Η πόρτα αντήχησε από τα χτυπήματα. Κοίταξε το ρολόι του. Πολύ νωρίς για επισκέψεις. Άνοιξε την πόρτα. Ο άλλος όρμησε μέσα λες και τον κυνηγούσαν.
- Κλείσε την πόρτα, είπε ξεψυχισμένα.
Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο, λες και είχε δει φάντασμα.
- Τι συνέβη; τον ρώτησε.
- Κάποιος με καταδιώκει, είπε και τινάχτηκε, καθώς ακούστηκε ένας χτύπος στο παράθυρο. Να τος, αυτός είναι, με βρήκε!
Στάθηκε για λίγο και τον κοίταξε. Ήταν χλωμός, βέβαια, αλλά τον ήξερε χρόνια…
- Κοφ’την πλάκα, είπε άκεφα.
Ο άλλος τον κοίταξε σαν χαμένος.
- Ποια πλάκα; είπε. Εγώ μιλάω σοβαρά και εσύ
νομίζεις πως σου κάνω πλάκα; Με καταδιώκει, σου λέω, δεν τον ακούς που
χτυπάει το παράθυρο;
Αργά-αργά, πλησίασε στο παράθυρο. Με μια απότομη κίνηση το άνοιξε και κοίταξε έξω.
- Είδες; είπε. Δεν είναι κανείς, τα κλαδιά της λεμονιάς χτυπάνε στο παράθυρο από τον αέρα.
- Μα, αφού τον είδα, γιατί δε με πιστεύεις;
- Πολλά βιβλία μυστηρίου διαβάζεις τώρα τελευταία και σε έχουν επηρεάσει.
- Δεν είναι η ιδέα μου, σου λέω!
Ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
Κι άλλες φορές του είχε κάνει πλάκα, αυτή τη φορά, όμως, το παράκανε.
Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε έξω.
- Έλα εδώ, είπε επιτακτικά, έλα να μου τον δείξεις!
Ο άλλος πλησίασε και κοίταξε διστακτικά έξω από την πόρτα. Η ορατότητα ήταν περιορισμένη, υπήρχε πυκνή ομίχλη.
- Να τος, είπε χαμηλόφωνα.
- Τον οδοδείκτη μου δείχνεις, καημένε; Δεν πας καλά, μου φαίνεται!
- Μα γιατί δε με πιστεύεις; Κάποιος προσπαθεί να με σκοτώσει!
- Και για ποιο λόγο;
- Πού θες να ξέρω; Μπορεί να είναι τρελλός!
- Τρελλός είσαι εσύ, αν νομίζεις ότι θα χάψω μια τέτοια ιστορία…
- Αφού ήδη προσπάθησε να με σκοτώσει!
- Και πώς προσπάθησε, δηλαδή;
- Ένα θα σου πω: δεν είναι τυχαίο που εχθές το απόγευμα το αυτοκίνητό μου δεν έπαιρνε μπρος… Κάποιος «φρόντισε» γι’αυτό…
- Το γεγονός ότι έχεις να πας το αυτοκίνητο για έλεγχο πάνω από πέντε χρόνια δεν έχει καμία σημασία, λες;
- Κορόιδευε εσύ, εγώ μόνο ξέρω ότι γλίτωσα από του Χάρου τα δόντια!
- Η δημιουργία ιστοριών από το τίποτα ήταν πάντα ένα από τα ταλέντα σου…
- Φταίω εγώ που ήρθα σε εσένα για βοήθεια…
- Θα αρχίσεις την κλάψα;
- Αν μου δάνειζες, τουλάχιστον, μερικά λεφτά…
- Για δανεικά ήρθες, βρε άχρηστε;
- Μη με αποπαίρνεις, δε θέλω πολλά, ίσα-ίσα για να μην χρειαστεί να δώσω το ρόλεξ μου για ενέχυρο, σκέψου
και τον τρελλό που με καταδιώκει… Λίγα δώσε μου και, ορίστε, σου αφήνω
το ρόλεξ, καλύτερα σε εσένα, παρά σε έναν άγνωστο ενεχυροδανειστή…
- Δεν έχω λεφτά, το αφεντικό μού χρωστάει πέντε μισθούς και εγώ χρωστάω τρία ενοίκια.
- Μα, δεν είναι αμαρτία να χάσω το ρόλεξ;
Τον κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα.
- Καλά, τότε, ας πηγαίνω, είπε, και το κρίμα στο λαιμό σου, και για εμένα και για το ρόλεξ.
Τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα.
- Πόσο πυκνή είναι αυτή η ομίχλη, σκέφτηκε, αν δεν έμενα εδώ δε θα ήμουν σε θέση να διακρίνω πού είναι η ανατολή και πού η δύση…
Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ο αέρας φυσούσε ακόμα. Λίγο πιο πέρα, αργά, αλλά σταθερά, ο οδοδείκτης άρχισε να κινείται…
ΥΓ: Αυτό ήταν το δεύτερο (και βάσει ψήφων και βάσει σειράς αποστολής) από τα δύο κείμενα με τα οποία η Πίπη συμμετείχε αυτή τη φορά στο διαδικτυακό δρώμενο
"Παίζοντας με τις λέξεις", ένα διαδικτυακό δρώμενο που διοργανώνει ακούραστα η Μεμαρία στο
ιστολόγιό της mytripsonblog. Για άλλη μια φορά ευχαριστώ τη Μεμαρία για την άψογη διοργάνωση και την υπέροχη φιλοξενία, που εμένα προσωπικά με κάνει να θέλω να εγκατασταθώ μόνιμα στο "σπίτι" της. Δώσε θάρρος στο χωριάτη...







