Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Βροχερή βόλτα

 

      - Μα γιατί να μην πάω βόλτα; είπε η πασχαλίτσα.
     - Δεν είδες τι καιρό κάνει έξω; απάντησε η μαμά της.
     - Μα αφού μου το υποσχέθηκες! Είπες ότι όταν έρθουν τα γενέθλιά μου θα με αφήσεις να βγω μόνη μου! Ορίστε, τα γενέθλιά μου ήρθαν!
     - Ναι, αλλά τον είδες τον καιρό έξω; Κι αν χαθείς μέσα στην βροχή;
     - Δε θα χαθώ.
     - Άσε να φτιάξει ο καιρός και βγαίνεις τότε.
     - Μα σήμερα είναι τα γενέθλιά μου! Τότε γιατί το έφτιαξα το κόκκινο φόρεμα;
     - Είπα όχι! είπε η μαμά της, που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται με την τόση επιμονή της μικρής.
     - Εγώ θα βγω!
     - Να κάτσεις εδώ! Αλλιώς θα το πω στον πατέρα σου.
     - Δε με νοιάζει, να το πεις σε όποιον θες!
     - Στο δωμάτιό σου είπα!
     Η πασχαλίτσα κατέβασε τις κεραίες της και πήγε στο δωμάτιό της. Τι αδικία να σου υπόσχονται κάτι και ύστερα να μη σου το δίνουν!
     Απ'έξω ακουγόταν το σιγανό τραγούδι της βροχής. Πλιτς! Πλιτς! Έπρεπε να βρέχει ακριβώς σήμερα; Σήμερα, που ήταν τα γενέθλιά της; Οι φίλες της, όλες είχαν πάει βόλτα μόνες τους, εκείνη πότε θα πήγαινε;
     - Θα το σκάσω, είπε με πείσμα. Θα κάνω μια μικρή βόλτα και κανείς δε θα το καταλάβει.
     Φόρεσε το κόκκινο φόρεμά της, κοίταξε να δει αν οι βούλες έπεφταν στα σωστά σημεία, και αφού είδε ότι όλα ήταν εντάξει, βγήκε προσεκτικά έξω.
     - Επιτέλους, ελεύθερη! είπε.
     Περπάτησε λίγο και αφού απομακρύνθηκε αρκετά από τη φωλιά της, άνοιξε τα φτερά της και άρχισε να πετάει. Γύρω της, ένας χορός από σταγόνες. Ευτυχώς, η βροχή δεν ήταν πολύ δυνατή. Η πασχαλίτσα ήταν πολύ προσεκτική και απόφευγε τις σταγόνες της βροχής με μαεστρία. Τι υπερβολική που ήταν η μαμά της! Ορίστε, αφού μια χαρά τα κατάφερνε. Τώρα θα είχε και εκείνη να πει στις φίλες της για την πρώτη της βόλτα.
     - Θα σκάσουν από τη ζήλια τους, σκέφτηκε. Καμιά τους δεν έχει κάνει βόλτα στη βροχή.
     Η βροχή γύρω της συνέχιζε το χορό της. Η πασχαλίτσα συνέχισε να αποφεύγει τις σταγόνες της για λίγο ακόμα. Όμως, ξαφνικά, η βροχή δυνάμωσε και οι σταγόνες πύκνωσαν και έγιναν μεγαλύτερες. Η πασχαλίτσα σκέφτηκε ότι είχε έρθει η ώρα να γυρίσει στο σπίτι της. Εκείνη ακριβώς την στιγμή μια σταγόνα έπεσε ακριβώς επάνω της και την έκανε να χάσει την ισορροπία της για λίγο.
     - Πάει το φόρεμά μου, βράχηκε, είπε στενοχωρημένη.
     Πλατς! Άλλη μια σταγόνα έπεσε επάνω της. Η πασχαλίτσα παρατρίχα να πέσει κάτω.
     - Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι γρήγορα, σκέφτηκε.
     Αλλά προς τα πού ήταν το σπίτι της; Η πυκνή βροχή δεν την άφηνε να δει. Οι κεραίες της είχαν θολώσει. Με το ζόρι κατάφερε να φτάσει σε ένα μπαλκόνι και ίσα που πρόλαβε να ανέβει επάνω σε ένα φύλλο.
     - Θα περιμένω να σταματήσει η βροχή, είπε η πασχαλίτσα, που άρχισε να σκέφτεται ότι η μαμά της ίσως είχε δίκιο τελικά.
     Αλλά η βροχή δεν σταματούσε. Και έτσι η πασχαλίτσα έμεινε επάνω στο φύλλο. Και εκεί την είδα εγώ, το μεσημέρι που βγήκα στη βεράντα. Και το μόνο που μπόρεσα να της κάνω ήταν να μην την ταρακουνήσω πολύ, καθώς έκοβα τα αρωματικά φυλλαράκια του δυόσμου όπου καθόταν.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Σκέψεις του (πρωινού) δρόμου



      Όταν βγήκα από το σπίτι μου σήμερα το πρωί για να πάω στη δουλειά, η μέρα δε φαινόταν ιδιαίτερα ευοίωνη. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκριζογάλανα σύννεφα και έκανε ψύχρα. Παρ'όλ'αυτά ήταν ένας πανέμορφος ουρανός.
     Τα σύννεφα, με τους αχνούς τους χρωματισμούς και την απαλή τους κίνηση τράβηξαν την προσοχή μου. Ήταν λες και κάποιος εκεί επάνω ζωγράφιζε με χρώματα ακουαρέλας. Κάτω στη γη, από την άλλη, δεν υπήρχε χώρος για ακουαρέλα. Εδώ οι γραμμές ήταν πιο ξεκάθαρες, πιο κοφτές. Δεξιά και αριστερά μου, σπίτια διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, δέντρα μικρά ή μεγάλα, άλλα γυμνά, άλλα με πυκνό φύλλωμα και άλλα με μπουμπουκάκια που άνοιγαν δειλά-δειλά.
     Μπροστά μου βρισκόταν ένας ζωγραφικός πίνακας, χωρίς αμφιβολία. Αλλά κάτι καμαρωτά κυπαρίσσια σε ένα πεζοδρόμιο και μερικές φουντωτές νεραντζιές σε ένα άλλο με έκαναν να θυμηθώ την παιδική μου ηλικία. Τότε που οι γονείς μου μου έμαθαν πώς να φτιάχνω ανάγλυφα, ζωγραφιστά δέντρα με ρύζι, κόλλα και νερομπογιές. Θυμήθηκα τι όμορφα που είχαν γίνει εκείνα τα δέντρα. Έμοιαζαν πολύ με τις νεραντζιές του πεζοδρομίου.
     Και ως δια μαγείας - ίσως και επειδή διέσχιζα μια παλιά μου γειτονιά -, η θύμηση των ζωγραφισμένων ρυζόδεντρων της παιδικής μου ηλικίας, έφερε για παρέα της και ένα σωρό άλλες αναμνήσεις. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που έκανα, τις χειροτεχνίες που μας έβαζαν να κάνουμε στο σχολείο και στις οποίες πολλές φορές μας βοηθούσαν οι γονείς μας, δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία να περάσουμε ποιοτικό χρόνο μαζί τους. Θυμήθηκα το δύσκολο πρωινό μου ξύπνημα, αλλά και την τόσο ευχάριστη διαδρομή προς το σχολείο, καθώς ο δρόμος γέμιζε από τα παιδιά με τις μαμάδες τους που τα συνόδευαν.
     Και όλα αυτά τα σπίτια που τώρα φαίνονται σοβαρά, που ίσως δε μένουν μέσα παιδιά για να πάνε στο σχολείο, πόσο χαρούμενα φαίνονταν τότε, όταν άνοιγαν οι αυλόπορτες και ξεχύνονταν έξω τα παιδιά, ένα-ένα, δυο-δυο ή και περισσότερα, κουβαλώντας τις σχολικές τους τσάντες! Πόσο πιο όμορφα ήταν τα σπίτια τότε, έτσι κι αλλιώς! Μονοκατοικίες, διώροφα ή τριώροφα, σπανιότερα συναντούσες και καμιά πολυκατοικία. Και το κάθε σπίτι με τον κήπο του, γεμάτο λουλούδια ή πιο λιτό, ή με την αυλή του με το τσιμέντο ή, μερικές φορές, μωσαϊκό. Ενώ τώρα...
     Και πόσα παιχνίδια, στην αυλή ή στον δρόμο! Χωρίς πολλά μέσα, αλλά με μόνη κινητήρια δύναμη την παιδική φαντασία. Και την ανεξάντλητη τρεχαλοενέργεια, που δεν ενοχλούσε τους γονείς, καθώς και εκείνοι ήταν πιο γεμάτοι από τη ζωή τους και πιο ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους από ό,τι είναι σήμερα.
     Ένα σχολικό λεωφορείο πέρασε λίγο πιο κάτω. Γεμάτο παιδιά, που ξυπνάνε από τα χαράματα, ετοιμάζονται, παίρνουν την σχολική τους τσάντα και πηγαίνουν στο σχολείο. Περνάνε όλο το πρωινό τους εκεί, τρώνε κιόλας, και το απόγευμα, κατάκοπα, μεταφέρονται από το ίδιο σχολικό στο σπίτι τους, για να διαβάσουν, να γράψουν, να κάνουν και άλλα, εξωσχολικά μαθήματα, αθλητισμό, μουσική, ξένες γλώσσες, και το βράδυ να πέσουν εξαντλημένα στο κρεβάτι τους μέχρι τα επόμενα χαράματα που θα ξανασηκωθούν για να πάνε στο σχολείο.
     Δε νομίζω να τα ζηλεύω αυτά τα παιδιά. Ίσα-ίσα που τα λυπάμαι και λίγο. Δε θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν ούτε το ένα τρίτο των όσων ζήσαμε εμείς οι παλιότεροι. Ήδη, τα περισσότερα από αυτά δεν γνωρίζουν καν από πού προέρχεται η τροφή μας και σίγουρα υπάρχουν παιδιά που πιστεύουν ότι η τροφή μας έρχεται έτοιμη, συσκευασμένη σε κενό αέρος.
     Και αν πει κανείς για δημιουργία, πώς να την αναπτύξουν τα σημερινά παιδιά, όταν έχουν συνηθίσει για το καθετί που ακούνε να βλέπουν μια έτοιμη εικόνα στον υπολογιστή; Πώς θα μπορούν αύριο να δημιουργήσουν κάτι από το τίποτα; Παλιά δεν χρειαζόταν να κεντρίσει κάποιος ιδιαίτερα τη φαντασία των παιδιών. Τώρα, μέχρι και αυτή χρειάζεται υποβοήθηση. Και δωσ'του να προσπαθούν οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί...
     Έφτασα στο μετρό και άρχισα να κατεβαίνω τις κυλιόμενες σκάλες, νιώθοντας τις σκέψεις μου να με βαραίνουν σαν έναν βαρυστομαχιασμένο ελέφαντα. Είναι τόσο δύσκολο πράγμα η φαντασία, τελικά; Φταίει η ζωή γενικά ή οι επιλογές του καθενός ειδικά; Θυμήθηκα την εικόνα του πρωινού ουρανού και τα καμαρωτά κυπαρίσσια. Θυμήθηκα ξανά τα δεντράκια από βαμμένο ρύζι. Πιο μπροστά μου, ένας ηλικιωμένος, ντυμένος με ένα γκρι κουστούμι, περπατούσε καμαρωτός. Στο βάθος ακούστηκε ο συρμός που πλησίαζε. Τάχυνα το βήμα μου και τον προσπέρασα. Στο πέτο του είχε βάλει ένα λουλούδι από κίτρινο γιασεμί... όπως πιθανώς θα έκανε και στα νιάτα του.
     - Αντισταθείτε, ήταν σαν να μου έλεγε.
     Και ένιωσα τον ελέφαντα να πετάει μακριά...

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Νυχτερινές λιγούρες

    


      - Δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, είπε η νύχτα. Θα κάνω δίαιτα!
     Η αλήθεια είναι ότι είχε παχύνει λίγο. Τι λίγο, δηλαδή, που συνέχεια χρειαζόταν να φαρδαίνει το φόρεμά της για να της κάνει; Οι αστερισμοί όλο και απομακρύνονταν μεταξύ τους. Η Μεγάλη και η Μικρή Άρκτος είχαν πολλές μέρες να ιδωθούνε. Ο Ζυγός όλο και έγερνε, στην προσπάθειά του να δει τον Σκορπιό, και του Υδροχόου του είχε αδειάσει η στάμνα εντελώς, καθώς έγερνε περισσότερο από το συνηθισμένο, προσπαθώντας να αποφύγει τα μυτερά κέρατα του Αιγόκερου.
     Η νύχτα, λοιπόν, ξεκίνησε τη δίαιτα και την ακολουθούσε με αυστηρότητα. Δεν έτρωγε τίποτα, εκτός από λίγη ασημόσκονη και δεν έπινε τίποτα άλλο εκτός από δροσοσταλίδες. Η δίαιτα άρχισε γρήγορα να δίνει τα πρώτα της αποτελέσματα, και η νύχτα είδε με χαρά της ότι το φόρεμά της άρχισε να μην την στενεύει.
     Όμως, τι θα ήταν η ζωή χωρίς πειρασμούς; Και ο πειρασμός της νύχτας δεν ήταν άλλος από το φεγγάρι, που σαν ολοστρόγγυλο κεφάλι γραβιέρας, βολτάριζε πέρα-δώθε κάτω από τη μύτη της. Και τι ωραίο που ήταν, και πώς μοσχομύριζε! Της νύχτας της έτρεχαν τα σάλια, αλλά αντιστεκόταν με αποφασιστικότητα.
     - Κι αν έτρωγα μια μπουκίτσα; άρχισε να σκέφτεται ύστερα από λίγο. Τι θα πείραζε;
     Αλήθεια, τι θα πείραζε μια τόση δα μπουκίτσα; Δε λέω, καλή ήταν η ασημόσκονη και υγιεινή επίσης, αλλά και το φεγγαράκι ήταν τόσο κίτρινο και λαχταριστό...
     - Μόνο μια μπουκίτσα, είπε και χραπ! έκοψε ένα κομματάκι φεγγάρι. Μμμμμμμμμ! έκανε απολαμβάνοντας τη νόστιμη μπουκίτσα, καθώς έλιωνε στο στόμα της, πλημμυρίζοντάς το με ένα υπέροχο άρωμα.
     - Αυτό ήταν, είπε και αναστέναξε.
     Και το φεγγάρι συνέχισε τις βόλτες του.
     Την επόμενη μέρα (δηλαδή την επόμενη νύχτα), το φεγγάρι ξαναβγήκε στο σεργιάνι. Μια μικρή δαγκωνιά στο πλάι του μαρτυρούσε την αταξία της νύχτας, η οποία το κοίταζε επίμονα. Κι αν δοκίμαζε λίγο ακόμη; Τι θα πείραζε; Και χραπ! πάει άλλη μια μπουκίτσα.
     - Μμμμμμμ! ακούστηκε στον ουρανό από άκρη σε άκρη.
     Το φεγγάρι συνέχισε τη βόλτα του, διπλοδαγκωμένο αλλά το ίδιο λαχταριστό όπως πριν. Μήπως να δοκίμαζε άλλη μια μπουκίτσα; Αλλά όχι, έπρεπε να συγκρατηθεί.
     Κι όμως, τίποτα δεν ήταν δυσκολότερο για τη νύχτα από το να συγκρατηθεί, αφού είχε δοκιμάσει το πεντανόστιμο φεγγάρι. Κι έτσι, η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Και το φεγγάρι σιγά-σιγά γέμισε δαγκωματιές παντού και άρχισε να μικραίνει, και να μικραίνει, και να μικραίνει... Και να που έφτασε να γίνει μια τόση δα λεπτή φετούλα, που ίσα-ίσα διακρινόταν στον σκοτεινό ουρανό.
     Η νύχτα είδε έκπληκτη ότι το φόρεμά της άρχισε και πάλι να την στενεύει. Παρά τρίχα να της πεταχτεί και κουμπί, τόσο πολύ είχε παχύνει.
     - Καλά να πάθω, είπε. Τι το ήθελα το φεγγάρι αφού ξέρω ότι έχει τόσες θερμίδες; Δε θα ξαναφάω ποτέ.
     Και ξανάρχισε τη δίαιτα με φανατισμό και προσήλωση. Έλα όμως που το φεγγάρι ξαναστρογγύλεψε και άρχισε να κάνει βόλτες κάτω από τη μύτη της! Και προτού το καταλάβει, η νύχτα άρχισε να ξερογλείφεται και πάλι.
     Κι αν έτρωγε μια μπουκίτσα;

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Σε άλλο επίπεδο



    
     - Θέλω να γίνω συγγραφέας! είπε αποφασισμένη η πεταλούδα, καθώς λιαζότανε στον ήλιο.
     - Τι είναι αυτό; ρώτησε η φίλη της η πασχαλίτσα.
     - Είναι αυτός που γράφει βιβλία, είπε η πεταλούδα και αναστέναξε βαθιά.
     - Και τι το καλό έχει να είσαι συγγραφέας; ρώτησε ξανά η πασχαλίτσα, και τέντωσε τα ποδαράκια της.
     - Α, είναι πολύ καλό, είπε η πεταλούδα. Όταν είσαι συγγραφέας οι άλλοι σε σέβονται, και γράφεις ιστορίες και όλοι τις διαβάζουν και ύστερα μιλάνε για σένα, και μπορεί να σου δώσουν και βραβεία, και να σε δείξουν και στην τηλεόραση.
     Τα φύλλα έλαμπαν στον ήλιο. Η πασχαλίτσα καθάρισε τις κεραίες της.
     - Και πώς θα γίνεις συγγραφέας;
     - Α, είπε η πεταλούδα με σιγουριά, θα πάω σε σχολή! Υπάρχει μία πολύ καλή σχολή στην πόλη. Θα πάω εκεί και θα τα μάθω όλα.
     Η πασχαλίτσα δεν είπε τίποτα άλλο. Θα στήριζε τη φίλη της ό,τι κι αν έκανε.
     Έτσι, η πεταλούδα πήγε στην πόλη και γράφτηκε στη σχολή. Και εκεί γνώρισε και άλλες πεταλούδες, και σαλιγκάρια, και χαμαιλέοντες, και ακρίδες και σκαθάρια, και κάθε λογής επίδοξους συγγραφείς. Πόσο ενθουσιασμένη ήταν! Τόσοι πολλοί που μοιράζονταν το ίδιο όνειρο με εκείνη! Θα έκαναν όλοι τους φανταστική παρέα!
     Και άρχισαν τα μαθήματα. Και οι δάσκαλοι ήταν πολύ απαιτητικοί. Και τη μία ζητούσαν στους φοιτητές να γράψουν ένα ποίημα, την άλλη ένα θεατρικό, την άλλη ένα διήγημα ή ένα δοκίμιο… Η πεταλούδα ήταν μελετηρή φοιτήτρια και έκανε όλες τις εργασίες που της ανέθεταν, και διάβαζε όλα τα μαθήματα, και έγραφε καλά στις εξετάσεις. Και όταν συμπληρώθηκαν οι σπουδές της πήρε και πτυχίο.
     - Τώρα είμαι συγγραφέας, μονολόγησε ικανοποιημένη.
     Και γύρισε στο σπίτι της, να συνεχίσει τη ζωή της.
     - Θα πάμε μια βόλτα; ρώτησε μια μέρα η πασχαλίτσα την πεταλούδα.
     - Και δεν πάμε; είπε η πεταλούδα.
     Και ήταν μια πολύ ωραία μέρα, και τα λουλούδια μοσχοβολούσαν, και ο ήλιος έλαμπε, και το αεράκι χάιδευε απαλά τα φτερά τους καθώς πετούσαν.
     - Κοίτα τι όμορφο που είναι εκείνο το τριαντάφυλλο! είπε η πασχαλίτσα. Είναι τόσο κόκκινο, μοιάζει να έχει μαζέψει όλο το κόκκινο του ουράνιου τόξου!
     - Ναι, είπε και η πεταλούδα, είναι πολύ όμορφο, αλλά πρέπει να σε πληροφορήσω ότι τώρα πια δεν είμαι η ίδια πεταλούδα που ήξερες. Τώρα είμαι συγγραφέας, οι κεραίες μου έχουν πια ανοίξει, βλέπω τα πράγματα σε νέες διαστάσεις.
     Η πασχαλίτσα την κοίταξε απορημένη.
     - Δε φαίνεται να καταλαβαίνεις, είπε η πεταλούδα ελαφρώς υποτιμητικά. Θέλω να πω ότι ενώ εσύ το μόνο που κάνεις είναι να εκτιμάς την ομορφιά του τριαντάφυλλου σε πρώτο επίπεδο, εγώ μπορώ να την εκτιμήσω σε βάθος. Μπορώ να γράψω ολόκληρο μυθιστόρημα γι’αυτό το τριαντάφυλλο, να αναλύσω τα πέταλά του ένα προς ένα, να φτιάξω στίχους, να αποδώσω το άρωμά του με κάθε λεπτομέρεια.
     - Α, είπε η πασχαλίτσα. Δηλαδή μπορείς να γράψεις ένα βιβλίο για κάθε πράγμα που βλέπεις;
     - Φυσικά, είπε η πεταλούδα περήφανα. Ενώ εσύ το μόνο που κάνεις είναι να νιώθεις το άμεσο συναίσθημα που σου δημιουργείται. Δεν έχεις βάθος. Χρειάζεται να σπουδάσεις το αντικείμενο για να μπορέσεις να το νιώσεις στην ολότητά του.
     Η πασχαλίτσα ένιωσε λίγο άσχημα για τον εαυτό της, αλλά δεν είπε τίποτα.
     - Πάμε μέχρι το ποτάμι; είπε ύστερα από λίγο.
     - Και δεν πάμε; είπε η πεταλούδα.
     Και πέταξαν οι δυο τους στο ποτάμι, που οι όχθες του ήταν γεμάτες βούρλα. Πολλές λιβελούλες και πολλά κουνούπια πετούσαν ανάμεσα από τα βούρλα. Η επιφάνεια του νερού λαμπύριζε. Πιο πέρα, κρυμμένοι ανάμεσα στα βούρλα, οι βάτραχοι είχαν στήσει υπομονετικά καρτέρι.
     - Αχ, τι όμορφα που είναι! αναφώνησε η πασχαλίτσα. Θα μπορούσα να μείνω ώρες ολόκληρες εδώ! Έλα να κάνουμε βόλτα πάνω από την επιφάνεια του νερού, να νιώθουμε το νερό να κινείται, να χορεύουμε όπως οι λάμψεις επάνω στην επιφάνειά του…
     - Άσε καλύτερα, είπε η πεταλούδα. Θέλω να κάτσω και να διαλογιστώ. Το ποτάμι είναι πηγή έμπνευσης. Νομίζω θα γράψω ένα σονέτο.
     - Έλα λίγο και γράφεις μετά.
     - Πόσο δε με καταλαβαίνεις! είπε η πεταλούδα και αναστέναξε. Αλλά, τι να κάνεις, εσύ δεν σπούδασες, δεν είσαι συγγραφέας…
     Η πασχαλίτσα αισθάνθηκε πιο ντροπιασμένη από πριν, αλλά δεν είπε τίποτα. Άρχισε να πετάει ανάμεσα στα βούρλα, προσέχοντας να μην πέσει στο στόμα κάποιου βατράχου, και έπιασε κουβέντα με τα άλλα έντομα που βρίσκονταν εκεί. Και δωσ’του γέλια και κυνηγητά ανάμεσα από τα βούρλα…
     Μόνο η πεταλούδα καθόταν στην άκρη σκεφτική. Πόσα πράγματα θα μπορούσε να γράψει για το ποτάμι, για τη ροή του, για τη δροσιά του, για το τραγούδι του… Αμόρφωτα έντομα! Μόνο εκείνη ήξερε το νόημα του ποταμού, μόνο εκείνη μπορούσε να αναλύσει μέχρι και την τελευταία σταγόνα του νερού του…
     Τα άλλα έντομα έπαιζαν και γελούσαν.
     - Μόνο φασαρία ξέρουν να κάνουν! είπε η πεταλούδα εκνευρισμένη.
     Και συνέχισε να διαλογίζεται. Κάποιες μέλισσες πέρασαν βιαστικά πιο πέρα. Ήταν φορτωμένες νέκταρ και πήγαιναν στη φωλιά τους. Αλλά η πεταλούδα ούτε που τις κοίταξε.
     Πέρασε αρκετή ώρα και ο ήλιος άρχισε να κατεβαίνει στον ουρανό. Η πασχαλίτσα, κουρασμένη από το κυνηγητό, ήρθε κοντά στην πεταλούδα.
     - Έγραψες τίποτα; ρώτησε.
     - Μα τι νόμισες ότι είναι το γράψιμο; ρώτησε προσβεβλημένη η πεταλούδα. Αν ήταν τόσο εύκολο θα έγραφαν όλοι. Πρέπει να εμβαθύνω στο θέμα μου προτού γράψω.
     - Καλά, είπε η πασχαλίτσα και χαιρέτησε κάποιες λιβελούλες που απομακρύνονταν. Εγώ πάντως πέρασα φανταστικά, καιρό είχα να περάσω τόσο καλά.
     - Εμένα η διασκέδαση δε με ενδιαφέρει, είπε η πεταλούδα. Περισσότερο από τις φτηνές απολαύσεις των πολλών με ενδιαφέρει η απόλυτη απόλαυση της τέχνης!
     Η πασχαλίτσα την κοίταζε χωρίς να μιλάει.
     - Φυσικά και δεν καταλαβαίνεις, είπε η πεταλούδα, δεν είσαι συγγραφέας. Εμείς οι συγγραφείς είμαστε ανώτερα πλάσματα, έχουμε περάσει σε άλλο επίπεδο.
     Η πασχαλίτσα πάλι δεν είπε τίποτα.
     - Το αποφάσισα, είπε η πεταλούδα. Θα αφοσιωθώ στο έργο μου. Τέρμα πια οι ανούσιες βόλτες. Ήρθε ο καιρός να ασχοληθώ με την ουσία της ύπαρξης.
     Η πασχαλίτσα την κοίταξε γεμάτη απορία, αλλά η πεταλούδα δεν είπε τίποτα άλλο.
     Από τότε οι δυο τους δεν έκαναν παρέα. Η μεν πασχαλίτσα συνέχισε τον τρόπο ζωής της, η δε πεταλούδα αφοσιώθηκε στη μελέτη και την περίσκεψη.
     Πέρασε καιρός. Μια μέρα η πασχαλίτσα συνάντησε τυχαία την πεταλούδα. Ήταν καθισμένη σε ένα φύλλο και τα φτερά της ήταν ζαρωμένα.
     - Τι κάνεις; τη ρώτησε.
     - Προσπαθώ να γράψω μια πραγματεία για εκείνο εκεί το φύλλο, απάντησε εκείνη. Αλλά θέλω να ανέβω επάνω του και δεν μπορώ.
     - Γιατί; ρώτησε η πασχαλίτσα. Αρκεί να πετάξεις μέχρι εκεί. Τι σε εμποδίζει;
     Η πεταλούδα αναστέναξε.
     - Όλον αυτόν τον καιρό, είπε, που προετοιμάζω το βιβλίο μου, σταμάτησα να πετάω. Τώρα, λοιπόν, δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τα φτερά μου. Τα νιώθω πολύ βαριά στους ώμους μου.
     Η πασχαλίτσα ένιωσε συμπόνια για την πεταλούδα.
     - Μπορώ να κάνω κάτι για σένα; ρώτησε.
     - Ναι, είπε η πεταλούδα. Πέταξε σε παρακαλώ μέχρι εκείνο το φύλλο και πες μου τι νιώθεις. Χρειάζομαι βοήθεια για να τελειώσω το βιβλίο μου.
     - Μα εγώ δεν τα νιώθω τα πράγματα σε βάθος, είπε η πασχαλίτσα. Εγώ δεν έχω σπουδάσει όπως εσύ, δεν είμαι συγγραφέας. Πώς, λοιπόν, θα σου μεταδώσω την ουσία του πράγματος;
     Η πεταλούδα δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε όμως το βιβλίο της που δε θα τελείωνε ποτέ. Και ζήλεψε την πασχαλίτσα, που πετούσε στον αέρα.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Περιμένοντας το γαμπρό



      - Αχ, πόσο τον αγαπώ! είπε και αναστέναξε ελαφρά. Πόσο με αγαπάει και εκείνος! είπε ξανά και κοκκίνησε, καθώς σκέφτηκε τα γεμάτα πάθος λόγια που της ψιθύριζε καθώς τη γυρόφερνε το προηγούμενο καλοκαίρι.
     Κοίταξε τον ουρανό. Ήταν γκρίζος, καλυμμένος με σύννεφα από άκρη σε άκρη. Αναστέναξε ξανά. Μία ριπή αέρα την έκανε να ανατριχιάσει.
     "Να με περιμένεις", της είχε πει. "Να με περιμένεις. Θα γυρίσω πίσω, και θα γυρίσω για εσένα. Και όταν γυρίσω θα παντρευτούμε και θα είμαστε κι οι δυο μας πολύ ευτυχισμένοι."
     "Θα γυρίσω για εσένα." Τι ωραίο συναίσθημα, να ξέρεις ότι ο αγαπημένος σου είναι δικός σου και ότι εσύ είσαι τόσο σημαντική γι'αυτόν!
     Αλλά, ήταν μόνο δικός της; Θυμήθηκε με νοσταλγία πόσο όμορφος ήταν, και πόσο κομψός, με εκείνο το μαύρο, γυαλιστερό φράκο και με το άσπρο, κολλαριστό του πουκάμισο! Και τώρα, εκεί μακριά που βρισκόταν, σε εκείνη τη χώρα τη ζεστή, όπου ο αέρας μοσχομυρίζει γλυκά, ποιος της έλεγε ότι ο αγαπημένος της δεν θα υπέκυπτε στα θέλγητρα κάποιας εξωτικής καλλονής;
     "Θα γυρίσω". Όχι, της το είχε υποσχεθεί, και ήταν τόσο σοβαρός και τόσο λυπημένος την ώρα που την αποχαιρετούσε! Δεν μπορεί να της έλεγε ψέματα τότε!
     Και αν είχε αλλάξει γνώμη; Και αν η εικόνα της στο μυαλό του είχε ξεθωριάσει, κι αν οι όρκοι αγάπης που του είχε δώσει είχαν σβηστεί από την μνήμη του;
     - Πρέπει να ετοιμαστώ για το γάμο, είπε αποφασιστικά. Όταν γυρίσει θα παντρευτούμε, μου το υποσχέθηκε.
     Και βάλθηκε να δοκιμάζει νυφικά. Δοκίμασε μερικά λευκά, χιονάτα, αλλά δεν ικανοποιήθηκε. Άλλα ήταν πολύ ροζ, τα βρήκε υπερβολικά.
     - Μήπως βιάζεσαι λίγο; τη ρώτησε η μοδίστρα. Περίμενε πρώτα να γυρίσει ο αρραβωνιαστικός σου και μετά βάζεις νυφικό.
     - Δεν υπάρχει λόγος να περιμένω, είπε εκείνη. Θέλω να είμαι έτοιμη και όταν με το καλό γυρίσει και με δει, θα θυμηθεί πόσο πολύ με αγαπάει και θα παντρευτούμε αμέσως και θα είμαστε ευτυχισμένοι για πάντα, ή τουλάχιστον για όσο καιρό θα βρίσκεται εδώ.
     - Απλώς, είναι πολύ νωρίς ακόμα, είπε η μοδίστρα. Πότε σου είπε ότι θα γυρίσει;
     - Την άνοιξη, είπε εκείνη και αναστέναξε.
     - Ναι, αλλά ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη.
     - Ναι, αλλά θα έρθει.
     - Ναι, αλλά ακόμα δεν ήρθε. Τι θα κάνεις, θα περιμένεις ντυμένη με το νυφικό;
     - Και γιατί όχι; είπε και χαμογέλασε, επειδή μόλις είχε βρει ακριβώς το νυφικό που ήθελε.
     Ήταν ένα πολύ αχνό ροζ νυφικό φόρεμα, σχεδόν λευκό. Αλλά όχι κατάλευκο. Ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν.
     - Αυτό θέλω, είπε.
     - Ναι, είπε η μοδίστρα, είναι ένα πολύ όμορφο νυφικό, και σου πάει πολύ ωραία. Αναδεικνύει τις καμπύλες σου και σου φωτίζει το πρόσωπο.
     - Ναι, και εμένα μου αρέσει, είπε εκείνη και σκέφτηκε τι ωραία νυφούλα θα ήταν δίπλα στον αγαπημένο της με το φράκο και το κολλαριστό πουκάμισο. Βάλε μου και το πέπλο.
     - Τι, δε θα το βγάλεις; ρώτησε η μοδίστρα.
     - Και γιατί να το βγάλω; είπε εκείνη.
     - Μα ο αρραβωνιαστικός σου είναι ακόμα στο εξωτερικό. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα του γάμου!
     - Θέλω να είμαι έτοιμη, είπε εκείνη με τόνο που δε δεχόταν αντιρρήσεις. Και μη νομίζεις, δεν αργεί πολύ ο γάμος. Όπου να'ναι θα γυρίσει.
     - Μα ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη.
     - Ναι, αλλά θα έρθει. Κάθε χρόνο έρχεται.
     - Ναι, αλλά είναι νωρίς. Θα σου λερωθεί το νυφικό και δε θα φαίνεται ωραίο στο γάμο.
     Αλλά εκείνη δεν ήθελε να ακούσει τίποτα. Είδε κι απόειδε η μοδίστρα, της φόρεσε το πέπλο, πήρε τα υπόλοιπα νυφικά και έφυγε.
     Και έμεινε η ανυπόμονη νυφούλα εκεί, στολισμένη, να περιμένει τον αγαπημένο της. Και όλο και κοίταζε τον γκρίζο ουρανό η ανθισμένη αμυγδαλιά, περιμένοντας να δει το αγαπημένο της χελιδόνι, να σκίζει τον ουρανό με χάρη, φορώντας το κατάμαυρο, γυαλιστερό του φράκο και το λευκό, κολλαριστό του πουκάμισο. Και έτσι την είδα και εγώ σήμερα το πρωί, την ανυπόμονη, ερωτευμένη νυφούλα. Και ευχήθηκα μέσα από την καρδιά μου να έρθει γρήγορα η άνοιξη, και να φέρει μαζί της όλα τα ξενιτεμένα χελιδόνια. Για να χαρούν όλες οι ανθισμένες αμυγδαλιές.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Ηρωική αδυναμία

 

      "Ο χορός κάνει καλό", σου λένε. "Ο χορός δίνει υγεία", σε διαβεβαιώνουν. Τότε, γιατί ξύπνησες ύστερα από μια βραδυά χορού με πόνους στους αστραγάλους;
     Βέβαια, είναι αλήθεια, δεν είσαι πια παιδάκι. Είναι αλήθεια ότι τα έχεις τα χρονάκια σου, και οι κλειδώσεις σου κάνουν "κρακ-κρακ" και λαχανιάζεις στις ανηφόρες, και - ας είμαστε ειλικρινείς - είναι καιρός που τις ανηφόρες τις αποφεύγεις όπως ο διάβολος το λιβάνι. Όμως, τι στο καλό, τόσος πόνος στους αστραγάλους;
     Χωρίς να το θέλεις, σου έρχεται στο μυαλό ο Αχιλλέας. Και εκείνος εκεί πονούσε. Εντάξει, όχι στους αστραγάλους ακριβώς, λίγο πιο πέρα, μια φτέρνα ευαίσθητη είχε και την πλήρωσε με τη ζωή του. Και εσύ έχεις δύο αστραγάλους, και πονάνε και οι δυο.
     Μεγαλοφυείς οι αρχαίοι. "Παν μέτρον άριστον", έλεγαν. Πώς, λοιπόν, να επιβιώσει ένας θνητός σαν τον Αχιλλέα, χωρίς να ξεπεραστεί το μέτρο; Τον φαντάζεσαι μπροστά σου, ψηλό, γεροδεμένο, με ατσάλινα μπράτσα, ατρόμητο, γενναίο (αχ!), ένα ανθρώπινο υπερόπλο, τέλειο σχεδόν, αν εξαιρέσεις αυτό το μικρό τμήμα του σώματος, αυτή την φτέρνα την ύπουλη. Και τι ακραίο, στα όρια του αστείου, ένας ολόκληρος ήρωας, άτρωτος στα βέλη του εχθρού, να πεθαίνει από ένα μόνο βέλος επιδέξια ριγμένο, ενώ ο οποιοσδήποτε άλλος το μόνο που θα πάθαινε στη θέση του θα ήταν ένας βαρύς τραυματισμός. Ε, διάολε, δεν του τρύπησε την καρδιά το βέλος, την φτέρνα του τρύπησε!
     Όμως, ποιοι είμαστε εμείς να αμφισβητήσουμε ολόκληρο Όμηρο; Έτσι κι αλλιώς, όταν οι αρχαίοι έλεγαν κάτι, εννοούσαν συνήθως κάτι άλλο, ακόμα βαθύτερο. Έτσι, η Αχίλλειος πτέρνα έγινε συνώνυμη της κάθε είδους αδυναμίας που ο καθένας μας έχει. Και μήπως αλήθεια δεν είναι ότι ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του αδύνατο σημείο;
     Περπατάς, λοιπόν, στον δρόμο, ανάμεσα από δεκάδες άλλους Αχιλλείς, αρσενικούς και θηλυκούς, και καθώς περπατάς νιώθεις έντονα ότι ο καθένας από αυτούς περπατάει με τη δική του μικρή, ευαίσθητη φτέρνα. Να, εκείνος εκεί ο νεαρός θέλει να περνιέται για σπουδαίος, περπατάει με ύφος και στυλ, κρατώντας το χαρτοφύλακά του λες και περιέχει το μυστικό της αιώνιας ζωής, ενώ μέσα του ποιος ξέρει πόσες ανασφάλειες τον κατατρώνε. Και εκείνη εκεί η κοπέλα, ισορροπεί επάνω στα ψηλοτάκουνά της, προσπαθώντας να κρύψει τη δικιά της φτερνίτσα, που μπορεί κάλλιστα να είναι η ανασφάλειά της για το μικρό της ύψος. Εκείνος εκεί ο κύριος παριστάνει συνεχώς τον έξυπνο, ενώ μέσα του γνωρίζει ότι δεν είναι και κανένας φωστήρας, και ο άλλος πιο πέρα παριστάνει τον γυναικοκατακτητή, αν και έχει φάει ουκ ολίγες χυλόπιτες.
     Και πηγαίνουν οι Αχιλλείς στον δρόμο, περήφανοι και καμαρωτοί, χωρίς αυτό διόλου να τους κάνει άτρωτους, καθώς υπάρχει εκείνη η άτιμη η φτέρνα, έτοιμη να τους προδώσει στην πρώτη επίθεση. Και είναι έντονη η αντίθεση του γενναίου, άτρωτου ήρωα με την ταπεινή, αδύναμη φτέρνα. Ίσως επειδή οι αρχαίοι ήθελαν να μας πουν ότι όσο δυνατότερο το θηρίο, τόσο ευκολότερα πέφτει. Ο Αχιλλέας προδόθηκε από την φτέρνα του, ο Γολιάθ σκοτώθηκε από μία ταπεινή πετρούλα, τα σαγόνια του κροκόδειλου, καθώς λένε, έχουν μεγάλη δύναμη όταν κλείνουν, αλλά καθόλου δύναμη για να ανοίξουν. Κανένας δεν είναι ανίκητος, ούτε καν ο δυνατότερος από όλους. Και αυτό είναι, αν μη τι άλλο, ένα ενθαρρυντικό μήνυμα.
     Παίρνουμε, λοιπόν, παραμάσχαλα τις ανασφάλειές μας και προχωράμε προσπαθώντας να επιβιώσουμε, ελπίζοντας ότι η δικιά μας φτέρνα θα γλιτώσει από τα βέλη. Προχωράμε και ελπίζουμε. Όποια, όμως, κι αν είναι η αδύναμη φτέρνα του καθενός, ένα πράγμα πρέπει να θυμόμαστε: εκτός από τους Αχιλλείς, στη ζωή υπάρχουν και οι Πάρηδες, ακροβολισμένοι παντού τριγύρω, που σκοπό έχουν να εντοπίσουν τις ευαίσθητες φτέρνες και να τους επιτεθούν με τα βέλη τους. Και αλίμονο στον Αχιλλέα που θα βρεθεί στο στόχαστρο του Πάρη. Είναι χαμένος από χέρι. Ή, μάλλον, από φτέρνα.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Αναμνηστική φωτογραφία



      - Κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3. Κάντε ησυχία!
     Τα άλλα πρόβατα υπάκουσαν.
     - Ήρθαμε εδώ, συνέχισε το πρόβατο νούμερο 3, για να διασκεδάσουμε, να περάσουμε ωραία, και να γιορτάσουμε το γεγονός της έλευσης του νέου χρόνου.
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     - Ωραία είναι εδώ, γαβ! είπε το πρόβατο νούμερο 2.
     - Ναι, συμφώνησε, το πρόβατο νούμερο 7, ωραία είναι, αλλά δεν ξσσσσέρω αν θα μασςςςςςςςςς ικανοποιήσσσσσσσσει το μενού... το βλέπω λίγο περιορισσσσσσσσσσσσσσμένο. Τέλοςςςςςςς πάντων, το μενού είναι το λιγότερο, αςςςςς καθήσσσσσσσσσσσσουμε, είπε και σύρθηκε μέχρι την καρέκλα του.
     - Η αλήθεια είναι, είπε το πρόβατο νούμερο 8, ότι λίγο τυράκι θα ήταν μία εξαιρετική πρόταση, και στην προφορά της λέξης "τυράκι" τα μουστάκια του τρεμοπαίξανε ελαφρά.
     Ήταν προφανές ότι του άρεσε πολύ το τυρί.
     - Και κανένα κοτοπουλάκι δε θα ήταν κακό, πρόσθεσε η προβατίνα νούμερο 5, ενώ μάζευε τη φουντωτή, κόκκινη ουρά της για να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 1.
     - Αούουουοουυου! φώναξε όλο ενθουσιασμό το πρόβατο νούμερο 9. Ήρθε το πρώτο πιάτο!
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     Και έπεσαν όλα με τα μούτρα στο πρώτο πιάτο, που ήταν μια σαλάτα με μαρούλι.
     - Γαβ! Γαβ! φώναξε το πρόβατο νούμερο 2. Δεν τραγουδάμε και το τραγούδι του μαντριού;
     - Ναι, είπαν όλα τα πρόβατα με ένα στόμα, το τραγούδι του μαντριού, το τραγούδι του μαντριού!
     Και με αυτά τα λόγια, ξεκίνησαν να τραγουδάνε:
    
     "Είμαστε δέκα πρόβατα πολύ αγαπημένα,
     περνάμε πάντοτε καλά γιατί είμαστε καλά παιδιά
     και το μαντρί μας δεν είναι σαν κανένα.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!

     Εμπρός, λοιπόν, όλο μπροστά, τραβάμε με τραγούδι
     και ο δεσμός πάντα βαστά, πολλή η αγάπη στην καρδιά
     και το μαντρί μας, όμορφο σαν λουλούδι.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!"

     - Ζήτω! φώναξαν γεμάτα ενθουσιασμό.
     Και πάνω στην ώρα ήρθαν και τα υπόλοιπα φαγητά: αχνιστή βρουβόσουπα, τσουκνιδόπιτα με φτιαχτό φύλλο, βλήτα γιαχνί και λαχανοντολμάδες με γέμιση κολοκυθόσπορου! Τα πρόβατα έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό, και δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από τις μασέλες τους, που ανεβοκατέβαιναν και μασούσαν χωρίς σταματημό. Ήπιαν και μπόλικο κρασί από σχοινόπρασσο, και ήρθαν στο κέφι.
     Και άρχισε η μουσική, και σηκώθηκαν να χορέψουν. Και εκεί το γλέντι άναψε.
     - Αγαπημένε μου φίλε, έλα να χορέψουμε μαζί! είπε το πρόβατο νούμερο 7 στο πρόβατο νούμερο 8.
     - Έρχομαι, καλέ μου φίλε, απάντησε το πρόβατο νούμερο 8.
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν, και το πρόβατο νούμερο 7 σερνόταν με ιδιαίτερη χάρη, είναι αλήθεια, αλλά και το μουστάκι του προβάτου νούμερο 8 τρεμούλιαζε τόσο χαριτωμένα...
     - Ας τσουγκρίσουμε, κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3.
     - Στην υγειά σου, φίλε μου! είπε η προβατίνα νούμερο 5 και τσούγκρισε το ποτήρι της, ενώ η φουντωτή, κόκκινη ουρά της χόρευε στο ρυθμό της μουσικής.
     - Έλα να χορέψουμε, γλυκιά μου, της είπε το πρόβατο νούμερο 9.
     - Πολύ ευχαρίστως, του είπε αυτή και χαμογέλασε, δείχνοντας τα λαμπερά της δόντια.
     - Αούουουουουουου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 9. Αδειάστε την πίστα, να χορέψω με την υπέροχή μου ντάμα!
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν οι δυο τους με πάθος, μόνο που η προβατίνα έπρεπε συνέχεια να προσέχει την ουρά της να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 9, που το είχε παρασύρει η μουσική και έκανε τη μία φιγούρα μετά την άλλη.
     - Τι ωραία που περνάμε, νιάου! είπε η προβατίνα νούμερο 4 και έριξε μια λάγνα ματιά προς το πρόβατο νούμερο 8, το οποίο κοκκίνησε λίγο.
     Και ήρθε και το επιδόρπιο. Και έπεσαν με τα μούτρα στην τάρτα με γλυκόριζα και στο σορμπέ με φρούτα του δάσους, και πασαλείφτηκαν τα μουσούδια τους.
     - Ωραίο ήταν, είπε το πρόβατο νούμερο 7 ενώ γλειφόταν με τη διχαλωτή του γλώσσα.
     - Ναι, γαβ! γαβ!, συμφώνησε το πρόβατο νούμερο 2. Ήταν όλα εξαιρετικά. Αν είχαν κόκαλα, θα τα έγλειφα ευχαρίστως.
     - Βρε, παιδιά, φώναξε τότε ξαφνικά, το πρόβατο νούμερο 10, να βγάλουμε φωτογραφία, να θυμόμαστε για πάντα αυτή την όμορφη γιορτή.
     - Ναι, ναι, φωτογραφία! φώναξαν όλα μαζί.
     Και ήρθε ο φωτογράφος του μαγαζιού, και τα πρόβατα στήθηκαν για τη φωτογραφία δίπλα-δίπλα, και μάζεψαν ό,τι ουρές περίσσευαν και έστρωσαν τα μουστάκια τους, και χαμογέλασαν πλατιά. Και άστραψε το φλας, και βγήκε η φωτογραφία, και ήταν πολύ επιτυχημένη, τόσο, που δε φαινόταν ποια πρόβατα ήταν τα αληθινά και ποια τα ψεύτικα.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Πάρτυ γενεθλίων



      Ο μικρός δράκος ήταν δυστυχισμένος. Από το πρωί που είχε ξυπνήσει δεν είχε σταματήσει να κλαίει. Καυτά δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά του και ύστερα έσταζαν στο πάτωμα κάνοντας πλιτς! πλιτς! Μία παρέα από δέκα μυρμήγκια παρά τρίχα να πνιγούν στη λιμνούλα που δημιουργήθηκε από τα δάκρυά του. Ευτυχώς που το καλοκαίρι είχαν μάθει κολύμπι, στο κάμπινγκ που είχαν πάει για διακοπές.
     - Μην κλαις, παιδί μου, έλεγε η μαμά του στο μικρό δράκο, θα πρηστούν τα μάτια σου και δε θα βγεις καλός στις φωτογραφίες.
     - Δε με νοιάζει, έλεγε εκείνος και συνέχιζε να κλαίει.
     - Μην κλαις και θα σου φτιάξω το φαγητό που σου αρέσει, δρακόσουπα με ραπανάκια.
     - Δε με νοιάζει, δε θα φάω! φώναζε και δώσ'του κλάμα.
     - Μην κλαις και δε θα σου δώσω το δώρο σου, και είναι τόσο ωραίο!
     - Δε με νοιάζει, δε θέλω δώρα!
     - Μην κλαις και το απόγευμα θα έρθουν οι φίλοι σου...
     - Δε με νοιάζει, δεν έχω φίλους!
     Μάταια η μαμά δράκαινα προσπαθούσε να παρηγορήσει το μοναχογιό της, εκείνος ήταν απαρηγόρητος. Η μαμά δράκαινα δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Μια τέτοια μέρα, μέρα γενεθλίων και ο γιος της να είναι τόσο στενοχωρημένος!
     Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν αυτό, όμως ήταν η πρώτη φορά που ο μικρός δράκος δεν ήθελε να κάνει πάρτυ γενεθλίων. Και ο λόγος; Ήταν απλός: δεν μπορούσε να σβήσει τα κεράκια. Μάταια φυσούσε και ξεφυσούσε, τα κεράκια αντί να σβήνουν άναβαν περισσότερο.
     Στα πρώτα του γενέθλια κανένας δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Μικρός είναι, είπαν, και δεν ξέρει ακόμα πώς να σβήνει τα κεριά. Δεν έχει μάθει πώς φυσάνε. Όταν, όμως, στα δεύτερα γενέθλιά του, τα δύο κεράκια της τούρτας άναψαν ολόκληρα μέχρι που κάηκαν τελείως, άρχισαν να το σχολιάζουν. Ναι, εντάξει, πέρυσι ήταν μικρός και δεν ήξερε, φέτος όμως;
     Άλλο ένα πάρτυ γενεθλίων έφτασε και ο μικρός δράκος ξαναδοκίμασε να σβήσει τα κεράκια. Άδικος κόπος. Αυτή τη φορά, ίσως επειδή φύσηξε πιο δυνατά, όχι μόνο κάηκαν τα κεριά, άρπαξε και η τούρτα από επάνω και από άσπρη που ήταν έγινε κατάμαυρη. Το δωμάτιο γέμισε καπνό και χρειάστηκε να ανοίξουν τα παράθυρα. Και ήταν χειμώνας και έξω έκανε κρύο. Μεγάλη αποτυχία εκείνο το πάρτυ.
     Και μήπως υπήρξε και κανένα πάρτυ γενεθλίων που να είναι επιτυχημένο; Κάθε φορά, όταν πήγαινε να φυσήξει, όσο προσεκτικά και αν φυσούσε, δεν κατάφερνε να σβήσει τα κεριά. Και κάθε φορά το πάρτυ διαλυόταν και τα άλλα παιδιά έφευγαν βιαστικά. Σε δύο περιπτώσεις, εκτός από την τούρτα, πήραν φωτιά και τα κωνικά καπελάκια που η μαμά του είχε αγοράσει για να φορέσουν οι μικροί καλεσμένοι.
     Έτσι, λοιπόν, αυτή τη φορά ο μικρός δράκος αποφάσισε ότι δεν ήθελε να κάνει πάρτυ γενεθλίων. Γιατί να το κάνει, άλλωστε, αφού δεν μπορούσε να σβήσει τα κεριά της τούρτας; Κάποια παιδιά είχαν ήδη αρχίσει να τον κοροϊδεύουν. Και, ο καημενούλης, ήταν πολύ ευαίσθητος και δεν άντεχε τα πειράγματα.
     Όμως οι μαμάδες είναι πολύ έξυπνα πλάσματα και μπορούν να βρουν λύση σε όλα τα προβλήματα. Έτσι, η μαμά δράκαινα είχε μια καταπληκτική ιδέα και γι'αυτό κλείστηκε στην κουζίνα και δεν άφησε κανέναν να μπει εκεί. Όταν, ύστερα από μερικές ώρες, τελείωσε και βγήκε έξω, πήρε τηλέφωνο στις εφημερίδες και κάλεσε μερικούς δημοσιογράφους. Ύστερα, αφού οι δημοσιογράφοι υποσχέθηκαν ότι θα πήγαιναν στο πάρτυ γενεθλίων του γιου της, πήγε στο δωμάτιό του να του αναγγείλει τα νέα.
     - Φέτος θα κάνεις το καλύτερο πάρτυ, του είπε.
     - Δε θέλω πάρτυ, σου είπα, είπε εκείνος.
     - Σε παρακαλώ, είπε η μαμά δράκαινα, καν'το για εμένα.
     - Όχι.
     - Μα θα περάσεις ωραία, θα το δεις...
     - Δε θέλω, είπα!
     - Κάνε μου αυτή τη χάρη, είπε η μαμά δράκαινα, και αν και αυτό το πάρτυ δε σου αρέσει, δε θα σου κάνω άλλο, το υπόσχομαι.
     Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, και ο μικρός δράκος δεν μπόρεσε να αρνηθεί.
     Έτσι, λοιπόν, η μαμά στόλισε το σπίτι και ο μικρός δράκος φόρεσε τα καλά του τα ρούχα, αυτά από δέρμα φιδιού που τόσο του πήγαιναν.
     - Κλείσε τα μάτια σου, του είπε η μαμά του, καθώς τον οδηγούσε στο σαλόνι, όπου βρίσκονταν ήδη οι δημοσιογράφοι.
     Ο μικρός δράκος υπάκουσε.
     - Άνοιξέ τα τώρα και φύσα, είπε η μαμά του.
     Ο μικρός δράκος άνοιξε τα μάτια του, και τι να δει; Μπροστά του ήταν ένα μεγάλο πυρέξ. Στο πυρέξ υπήρχε μια βελούδινη, κίτρινη κρέμα, που ήταν σκεπασμένη από ένα στρώμα λαμπερή, κρυσταλλική ζάχαρη.
     - Πού είναι η τούρτα; ρώτησε.
     - Φύσα! του είπε η μαμά του.
     Και τότε, ο μικρός δράκος φύσηξε. Και από το στόμα του βγήκε φωτιά, όπως πάντα. Και η φωτιά έπεσε επάνω στη ζάχαρη, που άναψε κατευθείαν. Και η ζάχαρη έκανε φουσκαλίτσες, πολλές, μικρές φουσκαλίτσες και άλλες, μεγαλύτερες, και το χρώμα της σκούρυνε, και ύστερα κρύωσε απότομα και έγινε μια ωραία, λαχταριστή, καφεκόκκινη καραμέλα.
     - Α! φώναξαν γεμάτοι θαυμασμό οι δημοσιογράφοι. Αυτή είναι η μεγαλύτερη κρεμ μπρουλέ που έχουμε δει! Και τι πρωτότυπος τρόπος παρασκευής!
     Και δωσ'του να βγάζουν φωτογραφίες και να αναβοσβήνουν τα φλας και έφαγαν όλοι από την κρεμ μπρουλέ, που ήταν πεντανόστιμη, και την επόμενη μέρα όλος ο κόσμος μιλούσε για το πάρτυ γενεθλίων του μικρού δράκου και όλοι ήθελαν να είναι εκεί. Και από τότε, ο μικρός δράκος δεν ξαναέκλαψε τη μέρα των γενεθλίων του, αλλά περίμενε αυτή τη μέρα με ανυπομονησία, όπως με ανυπομονησία την περίμεναν και όλοι οι υπόλοιποι, καθώς σκέφτονταν τη θεσπέσια κρεμ μπρουλέ της μαμάς δράκαινας και τους έτρεχαν τα σάλια.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Και με το φως του λύκου πηγαινοέρχονται



      Αγέλες λύκων παντού. Και κοπάδια κουκουβάγιες. Και νυχτερίδες. Και αρουραίοι. Τρέχουν και κρύβονται πολύ πριν βγει ο ήλιος. Κρύβονται προτού οι πρώτες ακτίνες τρυπήσουν τα σκοτάδια της νύχτας. Προτού κελαηδήσουν τα πρωινά πουλιά.
     Αγέλες λύκων παντού. Με τα μάτια να γυαλίζουν, τα δόντια τους σφιγμένα. Περπατούν στο σκοτάδι βιαστικά, έτοιμοι να αμυνθούν ή να επιτεθούν, αν χρειαστεί. Έτοιμοι να γρυλίσουν, δείχνοντας απειλητικά τα μυτερά τους δόντια.
     Αγέλες λύκων παντού. Πολλοί μαζί, αλλά ο καθένας μόνος του. Τι σημασία έχει που ανήκουν στο ίδιο είδος; Ο καθένας είναι για τον εαυτό του, χωρίς την πολυτέλεια να νιώθει τον εαυτό του.
     Αγέλες λύκων παντού. Χωμένοι σε σκοτεινά υπόγεια ή ανήλιαγα ισόγεια, σε γυάλινα ή πέτρινα κουτιά, δεν έχει σημασία. Δεμένοι εκεί μέσα με αλυσίδες αόρατες. Με αλυσίδες πολύ δυνατές.
     Αγέλες λύκων παντού. Και μένουν κλεισμένοι μέσα όλη τη μέρα. Και ακούνε μακριά, πολύ μακριά, τον αέρα που φυσάει, ακούνε την βροχή που πέφτει, νιώθουν τον ήλιο που ζεσταίνει τον αέρα. Αλλά μένουν κλεισμένοι εκεί. Όλη τη μέρα. Όλη τη μέρα.
     Αγέλες λύκων παντού. Που μόνο όταν αρχίσει να πέφτει ξανά το σκοτάδι, μόνο τότε βγαίνουν από τις κρυψώνες τους. Μόνο τότε πατάνε το πόδι τους στο κρύο πεζοδρόμιο. Μόνο τότε σηκώνουν τα μάτια τους στον ουρανό, και περιμένουν να βγει το φεγγάρι. Και όταν βγει το φεγγάρι, τότε μόνο, καμιά φορά, τους πιάνει μια μελαγχολία. Και τότε ουρλιάζουν προς το μέρος του, επειδή...
     Επειδή τότε μόνο, τότε, νιώθουν κάτι μέσα τους να δονείται. Και είναι ο εαυτός τους, αυτός ο ξεχασμένος τους εαυτός που τους φωνάζει, τι κάνεις; είσαι λύκος! ΕΙΣΑΙ ΛΥΚΟΣ! είσαι ένα με το φεγγάρι, το φεγγάρι είναι η πατρίδα σου, εσύ δε γεννήθηκες για τη γη, είσαι φτιαγμένος από φεγγαρόσκονη... Ουρλιάζουν οι λύκοι, λάμπει το φεγγάρι. Ουρλιάζουν οι λύκοι, δονείται το σύμπαν.
     Και ύστερα, είτε ούρλιαξαν είτε όχι, οι λύκοι αποσύρονται. Κρύβονται μέσα στη φωλιά τους, περιμένοντας το επόμενο λυκαυγές, εκείνη τη μαγική ώρα που το σκοτάδι ακόμα βασιλεύει, για να μπορούν άνετα όλοι οι λύκοι να ξαναβγούνε για να πάνε στις φυλακές τους...


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Βιογραφικό σημείωμα

  

      - Ουά! έκλαψε ο νέος χρόνος τον Ιανουάριο, όταν γεννήθηκε.
     - Τι χαριτωμένο! είπαν όλοι.
     Οι Μοίρες μαζεύτηκαν γύρω από την κούνια του για να το μοιράνουν.
     - Να'ναι γερό και καλότυχο, είπαν και οι τρεις.
     - Αγκού! είπε ο νεογέννητος χρόνος.
     Ήταν πράγματι ένα πανέμορφο μωρό, στρουμπουλό και ροδαλό. Και ήταν και πολύ χαμογελαστό. Χαμογελούσε και φώτιζε το προσωπάκι του. Και κάτω στη γη είχε καλοκαιρία και όλοι μιλούσαν για τις υπέροχες αλκυονίδες μέρες...
     Πολύ σύντομα, ο νέος χρόνος άρχισε να μπουσουλάει και κατά το Μάρτιο άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα. Όμως ήταν ακόμα αδέξιος και, πότε έπεφτε κατά λάθος επάνω στον κουβά με το χιόνι και τον αναποδογύριζε, με αποτέλεσμα να χιονίζει ξαφνικά στη γη, πότε έπεφτε επάνω στη σακούλα με τους ανέμους, με αποτέλεσμα να ανοίγει η σακούλα και οι άνεμοι να το σκάνε και άντε να τους μαζέψεις...
     Όμως, ο χρόνος όλο και μεγάλωνε και σύντομα στάθηκε για τα καλά στα δυο του πόδια. Και άρχισε τις βόλτες στη γη και όλα ήθελε να τα μάθει, και του άρεσαν τα λουλούδια και τα ανθισμένα δέντρα και τα πουλιά που κελαηδούνε, και η Άνοιξη είχε έρθει και η γη έγινε μια απέραντη παιδική χαρά.
     Αλλά όλα κάποια στιγμή τελειώνουν, ακόμα και το παιχνίδι. Έφτασε το καλοκαίρι. Ο χρόνος ήταν πια ένας νέος, γοητευτικός άντρας, με ωραίο παράστημα. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι σταμάτησε να του αρέσει η διασκέδαση... Άρχισε να διασκεδάζει τα βράδια και να ξενυχτάει, και ξεχνούσε φυσικά να σβήνει τα φώτα νωρίς, και έτσι η μέρα κρατούσε πολύ και η νύχτα πολύ λίγο.
     Ο καιρός περνούσε πολύ γρήγορα. Σύντομα ήρθε το φθινόπωρο. Ο χρόνος τώρα είχε μεγαλώσει αρκετά. Οι κλειδώσεις του είχαν αρχίσει να τον ενοχλούν με την υγρασία και δεν προλάβαινε να τα φροντίζει όλα. Πότε κιτρίνιζαν τα φύλλα, πότε έπεφταν από τα δέντρα, πότε ξεσφιγγόταν το σκοινί που κρατούσε κλειστό το σακί με τους ανέμους, επειδή δεν είχε πολλή δύναμη για να το σφίξει, και ξέφευγε κάποιος άνεμος, πότε έφευγαν τα πουλιά και πήγαιναν μακριά χωρίς εκείνος να πάρει χαμπάρι... Πάνε πια οι κραιπάλες του καλοκαιριού. Τώρα ο χρόνος ήταν σοβαρός.
     Έτσι έφτασε και ο Δεκέμβριος και μπήκε ο χειμώνας. Ο χρόνος πια ήταν ένας σεβάσμιος παππούλης με άσπρα μαλλιά και αρθριτικά. Δεν μπορούσε πια να τρέχει στα λιβάδια, ούτε να διασκεδάζει μέχρι αργά. Το μόνο που έκανε ήταν να περπατάει σέρνοντας τα βήματά του, αλλά ακόμα και αυτό τον κούραζε αφάνταστα. Επίσης, τον έπαιρνε συχνά ο ύπνος, και ξεχνούσε να ανάψει τα φώτα, με αποτέλεσμα η μέρα να κρατάει λίγο και η νύχτα πάρα πολύ. Ήταν που ξεχνούσε κιόλας, λόγω ηλικίας...
     Και ξαφνικά, μια μέρα, τον φώναξε ο μπαμπάς του, ο Αέναος Χρόνος και του είπε: όπως ξέρεις, σε λίγες μέρες θα πρέπει να αποσυρθείς. Όπου να'ναι θα γεννηθεί ο αδερφός σου, ο επόμενος χρόνος.
     Ο γέρος χρόνος τον άκουσε με δυσκολία, καθώς με τον καιρό είχε γίνει και βαρήκοος. Κούνησε το κεφάλι του αργά-αργά.
     - Το ξέρεις, φυσικά, συνέχισε ο Αέναος Χρόνος, ότι προτού φύγεις, θα πρέπει να συμμαζέψεις. Δεν είναι σωστό για το νέο βρέφος να βρει τη γη ακατάστατη.
     Ο γέρος χρόνος ξανακούνησε το κεφάλι.
     - Πρέπει να παραδεχτείς ότι ήσουν αρκετά ζωηρός και απρόσεκτος, είπε ο Αέναος Χρόνος.
     Ο γέρος χρόνος δε μίλησε.
     - Είναι αλήθεια ότι η γη είναι πολύ ακατάστατη. Γι'αυτό, πριν να φύγεις θα πρέπει να την συγυρίσεις, το ακούς; Αλλιώς, θα σε τιμωρήσω παραδειγματικά.
     Ο Αέναος Χρόνος ήταν πολύ σοβαρός όταν τα έλεγε αυτά. Προφανώς τα εννοούσε.
     Ο γέρος χρόνος άρχισε τότε να μαζεύει. Αλλά πόσα πράγματα θα έπρεπε να μαζέψει! Η γη ήταν γεμάτη σκουπίδια, βρώμικη πολύ, δε θα προλάβαινε τη γέννηση του νέου χρόνου. Και μην ξεχνάμε ότι έτρεμαν τα χέρια του και δεν μπορούσε να κάνει και πολύ προσεκτική δουλειά.
     Οι μέρες περνούσαν, η τελευταία μέρα του χρόνου πλησίαζε, τα περιθώρια στένευαν. Ο γέρος χρόνος δεν είχε και πολλές επιλογές. Αποφάσισε να πλύνει τη γη επειγόντως. Και δωσ'του να ρίχνει νερά και να σφουγγαρίζει, και να αδειάζει τους κουβάδες με τη βροχή απανωτά επάνω στη γη.
     - Δεν προλαβαίνω, σκεφτόταν κάθε φορά που άδειαζε έναν κουβά.
     Και τα νερά έπεφταν πάνω στη γη, και το μετεωρολογικό δελτίο, που είχε καταλάβει πού το πήγαινε ο γέρος χρόνος, μιλούσε για βροχές.
     - Πρέπει να καθαρίσω, έλεγε ο γέρος χρόνος. Αλλιώς θα τιμωρηθώ.
     Και το πλύσιμο της γης συνεχιζόταν. Και απ'όσο ξέρω, ακόμα συνεχίζεται.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Άγια Νύχτα

    

      Ο Άη-Βασίλης έδεσε το έλκηθρό του σε μία κολώνα.
     - Θα κάνω μια βόλτα, είπε στους ταράνδους του. Να είσαστε φρόνιμοι.
     Η πόλη έμοιαζε έρημη, καθώς ήταν βράδυ και έκανε κρύο. Ένιωσε τα πόδια του παγωμένα. Τι είχε συμβεί; Ο Άη-Βασίλης έβγαλε τη μία μπότα, ύστερα έβγαλε και την άλλη. Όπως το είχε φανταστεί. Οι κάλτσες του είχαν τρυπήσει. Ποιος την άκουγε τώρα τη γυναίκα του! Πάντα του έλεγε να κόβει τα νύχια των ποδιών του για να μην τρυπάει τις κάλτσες του. Τι θα της έλεγε τώρα;
     Ξαναφόρεσε τις μπότες του και ξεκίνησε τη βόλτα του. Είχε ακόμα πολύ χρόνο στη διάθεσή του, το ρολόι τσέπης του είχε έδειχνε ακόμα 17 Δεκεμβρίου. Τι ωραία ιδέα που την είχε, να έρθει νωρίτερα φέτος! Κανένας δεν τον περίμενε, έτσι όλοι θα χαίρονταν διπλά, όταν θα έπαιρναν τα δώρα τους. Και πόσα δώρα είχε φέρει! Ήταν σίγουρος ότι φέτος θα ήταν οι καλύτερες γιορτές. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. Ήταν πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του.
     Έκανε πολύ κρύο, και παρόλο που ήταν συνηθισμένος από το κρύο που έκανε επάνω στο έλκηθρο, τυλίχτηκε σφιχτά στο γκρίζο του πανωφόρι από μαλλί ταράνδου. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήθελε να τον γνωρίσουν, αν τύχαινε και τον έβλεπε κανένας.
     Μια γάτα που είχε ξαπλώσει στο καπό ενός αυτοκινήτου τον κοίταξε. Νιάου! είπε και τύλιξε την ουρά της γύρω από το σώμα της.
     Η πόλη ήταν φωτισμένη. Παντού υπήρχαν φωτισμένα καταστήματα με στολισμένες βιτρίνες. Ωραίες που ήταν οι βιτρίνες! Αλλά, τι ήταν αυτό; Άλλο πάλι και τούτο! Σχεδόν σε κάθε βιτρίνα υπήρχε και ένας Άη-Βασίλης. Μα, πώς γινόταν αυτό; Αφού εκείνος ήταν μόνο ένας.
     - Α, σκέφτηκε, πόσο με αγαπάνε οι άνθρωποι! Έχουν βάλει παντού τα ομοιώματά μου. Πόσο χαίρομαι, που τους έφερα τόσα πολλά δώρα!
     Κοίταξε την αντανάκλασή του σε μια βιτρίνα και χαμογέλασε ξανά.
     - Καλή προσπάθεια, σκέφτηκε, αλλά το πρωτότυπο είναι πάντα το καλύτερο!
     Μια κοπέλα πέρασε από κοντά του με βιαστικά βήματα. Ο Άη-Βασίλης γύρισε το κεφάλι του από την άλλη για να μην τον αναγνωρίσει, και προσποιήθηκε ότι χάζευε τη βιτρίνα. Ήταν ένα μαγαζί με παιχνίδια: κούκλες, αυτοκινητάκια, αρκουδάκια, επιτραπέζια... "Τα καλύτερα δώρα θα τα βρείτε εδώ", έλεγε μια πινακίδα.
     - Θα μου το πάρεις το βραχιόλι; ρωτούσε η κοπέλα κάποιον αόρατο άνθρωπο. Στα αυτιά της κρατούσε ένα ακουστικό, μιλούσε στο κινητό της. Δεν είναι και τόσο ακριβό! Θα μου το πάρεις; Αχ, σε ευχαριστώ, είσαι ο καλύτερος του κόσμου!
     Ο Άη-Βασίλης προχώρησε πιο κάτω. Δυο αγόρια έτρεχαν πάνω στα πατίνια τους. Έκανε στην άκρη για να γλιτώσει, καθώς τα δυο παιδιά έτρεχαν γρήγορα.
     - Καλά, είπε το ένα αγόρι στο άλλο, φοβερά τα πατίνια σου!
     - Εσένα τι θα σου πάρουν για την Πρωτοχρονιά; ρώτησε το άλλο.
     - Έχω ζητήσει έναν υπολογιστή.
     - Αααα! έκανε το αγόρι, γεμάτο θαυμασμό. Καλή ιδέα. Και εγώ υπολογιστή θα ζητήσω.
     Σε ένα μπαλκόνι απέναντι, ένας φωτισμένος Άη-Βασίλης χαμογελούσε. Δυο γυναίκες πλησίαζαν. Και οι δύο κρατούσαν τσάντες στα χέρια τους.
     - Βιάσου! έλεγε η μία στην άλλη. Δε θα προλάβουμε. Πρέπει να προλάβω να τα αγοράσω.
     - Μα τόσο ωραία είναι; ρωτούσε η άλλη.
     - Δεν έχεις ιδέα, απάντησε η πρώτη. Είναι τα πιο ωραία παπούτσια που έχω δει. Και ταιριάζουν τέλεια με το φόρεμα που αγόρασα τις προάλλες. Θα σκάσουν όλες στο ρεβεγιόν, όταν τα δουν. Ελπίζω, μόνο, να τα έχουν στο νούμερό μου. Έλα, βιάσου!
     Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε. Μία ψυχρή ριπή αέρα τον έκανε να ανατριχιάσει. Τα δάχτυλά του μέσα στις μπότες του είχαν παγώσει για τα καλά. Έστριψε στη γωνία και συνέχισε. Δυο άντρες ήταν μπροστά σε μια βιτρίνα και χάζευαν.
     - Αυτή είναι που σου έλεγα, έλεγε ο ένας. Είναι, μεν, μεγάλη, αλλά φαντάσου πώς θα φαίνονται οι αγώνες σε μια τέτοια οθόνη!
     Ο άλλος δεν είπε τίποτα, αλλά κούνησε το κεφάλι του.
     Ο Άη-Βασίλης τυλίχτηκε πιο σφιχτά στο πανωφόρι του. Το κρύο στην πόλη ήταν τσουχτερό.
     Με γρήγορα βήματα προχώρησε και πέρασε απέναντι.
     - Έλα, έλεγε ένα παιδάκι κλαίγοντας στη μαμά του, παρ'το μου!
     - Μα δεν είναι ωραίο, του έλεγε εκείνη. Να μη σου πάρω καλύτερα αυτό;
     - Όχι, εγώ θέλω εκείνο! επέμενε το παιδί.
     - Να σου πάρω ένα ποδήλατο;
     - Όχι.
     - Να σου πάρω μια μπάλα;
     - Όχι.
     - Να σου πάρω εκείνο το αυτοκινητάκι;
     - Όχι, είπα!
     - Καλά, παιδί μου, να το γράψεις στον Άη-Βασίλη να σου το φέρει.
     - Ναι, θα του το γράψω. Και θα του γράψω να μου φέρει και ένα τηλεκατευθυνόμενο ελικόπτερο, και το αυτοκίνητο του Μπάτμαν, και το σπαθί του Ζορό!
     Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε και συνέχισε το δρόμο του. Η καρδιά του ήταν κάπως βαριά. Κοσμήματα, ρούχα, παιχνίδια... Κάθησε σε ένα παγκάκι. Το ρολόι τσέπης του έλεγε ακόμα 17 Δεκεμβρίου.
     Μια κοπέλα πέρασε από μπροστά του, φορώντας ψηλοτάκουνες, μαύρες μπότες. Όλα επάνω της φαίνονταν καινούργια: οι μπότες, η κοντή φούστα, η τσάντα, μέχρι και το μαλλί της καινούργιο φαινόταν.
     - Ε, όχι και να κάτσουμε μέσα, χρονιάρες μέρες! έλεγε στο κινητό της. Γιατί το αγόρασα το φόρεμα; Αν νομίζεις ότι θα την βγάλεις έτσι φτηνά, γελάστηκες, καημένε μου. Φέτος θέλω κόσμημα, και μάλιστα μονόπετρο! Αρκετό καιρό με τραβολογάς από εδώ και από εκεί. Και μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ήρθε η ώρα να ορίσεις ημερομηνία γάμου. Και ούτε να το διανοηθείς ότι δε θα πάμε μήνα του μέλιτος. Θα πάμε, και μάλιστα θα πάμε στο εξωτερικό, σε πεντάστερο ξενοδοχείο με θερμαινόμενη πισίνα, γυμναστήριο και μασάζ. Δε με μεγάλωνε εμένα η μάνα μου για να συμβιβαστώ με έναν ψωροξενώνα σε κάποιο παλιοχώρι! Το ακούς;
     Άλλο τίποτα δεν πρόλαβε να ακούσει ο Άη-Βασίλης, αλλά ήταν αρκετό. Ένιωσε πολύ κουρασμένος, δεν είχε κουράγιο να σηκωθεί από το παγκάκι. Αλλά έπρεπε. Με κόπο σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου είχε αφήσει το έλκηθρο.
     Το βρήκε όπως το είχε αφήσει. Οι τάρανδοι μασούλαγαν αργά τα χόρτα που είχαν φάει το μεσημέρι. Ο Ρούντολφ φτερνίστηκε. Η μύτη του ήταν λίγο πιο κόκκινη από ό,τι συνήθως. Μάλλον είχε κρυώσει.
     - Αψού! ξαναέκανε ο Ρούντολφ.
     Ο Άη-Βασίλης άνοιξε το σάκο του. Ήταν τόσο γεμάτος, που κόντευε να σκιστεί. Και είχε μέσα τόσα πράγματα: πλατιά χαμόγελα, ανοιχτές αγκαλιές, απαλά χάδια, ζουμερά φιλιά, αγάπη, φιλία, καλή τύχη, αισιοδοξία, χαρά... Τόσα πράγματα, και όλα θα πήγαιναν χαμένα. Άδικα είχαν δουλέψει υπερωρίες όλοι οι βοηθοί του για να τα ετοιμάσουν. Κανένας δεν τα χρειαζόταν αυτά τα δώρα. Άδικα είχε έρθει.
     Απογοητευμένος, άδειασε το σάκο στο πεζοδρόμιο. Μεμιάς, ο αέρας γέμισε από χαμόγελα και αγκαλιές και χάδια και φιλιά και τόσα πολλά, άχρηστα δώρα. Η πόλη πνίγηκε στην αγάπη, τη χαρά, την αισιοδοξία. Ο Άη-Βασίλης ανέβηκε στο έλκηθρο και ξεκίνησε το ταξίδι του για το σπίτι.
     Ήταν την χρονιά που ο Άη-Βασίλης δεν ήρθε καθόλου.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Στον κύριό μου με αγάπη

 
     Η γνωριμία μας ανάγεται στα παλιά τα χρόνια. Εκείνα, που εγώ ήμουν ακόμα εύπλαστο ζυμαράκι, έτοιμο να γίνει ό,τι έβαζε ο νους του ανθρώπου. Έφτασα στα χέρια σου. Και εσύ έβαλες όλη σου την τέχνη. Με έπλασες με αγάπη, υπομονή και τέχνη. Και ύστερα έφυγα από κοντά σου. Έφτασα στα χέρια άλλων, καλύτερων ή χειρότερων, δεν έχει σημασία. Όμως, σε βεβαιώνω, καλύτερος για εμένα δεν ήταν κανείς.
     Χαθήκαμε. Χρόνια ολόκληρα πέρασαν προτού ξανασυναντηθούμε. Τυχαία. Και άλλα τόσα χρόνια ξαναπέρασαν μέχρι την επόμενη συνάντησή μας. Και ύστερα άλλα τόσα. Και σήμερα συναντηθήκαμε ξανά.
     Θα το έχεις καταλάβει, βέβαια, ότι χαίρομαι αφάνταστα κάθε φορά που σε βλέπω. Και αυτό επειδή είσαι ένας από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους. Είτε το θέλεις, είτε όχι, ένα κομμάτι της καρδιάς μου σου ανήκει. Από τότε σου ανήκε, και ποτέ δεν έπαψε να είναι δικό σου.
     Παρ'όλ'αυτά, δεν σου είπα όσα ήθελα. Δε σου είπα τίποτα, για να είμαι ειλικρινής. Ούτε το πόσο σημαντικός υπήρξες για εμένα, ούτε το πόσο σε αγαπώ. Βασίζομαι στη διαίσθησή σου, αλλά πόσα μπορεί να καταλάβει ένας άντρας;
     Αν σου έλεγα όσα έχω στην καρδιά μου, θα σου έλεγα πόσο πολύ σε αγαπώ. Θα σου έλεγα ότι μου αρέσουν οι μαντολινάτες, μόνο και μόνο επειδή εσύ έπαιζες μαντολίνο. Θα σου έλεγα ότι λατρεύω τη Ναύπακτο, επειδή είναι ο τόπος όπου γεννήθηκες. Θα σου έλεγα ότι ένας από τους στόχους μου στη ζωή είναι να είσαι εσύ περήφανος για εμένα.
     Θα σου έλεγα, επίσης, πόσο ευλογημένη νιώθω που βρέθηκες εσύ στη ζωή μου. Και πως τα μάτια μου πλημμυρίζουν δάκρυα όταν σκέφτομαι πόση αγάπη μου έδωσες. Θα σου έλεγα ότι όλα τα ποτάμια του κόσμου και όλες οι θάλασσες του κόσμου, δεν μπορούν να γεμίσουν την ψυχή μου, όπως τη γέμισες εσύ.
     Όμως, τίποτα από όλα αυτά δε σου είπα, καμία φορά από όσες συναντηθήκαμε. Περιορίστηκα να σε χαιρετήσω εγκάρδια, να σου πω πόσο πολύ χάρηκα που σε είδα, αλλά το πόσο πολύ σε αγαπώ σου το είπα ποτέ;
     Εύχομαι να ξανασυναντηθούμε. Και την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε, εύχομαι να έχω την ετοιμότητα να σου πω όλα αυτά που φυλάω στην ψυχή μου τόσα χρόνια. Εύχομαι να μπορέσω να σε ευχαριστήσω για τα όσα μου έδωσες, να σε ευχαριστήσω μόνο και μόνο που υπάρχεις. Εύχομαι να μπορέσω να δώσω κάτι από εσένα σε όσους ανθρώπους με περιβάλλουν.
     Δε θα σε ξεπληρώσω ποτέ για όσα έκανες για εμένα, σου χρωστάω την ίδια την ψυχή μου. Και μέσα από αυτήν την ψυχή την υποθηκευμένη για πάντα, σε ευχαριστώ και εύχομαι να είσαι πάντα καλά, δάσκαλέ μου πολυαγαπημένε!

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Τρεις ευχές

    
     - Αχ! φώναξε η καρακάξα.
     - Τι συνέβη; ρώτησε η καρδερίνα.
     - Το τακούνι μου, πιάστηκε το τακούνι μου στη σχάρα του υπονόμου!
     - Στάσου, είπε και η αηδόνα, να σε βοηθήσουμε.
     Και μια και δυο, οι δύο φίλες έτρεξαν δίπλα της. Η καρδερίνα έπιασε το πόδι της καρακάξας και άρχισε να το τραβάει, ενώ η αηδόνα την κρατούσε για να μην πέσει.
     Έλα, όμως, που το τακούνι της καρακάξας είχε πιαστεί για τα καλά στη σχάρα του υπονόμου. Η καημένη η καρδερίνα ίδρωνε και ξεϊδρωνε, αλλά δεν κατάφερνε τίποτα. Έτυχε, λοιπόν, να περνάει από εκεί ένας κούκος σωματαράς που ήταν και ιππότης, και προθυμοποιήθηκε να τις βοηθήσει. Έπιασε το πόδι της καρακάξας, έδωσε μια και - ωπ! - το πόδι της καρακάξας μαζί με το παπούτσι απελευθερώθηκαν στην στιγμή.
     - Ευχαριστώ πολύ, είπε η καρακάξα.
     - Δεν κάνει τίποτα, είπε εκείνος και απομακρύνθηκε σφυρίζοντας ικανοποιημένος.
     Και τότε, οι τρεις φίλες το είδαν: ο δυνατός κούκος είχε καταφέρει να ξεκολλήσει από τη θέση της μέχρι και την σχάρα. Και όχι μόνο αυτό. Κάτω από την σχάρα, στο πλάι του υπονόμου συγκεκριμένα, κάτι γυάλιζε.
     - Τι είναι αυτό; είπε η καρακάξα, που το μάτι της έλαμψε μόλις είδε το γυαλιστερό αντικείμενο.
     - Α, ένα λυχνάρι! είπε έκπληκτη η καρδερίνα.
     - Φερ'το εδώ, δικό μου είναι, εγώ το είδα πρώτη, είπε η καρακάξα.
     Καμία από τις άλλες δύο δεν έφερε αντίρρηση.
     - Τι να θέλει ένα λυχνάρι εδώ; αναρωτήθηκε η καρακάξα. Αχ, για δες τι βρώμικο που είναι! Στάσου να το καθαρίσω λιγάκι.
     Και άρχισε να το τρίβει με τα φτερά της για να το καθαρίσει. Εκεί, λοιπόν, που η καρακάξα καθάριζε το λυχνάρι με επιμονή, τσαφ! ο τόπος γέμισε καπνό, και μόλις ο καπνός διαλύθηκε, εμφανίστηκε ένα τζίνι, όπως τα τζίνια των παραμυθιών!
     - Ένα τζίνι! είπαν και οι τρεις φίλες μαζί.
     - Σκλάβος σας, είπε το τζίνι και υποκλίθηκε. Σας ευχαριστώ πολύ που με απελευθερώσατε. Είχα πιαστεί, τόσα χρόνια εκεί μέσα.
     Οι τρεις φίλες δεν είπαν τίποτα.
     - Για τη χάρη που μου κάνατε, συνέχισε το τζίνι, θα σας κάνω από μια χάρη στην καθεμία. Θα σας δώσω την ευκαιρία να ζήσετε στον κόσμο των ανθρώπων και να πραγματοποιήσετε τα όνειρά σας.
     Καταπληκτικό! Τι τύχη ήταν αυτή; Καλά-καλά δεν το πίστευαν.
     - Εγώ, είπε δειλά-δειλά η αηδόνα, θα ήθελα να γίνω τραγουδίστρια. Αν γίνεται, βέβαια, πρόσθεσε.
     - Εννοείται, είπε το τζίνι και με ένα χτύπημα των δαχτύλων του η αηδόνα μεταμορφώθηκε σε κοπέλα.
     - Ευχαριστώ πολύ, είπε και απομακρύνθηκε, αφού αποχαιρέτησε τις φίλες της. Θα τα ξαναπούμε, φώναξε από μακριά.
     - Εσύ; ρώτησε το τζίνι την καρδερίνα. Τι θα ήθελες να γίνεις;
     - Για να είμαι ειλικρινής δεν το είχα σκεφτεί, είπε εκείνη. Θα μπορούσα να το σκεφτώ και να απαντήσω αργότερα;
     - Φυσικά, είπε το τζίνι. Κρατήστε το λυχνάρι, και όταν θα έχετε αποφασίσει τρίψτε το και θα έρθω αμέσως.
     - Θα το κρατήσω εγώ μέχρι τότε, είπε η καρακάξα και το πήρε στα χέρια της. Έτσι κι αλλιώς, εγώ το είδα πρώτη.

     Ύστερα από μερικές μέρες, η αηδόνα-κοπέλα γύρισε και πήγε να βρει τις φίλες της.
     - Δε θα το πιστέψετε, κορίτσια, είπε, αλλά μόλις έφτασα στην πόλη, πήγα στη Λυρική Σκηνή για να ζητήσω δουλειά, και μόλις με άκουσε ο μαέστρος μου πρότεινε να δουλέψω εκεί! Ξεκινάω παραστάσεις την επόμενη βδομάδα, και μάλιστα θα έχω τον πρωταγωνιστικό ρόλο! Το φανταζόσασταν ποτέ;
     - Μπράβο, της είπαν οι άλλες δύο, είμαστε περήφανες για εσένα.
     - Νομίζω ότι κατάλαβα τι θέλω να γίνω, είπε και η καρδερίνα. Έχεις μαζί σου το λυχνάρι; ρώτησε την καρακάξα.
     Φυσικά και το είχε μαζί της η καρακάξα. Το έτριψαν λίγο, και προτού ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους, το τζίνι βρισκόταν μπροστά τους.
     - Ξέρω τι θέλω να γίνω, είπε η καρδερίνα. Θέλω κι εγώ να γίνω τραγουδίστρια. Μπορώ;
     - Τίποτα πιο εύκολο, είπε το τζίνι και χτύπησε τα δάχτυλά του.
     Στην στιγμή, η καρδερίνα μεταμορφώθηκε σε κοπέλα.
     - Γεια σας, κορίτσια, είπε στις άλλες δύο. Πάω να βρω την τύχη μου. Θα τα πούμε σύντομα, ελπίζω.
     - Εσύ ξέρεις τι θέλεις να γίνεις; ρώτησε το τζίνι την καρακάξα.
     - Θέλω να το σκεφτώ λίγο ακόμα, είπε εκείνη.
     - Όπως νομίζεις, είπε το τζίνι. Ξέρεις πώς να με καλέσεις.

     Πέρασαν μερικές μέρες ακόμη και η καρδερίνα-κοπέλα γύρισε και πήγε να βρει τις φίλες της.
     - Κορίτσια, είμαι πάρα πολύ τυχερή! είπε χαμογελώντας μέχρι τα αυτιά. Όταν έφτασα στην πόλη, έτυχε να με ακούσει ένας κυνηγός ταλέντων. Πήγα στο στούντιο, έκανα ένα δοκιμαστικό και αμέσως υπόγραψα συμβόλαιο με δισκογραφική! Αύριο θα βγάλω τον πρώτο μου δίσκο και από τον επόμενο μήνα ξεκινάω περιοδεία. Είμαι πολύ ευτυχισμένη!
     - Μπράβο, της είπαν οι άλλες δύο, συγχαρητήρια!
     - Εσύ δεν έχεις αποφασίσει τι θέλεις να γίνεις; ρώτησαν την καρακάξα.
     - Θέλω να το σκεφτώ λίγο ακόμα, είπε εκείνη. Είναι μόνο μία η ευκαιρία και δε θέλω να πάει χαμένη.

     Γύρισε στο σπίτι της εκνευρισμένη. Άκου τύχη, κύριέ μου, και οι δυο φιλενάδες της έγιναν κιόλας μεγάλες και τρανές: η μία πρωταγωνίστρια της όπερας και η άλλη μουσικό είδωλο. Και να σκεφτεί κανείς ότι το λυχνάρι το είχε δει εκείνη πρώτη!
     - Δε δικαιούμαι γι'αυτό μια καλύτερη τύχη; αναρωτήθηκε.
     - Φυσικά, απάντησε στον εαυτό της.
     Και μια και δυο, πήρε το λυχνάρι στα χέρια της και άρχισε να το τρίβει. Τσαφ! έκανε το λυχνάρι και το τζίνι εμφανίστηκε μπροστά της.
     - Αποφάσισες; τη ρώτησε.
     - Ναι, είπε εκείνη. Θέλω να γίνω τραγουδίστρια.
     - Είσαι σίγουρη; τη ρώτησε το τζίνι.
     - Και βέβαια είμαι σίγουρη, είπε εκείνη. Θέλω να γίνω πετυχημένη, σαν τις φίλες μου.
     - Μα οι φίλες σου έχουν ωραία φωνή, είπε το τζίνι.
     - Και η δικιά μου ωραία είναι, αποκρίθηκε η καρακάξα ενοχλημένη. Είσαι ή δεν είσαι τζίνι;
     - Φυσικά και είμαι.
     - Ε, τότε, κάνε με τραγουδίστρια και μη μου κόβεις την τύχη μου, είπε αποφασιστικά.
     - Όπως θέλεις, είπε το τζίνι και χτύπησε τα δάχτυλά του.
     Στην στιγμή η καρακάξα μεταμορφώθηκε σε κοπέλα.
     - Καλή επιτυχία, της ευχήθηκε το τζίνι, καθώς απομακρυνόταν.

     Η καρακάξα-κοπέλα πήγε κατευθείαν στην πόλη και εκεί άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Μόλις, όμως, άνοιγε το στόμα της να τραγουδήσει, όλοι την απέρριπταν με διάφορες δικαιολογίες. Ούτε στην όπερα την πήραν, ούτε την έκαναν μουσικό είδωλο, ούτε καν σε χορωδία μαζί με άλλους δεν την έβαλαν. Η καρακάξα-κοπέλα απογοητεύτηκε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Συνέχισε να ψάχνει, και μια μέρα βρέθηκε στον δρόμο της ο άνθρωπος που θα αναγνώριζε της αξία της.
     - Μου κάνεις, της είπε μόλις την άκουσε. Έχεις την ιδανική φωνή, αυτό ακριβώς που χρειάζομαι. Σε προσλαμβάνω!
     Η καρακάξα ήταν πολύ χαρούμενη, αλλά μόνο για λίγο. Βλέπετε, η δουλειά που της έδωσαν ήταν λαχειοπώλης.
     - Μα εγώ είμαι τραγουδίστρια, διαμαρτυρήθηκε.
     - Την έχεις ακούσει τη φωνή σου; τη ρώτησε το αφεντικό της. Δεν είναι κατάλληλη για τίποτα άλλο, παρά μόνο για τελάλης.
     - Μα... ξεκίνησε να λέει εκείνη.
     - Δεν έχει "μα". Ή λαχειοπώλης ή να ψάξεις αλλού δουλειά. Διάλεξε.
     Έτρεξε η καρακάξα στο σπίτι της και βρήκε το λυχνάρι. Το έτριψε με βία και όταν εμφανίστηκε το τζίνι, του είπε, όλο παράπονο:
     - Σου είπα να με κάνεις τραγουδίστρια, αλλά εσύ δε με έκανες. Τις φίλες μου τις έκανες επιτυχημένες τραγουδίστριες, και εμένα με έκανες τελάλισσα. Είσαι πολύ άδικο, εγώ είδα πρώτη το λυχνάρι, εγώ θα έπρεπε να είμαι η πιο επιτυχημένη!
     - Κάνεις λάθος, της είπε το τζίνι, εγώ το μόνο που έκανα ήταν να σας μεταμορφώσω σε κοπέλες. Οι φίλες σου έγιναν τραγουδίστριες από μόνες τους, επειδή είχαν καλή φωνή. Τι φταίνε εκείνες που εσύ δε διάλεξες σωστά και δεν κοίταξες τι προσόντα έχεις προτού αποφασίσεις, παρά αποφάσισες με βάση τις δικές τους επιλογές; Εγώ, αν θυμάσαι καλά, προσπάθησα να σε προειδοποιήσω.
     - Είναι άδικο, είπε ξανά η καρακάξα. Αν δεν μπορείς να με κάνεις τραγουδίστρια, τότε κάνε με ξανά πουλί.
     - Λυπάμαι, αλλά κανείς δεν μπορεί να πάρει την ευχή του πίσω. Και κακώς με ενόχλησες. Γεια σου.
     Και - τσαφ! - το τζίνι εξαφανίστηκε.
     Έμεινε, λοιπόν, η καρακάξα μόνη της, και - μη έχοντας άλλη επιλογή - δέχτηκε τη δουλειά που της πρότειναν. Και όποιος δε με πιστεύει ότι έτσι έγιναν τα πράγματα, αρκεί να πάει στον σταθμό του τρένου στην Ομόνοια. Θα δει την καρακάξα καθισμένη εκεί, να πουλάει λαχεία και να φωνάζει "Λαχεία! Λαχείειειειεια! Λαχείειειειεια!"

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Πρωινός μονόλογος

     


      Φτου, να πάρει! Το ξυπνητήρι ήταν αυτό; Τι ώρα είναι; Κιόλας; Ξύπνα! Ώρα να σηκωθείς! Ωραία που είναι, όμως, στο κρεβάτι! Και ζεστά! Άκου τον αέρα πώς φυσάει έξω! Ποιος βγαίνει έξω στο κρύο; Και νυστάζω κιόλας... Αλλά δε θα κοιμηθώ... Όμως, τι ωραία που θα ήταν αν δεν έπρεπε να σηκωθώ! Άκου, άκου τον αέρα... Τι ζεστά που είναι εδώ... Ας κλείσω λίγο τα μάτια... αλλά δε θα κοιμηθώ. Πρέπει να σηκωθώ, δυστυχώς. Και να βγω έξω, που φυσάει και κάνει κρύο. Ίσως να βρέχει κιόλας. Ναι, άκου: πλιτς! πλιτς! Βρέχει. Δεν το είπα εγώ; Και θα είναι γεμάτοι νερά οι δρόμοι, και θα πρέπει να προσέχω πού πατάω, και θα κάνει και κρύο... Ωραία είναι εδώ... αλλά θα πρέπει να σηκωθώ. Πρέπει να ανοίξω τα μάτια και να σηκωθώ. Νιώθω ακόμα κουρασμένη. Λίγος ύπνος ακόμα δε θα με έβλαπτε. Τι κρίμα που πρέπει να σηκωθώ! Και μέσα στο σπίτι θα κάνει κρύο, σε σχέση με το κρεβάτι. Σίγουρα. Ενώ εδώ μέσα είναι τόσο ζεστά! Θα πρέπει, όμως, να σηκωθώ. Δεν είναι και Κυριακή, ή Σάββατο, να έχω την πολυτέλεια να χουζουρέψω. Ναι, αν ήταν Κυριακή ή Σάββατο, όλα θα ήταν διαφορετικά. Θα καθόμουν στο κρεβάτι και θα άκουγα την βροχή και τον αέρα απέξω, ενώ μέσα στο κρεβατάκι μου θα ήταν τόσο ωραία! Και δε θα χρειαζόταν να σηκωθώ άρον άρον για να βγω έξω στο κρύο! Ενώ τώρα θα πρέπει να σηκωθώ. Και να ντυθώ καλά. Έξω ο αέρας θα είναι κρύος. Σκέψου πόσο θα παγώσει το πρόσωπό μου στον αέρα! Μπρρρρ! Ανατρίχιασα. Εδώ μέσα είναι καλά. Είναι ωραία και ζεστά. Μακάρι να μπορούσα να μεταφέρομαι μέσα σε μια θερμοκάψουλα, και να κουβαλάω μαζί μου, όπου κι αν πάω, αυτή την ωραία θερμοκρασία. Μακάρι να μην χρειαζόταν να σηκωθώ, πρέπει όμως. Το ιδανικότερο θα ήταν να είχα έναν κλώνο. Θα έστελνα εκείνον στη δουλειά και εγώ θα χουζούρευα. Σαν να ήταν Κυριακή. Ή Σάββατο. Ωραία θα ήταν. Βέβαια, θα είχε κι ο κλώνος δικαιώματα. Εξάλλου, δε θα ήταν δίκαιο να πηγαίνει μόνο εκείνος στη δουλειά. Θα έπρεπε να βρούμε ένα σύστημα. Μια μέρα εγώ, μια μέρα εκείνος. Ναι, έτσι θα ήταν πιο δίκαιο (πρέπει να σηκωθώ). Και θα είχε κι άλλες ανάγκες, ο κλώνος. Θα έπρεπε να τρώει, να ντύνεται... Με ένα μισθό θα έπρεπε να βολευτούν δύο. Σαν να ήμουν παντρεμένη. Παντρεμένη με τον εαυτό μου. Ε, τι να κάνουμε; Ας κάνουμε και μια θυσία. Σε τελευταία ανάλυση, με αυτόν τον τρόπο θα γλιτώσω ένα σωρό πρωινά ξυπνήματα (πρέπει να σηκωθώ). Θα παίρνω το πρωινό μου στο κρεβάτι... και απέξω θα λυσσομανάει ο αέρας, θα πέφτει η βροχή... αλλά εμένα δε θα με νοιάζει (άνοιξε τα μάτια). Ας είναι καλά ο κλώνος (άνοιξε τα μάτια, τώρα!)... Μμμμ... ωραία που είναι (ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ!)... ζεστά... (ΤΩΡΑ, ΕΙΠΑ!) τι έγινε; Τι ώρα είναι; Τι; Πήγε κιόλας τόσο αργά; Έπρεπε να έχω σηκωθεί... αλλά είναι τόσο ωραία εδώ! Λίγο ακόμη... αλλά δε θα κοιμηθώ...