να πάνε ψηλά τα ενδιέφερε, ούτε που νοιάζονταν για τις ομορφιές της ζωής! Πού να λικνιστούν απαλά στο φύσημα του ανέμου με αυτόν τον σκληρό, άκαμπτο κορμό! Πού να τα φτάσουν οι πεταλούδες, να τα μαγέψουν με τις εντυπωσιακές τους χορογραφίες! Άσε που με τη σκιά τους έκρυβαν τα λουλούδια από το φως του ήλιου και τους στερούσαν θαυμαστές!
     - Τι θέλουν στον κήπο μας; αναρωτιούνταν τα λουλούδια. Γιατί δε φεύγουν, να πάνε κάπου αλλού, να μη μας κρύβουν τον ήλιο; Ναι, ναι, να φύγουν, να φύγουν! Δεν έχουν δουλειά σε αυτόν τον κήπο! Ο κήπος είναι δικός μας, και μόνο δικός μας!
     Τα κυπαρίσσια, φυσικά, καθόλου δεν επηρεάζονταν από τα λόγια των λουλουδιών, αφού εκεί ψηλά που βρίσκονταν δεν μπορούσαν να ακούσουν τίποτα από όσα γίνονταν χαμηλά, στο έδαφος, και συνέχιζαν τη μοναχική τους πορεία προς τον ουρανό. Και ο καιρός περνούσε, και τα κυπαρίσσια ψήλωναν, και η γκρίνια των λουλουδιών μεγάλωνε.
     Μια μέρα που ο ουρανός είχε γεμίσει με γκρίζα σύννεφα και είχε βαρύνει πολύ, έφτασε στην περιοχή ένας πολυταξιδεμένος, πανίσχυρος άνεμος, που επιπλέον είχε τα νεύρα του. Φυσούσε μανιασμένα και ξερίζωνε ό,τι έβρισκε στο διάβα του. Κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Τα λουλούδια τρομοκρατήθηκαν. Πώς θα μπορούσαν να γλιτώσουν;
     Το βλέμμα τους έπεσε στα άχαρα κυπαρίσσια, που παρέμεναν στον κόσμο τους, εντελώς ακίνητα. Μήπως τα κυπαρίσσια μπορούσαν να βοηθήσουν; Εκείνα δεν έμοιαζαν να επηρεάζονται από τίποτα, ίσως να μπορούσαν να νικήσουν τον επικίνδυνο άνεμο. Χωρίς να χάσουν άλλο καιρό, τα λουλούδια αποφάσισαν να ζητήσουν βοήθεια. Και επειδή οι πεταλούδες δεν μπορούσαν να φτάσουν στα κυπαρίσσια, επιστρατεύτηκαν τα πουλιά.
     Τα κυπαρίσσια πήραν το μήνυμα που τους μετέφεραν τα πουλιά, και μόνο τότε συνειδητοποίησαν ότι εκεί κοντά γινόταν χαλασμός. Κοίταξαν πιο πέρα και είδαν τον αγριεμένο άνεμο να πλησιάζει, κοίταξαν κάτω, χαμηλά, και είδαν τα λουλουδάκια που είχαν χλωμιάσει και έτρεμαν φοβισμένα. Και αποφάσισαν να βοηθήσουν.
     Μαζεύτηκαν κοντά και σχημάτισαν μια όμορφη συστάδα. Φώναξαν τα πουλάκια να κρυφτούν όλα στα κλαδιά τους και να περιμένουν. Μόλις τα κυπαρίσσια θα έδιναν το σύνθημα, όλα μαζί τα πουλάκια θα έπρεπε να αρχίσουν να τιτιβίζουν τρομαγμένα.
     Δεν πέρασε πολλή ώρα, και ο άνεμος κατέφθασε στον κήπο ξεφυσώντας. Ο εκνευρισμός του ήταν μεγάλος και όταν είδε πόσο όμορφος και τακτοποιημένος ήταν ο κήπος, ένιωσε να φουντώνει ακόμα περισσότερο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και... Εκείνη τη στιγμή, τα κυπαρίσσια έδωσαν το σύνθημα και αμέσως, όλα μαζί τα πουλάκια άρχισαν να τιτιβίζουν τρομαγμένα. 
     Ο άνεμος κοντοστάθηκε. Τι ήταν αυτό; Τρομαγμένα τιτιβίσματα πουλιών! Αλλά πού βρίσκονταν τα πουλιά; Έκανε έναν γύρο με το βλέμμα του. Και τότε είδε τα κυπαρίσσια. Από εκεί έρχονταν τα τιτιβίσματα! Ώστε εκεί ήταν κρυμμένα τα πουλιά! Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο άνεμος όρμησε καταπάνω στα κυπαρίσσια. Μα, μόλις έπεσε επάνω τους, τα κυπαρίσσια μαζεύτηκαν πιο κοντά και ο άνεμος φυλακίστηκε ανάμεσά τους.
     Άρχισε να χτυπιέται και να λυσσομανάει. Άρπαζε με τα χέρια του τους κορμούς των κυπαρισσιών και προσπαθούσε να τους λυγίσει, ή να τους σπάσει. Αλλά τα κυπαρίσσια κρατιούνταν μεταξύ τους πολύ σφιχτά και δε λύγιζαν με τίποτα. Από κάτω, χαμηλά, τα λουλούδια έτρεμαν, αλλά ταυτόχρονα θαύμαζαν τα κυπαρίσσια για τη μεγάλη τους δύναμη.
     Η πάλη του ανέμου με τα κυπαρίσσια συνεχίστηκε πολλές μέρες και πολλές νύχτες. Τα κυπαρίσσια παρέμεναν πεισματικά στη θέση τους και ο άνεμος άρχισε να απογοητεύεται. Στο τέλος, άρχισε να παρακαλεί τα κυπαρίσσια να τον αφήσουν ελεύθερο, αλλά εκείνα δεν του έδωσαν σημασία. Ώσπου, μια μέρα τον άκουσαν να κλαίει απελπισμένος.
     - Αν σε αφήσουμε να φύγεις, του είπαν τα κυπαρίσσια, υπόσχεσαι να μην ξανάρθεις ποτέ σε αυτά εδώ τα μέρη;
     Ο άνεμος δεν ήθελε να δώσει μία τόσο μεγάλη υπόσχεση, αλλά δεν έβλεπε άλλο τρόπο για να απελευθερωθεί από το σφιχτό αγκάλιασμα των κυπαρισσιών, οπότε έδωσε όρκο βαρύ πως δε θα ξαναεπισκεπτόταν ποτέ αυτόν τον κήπο. Τα κυπαρίσσια παραμέρισαν λίγο τους κορμούς τους, και ο άνεμος όρμησε έξω, ντροπιασμένος.
     - Φύγε και μην ξανάρθεις, του είπαν αυστηρά τα κυπαρίσσια.
     Και ο λυσσασμένος άνεμος έφυγε για πάντα. Όλος ο κήπος ανάσανε ανακουφισμένος και τα λουλούδια άρχισαν να ζητωκραυγάζουν. Δεν ήταν και τόσο κακά τα κυπαρίσσια, τελικά, και σίγουρα υπήρχε χώρος και για εκείνα μέσα στον κήπο. Κι ας ήταν ψηλά και άχαρα, κι ας μην τα έφταναν οι πεταλούδες.
     Τα κυπαρίσσια προσπάθησαν να γυρίσουν στις αρχικές τους θέσεις, αλλά είχαν μείνει τόσες μέρες και τόσες νύχτες σφιχταγκαλιασμένα, που οι κορμοί και τα κλαδιά τους είχαν μπλεχτεί και δεν μπορούσαν πια να μετακινηθούν. Έτσι, παρέμειναν για πάντα στη θέση τους, σαν ένα ζωντανό μνημείο, και συνέχισαν να ψηλώνουν όλα μαζί, έχοντας το βλέμμα τους στραμμένο μόνιμα στον ουρανό και αγνοώντας ό,τι συνέβαινε κάτω, χαμηλά, στην ταπεινή γη με τα όμορφα λουλούδια.
     Αλλά και τα λουλούδια σταμάτησαν να γκρινιάζουν για τα κυπαρίσσια. Και αν καμιά φορά τους ερχόταν η όρεξη να γκρινιάξουν, μια ματιά στα σφιχταγκαλιασμένα κυπαρίσσια αρκούσε για να τα επαναφέρει στην "τάξη".   
     ΥΓ: Η φωτογραφία είναι της φίλης μου, Ειρήνης Στάμου, και την έβγαλε στον Εθνικό Κήπο.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

Χωρίς κανένα λόγο

 


     Το γνωστό ινστιτούτο ομορφιάς "Marilou's hair and beauty salon" ήταν και πάλι γεμάτο, όταν η Χιονάτη μπήκε μέσα φουριόζα.
     - Καλημέρα, κορίτσια, είπε.
     - Καλημέρα, απάντησαν όλες.
     - Αχ, Μαριλού μου, μη μου πεις ότι άργησα! είπε στην κομμώτρια.
     - Ίσα-ίσα, πάνω στην ώρα ήρθες. Το ραντεβού μας είναι για τις 11 ακριβώς. Ούτε Εγγλέζα να ήσουν! Τι θα κάνουμε; Χτένισμα;
     - Όχι, όχι χτένισμα. 
     - Μη μου πεις ότι αποφάσισες να κάνεις περμανάντ!
     - Όχι, όχι, βαφή θα ήθελα.
     - Βαφή; Μη μου πεις ότι εμφανίστηκαν κιόλας τα λευκά! Μόλις την προηγούμενη βδομάδα τα έβαψες!
     - Δεν με κατάλαβες, όταν λέω βαφή μιλάω για αλλαγή χρώματος.
     Οι υπόλοιπες την κοίταξαν με έκπληξη. 
     - Ε, αυτό δεν το περίμενα ποτέ! είπε η Σταχτοπούτα. Εσύ ήσουν υπέρμαχος του φυσικού χρώματος! Μήπως σου συμβαίνει κάτι και ξεσπάς στο μαλλί;
     - Τι της λες; πετάχτηκε η Ραπουνζέλ. Δηλαδή, κι εσύ προβλήματα έχεις, που κάθε τρεις και λίγο αλλάζεις ανταύγειες;
     - Όχι βέβαια! Μήπως εσύ κρίνεις από τον εαυτό σου, που ξημεροβραδιάζεσαι εδώ μέσα;
     - Ε, όχι και ξημεροβραδιάζομαι! Αφού ξέρετε, το μαλλί μου θέλει ιδιαίτερη περιποίηση, τόσα χρόνια ταλαιπωρίας, να ανεβοκατεβάζω κόσμο με τις πλεξίδες μου, τα έχουν κάνει πολύ ευαίσθητα! Πες κι εσύ, Μαριλού!
     - Έτσι είναι, είπε η Μαριλού, αλλά καθίστε να πει η Χιονάτη τι θέλει ακριβώς. Ώστε αποφάσισες να τα ξανοίξεις; στράφηκε στη Χιονάτη. Έναν τόνο πιο ανοιχτό, ας πούμε, για να σε φωτίσει λίγο; Ή μήπως θα αρκεστείς σε μερικές ανταύγειες;
     - Πολύ καλή ιδέα! πετάχτηκε η Πεντάμορφη, με το κεφάλι της γεμάτο ρόλεϊ. Κάν'τα σαν και τα δικά μου. Εγγυημένη επιτυχία!
     - Μη λες χαζομάρες, είπε η Ραπουνζέλ, όλος ο κόσμος το ξέρει ότι οι άντρες προτιμούν τις ξανθές. Ξανθά να τα βάψεις!
     - Κορίτσια, είπε η Ωραία Κοιμωμένη και χασμουρήθηκε ελαφρά, μη λέμε υπερβολές, δεν μπορεί να πάει από το μαύρο στο ξανθό έτσι, απότομα. Θα πρέπει να ξεκινήσει με ανταύγειες και σιγά-σιγά να το ξανοίγει.
     - Έχει δίκιο η Ραπουνζέλ, είπε η Χιονάτη. Ξανθά τα θέλω!
     - Είναι πολύ απότομη η αλλαγή, είπε η Μαριλού. Θα σου προτείνω τις ανταύγειες, όπως λέει η Ωραία Κοιμωμένη... Στο σπίτι, όλα καλά;
     - Δε θέλω ανταύγειες, θέλω μια ριζική αλλαγή!
     Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μια στρουμπουλή, χαμογελαστή κοπέλα.
    - Καλημέρα, κορίτσια! Καλημέρα, Μαριλού, ήρθα για ένα φρεσκάρισμα, όπως σου είπα και στο τηλέφωνο.
     - Καλημέρα, Λάουρα! είπαν όλες με μια φωνή.
     - Πολύ χαρούμενη σε βλέπω, είπε η Μαριλού, έγινε τίποτα;
     - Τα συνηθισμένα, είπε εκείνη και χαμογέλασε.
     - Δε με κοροϊδεύεις εμένα! Έλα, πες μου! είπε η Μαριλού.
     - Έλα, είπε και η Ραπουνζέλ, πες μας να χαρούμε κι εμείς, φίλες δεν είμαστε; Έλα, και θα μας σκάσεις!
     - Ε, εντάξει, θα σας πω: το μωρό μου θα με πάει ταξίδι!
     - Α, τι ωραία! είπαν οι υπόλοιπες.
     - Την προηγούμενη βδομάδα δε θα πήγαινες; ρώτησε η Μαριλού.
     - Εκείνο ήταν εκδρομή. Τώρα θα πάμε ταξίδι. Το μωρό μου θα με πάει στις Μαλδίβες! Έχει κλείσει ένα σπιτάκι για εμάς, ακριβώς επάνω από το νερό! Θα είναι τέλεια!
     Η Χιονάτη αναστέναξε.
     - Τι έγινε; ρώτησε η Μαριλού.
     - Τίποτα, τίποτα, κάτι σκεφτόμουν... 
     - Μήπως δεν είναι τόσο ωραία στις Μαλδίβες; αναρωτήθηκε η Λάουρα. Να του πω να το ακυρώσει;
     - Α, δεν ξέρω, είπε η Χιονάτη, δεν έχω πάει.
     - Εσύ, Πεντάμορφη, έχεις πάει στις Μαλδίβες;
     - Α, όχι, ο δικός μου φοβάται τα αεροπλάνα και τα πλοία, δεν υπάρχει περίπτωση να με πάει στις Μαλδίβες!
     - Και ο δικός μου, όσο να πεις, περνάει μια δύσκολη φάση, είπε η Ραπουνζέλ. Οι επενδύσεις του στο χρηματιστήριο δεν πάνε και τόσο καλά τελευταία, οπότε τα μόνα ταξίδια που μας επιτρέπονται, προς το παρόν, είναι μέχρι το κάστρο των γονιών του.
     - Αχ, ο δικός μου, ευτυχώς, τα πάει μια χαρά. Και όσο θυμάμαι, που όταν τον πρωτοπαρουσίασα στους δικούς μου, κανενός δεν του γέμιζε το μάτι...
     - Δεν τον ήθελαν;
     - Όχι. "Τι δουλειά έχεις εσύ, μια χαρά κοπέλα, με αυτόν, μισή μερίδα άνθρωπο"; μου έλεγαν, "Τι μπορεί να σου προσφέρει";
     - Η αλήθεια είναι ότι δεν σε κερδίζει με την πρώτη, είπε η Σταχτοπούτα. Ίσως, βέβαια, αν κόψει τα κρύα αστεία, αυτό να αλλάξει...
     - Ε, εντάξει, δεν είναι και τόσο χάλια το χιούμορ του! Αλλά, και να ήταν, αν αυτό το προσπεράσεις, θα δεις ότι η καρδιά του είναι όμορφη σαν ανθισμένος κήπος! Οι γονείς μου τώρα πίνουν νερό στο όνομά του! Και όσο βλέπουν πόσο με προσέχει, τόσο πιο πολύ τον λατρεύουν! Όσο για τους άλλους, αδιαφορώ, ας λένε ό,τι θέλουν! Ή νομίζετε πως δεν ξέρω ότι μόλις γυρίσω την πλάτη μου, όλοι είναι έτοιμοι να πιάσουν το φτυάρι και να θάβουν;
     - Αλήθεια, πάνε καλά οι δουλειές του; ρώτησε η Χιονάτη.
     - Πολύ καλά! Τα δωμάτια απόδρασης είναι η τελευταία λέξη της μόδας, και το μωρό μου έχει τα καλύτερα! Φαντάσου, ότι υπάρχει λίστα αναμονής, τόσο που σκέφτεται να φτιάξει άλλα είκοσι μέχρι το τέλος του χρόνου!
     - Μπράβο, μπράβο! είπε η Χιονάτη.
     - Εσύ είσαι καλά; Σε βλέπω λίγο σκεπτική.
     - Όχι, όχι, μια χαρά είμαι.
     - Καλά, εγώ δε θα το έλεγα, είπε η Μαριλού κοιτάζοντας τη Χιονάτη με νόημα. Έρχεται δεύτερη φορά μέσα σε δέκα μέρες, και από πάνω μου ζητάει και αλλαγή χρώματος!
     - Αλήθεια; Μα το χρώμα των μαλλιών σου είναι ό,τι πρέπει για το πρόσωπό σου! είπε η Λάουρα στη Χιονάτη. Εγώ στη θέση σου δε θα το άλλαζα.
     - Ε, αφού τα βάφω που τα βάφω, γιατί να μη δοκιμάσω κάτι διαφορετικό;
     - Γιατί δεν αλλάζεις κούρεμα, αντί να αλλάξεις το χρώμα;
     - Πώς να τα κάνω, δηλαδή;
     - Αν θέλεις τόσο πολύ μια ριζική αλλαγή, γιατί δεν τα κόβεις κοντά;
     - Κοντά; Δηλαδή, αντρικά εννοείς;
     - Ναι.
     - Μπα, δε νομίζω να μου πηγαίνουν.
     - Τότε κάνε μία περμανάντ.
     - Δεν ξέρω...
     - Θα σου πηγαίνει πολύ, και δε θέλει και ιδιαίτερη περιποίηση... Λίγο αφρό μόνο, τόσο όσο ένα ρεβύθι περίπου, για να διατηρούνται οι μπούκλες.
     - Της την πρότεινα και εγώ την περμανάντ, αλλά δεν το αποφασίζει, είπε η Μαριλού.
     Μια χαρούμενη μουσική ακούστηκε. Η Λάουρα έπιασε το κινητό της.
     - Εμπρός! είπε. Στο ινστιτούτο είμαι, μόλις ήρθα... Σήμερα ήταν; Πω-πω, το ξέχασα!... Όχι, όχι, μη φύγεις! Κλείνω κι έρχομαι! Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί!
     Πετάχτηκε από το κάθισμά της.
     - Κορίτσια, θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή, είχα ραντεβού με τη μοδίστρα και το ξέχασα! Ράβω μια τουαλέτα για τη δεξίωση του Γάλλου πρέσβη που γίνεται τον επόμενο μήνα, ξέρετε, μη φοράω την περσινή, δεν κάνει... Αλλά πού να μου μείνει μυαλό; Και έχω να ετοιμάσω και βαλίτσες...
     - Και το ραντεβού μας; ρώτησε η Μαριλού.
     - Θα περάσω ξανά το απόγευμα, αν έχεις κενό.
     - Θέλεις να έρθεις αύριο;
     - Δε γίνεται, αύριο πετάμε!
     - Όπως θέλεις, είπε η Μαριλού, αλλά η Λάουρα βρισκόταν ήδη στον δρόμο.
     Ένας αναστεναγμός ακούστηκε από όλες τις παρευρισκόμενες μαζί. 
     - Μαλδίβες! είπε η Χιονάτη.
     - Με αεροπλάνο, συμπλήρωσε η Πεντάμορφη.
     - Και η δεξίωση του πρέσβη μια χαρά ακούγεται, είπε η Ραπουνζέλ.
     - Ναι, και η καινούργια τουαλέτα θα είναι φανταστική, είμαι σίγουρη, πρόσθεσε η Σταχτοπούτα. 
     - Τυχερή! είπε η Χιονάτη.
     Το ινστιτούτο βυθίστηκε για λίγο στη σιωπή.
     - Εντάξει, έσπασε τη σιωπή η Ραπουνζέλ, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, δεν έχει και τόσα πολλά να της ζηλέψουμε. 
     - Εννοείται, είπε η Σταχτοπούτα, ο άντρας της δεν πιάνει μία μπροστά στο δικό μου.
     - Γιατί, με το δικό μου, που είναι δυο μέτρα παλικάρι, συγκρίνεται; είπε η Πεντάμορφη. 
     - Δεν είναι καν γαλαζοαίματος, είπε η Χιονάτη.
     - Όχι, είπε η Σταχτοπούτα, πού να τον παρουσιάσεις τον κοντοπίθαρο χωρίς να σου πέσουν τα μούτρα;
     - Και πώς να τον παρουσιάσεις, είπε η Ραπουνζέλ, "από εδώ ο σύζυγός μου, ο Κοντορεβυθούλης"; Θα γελάσει κάθε πικραμένος!
     - Τη Λάουρα, όμως, δε φαίνεται να την ενοχλεί, παρατήρησε η Μαριλού.
     - Η καρδούλα της το ξέρει, είπε η Ραπουνζέλ, είδες πώς μιλούσε για τις Μαλδίβες; Για να είμαι ειλικρινής, τη λυπήθηκα!
     - Ναι, να δείτε που το σπιτάκι θα είναι χάλια, είπε η Σταχτοπούτα.
     - Και ποιος ξέρει πόσο θα βαρεθεί και στη δεξίωση του πρέσβη, πρόσθεσε η Πεντάμορφη.
     - Δεν υπάρχει αμφιβολία, κορίτσια, είπε η Χιονάτη, η καημένη κακοπερνάει και δεν το ομολογεί ούτε στον εαυτό της. 
     - Ε, δεν μπορούν όλες να έχουν τις τύχες τις δικές σας, είπε η Μαριλού. Λοιπόν, Χιονάτη μου, τι αποφάσισες τελικά;
     - Ξανθό πλατινέ, είπε η Χιονάτη.

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Αλλαγή σχεδίων



     Η Γούμαν άνοιξε τα μάτια της. Μια ηλιαχτίδα είχε στρογγυλοκαθίσει στο πρόσωπό της.
     - Επιτέλους, ήλιος! είπε και τεντώθηκε. Μπρρρ! έκανε, καθώς τα χέρια της βγήκαν έξω από τα σκεπάσματα. Ήλιος με δόντια!
     Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν στο κομοδίνο. Εφτά η ώρα! Μόνο; Τι ιδέα ήταν αυτή που είχε, να κοιμηθεί με ανοιχτά τα παντζούρια! Ορίστε τώρα, ξύπνια από τις εφτά! Χώθηκε στα σκεπάσματα και γύρισε πλευρό. 
     Ένας κοκκινολαίμης θεώρησε σκόπιμο να κάνει πρόβα έξω ακριβώς από το παράθυρό της. Αδύνατον να ξανακοιμηθεί. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ζεστή της ρόμπα και πήγε μέχρι το παράθυρο. Τα χιόνια των προηγούμενων ημερών είχαν λιώσει, αλλά το τζάμι ήταν θολό. Τι κρύο ήταν αυτό!
     - Ας μην πάω καλύτερα, είπε. Ας κάτσω μέσα και σήμερα. Θα ανάψω και το τζάκι, θα ψήσω και κάστανα... Ας πάω αύριο, καλύτερα, μία μέρα δεν κάνει διαφορά... 
     Αλλά ένας κόκκινος κύκλος γύρω από την ημερομηνία στο ημερολόγιο του τοίχου την επέπληξε αυστηρά. Ένα κόκκινο βέλος έδειχνε τον κόκκινο κύκλο και κάτι ήταν γραμμένο με κόκκινα γράμματα στην πίσω άκρη του κόκκινου βέλους. "Ταχυδρόμος!", έλεγαν τα κόκκινα γράμματα. Η Γούμαν αναστέναξε. Έπρεπε να πάει. 
     Ντύθηκε ζεστά και ξεκίνησε. Ο δρόμος δεν είχε πολλή κίνηση και δεν άργησε καθόλου να φτάσει στην αγαπημένη της γειτονιά. Πέρασε μπροστά από τα άλλα, γνώριμα σπιτάκια - θα πήγαινε και καμιά επίσκεψη, μία από αυτές τις μέρες, υποσχέθηκε στον εαυτό της -, χωρίς ούτε να κοντοσταθεί, και συνέχισε με γρήγορο βήμα. Το δικό της σπιτάκι ήταν επάνω σε μια απότομη ανηφόρα, που τη νύχτα φαινόταν ότι οδηγούσε κατευθείαν στο φεγγάρι.
     - Τι το ήθελα το οικόπεδο με θέα; σκέφτηκε η Γούμαν, καθώς προσπαθούσε να ελέγξει το λαχανητό της.
     Όταν έφτασε, σχεδόν της είχε κοπεί η ανάσα. Αλλά η θέα από εκεί ψηλά ήταν υπέροχη, φαινόταν μέχρι και η θάλασσα! Της Γούμαν της άρεσε πολύ η θάλασσα και σκέφτηκε ότι ίσως χρειαζόταν μια αλλαγή. Ίσως θα έπρεπε να πουλήσει το εξοχικό της και να φτιάξει ένα άλλο, δίπλα στη θάλασσα, να κάνει και τα μπάνια της το καλοκαίρι. Μια ματιά, όμως, στο παραμελημένο της εξοχικό ήταν αρκετή για να καταλάβει ότι στην τωρινή του κατάσταση δε θα βρισκόταν κανείς που να θέλει να το αγοράσει.
     Άνοιξε το γραμματοκιβώτιο και ένα μεγάλο πακέτο φακέλων χύθηκε έξω. Ήταν γράμματα φίλων, ως συνήθως, και, ευτυχώς, ούτε ένας λογαριασμός. Το μάτι της έπεσε σε έναν φάκελο μέσα στον κήπο. Κοιτώντας πιο προσεκτικά, είδε κι άλλους φακέλους πεταμένους λίγο πιο πέρα. 
     - Θα ήταν τόσοι πολλοί οι φάκελοι που δε χωρούσαν στο κουτί και ο ταχυδρόμος τους πέταξε μέσα στον κήπο, σκέφτηκε. Μα, τόση αλληλογραφία, πια; Ούτε ο Άη-Βασίλης να ήμουν, χι-χι-χι!
     Άνοιξε με λίγη δυσκολία την καγκελόπορτα - σίγουρα χρειαζόταν λίγο λάδωμα - και μπήκε στον κήπο. Έσκυψε και μάζεψε τους φακέλους. Και αυτοί από φίλους. Μα τι επίμονοι άνθρωποι! Αφού τους επισκεπτόταν, πού και πού, και αφού τους καλούσε και πότε-πότε στο σπίτι, γιατί παραπονιούνταν; Διέσχισε αργά τη χορταριασμένη αυλή. Εδώ είχε φυτέψει μια τριανταφυλλιά, εκεί είχε βάλει βολβούς, να και η αμυγδαλιά, που καμάρωνε ολάνθιστη! Αλλά, την καημένη, ένα κλαδί της ήταν σπασμένο!
     - Θα έσπασε τις προάλλες, με τα χιόνια, σκέφτηκε η Γούμαν, πόσο θα πονάει, η καημένη, ας πάω να τη σουλουπώσω λίγο...
     Και προτού το καταλάβει, είχε ήδη πάρει ένα πριόνι και πριόνιζε το αχρηστευμένο κλαδί της αμυγδαλιάς, που τώρα φάνηκε ακόμα πιο καμαρωτή.
     - Τι όμορφη που είναι έτσι ανθισμένη, θαύμασε η Γούμαν, αλλά όλη αυτή η αγριάδα τριγύρω δεν αφήνει να φανεί η ομορφιά της σε όλο της το μεγαλείο. Μεγάλο πρόβλημα η αγριάδα, έχει εξαπλωθεί παντού. Μέχρι και την τριανταφυλλιά έχει καλύψει, έχει πνίξει όλα τα λουλούδια, πώς θα ανθίσουν μόλις έρθει η Άνοιξη;
     Και μια και δυο, η Γούμαν άρπαξε το κλαδευτήρι και όρμησε στην αγριάδα, που είχε το θράσος να καταλάβει τον άλλοτε πανέμορφο κήπο. Ο κήπος γέμισε κομμένα κλαδιά και το κλάδεμα αποκάλυψε - εκτός από τα λουλούδια, που ξανάβλεπαν τον ήλιο ύστερα από αρκετό καιρό - ένα σωρό αγριόχορτα, που είχαν βρει ευκαιρία να κρυφτούν κάτω από την αγριάδα και να κατσικωθούν στον κήπο για τα καλά.
     Αλλά η Γούμαν είχε πάρει φόρα και όρμησε στα αγριόχορτα όπως ο πετρίτης στο θήραμά του. Τα αγριόχορτα δεν είχαν την παραμικρή ελπίδα και στις στοίβες των κομμένων κλαδιών προστέθηκαν και πολλά λοφάκια ξεριζωμένων αγριόχορτων. Το επόμενο βήμα, φυσικά, ήταν να μαζευτούν όλα τα κομμένα κλαδιά και τα ξεριζωμένα αγριόχορτα. Οκτώ μεγάλες σακούλες σκουπιδιών γέμισε η Γούμαν.
     - Επιτέλους, τελείωσα! είπε και σκούπισε τον ιδρώτα της.
     Ο κήπος φαινόταν πλέον πολύ ομορφότερος από πριν. Το χώμα του, όμως, φαινόταν ταλαιπωρημένο και στεγνό σαν τσιμέντο. Αν τον σκάλιζε λίγο, τα φυτά του θα την ευγνωμονούσαν αιώνια. Οπότε, η Γούμαν έπιασε την αξίνα και άρχισε το σκάλισμα. Σε λίγο ο κήπος ήταν πλέον έτοιμος να υποδεχτεί την Άνοιξη. Αλλά, επειδή η Γούμαν δεν κάνει μισές δουλειές, πήρε το φτυάρι της και σκόρπισε λίπασμα στις ρίζες όλων των φυτών.
     - Τώρα, μάλιστα! είπε γεμάτη ικανοποίηση.
     Είχε πλέον αλλάξει γνώμη για την απόφασή της να αγοράσει εκείνο το οικόπεδο και να χτίσει το εξοχικό της τόσο ψηλά. Ο κήπος ήταν πανέμορφος και φροντισμένος και θα γινόταν ακόμα πιο υπέροχος μόλις άνθιζαν τα λουλούδια. Αλλά το σπιτάκι στο βάθος του κήπου σαν να την κοίταζε με παράπονο.
     - Ας ρίξω μια ματιά και στο σπίτι, να πάρω και μια ανάσα από τις δουλειές του κήπου, σκέφτηκε η Γούμαν.
     Το σπίτι ήταν σκοτεινό και μύριζε κλεισούρα. Η Γούμαν σήκωσε το γενικό διακόπτη και άναψε τα φώτα. Ύστερα, άνοιξε ένα-ένα τα παράθυρα και άφησε τον παγωμένο αέρα να γεμίσει κάθε σπιθαμή του σπιτιού. Πόσο της είχαν λείψει αυτοί οι τοίχοι!
     Κάθισε στη σκονισμένη της πολυθρόνα και πήρε τους φακέλους στα γόνατά της. Άνοιξε τον πρώτο. "Μας έλειψες", έλεγε το γράμμα. Άνοιξε τον δεύτερο. "Πότε θα σε ξαναδούμε;", ρωτούσε. Άνοιξε έναν τρίτο. "Σε περιμένουμε να ξανάρθεις".
     - Τα ίδια και τα ίδια, μονολόγησε.
     Άφησε τους φακέλους στο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα της. Τους καταλάβαινε. Φίλοι της ήταν και τους έλειπε. Και σε εκείνη έλειπαν, γι'αυτό κιόλας τους επισκεπτόταν πού και πού, γι'αυτό τους καλούσε και πότε-πότε... Αλλά η συντήρηση ενός εξοχικού είναι δύσκολη υπόθεση, κι εκείνοι θα έπρεπε να το ξέρουν. Ορίστε, τόσες ώρες της είχε πάρει μόνο η συντήρηση του κήπου!
     Τεντώθηκε στην πολυθρόνα της. Το μάτι της έπεσε στην απέναντι γωνία του τοίχου. Μια αράχνη επιδείκνυε περήφανα το εργόχειρό της. Ποιος την είχε προσκαλέσει εκείνη την αράχνη; Και, δηλαδή, θα έπρεπε να ξαραχνιάσει τώρα; Δεν είχε καμία όρεξη!
     Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε στην κουζίνα να πιει νερό. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα άλμπουμ φωτογραφιών. Θα είχε μείνει εκεί από την τελευταία της επίσκεψη. Πήρε το άλμπουμ και το άνοιξε. Φωτογραφίες από περασμένα χρόνια, από συνάξεις με τους φίλους, είτε στο δικό της σπίτι, είτε στα σπίτια εκείνων. Χαμόγελα, μεζεδάκια στα τραπέζια, ποτήρια υψωμένα, ποτήρια που τσούγκριζαν, βραδιές ποίησης, επιτραπέζια, σκυταλοδρομίες, αγκαλιές, θαλπωρή... Ωραίες εποχές! "Μας έλειψες", "Γύρνα πίσω", "Σε περιμένουμε"...
     Η Γούμαν έκλεισε το άλμπουμ και το πήγε στη θέση του. Έριξε μια ματιά γύρω της.
     - Έχω περάσει πολύ ωραίες στιγμές εδώ, σκέφτηκε με νοσταλγία.
     Το στομάχι της άρχισε να γουργουρίζει. Κόντευε μεσημέρι. Θα έπρεπε να φύγει. Άρχισε να κλείνει ένα-ένα τα παράθυρα. Αλλά καθώς έκλεινε το δωμάτιο του υπνοδωματίου της, το μάτι της έπεσε σε μια χελιδονοφωλιά, που βρισκόταν ακριβώς επάνω από το παράθυρο. Έρημη, φυσικά, αφού ακόμα ήταν χειμώνας, αλλά τόσο καλοφτιαγμένη, που άντεχε καρτερικά να περιμένει την επιστροφή των χαρωπών ενοίκων της. Το χέρι της έμεινε ακίνητο, να κρατάει το παντζούρι.
     - Σε λίγο καιρό θα γυρίσουν τα χελιδόνια, σκέφτηκε η Γούμαν και χαμογέλασε.
     Ένα κουμπί της ζακέτας της αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο. Τσικ! ακούστηκε ο ήχος του κουμπιού, καθώς έπεσε στο πάτωμα. Η Γούμαν έσκυψε και το μάζεψε. Πήγε στο μεγάλο, χρωματιστό κουτί, όπου βρισκόταν η αγαπημένη της συλλογή με τα κουμπιά, και το έβαλε μέσα. Το κουτί ήταν σχεδόν γεμάτο. Σύντομα θα χρειαζόταν και δεύτερο. Πήγε ξανά στο παράθυρο και άπλωσε το χέρι της να πιάσει το παντζούρι. Θα χαίρονταν πολύ τα χελιδόνια, όταν θα έβλεπαν το φροντισμένο της κήπο. Θα τιτίβιζαν όλη μέρα από τη χαρά τους! Πόσο τα αγαπούσε τα χελιδόνια!
     Το χέρι της έμεινε μετέωρο. Και η Γούμαν πήρε μια απόφαση. Και άρπαξε τη σκούπα και το φαράσι και άρχισε το καθάρισμα. Τι κι αν το στομάχι της γουργούριζε; Όλο και κάποιος φίλος θα είχε φτιάξει κάτι να τη φιλέψει, έστω κι αν αυτό ήταν ένα πιάτο ταπεινά ρεβύθια, εξάλλου εκείνη δεν ήταν δύσκολη στο φαγητό. Και οι αράχνες εκδιώχθηκαν, και τα χαλιά τινάχτηκαν, και τα έπιπλα και τα φωτιστικά ξεσκονίστηκαν, μέχρι και οι κουρτίνες πλύθηκαν! Η Γούμαν δούλευε σαν να μην υπήρχε αύριο, είχε γυρίσει στη φωλιά της όπως θα γύριζαν και τα χελιδόνια. 
     Ήταν κατάκοπη, αλλά η φωλιά της πλέον έλαμπε από πάστρα! Γεμάτη χαρά, έτρεξε στο τηλέφωνο. Αλλά, όχι, δε θα τους το έκανε τόσο εύκολο! Πήγε στο γραφείο της και έβγαλε μια στοίβα φακέλους. Κάθε φάκελος είχε μέσα μία λευκή καρτούλα. Έπρεπε να βιαστεί, για να προλάβει ανοιχτό το ταχυδρομείο.
     Η Γούμαν έγραψε με καλλιγραφικά γράμματα τις διευθύνσεις των φίλων της επάνω στους φακέλους. Για το περιεχόμενο, είχε αποφασίσει να είναι λιτή και περιεκτική. "Ανοίξαμε και σας περιμένουμε", έγραφε η καρτούλα. 
     

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Ομοιοπαθητική



     Το κουδούνι χτύπησε επίμονα. Η γυναίκα σηκώθηκε από το τραπέζι της κουζίνας, όπου έπινε τον καφέ της διαβάζοντας ένα έντυπο οδηγιών, και πήγε να ανοίξει. 
     - Τι ωραία έκπληξη είναι αυτή! είπε και χαμογέλασε.
     - Καλημέρα, μαμά! είπε ο ελαφρώς αξύριστος νέος άντρας και μπήκε στο σπίτι. Τι κάνεις;
     - Έφτιαξα καφέ, θέλεις;... Αλλά γιατί είσαι έτσι αξύριστος;
     - Έφυγα λίγο βιαστικά και το ξέχασα, φαίνεται τόσο πολύ;
     - Ε, όχι πολύ... Να σου φτιάξω καφέ, λοιπόν; 
     - Αφού επιμένεις, φτιάξε μου έναν.
     - Είναι πολύ εύκολο: βάζεις καφέ, ζάχαρη και νερό σε ένα μπρίκι, βάζεις το μπρίκι στη φωτιά και γίνεται!  
     - Ενδιαφέρον... Τι είναι αυτό;
     - Μίξερ λέγεται. Με αυτό φτιάχνεις γλυκά.
     - Πώς λειτουργεί; 
     - Δεν ξέρω ακόμα, προς το παρόν διαβάζω τις οδηγίες, είμαι ακόμα στα τεχνικά χαρακτηριστικά. Αλλά πόσο δύσκολο να είναι; Πιο δύσκολο από τον καφέ, λες;
     - Δεν ξέρω να σου πω.
     - Ε, πού να ξέρεις κι εσύ;... Καινούργιο πουκάμισο είναι αυτό που φοράς;
     - Όχι, γιατί ρωτάς;
     - Δε θυμάμαι να είχες ποτέ σου ροζ πουκάμισο...
     - Δεν είναι ροζ, άσπρο είναι.
     - Θα ορκιζόμουν ότι είναι ροζ.
     - Απλώς άλλαξε χρώμα στο πλυντήριο...
     - Γίνονται τέτοια θαύματα με το πλυντήριο; Α, δεν το ήξερα! Εγώ νόμιζα ότι το πλυντήριο είναι μόνο για να καθαρίζει τα ρούχα, δεν ήξερα ότι τα βάφει κιόλας!
     - Φαίνεται ότι αν μπουν λευκά και χρωματιστά ρούχα μαζί στο πλυντήριο, τα λευκά ρούχα αλλάζουν χρώμα...
     - Εκπληκτικό! Έχω μία άσπρη μπλούζα που την έχω βαρεθεί λίγο. Δε θα μου κακοφαινόταν μια αλλαγή, νομίζω το σιέλ μου πηγαίνει πολύ... 
     Η γυναίκα έβαλε το μπρίκι στη φωτιά.
     - Θα δεις τι γρήγορα που γίνεται, είπε. Μόνο θα πρέπει να έχω το νου μου να μην ξεχειλίσει το μπρίκι. Προχθές αφαιρέθηκα λίγο και γέμισε όλη η κουζίνα καφέ. Τρεις ώρες μου πήρε μετά να καθαρίσω! Ίσως, βέβαια, γι'αυτό να φταίει και λίγο που δεν έχω μάθει ακόμα καλά τη σωστή τεχνική... Αλλά εχθές βρήκα ένα κανάλι στο διαδίκτυο που δείχνει κόλπα σχετικά με το καθάρισμα, οπότε θα τη βελτιώσω την τεχνική μου, πού θα πάει; 
     Ο καφές άρχισε να φουσκώνει. Η γυναίκα έσβησε το μάτι και άδειασε τον καφέ σε ένα φλιτζάνι.
     - Ω, είπε, έκανε και φουσκάλες! Ξέρεις, οι φουσκάλες σημαίνουν λεφτά, λένε...
     - Στο παλάτι ο καφές δεν είχε φουσκάλες.
     - Και τα είδες τα αποτελέσματα... Και το κατακάθι του καφέ δίνει πληροφορίες για το μέλλον, αν ξέρεις να το διαβάζεις. Είναι μία γειτόνισσα που ξέρει και προσφέρθηκε να μου μάθει. Θα ξεκινήσω μαθήματα από αύριο, δεν κρατιέμαι! Μα τι έχεις, παιδί μου, είσαι καλά;
     - Καλά είμαι.
     - Στη δουλειά καλά, ή δεν ξεκίνησες ακόμα;
     - Ξεκίνησα, καλά είναι... 
     - Δε δουλεύεις σήμερα;
     - Έχω άδεια.
     - Α, φαίνεται πως έχεις καλό αφεντικό. Έχω ακούσει ότι οι περισσότεροι δε δίνουν εύκολα άδεια στο προσωπικό τους, ειδικά όταν είναι καινούργιοι στη δουλειά... Εσύ δεν είσαι άπειρος, βέβαια, έχεις μία σχετική προϋπηρεσία, κάτι έμαθες δίπλα στον πατέρα σου.
     - Πάντως, παρ'όλη την προϋπηρεσία, δεν είναι και πολύ εύκολη δουλειά.
     - Εννοείται αυτό. Η διοίκηση επιχειρήσεων ποτέ δεν ήταν εύκολη, δε θυμάσαι τον πατέρα σου τι αγώνα έδινε καθημερινά; Θέλει μεγάλη τέχνη να κάνεις τους άλλους να δουλεύουν για εσένα και να είναι και ευχαριστημένοι.
     - Αλήθεια, πού είναι ο μπαμπάς;
     - Έχει πάει στο φυτώριο για να αγοράσει λίπασμα. Έχει ξετρελαθεί με την κηπουρική, όλο το πρωινό του το περνάει πλέον στον κήπο, ούτε η βροχή, ούτε το κρύο δεν τον σταματάει... Άρχισε να καλλιεργεί και λαχανικά, φαντάσου! Σε λίγο θα τρώμε τις δικές μας ντομάτες και τα δικά μας καρότα. Τα καρότα, βέβαια, βρίσκονται ολόκληρα μέσα στη γη, πρέπει να σκάψεις για να τα βγάλεις, αλλά τον πατέρα σου δεν τον πειράζει να σκαλίζει τη γη, έτσι κι αλλιώς φοράει γάντια, όταν δουλεύει στον κήπο.
     - Προσαρμόστηκε γρήγορα ο μπαμπάς στη νέα κατάσταση, από ό,τι φαίνεται, αλλά δε μου κάνει εντύπωση. Γι'αυτό και υπήρξε πολύ επιτυχημένος.
     - Και ακόμα είναι επιτυχημένος, τι κι αν δεν είναι πλέον βασιλιάς; Η δουλειά δεν κάνει τον άνθρωπο, ο άνθρωπος κάνει τη δουλειά!
     - Αυτό πού το άκουσες;
     - Πουθενά δεν το άκουσα, το διάβασα στον ημεροδείκτη.
     - Σοβαρά;
     - Ναι, είναι θαυμάσιο το τι μπορεί να μάθει κανείς από έναν ημεροδείκτη! Κάθε μέρα έχει και μία διαφορετική σοφία. Σήμερα έλεγε ότι ουδείς πιο αχάριστος από τον ευεργετηθέντα, καλό, ε; Μα δοκίμασε τον καφέ σου, θα κρυώσει!
     Ο γιος ήπιε μια γουλιά καφέ.
     - Μμμ, καλό τον έφτιαξες, σχεδόν σαν αυτόν που πίναμε στο παλάτι είναι.
     - Εγώ νομίζω ότι αυτός είναι καλύτερος. Στο παλάτι ποτέ δεν είχε φουσκάλες!
     Ο γιος ήπιε άλλη μια γουλιά.
     - Η γυναίκα σου τι κάνει; Πώς και δεν ήρθε μαζί σου, να σου κάνει παρέα;
     - Είχε πονοκέφαλο, μου είπε.
     - Α, το καημένο το κορίτσι! Εύχομαι να είναι περαστικά...
     - Μμμ...
     - Τι "μμμ", παιδί μου; 
     - Τίποτα.
     - Σίγουρα; Μήπως είναι κάτι που θέλεις να μου πεις; Συνέβη κάτι που θα έπρεπε να ξέρω;
     - Τίποτα δε συνέβη, μην ανησυχείς... Αλλά τη γυναίκα μου θα τη χωρίσω!
     - Τι θα κάνεις;
     - Θα τη χωρίσω!
     - Γιατί, παιδί μου; Δεν είναι όμορφη; Δεν είναι ευγενική; Μήπως δεν είναι από βασιλική γενιά; Αλλά, τι λέω; Το τεστ του ρεβυθιού δεν κάνει ποτέ λάθος, η γυναίκα σου ήταν η μόνη από τόσες που δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι εξαιτίας του.
     - Αυτό είναι και το πρόβλημα!
     - Δηλαδή;
     - Τι δηλαδή; Δεν περνάει μέρα που να μη μου το χτυπάει! "Τι θα φάμε σήμερα;" τη ρωτάω, "Και πού να ξέρω;" μου λέει, "κάτι εκλεκτό και νόστιμο, φαντάζομαι". "Εννοώ, τι έχεις σκοπό να μαγειρέψεις", της εξηγώ, "Εγώ θα πρέπει να μαγειρέψω;" με ρωτάει. "Ποιος άλλος;" τη ρωτάω, "εγώ θα πάω στη δουλειά", "Α, εγώ δεν ξέρω από αυτά", μου λέει, "εγώ είμαι μια πραγματική πριγκίπισσα, το ήξερες, εξάλλου"! "Ναι", της λέω, "αλλά τα πράγματα άλλαξαν λίγο, τον θρόνο τον χάσαμε, δεν έχουμε πια παλάτι...", και τότε βάζει τα κλάματα. Πάω να την αγκαλιάσω, να την ηρεμήσω λίγο, "Μη!" φωνάζει, "είναι ανάγκη να με ακουμπάς επάνω ακριβώς στη μελανιά"; "Ποια μελανιά;" τη ρωτάω, "Τη μελανιά που μου έκανε το ρεβύθι, τότε που με τη μάνα σου με βάλατε να κοιμηθώ σε εκείνο το άβολο κρεβάτι", μου λέει. "Ακόμα την έχεις τη μελανιά;" τη ρωτάω, "Τι εννοείς, ακόμα;" μου λέει, "αμφιβάλλω αν θα φύγει ποτέ...".
     - Πονάει ακόμα, ε;
     - Με κοροϊδεύεις κι εσύ, βρε μαμά; Δυο χρόνια πάνε από τότε, και κάταγμα να είχε θα είχε περάσει! Ως πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Δεν την αντέχω, σου λέω!
     - Τι να σου πω, παιδί μου, θα χρειάζεται λίγο χρόνο ακόμα μέχρι να προσαρμοστεί, φαντάζομαι, κάνε λίγη υπομονή... Θέλεις να έρθετε για φαγητό αύριο; Ο γείτονας που μένει απέναντι πηγαίνει τακτικά για κυνήγι και εχθές μας έφερε μερικά  ορτύκια, για να μας ευχαριστήσει που του δανείσαμε το φτυάρι μας τις προάλλες με το χιόνι. Θα ψάξω για κάποια συνταγή και θα τα μαγειρέψω να τα φάμε. Θα πρέπει προηγουμένως να τα ξεπουπουλιάσω, βέβαια... Ε, εντάξει, κάποιον τρόπο θα βρω, ίσως βρω κάτι στο διαδίκτυο... Λοιπόν, τι λες;
     - Λέω ότι αύριο πάω στο δικηγόρο.
     - Κάνε λίγη υπομονή, παιδί μου, μπες για λίγο στη θέση της, να παντρεύεται έναν πρίγκιπα με προοπτικές και ξαφνικά να βρίσκεται παντρεμένη με ένα απλό ανώτερο στέλεχος εταιρείας...
     - Δηλαδή για εμένα δεν ήταν δύσκολη η απώλεια του θρόνου; Αλλά εκείνη ζει στον κόσμο της, να δεις που μέχρι και το πεντάρι ρετιρέ με θέα Ακρόπολη της ξίνισε!
     - Εδώ που τα λέμε, η θέα από τον πύργο ήταν καλύτερη...
     - Ξέρεις πόσα λεφτά κοστίζει το ρετιρέ;
     - ... και πέντε δωμάτια ίσως να φαίνονται λίγα, για μια νέα οικογένεια...
     - Ποια οικογένεια; Μόνοι μας είμαστε!
     - Προς το παρόν.
     - Εσένα μη σου θίξουμε τη νύφη! Δεν αντέχω, σου λέω! Πληρώνω κομμώτρια, στυλίστα, μασέρ, προσωπικό γυμναστή, πληρώνω και ντελίβερι, πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Ένα μισθό παίρνω!
     - Φαντάζομαι θα σου δώσουν αύξηση, ύστερα από λίγο...
     - Και αυτή δε σηκώνει το χέρι της να ξυστεί! Το καταλαβαίνω ότι δεν ήταν μαθημένη στην απλή ζωή, αλλά ούτε εγώ ήμουν!
     - Έτσι είναι.
     - Δεν της ζήτησα να πιάσει και εκείνη δουλειά, αλλά ας μάθει, τουλάχιστον, να μαγειρεύει! Ή, έστω, να μην γκρινιάζει όλη την ώρα!
     - Έλα, παιδί μου, μη συγχύζεσαι, θα σου ανέβει η πίεση! Μήπως να ασχοληθείς κι εσύ με την κηπουρική; Ο πατέρας σου από όταν ξεκίνησε να ασχολείται, τα έκοψε τα χάπια για την πίεση, να ξέρεις...
     - Με κοροϊδεύεις, βρε μαμά; Πού να τον βρω τον χρόνο για την κηπουρική; Πέντε δουλειές πρέπει να κάνω για να συντηρώ τη γυναίκα μου! Δεν έχω αφήσει υπερωρία για υπερωρία! Σου λέω, δεν πάει άλλο: θα χωρίσω!
     - Ξανασκέψου το!
     - Το έχω σκεφτεί πολύ καλά! Θα χωρίσω και θα πάρω μια απλή κοπέλα.
     - Όταν λες απλή, τι εννοείς;
     - Εννοώ απλή, από ταπεινή οικογένεια.
     - Όχι δα!
     - Ναι! Ούτε θα μου ζητάει μεγαλεία, ούτε θα μου γκρινιάζει, και το καλύτερο: δε θα μου χτυπάει το ρεβύθι!
     Η μητέρα σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε στο παράθυρο.
     - Τι να σου πω, παιδί μου; Κάνε όπως νομίζεις, αλλά ίσως το μετανιώσεις αργότερα... Θα κάτσεις να φάμε το μεσημέρι; Θα χαρεί κι ο πατέρας σου.
     - Τι φαγητό έχει;
     - Ρεβύθια στο φούρνο.
     - Επίτηδες το κάνεις;
     - Γιατί το λες αυτό, παιδί μου; Πώς θα μπορούσα να το φανταστώ, όταν τα έφτιαχνα, ότι πλέον μισείς τα ρεβύθια;

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Λαβράκι


      Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που ήταν πολύ αγαπημένοι. Η αγάπη τους μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, και επισφραγίστηκε από τη γέννηση ενός πανέμορφου μωρού. Το μωρό ήταν κοριτσάκι και τόσο όμορφο, που όποιος το έβλεπε ξεχνούσε όλα του τα προβλήματα και γέμιζε αισιοδοξία. Γι'αυτό και του έδωσαν το όνομα Αυγή.
     Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν πολύ ευτυχισμένοι, αλλά επειδή πίστευαν ότι η ευτυχία πολλαπλασιάζεται όταν μοιράζεται, θέλησαν να μοιραστούν το ευτυχές γεγονός με όλο τον κόσμο, και διοργάνωσαν στο παλάτι μια φαντασμαγορική γιορτή, όπου όλοι ήταν προσκεκλημένοι. Μόνο μία κακιά μάγισσα, με το όνομα Μαλέφισεντ, δεν προσκλήθηκε στη γιορτή του βασιλικού ζεύγους.  Βλέπετε, ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν ευτυχισμένοι, αλλά όχι τόσο αφελείς ώστε να πιστεύουν ότι η ευτυχία τους θα έφτανε για να νικήσει την κακία μιας κακιάς μάγισσας.
     Όπως είναι λογικό, ένα γεγονός όπως μία βασιλική γιορτή δεν μπορούσε να μείνει μυστικό, και η Μαλέφισεντ έμαθε πολύ γρήγορα ότι ήταν η μόνη που δεν είχε λάβει πρόσκληση. Σκύλιασε από το κακό της και, καθώς ήταν πολύ ισχυρή, βρήκε εύκολα τρόπο, όχι απλώς να τρυπώσει ανάμεσα στους καλεσμένους, αλλά να κάνει εντυπωσιακή είσοδο, εν μέσω αστραπών και βροντών. Όλοι τρόμαξαν, και με το δίκιο τους. Η Μαλέφισεντ στάθηκε αντάξια της φήμης της και καταράστηκε τη σχεδόν νεογέννητη Αυγούλα να τρυπήσει το δάχτυλό της σε ένα αδράχτι και να πεθάνει, ακριβώς την ημέρα των δεκάτων έκτων γενεθλίων της. 
     Όπως γίνεται, όμως, συνήθως, ακόμα και στα τελειότερα σχέδια συχνά κάπου υπάρχει κάποιο κενό. Το κενό στο σχέδιο της Μαλέφισεντ ήταν ο χρόνος. Με άλλα λόγια, βιάστηκε να καταραστεί την Αυγούλα, χωρίς να περιμένει να ολοκληρώσουν τις ευχές τους όλες οι Μοίρες, που είχαν προσκληθεί από το βασιλικό ζεύγος πρώτες-πρώτες, και έδωσε την ευκαιρία σε μία από αυτές να τροποποιήσει την κατάρα και να μεταμορφώσει το θάνατο σε βαθύ ύπνο. Και όχι μόνο αυτό. Η αληθινή αγάπη θα μπορούσε να λύσει εντελώς την κατάρα, απλά και μόνο με ένα φιλί.
     Τη συνέχεια την ξέρουμε όλοι. Η Αυγούλα, δυστυχώς, τρύπησε το δάχτυλό της σε ένα αδράχτι στα δέκατα έκτα γενέθλιά της και έπεσε σε βαθύ ύπνο. Μαζί με εκείνη έπεσε σε ύπνο και όλο το βασίλειο. Αλλά η κατάρα έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο, όπως γνωστή έγινε και η ομορφιά της Αυγούλας, εξαιτίας της οποίας της δόθηκε το προσωνύμιο "Ωραία Κοιμωμένη". Ένα σωρό γενναίοι ιππότες επιχείρησαν να σώσουν την Αυγούλα, αλλά και όλο το βασίλειο, από την κατάρα της Μαλέφισεντ, χωρίς αποτέλεσμα, αφού η κακιά μάγισσα εξαπέλυσε εναντίον τους τους πιο αιμοβόρους δράκους που είχε στην υπηρεσία της. Στο τέλος, ένας πρίγκιπας, ο πιο γενναίος από όλους, κατάφερε να σκοτώσει όλους τους δράκους και να ξυπνήσει, με ένα του φιλί, την Ωραία Κοιμωμένη, την οποία και παντρεύτηκε στη συνέχεια.
     Όσο για τη Μαλέφισεντ, όλοι είπαν ότι έπεσε θύμα της ίδιας της της κατάρας, αφού στην προσπάθειά της να αποτρέψει τους ιππότες από το να λύσουν τα μάγια, είχε μεταμορφωθεί και η ίδια σε άγριο, ιπτάμενο δράκο, τον οποίο ο γενναίος πρίγκιπας, έκανε κομμάτια με το σπαθί του.
     Η αλήθεια, όμως, είναι ότι μία τόσο ισχυρή μάγισσα όπως η Μαλέφισεντ δε θα μπορούσε να νικηθεί τόσο εύκολα, και παρ'όλο που ο πρίγκιπας την τραυμάτισε θανάσιμα, στην πραγματικότητα δεν την σκότωσε. Και, ενώ η Αυγούλα περνούσε έναν υπέροχο μήνα του μέλιτος μετά του γενναίου συζύγου της, η Μαλέφισεντ γιάτρεψε τις πληγές της και άρχισε να υφαίνει την εκδίκησή της.
     Η Μαλέφισεντ μεταμορφώθηκε σε πουλί και πέταξε σε όλες τις άκρες του κόσμου, μαζεύοντας τα πιο δηλητηριώδη βότανα, που φύτρωναν στις πιο απόκρημνες πλαγιές των ψηλότερων βουνών. Ύστερα μεταμορφώθηκε σε ψάρι και κολύμπησε μέχρι τα πιο ενεργά υποθαλάσσια ηφαίστεια, όπου μάζεψε τις πιο μαγικές πέτρες, την ώρα που γεννιούνται. Τέλος, κλείστηκε στην τεράστια βιβλιοθήκη του κάστρου της, ψάχνοντας τα πιο θανατηφόρα ξόρκια. Σκουρόχρωμοι, πυκνοί καπνοί άρχισαν να βγαίνουν από τα παράθυρα του πιο ψηλού πύργου και τα δέντρα στην περιοχή γύρω από το κάστρο άρχισαν να ξεραίνονται.  
     Κανένας δεν κατάλαβε τίποτα, επειδή όλοι είχαν πιστέψει ότι είχαν ξεμπερδέψει με το κακό στη ζωή τους. Αλλά ένας γερο-μάγος που περνούσε από την περιοχή είδε τους καπνούς και τα ξεραμένα δέντρα και κατάλαβε ότι κάτι κακό συνέβαινε. Και αφού έκανε την έρευνά του, κατάλαβε ότι ο πύργος που έβγαζε καπνούς έκρυβε μία τεράστια απειλή για τους ανθρώπους. Όπως ήταν λογικό, ο γερο-μάγος δε θα μπορούσε να περιμένει κάποιον άλλον να καταπολεμήσει αυτήν την απειλή, αφού κανένας δεν ήταν τόσο καταρτισμένος, όσο αυτός ο ίδιος. Ετοιμάστηκε, λοιπόν, όσο πιο καλά μπορούσε και μια μέρα  εξαπέλυσε όλες του τις δυνάμεις εναντίον του κάστρου της Μαλέφισεντ.
     Εννοείται ότι η Μαλέφισεντ δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια, παρά επιτέθηκε με λύσσα και ορμή στο γερο-μάγο, στέλνοντάς του τις ισχυρότερες κατάρες της και τα πιο θανατηφόρα της ξόρκια. Η μάχη υπήρξε σκληρή και αμφίρροπη και έφτασε τις δυνάμεις του γερο-μάγου στα όριά τους, όμως η τύχη ήταν τελικά με το μέρος του και άρχισε να κερδίζει έδαφος. Η Μαλέφισεντ συνέχισε να πολεμάει λυσσαλέα αλλά, στο τέλος κατάλαβε ότι οι δυνάμεις της είχαν αρχίσει να εξαντλούνται. Ο γερο-μάγος είχε νικήσει.
     Ένας μάγος, και ιδιαίτερα ένας κακός μάγος, όπως η Μαλέφισεντ, δε γίνεται να εξαφανιστεί εντελώς από προσώπου γης, και αυτό ο έμπειρος γερο-μάγος το ήξερε πολύ καλά. Γι'αυτό, έκανε το καλύτερο που μπορούσε: την έκανε τόσο μικροσκοπική, που πια δε θα μπορούσε να βλάψει κανέναν. Μαζί με τη Μαλέφισεντ, μαγεύτηκε και το κάστρο της, και έγινε και εκείνο μικροσκοπικό. Ο γερο-μάγος είχε σώσει την ανθρωπότητα.
     Η Μαλέφισεντ έμεινε, λοιπόν, να βράζει στο ζουμί της, αλλά επειδή το κακό τρώγεται με τα ρούχα του και ποτέ δεν ησυχάζει, άρχισε και πάλι να ψάχνει για νέα ξόρκια. Και καθώς είχε άφθονο χρόνο μπροστά της, έτσι φυλακισμένη που ένιωθε στο μικροσκοπικό της κάστρο και στο ακόμα μικροσκοπικότερο κορμί της, δεν άφησε κανένα από τα βιβλία της μαγείας της που να μην το διαβάσει δυο και τρεις φορές. Μια μέρα, εκεί που διάβαζε ένα από τα παλιότερα βιβλία της, ανακάλυψε ότι σε μία υποσημείωση που αρχικά δεν της είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία, κρυβόταν το μεγαλύτερο κακό ξόρκι που είχε ανακαλυφθεί ποτέ, και το μόνο που ήταν ανίκητο, επειδή αποτελούσε μια μεγάλη αλήθεια. Η υποσημείωση ανέφερε ότι, σε αντίθεση με το καλό, το κακό έχει τη δύναμη να αυτοτροφοδοτείται. Άρα, η Μαλέφισεντ θα μπορούσε να ξαναγίνει δυνατή και τρομερή, εκμεταλλευόμενη την ίδια της την κακία. Είχε έρθει η ώρα να επανακάμψει οριστικά.
     Η Μαλέφισεντ σκέφτηκε ότι για να πετύχει τον σκοπό της γρηγορότερα, θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί και την κακία των άλλων, όσο μικρή κι αν ήταν. Όλοι κάνουν κακές σκέψεις και πράξεις κάποιες φορές, γιατί να πάνε χαμένες; Μετέφερε, λοιπόν, το μικροσκοπικό της κάστρο σε ένα μέρος από όπου περνούσε πολύς κόσμος έτσι ώστε να μπορεί να εκμεταλλεύεται τις κακές σκέψεις και τις κακές πράξεις των ανθρώπων πιο εύκολα. Και για να πετύχει τον σκοπό της ανενόχλητη, χωρίς να την ανακαλύψει ή να την εμποδίσει κανένας - ούτε καν ο γερο-μάγος - το καμουφλάρισε κιόλας.
     Από το μικροσκοπικό, καμουφλαρισμένο της κάστρο, η Μαλέφισεντ άρχισε να τσιγκλάει τους ανθρώπους που περνούσαν από εκεί κοντά, έτσι ώστε να κάνουν κακές σκέψεις και πράξεις πιο εύκολα και εκείνη να μαζεύει γρηγορότερα την αρνητική ενέργεια που χρειαζόταν για την επιστροφή της. Με κάθε κακιά σκέψη ή πράξη, ένιωθε να δυναμώνει. Και οι άνθρωποι άρχισαν να τσακώνονται πιο συχνά, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν το γιατί.  
     Όμως, αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη. Και η Πίπη, που έχει τα μάτια της πάντα ανοιχτά, κατάφερε να εντοπίσει το κάστρο της Μαλέφισεντ, κι ας είναι καμουφλαρισμένο. Το έβγαλε, λοιπόν, φωτογραφία για να το δείξει σε όλο τον κόσμο και να πει σε όλους να προσέχουν και να μην το πλησιάζουν. Αρκετά κακά έχει αυτός ο κόσμος, δεν χρειαζόμαστε και μία Μαλέφισεντ στο κατόπι μας... 


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Θέμα διακόσμησης

 



     - Ωραία γιορτή, είπε η Δόνια Χούλια, και ανέμισε με χάρη τη βεντάλια της.
     - Λίγο υπερβολική, όμως, δε νομίζεις; είπε η Δόνια Μερθέδες, και ανέμισε και εκείνη τη δική της βεντάλια. 
     - Έτσι είναι όταν κάποιος έχει λεφτά, παρατήρησε η Δόνια Χούλια. Και οι Γκονθάλο έχουν λεφτά να φάνε και οι κότες.
      - Άκουσα ότι η μουσική είναι σύνθεση του Μοντεβέρντι, ειδική παραγγελία για τη γιορτή.
     - Ναι, και το μενού το επιμελήθηκε ο ίδιος ο Τριστάν Καζουλέ, άρτι αφιχθείς από το Παρίσι. Θα έχουν και τούρτα τριών ορόφων. 
     - Τούρτα σε εορτασμό γενεθλίων; Πού ακούστηκε; Για να μη μιλήσω για τον εορτασμό των γενεθλίων, τι κακόγουστη ιδέα! Ποια γυναίκα θα ήθελε να της θυμίζουν την ηλικία της;
     Οι δυο γυναίκες χαχάνισαν διακριτικά πίσω από τις ανοιχτές τους βεντάλιες.
     - Υπέροχο το φόρεμά σου! είπε η Δόνια Μερθέδες.
     - Σου αρέσει; Είναι η τελευταία λέξη της μόδας στην Αυλή.
     - Αναδεικνύει τη σιλουέτα σου με τον καλύτερο τρόπο.
     - Χαλάλι τα λεφτά που κόστισε! Αν και, παρά τρίχα να μην έχω τι να φορέσω...
     - Τι εννοείς;
     - Μία λέξη θα σου πω: ποντίκια!
     - Μη μου πεις!
     - Θα σου πω. Τρία τόπια από το ακριβότερο μετάξι γέμισαν τρύπες! Αναγκάστηκα να κάνω νέα παραγγελία, και μέχρι να έρθει το καινούργιο ύφασμα από τη Βενετία, έχασα τον ύπνο μου!
     - Ευτυχώς που όλα πήγαν καλά, τελικά. Τολμώ να πω ότι είσαι η πιο καλοντυμένη εδώ μέσα.
     - Ε, ας μην υπερβάλλουμε... Και το δικό σου φόρεμα είναι πολύ καλοραμμένο.
     - Έφερα Γάλλο μόδιστρο, γι'αυτό. Αυτοί οι Γάλλοι, παιδί μου, είναι μάγοι! Με το τίποτα φτιάχνουν αριστουργήματα!
     - Ναι, και η ραφή είναι πολύ καλή, αλλά και το πατρόν. Τονίζει εξαιρετικά τους γοφούς σου!
     - Ποιους γοφούς, χρυσή μου; Ξεχνάς ότι, δυστυχώς, δεν έχω καθόλου καμπύλες;
     - Καλύπτεις το πρόβλημα τόσο καλά, που μονίμως το ξεχνάω!
     - Και να πει κανείς ότι δεν προσπαθώ... Αλλά είμαι άτυχη! Πήρα από τη θεία μου την Εουλάλια. Όλοι στο σόι στρουμπουλοί και αφράτοι, εκείνη ξερακιανή, σαν αποξηραμένο σκουμπρί. Αλλά εκείνη, τουλάχιστον, κλείστηκε σε μοναστήρι, η σιλουέτα της είναι ό,τι πρέπει για τη μοναστική ζωή, εγώ, όμως, που επέλεξα τα εγκόσμια, βασανίζομαι καθημερινά. Μη νομίζεις ότι δεν ξέρω πως με σχολιάζουν όλοι!
     - Έλα τώρα, ιδέα σου είναι...
     - Δεν είναι καθόλου ιδέα μου. Τους βλέπω εγώ πώς με κοιτάζουν, κάθε φορά που με ρωτάνε για την υγεία μου, λες και είμαι φθισική! 
     - Άσ'τα τώρα αυτά και απόλαυσε τη γιορτή! Το φόρεμά σου σίγουρα θα τους κλείσει τα στόματα!
      -  Καλή μου Χούλια, πόσο χαίρομαι που ήρθες! ακούστηκε μια γνωστή φωνή και η Δόνια Αλντόνθα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους. 
     - Μα, ήταν ποτέ δυνατόν να μην έρθω; απάντησε η Δόνια Χούλια και χαμογέλασε.
     - Υπέροχη η γιορτή σας! είπε η Δόνια Μερθέδες, για να πάρει κι εκείνη μέρος στη συζήτηση.
     - Δόνια Μερθέδες! Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Πώς είναι η υγεία σας;
     - Εξαιρετικά, είπε η Δόνια Μερθέδες και κοίταξε με νόημα τη Δόνια Χούλια. Όπως εξαιρετικά είναι όλα: ο διάκοσμος, ο φωτισμός, η μουσική, όλα!
     - Πόσο χαίρομαι που σας αρέσουν, είχα τόσο άγχος να είναι όλα στην εντέλεια! Βέβαια, η βροχή μας τα χάλασε λίγο... Οι δρόμοι θα έχουν γεμίσει λάσπες, και η λάσπη είναι ό,τι χειρότερο υπάρχει, οι άμαξες κολλάνε με το παραμικρό. 
     - Έχετε δίκιο, κι εγώ τη σιχαίνομαι τη λάσπη!
     - Ελπίζω να τα καταφέρουν να έρθουν όλοι οι προσκεκλημένοι, δε θα ήθελα να λείψει κανείς...
     - Πιστεύω ότι δε θα συνεχίσει να βρέχει για πολύ, είπε η Δόνια Χούλια. Αυτές οι ανοιξιάτικες βροχούλες είναι συνήθως πολύ σύντομες.
     - Μακάρι, αλλιώς θα πρέπει να ακυρώσουμε τα πυροτεχνήματα.
     - Θα έχετε και πυροτεχνήματα;
     - Μα, φυσικά, χρυσή μου! Μια φορά γίνεται κανείς δεκαεπτά!
     - Αξιαγάπητη η κορούλα σας, είπε η Δόνια Μερθέδες.
     - Αχ, το κοριτσάκι μου έγινε ολόκληρη κοπέλα! Πώς περνάει ο καιρός! Μέχρι χθες ακόμα έπαιζε με κούκλες
     - Εύχομαι να έχει μία καλή τύχη!
     - Αμήν!... Θα με συγχωρέσετε, όμως, τώρα. Βλέπω πως ήρθε η επίσημη ερωμένη του Μαρκήσιου ντε Φουέντες, πρέπει να πάω να την υποδεχτώ.
     Η Δόνια Αλντόνθα απομακρύνθηκε βιαστικά. Οι δυο γυναίκες την ακολούθησαν με το βλέμμα τους και κοίταξαν τη νεοφερμένη από την κορυφή ως τα νύχια.
     - Σιγά την καλλονή! είπε η Δόνια Μερθέδες πίσω από τη βεντάλια της.
     - Συμφωνώ, είπε η Δόνια Χούλια. Τι της βρήκε, κοτζάμ μαρκήσιος;
     Ένας ξερακιανός ιππότης εμφανίστηκε στη σάλα. Μικρά, λασπωμένα σημάδια άρχισαν να εμφανίζονται διάσπαρτα στο μαρμάρινο πάτωμα.
     - Τι δουλειά έχει εδώ ο Δον Κιχώτης; είπε έκπληκτη η Δόνια Μερθέδες. Ώστε αληθεύουν οι φήμες ότι κορτάρει τη Δουλθινέα;
     - Μη λες ανοησίες, είπε ο Δόνια Χούλια, η Δουλθινέα απλώς διασκεδάζει μαζί του! Πώς αλλιώς να διασκεδάσει, νέα κοπέλα; Δεν βρισκόμαστε, δα, στη Μαδρίτη, όπου υπάρχουν τόσες επιλογές για διασκέδαση!
     - Ναι, αλλά δεν είναι σωστό. Θα ήταν καλύτερα να τον στείλει από εκεί που ήρθε, παρά να τον κοροϊδεύει.
     - Μην τον λυπάσαι και τόσο, εκείνος τις ξεκίνησε τις φήμες! Αλλά τώρα τα ψέματα τελειώνουν. Τα γενέθλια είναι η αφορμή. Στην πραγματικότητα, θα ανακοινώσουν τους αρραβώνες της εορτάζουσας με τον Εμίλιο Ντε Λα Κρουθ.
     - Το άκουσα κι εγώ αυτό, ώστε αληθεύει; Ο Εμίλιο Ντε Λα Κρουθ είναι εξαίρετος νέος!
     - Αν δεν ήταν και τόσο γυναικάς, θα ήταν ακόμα καλύτερος.
     - Αχ, χρυσή μου, ποιος άντρας είναι τέλειος; Ας έχει, τουλάχιστον κάτι να ασχολείται, να μην τον έχει συνεχώς μέσα στα πόδια της!
     Οι δυο γυναίκες ανέμισαν γρήγορα τις βεντάλιες τους, για να καλύψουν τα χαχανητά τους.
     - Πάντως εγώ δε θα τον ήθελα για την κόρη μου, είπε η Δόνια Χούλια. Καλύτερα να τη στείλω σε μοναστήρι!
     - Δεν έχεις δίκιο, οι Ντε Λα Κρουθ έχουν τα μεγαλύτερα κοπάδια όλης της Ισπανίας, για να μη μιλήσουμε για τα κτήματα και τα ακίνητα! Μεγάλη τύχη για τη Δουλθινέα!
     - Τι να τα κάνεις τα πλούτη, χρυσή μου; Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι ο ο προ-προ-προ-προπάππους του πατρός Ντε Λα Κρουθ ήταν βασιλικός γελαδάρης στην αυλή του Φερδινάνδου του Β'!
     - Υπασπιστής του ήταν.
     - Έτσι λένε οι Ντε Λα Κρουθ. Ξεχνάς ότι η οικογένειά μου έχει στενούς δεσμούς με την υψηλή αριστοκρατία; Γνωρίζω πολύ καλά για τι μιλάω και σου λέω πως ήταν γελαδάρης!
     - Ε, και γελαδάρης να είναι, εμάς τι μας νοιάζει; Μήπως θα τον παντρευτούμε εμείς;
     Μια πολύ καλοντυμένη κοπέλα κατέβηκε με χάρη τη μαρμάρινη σκάλα της σάλας. Ήταν η Δουλθινέα.
     - Ω, αγλάισμα των οφθαλμών μου! ακούστηκε από την άλλη άκρη της αίθουσας και ο ξερακιανός ιππότης έτρεξε να την υποδεχτεί. Φεγγαροπρόσωπη Δουλθινέα, εσύ που σβήνεις τα άστρα στο πέρασμά σου! 
     - Καλώς ήρθατε στη γιορτή, Δον Κιχώτη, του απάντησε ευγενικά η Δουλθινέα.
     - Υποκλίνομαι ταπεινά στην ομορφιά σου, Δουλθινέα, εσύ, πιο όμορφη από την Ωραία Ελένη της Σπάρτης, πιο άξια από την πιστή Πηνελόπη της Ιθάκης, πιο σοφή από την ίδια τη θεά Αθηνά!
     - Ελπίζω να περάσετε όμορφα στη γιορτή...
     - Αλίμονο, η μοίρα μου το έχει να μην ησυχάζω ούτε στιγμή, ένας ιππότης του βεληνεκούς μου πάντα προκαλεί τον φθόνο και οι εχθροί μου είναι πολλοί. Απόλαυσε εσύ τη γιορτή σου, γλυκιά μου οπτασία, και άσε με εμένα να επαγρυπνώ. Κανείς δεν θα αγγίξει ούτε τρίχα από τα μαλλιά σου! Εγώ είμαι εδώ και θα σε προστατέψω με την ίδια μου τη ζωή, αν χρειαστεί!
     Η Δουλθινέα δεν απάντησε, αλλά υποκλίθηκε ελαφρά και χαμογέλασε. Ύστερα απομακρύνθηκε με χάρη και άρχισε να χαιρετάει έναν-έναν τους προσκεκλημένους. Ο Δον Κιχώτης έμεινε λίγο να τη θαυμάζει.
     - Τον καημένο! είπε η Δόνια Χούλια. Είναι για λύπηση...
     Ένα μουρμουρητό ακούστηκε. Στη σάλα εμφανίστηκε ένας όμορφος νεαρός άνδρας.
     - Ο υιός Ντε Λα Κρουθ! ψιθύρισε η Δόνια Μερθέδες. Μη μου πεις τώρα ότι δεν είναι εξαιρετική επιλογή για τη Δουλθινέα!
     - Ομολογώ ότι είναι πολύ καλοβαλμένος, για απόγονος βασιλικού γελαδάρη.
     - Έλα τώρα, μη γίνεσαι τόσο υπεροπτική, επειδή εσένα όλοι σου οι πρόγονοι κατάγονται από ευγενείς! Εφτά γενιές έχουν περάσει από το γελαδάρη που λες, το ταπεινό παρελθόν πάει πια, έχει σβηστεί!
     - Απορώ που το λες εσύ, μια τόσο πιστή Καθολική! Τόσοι αιώνες έχουν περάσει κι ακόμα το πληρώνουμε το προπατορικό αμάρτημα!
     - Πάντως, εδώ που τα λέμε, ο Ιησούς ποτέ δεν σχετίστηκε με τους ευγενείς.
     - Εννοείται, χρυσή μου, ξεχνάς πως οι ευγενείς εκείνη την εποχή δεν ήταν χριστιανοί;
     Ένας ευτραφής άντρας με αρχοντική κορμοστασιά στάθηκε στο μέσο της σάλας. Η Δόνια Αλντόνθα ήρθε και στάθηκε στο πλάι του.
     - Αξιότιμοι καλεσμένοι, καλώς ήρθατε! είπε δυνατά ο Δον Λορένθο. Ελπίζω η ταπεινή μας γιορτή προς τιμήν της θυγατέρας μας να καλύψει στο έπακρο τις προσδοκίες σας! Η αξιότιμη συζυγός μου και εγώ καταβάλαμε κάθε δυνατή προσπάθεια γι'αυτό. 
     Η Δόνια Αλντόνθα έκανε μια μικρή υπόκλιση.
     - Στο γεύμα που θα ακολουθήσει, συνέχισε ο Δον Λορένθο, θα απολαύσουμε εκλεκτά εδέσματα από τα χέρια του μάγου της γεύσης, Τριστάν Καζουλέ. 
     Ένα επιφώνημα θαυμασμού ακούστηκε σε όλη την αίθουσα.
     - Εννοείται ότι για το γεύμα χρησιμοποιήθηκαν τα καλύτερα κρέατα της χώρας, όσο για το χαμόν - του οποίου, όπως πολλοί γνωρίζετε, είμαι λάτρης -, το έχουμε φέρει ειδικά από την Εξτρεμαδούρα. 
     Όλοι χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι.
     - Ο μεσιέ Καζουλέ επιμελήθηκε και την τριώροφη τούρτα που θα απολαύσουμε στο τέλος του γεύματος, διακοσμώντας την με μια τέλεια αναπαράσταση της ισπανικής υπαίθρου, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να εκφράσει τον απέραντο θαυμασμό του προς τον ανυπέρβλητο πολιτισμό μας. 
     Τα χειροκροτήματα δυνάμωσαν, για να ησυχάσουν και πάλι.
     - Μετά το γεύμα, ένα κουαρτέτο εγχόρδων θα μας διασκεδάσει με μουσική που συνέθεσε ειδικά για την περίσταση ο μεγάλος Κλάουντιο Μοντεβέρντι, και στη συνέχεια θα ακολουθήσει χορός μέχρι αργά. Αλλά μη νομίζετε ότι αυτό θα είναι και το τέλος της γιορτής. Μόλις σκοτεινιάσει θα περάσουμε στον κήπο, όπου θα παρακολουθήσουμε επίδειξη πυροτεχνημάτων...
     Μια διαπεραστική κραυγή ακούστηκε. Όλοι πάγωσαν. Ένας λεπτός άντρας σε έξαλλη κατάσταση εμφανίστηκε.
     - Συμφογάαααααα! Κύγιε Γκονσάλο, λε καταστγόφ! Ω, μον Ντιε!
     - Τι συνέβη, μεσιέ Καζουλέ;
     - Είναι τγομεγό, σ'ε μανιάκ, ω, μον Ντιε! Σ'ε φινί!
     - Ηρεμήστε, αγαπητέ μου, και εξηγήστε μου!
     - Λε γκατό, λε σεβαλιέ, πουμ, πουμ, πουμ!
     - Τι λεγκατό;
     - Λε, γκατό, λε γκατό, λα τουγτά! 
     - Λα τουγτά; Α, η τούρτα!
     - Ουί, λα τουγτά! Λε σεβαλιέ, πουμ, πουμ, πουμ!
     Ο μεσιέ Καζουλέ ξέσπασε σε λυγμούς. Ο Δον Κιχώτης εμφανίστηκε στην άκρη της σάλας. Το βλέμμα του έλαμπε. Η πανοπλία του ήταν πασαλειμμένη με κρέμα. Το σπαθί του γυμνό, κι αυτό λερωμένο με κρέμα.
     - Σε λουί, ιλ ε λα, λε κουπάμπλ! είπε ο Τριστάν Καζουλέ και το δάχτυλό του έτρεμε καθώς έδειχνε το Δον Κιχώτη.
     - Όλα τακτοποιήθηκαν, είπε ο Δον Κιχώτης. Μη φοβάστε, πλέον, αγαπητοί μου, το κακό έδειξε τα μυτερά δόντια του και τα γαμψά του νύχια, γρύλισε, ούρλιαξε, και επιτέθηκε με όλη του την ορμή, αλλά με τη δύναμη του Θεού, ενικήθη κατά κράτος! Ο μάγος που με εχθρεύεται εδώ και χρόνια χρησιμοποίησε όλη του την τέχνη, με απώτερο σκοπό να βλάψει ό,τι πολυτιμότερο έχω κάτω από το ζωοδότη ήλιο, αλλά το σπαθί της δικαιοσύνης έπεσε επάνω στον ίδιο σαν τη Δαμόκλειο σπάθη! Τούτο εδώ το σπαθί που βλέπετε, που είναι η προέκταση του ίδιου μου του χεριού και ο πιο πιστός μου φίλος, έπραξε στο ακέραιο το καθήκον του!
     Ο Δον Κιχώτης σήκωσε στον αέρα το λερωμένο με κρέμα σπαθί του. Λίγη κρέμα έπεσε από το σπαθί στο πάτωμα και ο ήχος ακούστηκε σε όλη τη σάλα. Ο μεσιέ Καζουλέ έβγαλε μια κραυγή και κατέρρευσε στην αγκαλιά του Δον Λορένθο.
     - Αχ, και τα'λεγα εγώ, είπε η Δόνια Αλντόνθα στο Δον Λορένθο: καλός και άγιος ο μεσιέ Καζουλέ, αλλά τι τους ήθελε τους ανεμόμυλους επάνω στην τούρτα;

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022

Μπούμερανγκ

 


     - Έχετε επισκέψεις, είπε η νοσοκόμα από τη μισάνοιχτη πόρτα και έφυγε βιαστικά.
     Η αλεπού μπήκε φουριόζα.
     - Καλημέρα, λύκε! είπε η αλεπού. Πώς τα πας;
     - Πώς να τα πάω; είπε ο λύκος και προσπάθησε να ανασηκωθεί στο κρεβάτι του. Ωχ! είπε και αφέθηκε να ξαναξαπλώσει.
     - Πονάς ακόμα;
     - Με δουλεύεις; Πώς να μην πονάω; Τρία σπασμένα πλευρά, ένα πόδι στον γύψο... Για να μην πω για τη στραμπουληγμένη μου ουρά...
     - Όταν το άκουσα τις προάλλες, που το έλεγε ο βαρώνος Μυγχάουζεν σε μια παρέα, δεν το πίστεψα, φυσικά. Αλλά όταν αργότερα, που πήγα για τη μηνιαία περιποίηση της ουράς μου, το άκουσα και από τον κουρέα της Σεβίλλης, που το έλεγε στον κόμη Μοντεχρίστο, λέω "δεν μπορεί, μάλλον είναι αλήθεια. Ο κουρέας της Σεβίλλης μπορεί να είναι μεγάλος κουτσομπόλης, αλλά οι πληροφορίες του συνήθως είναι σωστές".
     - Ναι, έτσι είναι...
     - Αλλά, πες μου, βρε παιδί μου, πώς το έπαθες;
     - Μη μου πεις ότι ο κουρέας δεν το ήξερε αυτό!
     - Η αλήθεια είναι ότι αυτό που άκουσα δεν το πολυπίστεψα... έλεγε ότι η Κοκκινοσκουφίτσα σε έστειλε στο νοσοκομείο... Εντάξει, μερικές φορές έχει την τάση να τα παραφουσκώνει...
     - Μμμμ...
     - Λέω, δεν μπορεί η Κοκκινοσκουφίτσα να τον έκανε τόπι, ένα χραπ! να κάνει εκείνος και την έκανε κομματάκια!... 
     - Μμμμ...
     - Μα γιατί δε λες τίποτα;... Αλήθεια είναι;... Η Κοκκινοσκουφίτσα;... Όχι δα! Μα πώς;
     - Σας έφερα το μεσημεριανό σας, είπε ο τραπεζοκόμος που μόλις είχε μπει στο θάλαμο με ένα τρόλεϊ γεμάτο δίσκους.
     Άφησε ένα δίσκο στο τραπέζι που βρισκόταν στο πλάι του λύκου. 
     - Κοτόπουλο με φιδέ, ψητά λαχανικά, και για το τέλος, ρυζόγαλο και μήλο, είπε.
     - Μπλιαχ! είπε ο λύκος.
     - Καλή όρεξη, είπε ο τραπεζοκόμος και βγήκε από το θάλαμο.
     - Θέλεις να σε βοηθήσω να φας; είπε η αλεπού.
     - Δε θέλω, μπλιαχ!
     - Ε, εντάξει, για τα λαχανικά, το ρυζόγαλο και το μήλο το καταλαβαίνω, αλλά έχει και κοτοπουλάκι, μμμ..., καλέ αυτό είναι ανάλατο, σκέτη αηδία!
     - Αν ξανάρθεις, φέρε μου, σε παρακαλώ, κανένα σουβλάκι ή κανένα χάμπουργκερ απ'έξω, αυτοί εδώ θέλουν να με ξεκάνουν!
     - Θα σου φέρω αρνάκι ψητό στο φούρνο. Εδώ πιο κάτω υπάρχει μια ταβέρνα, "Η Ρίγανη". Ουρές κάνουν τα Σαββατοκύριακα για το ψητό της αρνάκι, και όχι άδικα. Χρησιμοποιεί μόνο κρέας από ντόπιες, βιολογικές φάρμες.
     - Ήδη μου τρέχουν τα σάλια!
     - Θα ξανάρθω το απόγευμα, στο επόμενο επισκεπτήριο, και θα σου φέρω, μην ανησυχείς... Αλλά, δε μου είπες πώς σε κατάντησε έτσι η Κοκκινοσκουφίτσα...
     - Για να είμαστε ακριβείς, υπεύθυνη γι'αυτό που έπαθα δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά η Άννα.
     - Ποια Άννα;
     - Αυτή, που της αρέσει να ατενίζει... Βρήκε, λέει, στο σπίτι της έναν καλικάντζαρο και του ανάθεσε να πει στην Πίπη ότι εγώ έφαγα την Κοκκινοσκουφίτσα. Και, ναι μεν η Πίπη δεν το πίστεψε, έλα όμως που το πίστεψε η Κοκκινοσκουφίτσα!
     - Δηλαδή;
     - Τη συναντάω τις προάλλες στον δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς της, ξέρεις...
     - Και ποιος δεν ξέρει;
     - Φαινόταν φουρκισμένη. "Δε μου λες", μου λέει, "τι είναι όλα αυτά που ακούω, θα με φας, λέει;". "Ποιος τα λέει αυτά;" ρωτάω. "Βρε, ασ'τα αυτά", μου λέει, "πιστεύεις στ'αλήθεια ότι μπορείς να με φας;". Και, προτού προλάβω να απαντήσω, με αρχίζει στις λαβές!
     - Ποιες λαβές;
     - Του καράτε! Το ήξερες εσύ ότι ξέρει καράτε;
     - Τι μου λες;
     - Ασ'τα, μαύρη ζώνη!
     - Πω-πω, καψερέ μου, τι σου έμελλε να πάθεις! Κι όλα αυτά εξαιτίας ενός καλικάντζαρου...
     - Όλα αυτά εξαιτίας της Άννας! Αλλά αυτό δε θα μείνει έτσι! Να ψάξει τρύπα να κρυφτεί! Τη βλέπω πρώτη μούρη στη Ρίγανη, να φιγουράρει στον κατάλογο με τα ψητά της ώρας!
     - Έλα τώρα, μη συγχίζεσαι, δεν κερδίζεις τίποτα... 
     - Θα την τακτοποιήσω εγώ! Ο ξάδερφός μου, ο Μαύρος Πητ, έχει ήδη γίνει η σκιά της, κοντοζυγώνει η ώρα της...
     - Ο Μαύρος Πητ; Δεν ήταν στη φυλακή αυτός, για ληστείες και για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση;
     - Σωστά το είπες, ήταν. Δραπέτευσε τον περασμένο μήνα, μαζί με άλλους τρεις κολλητούς του, βαρυποινίτες και οι τρεις... Να διαβάζω τα πρωτοσέλιδα, μου είπε ο Μαύρος Πητ.
     - Γιατί;
     - Εκεί θα διαβάσω αυτά που θα κάνει στην Άννα.
     - Έλα, σταμάτα, αγριεύομαι!... Ας αλλάξουμε θέμα. Ωραία είσαι εδώ, έχεις την ησυχία σου... Οι περισσότεροι θάλαμοι σε αυτό το νοσοκομείο είναι τουλάχιστον τρίκλινοι, αλλά εσύ, μονόκλινο, ούτε του παπά να μην το πεις!
     - Είχα δόντι, γι'αυτό. Ο διευθυντής του νοσοκομείου είναι πρώτος ξάδερφος της πεθεράς της σπιτονοικοκυράς μου.
     - Α, έτσι εξηγείται... Ακόμα κι έτσι, πάντως, τυχερός είσαι. 
     - Δεν έχω παράπονο... Αν ήταν και το φαγητό της προκοπής, μέχρι που θα ήμουν και χαρούμενος...
     - Πάντως, ακόμα να το χωνέψω ότι η Κοκκινοσκουφίτσα σε κατάντησε έτσι... Τη θυμάμαι μικρούλα, σκέτη κούκλα ήτανε, με τα φουστανάκια της, με τα σοσονάκια της, με τα κόκκινα σκουφάκια της, με τα μπουκλάκια της... είναι δυνατόν αυτή η κουκλίτσα να παλεύει σαν τον Μπρους Λι;
     - Κι όμως...
     Μια στρουμπουλή νοσοκόμα κοντοστάθηκε στην πόρτα.
     - Σε πέντε λεπτά τελειώνει το επισκεπτήριο, είπε αυστηρά και εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού.
     Ο θάλαμος φωτίστηκε στιγμιαία. Μια βροντή ακούστηκε ύστερα από ελάχιστα δευτερόλεπτα.
     - Πρέπει να βιαστώ, είπε η αλεπού και κινήθηκε προς την πόρτα, έρχεται βροχή και δεν έχω πάρει ομπρέλα.
     - Θα ξανάρθεις όμως είπες, ε;
     - Ναι, το απόγευμα.
     - Το αρνάκι μην ξεχάσεις, θα περιμένω!
     - Μην ανησυχείς!
     Η αλεπού τάχυνε το βήμα της στο διάδρομο.
     - Βρε τον κακομοίρη το λύκο, σκέφτηκε, και σακατεμένος και ξενηστικωμένος!... Να το ξέρει, άραγε, η Άννα πως ο Μαύρος Πητ βρίσκεται στο κατόπι της;