Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Υπερωρίες

    




     Η Πίπη ξύπνησε μια μέρα και είχε βαρεθεί τα πάντα. Κυρίως, είχε βαρεθεί τον εαυτό της. Ή, μάλλον, καλύτερα, είχε βαρεθεί τους πάντες. Ή, μάλλον, δεν ήξερε ακριβώς τι είχε βαρεθεί. Πάντως, βαριόταν αφόρητα.
     Εκείνη η μέρα, λοιπόν, που η Πίπη ξύπνησε και βαριόταν, ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Μια μέρα, δηλαδή, που ο ήλιος ανέτειλε στην ανατολή, που τα σκυλάκια έκαναν Γαβ! Γαβ!, οι γατούλες Νιάου! Νιάου!, και όχι το αντίθετο, που η θάλασσα ήταν μπλε και τα φύλλα των δέντρων πράσινα.
     Και όμως, εκείνη ακριβώς τη συνηθισμένη μέρα, η Πίπη αποφάσισε ότι ήταν η μέρα που θα άλλαζε τα πάντα.
     - Τέρμα, είπε. Η Πίπη το καλό παιδί δεν υπάρχει πια.
     Και έπλεξε τα κοτσιδάκια της πιο σφιχτά από κάθε άλλη φορά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Ο καθρέφτης της χαμογέλασε και εκείνος.
     - Τέρμα, είπε και αυτός. Το βλέπω καθαρά ότι είσαι μια άλλη Πίπη.
     Τώρα, εδώ που τα λέμε, αυτό δεν ήταν και τόσο αλήθεια, κι αν ο καθρέφτης είχε μύτη, την Πίπη θα την είχε τρυπήσει στα σίγουρα. Όμως, ο καθρέφτης αυτός δεν είχε μύτη και έτσι τίποτα δεν έγινε.
     Η Πίπη είχε αποφασίσει να αλλάξει, βέβαια, αλλά η αλήθεια ήταν ότι είχε απλώς αποφασίσει να θυμηθεί ποια ήταν. Και αυτό, επειδή εδώ και πολύ καιρό είχε αποφασίσει να μην προκαλεί, και είχε σταματήσει να κάνει βόλτες με το ιπτάμενο κρεβάτι της και να σηκώνει ψηλά το πιτσιλωτό της άλογο. Άσε που ντυνόταν πολύ πιο συντηρητικά.
     - Ας δούμε, λοιπόν, τι θα πρέπει να αλλάξω ακριβώς, είπε στον εαυτό της η Πίπη, που της άρεσε να αναλύει τα πάντα με λεπτομέρεια.
     Αλλά, τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, είδε ότι δεν έπρεπε να αλλάξει τίποτα επάνω της. Το αντίθετο, οι άλλοι έπρεπε να αλλάξουν.
     - Τι χαζή που είμαι μερικές φορές, είπε και γέλασε.
     Τι θα έπρεπε, λοιπόν, να αλλάξει; Ώρες ολόκληρες έσπασε το κεφάλι της. Ήρθε το μεσημέρι, το στομάχι της γουργούριζε παραπονιάρικα, αλλά εκείνη δεν εγκατέλειψε τους προβληματισμούς της. Ήρθε και το βράδυ, και μόνο τότε η Πίπη πήρε την απόφασή της.
     - Πρέπει να βρω ένα μεγάλο κουτί με καπάκι, είπε.
     Και την επόμενη μέρα έψαξε και βρήκε ένα μεγάλο, μεταλλικό κουτί, τόσο μεγάλο, που χωρούσε άνετα έναν άνθρωπο.
     - Και τώρα, ας το φτιάξουμε, είπε και πάλι.
     Και έβαλε στο κουτί απ’έξω μια μεγάλη πινακίδα με στρογγυλά, όμορφα γράμματα.
     - Και τώρα, ας το τοποθετήσουμε και ας περιμένουμε.
     Και έβαλε το κουτί όρθιο, με το καπάκι ανοιχτό, σε ένα δρόμο από όπου περνούσε πολύς κόσμος.
Ο κόσμος περνούσε και έβλεπε το κουτί, έβλεπε και την πινακίδα και κοντοστεκόταν. «Είσαι ο πιο έξυπνος; Απόδειξέ το» έλεγε η πινακίδα.
     Δεν άργησε να μπει ο πρώτος. «Κλείστε την πόρτα» έλεγε μια άλλη πινακίδα που υπήρχε μέσα. Ο άνθρωπος έκλεισε την πόρτα, δηλαδή το καπάκι του κουτιού.
     Όμως, τίποτα δε γινόταν και ο άνθρωπος βαρέθηκε. Αλλά όταν προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, είδε ότι δεν άνοιγε. Είχε παγιδευτεί. Μάταια προσπαθούσε και φώναζε, κανένας δεν τον άκουγε.
     Και έπεσε το βράδυ. Ο κόσμος στον δρόμο αραίωσε πολύ και στο τέλος σταμάτησε. Και τότε εμφανίστηκε η Πίπη. Με τα δυνατά της χέρια σήκωσε το κουτί ψηλά και το μετέφερε λίγο πιο πέρα, όπου το ιπτάμενο κρεβάτι της την περίμενε, δεμένο σε μια κολώνα της ΔΕΗ. Η Πίπη φόρτωσε το κουτί επάνω στο ιπτάμενο κρεβάτι, ανέβηκε επάνω και έλυσε το σκοινί. Και το κρεβάτι άρχισε να ανεβαίνει ψηλά, ψηλά, όλο και πιο ψηλά.
     Κάποιοι που κοίταζαν στον ουρανό θαυμάζοντας το ολόγιομο φεγγάρι, είδαν το ιπτάμενο κρεβάτι να χάνεται ψηλά στον ουρανό, αλλά νόμιζαν ότι είχαν παραισθήσεις, και κανείς δεν το ανέφερε την επόμενη μέρα. Κι όμως, το επόμενο πρωί, το μεγάλο κουτί ξαναεμφανίστηκε στον δρόμο. Και πάλι δεν άργησε να γεμίσει.
     Έτσι έγινε και η Πίπη άρχισε τις μεταφορές. Και έναν-έναν, άρχισε να απομακρύνει από τη γη όλους τους ηλίθιους. Αλλά οι ηλίθιοι στη γη είναι πολλοί και τελειωμό δεν έχουν. Αλλά και η Πίπη είναι ακούραστη και κάθε βράδυ το ιπτάμενο κρεβάτι της χάνεται στο διάστημα. Και είναι και αποφασισμένη η Πίπη. Δε θα σταματήσει αν δεν τους εξαφανίσει όλους. Και τότε, θα μπορέσει να ξαναγίνει ο εαυτός της.
     Για να αποκτήσει αυτή η ιστορία happy end.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Απρόσκλητοι επισκέπτες




     Είναι αλήθεια ότι δεν την περίμενα. Και για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, εκτός από απρόσκλητη ήταν και ανεπιθύμητη. Βέβαια, ήρθε και πολύ διακριτικά, τόσο, που δεν την κατάλαβα όταν πρωτοήρθε. Κι αν με ρωτήσει κανείς, δεν μπορώ να του πω πότε ήρθε και μου θρονιάστηκε. Μόνο πότε την πρωτοείδα θυμάμαι.
     Ήταν μια μέρα πριν από αρκετά χρόνια, όταν τη συνάντησα τυχαία, αραγμένη νωχελικά, σαν να μη συνέβαινε τίποτα.
     - Εσύ εδώ; ρώτησα έκπληκτη.
     - Γεια σου, μου είπε τσαχπίνικα, αποφεύγοντας να απαντήσει στην ερώτησή μου.
     - Δε σε περίμενα, είπα εγώ.
     - Τυχαία ήρθα, απάντησε. Μην ανησυχείς, όμως, δε θα ενοχλήσω. Ούτε που θα το καταλάβεις ότι είμαι εδώ.
     Και μου χαμογέλασε αυτάρεσκα.
     Της επέτρεψα να μείνει. Εξάλλου, κάπου μέσα μου το ήξερα ότι δεν μπορούσα να κάνω και αλλιώς. Το ήξερα ότι είχε έρθει αποφασισμένη να μείνει.
     Πρέπει να της αναγνωρίσω, πάντως, ότι τον κράτησε το λόγο της. Δε με ενόχλησε καθόλου, μόνο τυχαία συναντιόμασταν πού και πού. Όπως το είχε πει: ούτε που την ένιωθα την παρουσία της.
     Όμως, μια μέρα με περίμενε μια έκπληξη.
     - Τι συμβαίνει εδώ; τη ρώτησα.
     - Πιστεύω να μη σε πειράζει, μου είπε με εκείνο το γνωστό πλέον χαμόγελό της, αλλά ένιωθα μοναξιά. Θεώρησα, λοιπόν, καλό να αναζητήσω μια παρέα. Εσύ, έτσι κι αλλιώς, δεν ασχολείσαι μαζί μου.
     Έτσι γνώρισα και την αδερφή της, που ήρθε και εκείνη και θρονιάστηκε για τα καλά. Και για αρκετό καιρό τις συναντούσα τυχαία, πότε τη μία, πότε την άλλη, πότε και τις δυο μαζί. Τι καλόβολος άνθρωπος που είμαι, τελικά!
     Η παρέα τους δεν άργησε να μεγαλώσει.
     - Από εδώ η κολλητή της αδερφής μου, μου είπε μια μέρα που τις τσάκωσα και τις τρεις να κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα.
     Και για να μη διαμαρτυρηθώ, πρόσθεσε:
     - Μην ανησυχείς, είναι πολύ ήσυχη, ούτε που θα το καταλάβεις ότι είναι εδώ.
     Το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να αναστενάξω.
     Από τότε, αναστέναζα κάθε φορά που έβλεπα την παρέα τους να ενισχύεται με χήρες θείες, ορφανές ξαδέρφες, αδελφικές φίλες, κουμπάρες και κάθε λογής νέες, απρόσκλητες επισκέπτριες. Έπαψα πια να τις συναντώ τυχαία, τις συναντούσα κάθε μέρα, και κάθε μέρα μου φαινόταν ότι γίνονταν περισσότερες. Άρχισα να προσπαθώ διακριτικά να τις μετρήσω και να εκτιμήσω το μέγεθος της εισβολής. Αλλά ούτε μια φορά δεν τα κατάφερα, όλο και κάποια μου ξέφευγε. Και ξανάρχιζα το μέτρημα από την αρχή.
     Ίσως να είμαι υπερβολική, το ξέρω. Σε τελευταία ανάλυση, κανένας δεν κινδύνεψε από μερικές άσπρες τρίχες. Έλα, όμως, που τις βλέπω κάθε μέρα στον καθρέφτη!

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Φτου, ξελευτερία!


 

      - Εννέα εκατομμύρια εννιακόσιες ενενήντα εννέα χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα έξι, εννέα εκατομμύρια εννιακόσιες ενενήντα εννέα χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα επτά, εννέα εκατομμύρια εννιακόσιες ενενήντα χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα οκτώ, εννέα εκατομμύρια εννιακόσιες ενενήντα εννέα χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα εννέα, δέκα εκατομμύρια, φτου και βγαίνω!
     Το κοριτσάκι ξεκόλλησε το πρόσωπό του από τα χέρια του και τα χέρια του από τον τοίχο, όπου είχε ακουμπήσει για να τα φυλάξει. Έκανε μια γρήγορη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του: δεν κουνιόταν τίποτα. Ωραία, λοιπόν, είχαν κρυφτεί όλοι. Έστρωσε το λουλουδάτο φορεματάκι του και το τίναξε να φύγουν οι σκόνες, έσφιξε λίγο ακόμη τις χοντρές πλεξούδες του και ξεκίνησε το ψάξιμο.
     Και να που δεν άργησε να βρει τον πρώτο:
     - Φτου, λουλούδια της αμυγδαλιάς!
     Και τα βιαστικά λουλούδια της αμυγδαλιάς έχασαν.
     - Θα σας βρω όλους, είπε το κοριτσάκι.
     Από παντού ακούγονταν ψίθυροι:
     - Τι έγινε; Τι έγινε;
     - Η Άνοιξη βρήκε τα λουλούδια της αμυγδαλιάς.
     - Ε, καλά να πάθει, αφού δεν μπορεί να κρατηθεί!
     - Πού είναι τώρα;
     - Σσσστ, ησυχία, πλησιάζει!
     - Μη με σπρώχνεις!
     - Αργούμε ακόμα; Έχω πιαστεί.
     - Φτου, φύλλα της μουριάς! ακούστηκε ξανά η Άνοιξη, καθώς εντόπισε δύο μικρά φυλλαράκια που μόλις είχαν αρχίσει να φαίνονται στον κορμό μιας μουριάς.
     - Τι έγινε; ξανάρχισαν οι ψίθυροι.
     - Βρήκε και τα φύλλα της μουριάς.
     - Αλήθεια; Κρίμα!
     - Ησυχία, θα μας ακούσει!
     - Πήγαινε πιο πέρα, με πατάς!
     - Εσύ να πας πιο πέρα, εδώ δε χωράμε όλοι.
     - Βρε παιδιά, κάντε ησυχία, θα μας βρει!
     - Φτου, φύλλα της πασχαλιάς! είπε χαρούμενη η Άνοιξη, που είχε βρει τα φύλλα της πασχαλιάς, που ξεμύτιζαν δειλά-δειλά.
     - Βρήκε και την πασχαλιά; ακούστηκε ένας ψίθυρος.
     - Ναι, την βρήκε, ησυχία!
     - Φτου, λουλούδια της γαζίας! ξαναείπε η Άνοιξη.
     - Φτου, φύλλα της μπουκαμβίλιας! ξαναείπε προτού προλάβουν να κρυφτούν τα κοκκινωπά φυλλαράκια μιας μπουκαμβίλιας.
     Και ένα και δυο, η Άνοιξη σιγά-σιγά τα ανακάλυψε όλα τα φύλλα και όλα τα λουλούδια. Και τώρα δεν έμενε κρυμμένο κανένα. Και η Άνοιξη χοροπηδούσε πέρα-δώθε και τραγουδούσε χαρούμενη, που κέρδισε και αυτό το κρυφτό.
     - Κέρδισα, κέρδισα! φώναζε. Σας βρήκα όλους, δε μου ξέφυγε κανένας!
     Και τότε ήταν που από την άκρη του ουρανού, πετώντας γρήγορα σαν αστραπή, έφτασε ένα χελιδόνι.
     - Φτου, ξελευτερία για όλους! φώναξε το χελιδόνι καθώς έσκιζε τον αέρα με την κομψή κορμοστασιά του.
     - Ζήτω! φώναξαν τα φύλλα και τα λουλούδια.
     Και η Άνοιξη έχασε. Και καθόλου δεν της άρεσε αυτό.
     - Παίζουμε ξανά; ρώτησε.
     - Του χρόνου πάλι! φώναξαν τα φύλλα και τα λουλούδια. Τώρα, δεν την ξαναπατάμε!

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Αδελφικοί ανταγωνισμοί



  

      - Είμαι ο καλύτερος, είπε ο Ιανουάριος, και χάιδεψε το περιποιημένο του γένι. Ο πιο έξυπνος, ο πιο όμορφος, ο πιο δυνατός.
     - Νομίζεις, του απάντησε αυθάδικα ο Μάρτιος.
     - Δε νομίζω, είμαι σίγουρος, ανταπάντησε εκείνος.
     - Εγώ, πάλι, γιατί νομίζω ότι είμαι πολύ καλύτερός σου; τον ρώτησε ο Μάρτιος και τον κοίταξε με περιφρόνηση.
     - Ε, εντάξει, παιδιά, καλοί είστε και οι δύο, είπε ο Φεβρουάριος, που εκείνη την ώρα έμπαινε κουτσαίνοντας στο δωμάτιο.
     - Εσένα δε σου πέφτει λόγος, του είπε ο Μάρτιος.
     - Μα δεν υπάρχει λόγος να τσακώνεστε.
     - Δε σε ρωτήσαμε.
     Ο Ιούνιος διέκοψε το διάβασμά του και έξυσε το ξανθό του κεφάλι.
     - Τι θα γίνει; ρώτησε. Πάλι θα φωνάζετε εσείς οι δύο; Προσπαθώ να συγκεντρωθώ και δε με αφήνετε!
     - Κάθε φορά η ίδια ιστορία, είπε και ο Οκτώβριος, καθώς χτένιζε τα πυκνά, καστανά του μαλλιά και θαυμαζόταν μπροστά στον καθρέφτη.
     - Μάθε, αγαπητέ μου, ότι δεν είσαι όσο δυνατός νομίζεις, συνέχισε ο Μάρτιος, αδιαφορώντας για τα σχόλια των υπολοίπων. Εγώ είμαι πολύ πιο δυνατός. Ή, μήπως νομίζεις ότι επειδή είσαι μεγαλύτερος είσαι και πιο δυνατός;
     - Δε νομίζω να χρειάζεται και απόδειξη για τη δύναμή μου, απάντησε ο Ιανουάριος και χασμουρήθηκε. Ποιος άλλος είναι τόσο δυνατός που να μπορεί να φυσάει τόσο παγωμένο αέρα; Ποιος άλλος είναι τόσο δυνατός, που να μπορεί να σφίγγει τα σύννεφα τόσο πολύ, ώστε να βγάζουν χιόνι;
     - Και σιγά μη δεν μπορεί και άλλος, είπε ο Μάρτιος. Και εγώ μπορώ να το κάνω αυτό.
     - Σιγά μην μπορείς, τον προκάλεσε ο Ιανουάριος.
     - Μπορώ, είπε ο Μάρτιος.
     - Μαμά, φώναξε ο Φεβρουάριος, ο Ιανουάριος και ο Μάρτιος πάλι τσακώνονται.
     Έφτασε και η Εποχή του Χειμώνα, φορώντας ένα χοντρό, μάλλινο φόρεμα.
     - Δεν ντρέπεσαι; ρώτησε το Μάρτιο. Ο Ιανουάριος είναι μεγαλύτερός σου, δείξε λίγο σεβασμό.
     - Εσύ να μην ανακατεύεσαι, και δεν είσαι η μάνα μου, της απάντησε αναιδώς ο Μάρτιος.
     - Εμ, βέβαια, αυτά είναι τα αποτελέσματα όταν το παιδί το αφήσεις πολύ ελεύθερο, είπε θυμωμένη η Εποχή του Χειμώνα: όταν μεγαλώνει δε σέβεται κανέναν!
     - Ο Μάρτιος είναι μια χαρά παιδί, είπε και η Εποχή της Άνοιξης, που μπήκε εκείνη την ώρα στο δωμάτιο, φορώντας ένα πολύχρωμο, λουλουδάτο φόρεμα. Ο Ιανουάριος είναι αυτός που έχει καβαλήσει το καλάμι.
     - Ο γιος μου είναι πρώτης τάξης, διαμαρτυρήθηκε η Εποχή του Χειμώνα. Ο δικός σου είναι ατίθασος και ασεβής.
     - Κορίτσια, ηρεμήστε, μπήκε στη μέση η Εποχή του Καλοκαιριού, φορώντας ένα ψάθινο καπέλο. Αφήστε τα παιδιά να βρουν την άκρη μόνα τους. Τι ανακατεύεστε; Μεγάλα παιδιά είναι.
     Οι δυο Εποχές σταμάτησαν και την κοίταξαν.
     - Μαμάκηδες! ακούστηκε από κάποιον - μάλλον ήταν ο Μάιος, που ήταν πολύ σκανταλιάρης.
     - Μαμά, άσε με να καθαρίσω μόνος μου, είπε στη μάνα του ο Ιανουάριος.
     - Μην ανακατεύεσαι, βρε μαμά, είπε και ο Μάρτιος στη δικιά του μάνα. Ξέρω εγώ πώς θα τον κάνω να παραδεχτεί το λάθος του.
     - Δεν είναι ωραίο πράγμα να τσακώνεστε πάντως, είπε η Εποχή του Καλοκαιριού. Τι παράδειγμα δίνετε στους μικρότερους; Εξάλλου, αδέρφια είστε. Μπορεί να έχετε διαφορετικές μανάδες, αλλά ο πατέρας σας είναι ο ίδιος.
     Αλήθεια, τι θα έλεγε ο Χρόνος αν τα μάθαινε αυτά; Τι θα έλεγε αν μάθαινε ότι οι γιοι του τσακώνονταν μεταξύ τους σαν τον σκύλο με τη γάτα; Σίγουρα δε θα το ενέκρινε. Α, όχι, εκείνος δεν τα σήκωνε αυτά. Θα τους τιμωρούσε αυστηρά, αν το μάθαινε. Θα τα έβαζε και με τις μανάδες τους, που τους έκαναν τα χατήρια και τους κακομάθαιναν.
     - Ο Μάρτιος να τ'ακούει αυτά, που με προκαλεί, είπε βαριεστημένα ο Ιανουάριος. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, ξέρω τι αξίζω.
     - Πόσο στοίχημα πας ότι εγώ είμαι πιο δυνατός; είπε και ο Μάρτιος, που ήταν πολύ ξεροκέφαλος.
     - Όσο θες, είπε ο Ιανουάριος και κάθησε αναπαυτικά στον καναπέ. Αν αποδείξεις ότι είσαι πιο δυνατός, θα σε παραδεχτώ.
     - Θα δεις, λοιπόν, είπε ο Μάρτιος. Θα δεις ότι και εγώ είμαι δυνατός, θα δεις ότι και εγώ μπορώ να φυσάω παγωμένο αέρα, ότι και εγώ μπορώ να σφίξω τα σύννεφα μέχρι να βγάλουν χιόνι.
     - Μα τι λες, παιδί μου; μπήκε στη μέση η μαμά του. Σκέψου λίγο τα καημένα τα φυτά.
     - Δε με νοιάζει.
     - Σκέψου τα λουλούδια, που έχουν κιόλας μπουμπουκιάσει.
     - Δε με ενδιαφέρει.
     - Σκέψου τα καινούργια φυλλαράκια, που μόλις έχουν βγει και είναι ακόμα λεπτά και τρυφερά...
     - Ας πρόσεχαν... Λοιπόν, πάει το στοίχημα;
     - Πάει, είπε ο Ιανουάριος.
     - Τώρα θα δείτε όλοι πόσο δυνατός είμαι, είπε ο Μάρτιος.
     Και μια και δυο, άρχισε να φυσάει και να ξεφυσάει κρύο αέρα. Και έπιασε ένα σύννεφο και άρχισε να το ζουλάει. Και από την πολλή προσπάθεια το πρόσωπό του κοκκίνησε. Και τα ποντίκια του φούσκωσαν. Και όλο και πιο πολύ το έσφιγγε το καημένο το σύννεφο. Και τα φυτά το ένιωσαν ότι κάτι άλλαξε στον αέρα. Και μετάνιωσαν που φούσκωσαν τα μπουμπούκια τους και που έβγαλαν τα πρώτα τους φύλλα.
     Και ο Μάρτιος συνεχίζει να σφίγγει το σύννεφο. Και αν δεν βγάλει χιόνι δεν πρόκειται να το αφήσει από τα χέρια του. Θα του δείξει αυτός του Ιανουαρίου. Θα τους δείξει ολονών. Και η θερμοκρασία όλο και πέφτει.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Σαν ζάχαρη



      Ήταν μια φορά και έναν καιρό μια μικρή, όμορφη χώρα, όπου πάντα είχε ήλιο και ποτέ δεν έβρεχε. Οι κάτοικοί της ήταν πρόσχαροι και ευγενικοί, και είχαν ηλιοκαμένη επιδερμίδα και φωτεινό χαμόγελο.
     Σε αυτή τη χώρα, λοιπόν, έφτασε ένας πολύ περίεργος άνθρωπος. Και ήταν πολύ περίεργος, όχι επειδή ήταν κάτασπρος σαν το χιόνι, ούτε επειδή ήταν σοβαρός και αγέλαστος, αλλά επειδή φορούσε καπέλο και κρατούσε ομπρέλα.
     - Τι περίεργος άνθρωπος! είπαν όταν τον πρωτοείδαν. Και τι περίεργο πράγμα είναι αυτό που κρατάει!
     Από όπου περνούσε ο περίεργος άνθρωπος, όλοι γύριζαν και τον κοίταζαν, και στη συνέχεια τον σχολίαζαν μεταξύ τους. Μα, δεν ήταν πάρα πολύ άσπρο το δέρμα του; Εμ, φυσικά και ήταν, αφού ήταν συνέχεια καλυμμένος με εκείνο το τεράστιο καπέλο, που δεν το φορούσε στο κεφάλι, αλλά το κρατούσε σταθερά πάνω από αυτό. Τι περίεργο καπέλο, αλήθεια!
     Ο περίεργος άνθρωπος δεν πρόσεχε τα σχόλια, και συνέχιζε να κυκλοφορεί παντού κρατώντας την ανοιχτή του ομπρέλα. Δεν την έκλεινε ποτέ, ακόμα και σε εσωτερικούς χώρους την κρατούσε ανοιχτή.
     - Μήπως είναι μόδα στο εξωτερικό; αναρωτήθηκαν οι γυναίκες, που πάντα είχαν μια ευαισθησία σε αυτό το θέμα.
     - Σιγά, έλεγαν οι άντρες, τι μόδα και κουραφέξαλα; Ο τύπος είναι λοξός!
     Ο περίεργος άνθρωπος είχε κεντρίσει και το ενδιαφέρον των παιδιών, που ως γνωστόν είναι πολύ πιο εκδηλωτικά από τους μεγάλους.
     - Τι είναι αυτό που κρατάς; τον ρώτησε ένα παιδάκι μια μέρα που τον είδε στο πάρκο, καθισμένο σε ένα παγκάκι, να διαβάζει εφημερίδα.
     - Ομπρέλα, είπε ο περίεργος άνθρωπος και συνέχισε το διάβασμά του.
     Ομπρέλα! Η άγνωστη αυτή λέξη διέτρεξε τη χώρα από άκρη σε άκρη. Αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Γιατί, λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός δεν έκλεινε ποτέ αυτήν την ομπρέλα, να τον δει λίγο ο ήλιος, να πάρει λίγο χρωματάκι, που ήταν άσπρος σαν το χιόνι; Αλλά κανένας δεν του είπε τίποτα, και όλοι περιορίζονταν να τον κοιτάνε και να τον σχολιάζουν.
     - Τι τη θέλεις την ομπρέλα; τον ρώτησε το ίδιο παιδάκι, στο ίδιο πάρκο, μια άλλη μέρα, που ο περίεργος άνθρωπος καθόταν στο ίδιο παγκάκι και διάβαζε την εφημερίδα του.
     - Είναι για τη βροχή, είπε εκείνος και συνέχισε το διάβασμα.
     Για τη βροχή, λοιπόν! Ναι, αυτή τη λέξη την ήξεραν, είχαν διαβάσει ότι σε άλλες χώρες έβρεχε, δηλαδή έπεφτε νερό από τον ουρανό, σε αυτήν όμως τη χώρα ο ουρανός ήταν ολόστεγνος, μήπως θα έπρεπε να την κλείσει την ομπρέλα του; Καταντούσε γελοίο, μέχρι και μέσα στο θέατρο την κρατούσε ανοιχτή!
     Όμως εκείνος δεν άλλαζε τη συνήθειά του και συνέχιζε να κουβαλάει την ανοιχτή του ομπρέλα παντού.
     Πέρασε λίγος καιρός και ο περίεργος άνθρωπος με την ανοιχτή του ομπρέλα άρχισε να εκνευρίζει τους ηλιοκαμένους κατοίκους της ηλιόλουστης χώρας. Τελικά ήταν πολύ ψηλομύτης! Επέμενε να κρατάει την ομπρέλα του ανοιχτή, ίσα-ίσα για να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Γιατί δεν την έκλεινε, επιτέλους;
     - Γιατί δεν την κλείνεις την ομπρέλα σου, άνθρωπέ μου; του φώναξε μια μέρα κάποιος που δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Εδώ δεν βρέχει ποτέ, ΠΟ-ΤΕ!
     Εκείνος δεν είπε τίποτα, και συνέχισε να περπατάει με την ανοιχτή του ομπρέλα.
     - Τι αναίσθητος! είπε μια γυναίκα που είδε την σκηνή. Ούτε που γύρισε να δει ποιος του μίλησε!
     Όμως, η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος με την ομπρέλα καθόλου αναίσθητος δεν ήταν. Το αντίθετο μάλιστα. Και ο μόνος λόγος που δεν είχε εξηγήσει σε κανέναν γιατί κρατούσε την ομπρέλα του ανοιχτή, ήταν επειδή η εξήγηση ήταν πολύ περίεργη: ο άνθρωπος με την ομπρέλα ήταν στην πραγματικότητα φτιαγμένος από ζάχαρη! Ναι, δεν αστειεύομαι, ήταν ολόκληρος φτιαγμένος από ζάχαρη, γι'αυτό και ήταν άσπρος σαν το χιόνι. Μέχρι και στις φλέβες του, ζαχαρόνερο έτρεχε. Γι'αυτό και φοβόταν υπερβολικά τη βροχή, και γι'αυτό και κρατούσε την ομπρέλα του μονίμως ανοιχτή.
     Μήπως, όμως, οι άνθρωποι γύρω του είχαν δίκιο; Μήπως έπρεπε να την κλείσει αυτήν την ομπρέλα; Όσο καιρό βρισκόταν σε αυτήν τη χώρα, δεν είχε βρέξει ούτε μια μέρα. Ο καιρός ήταν πάντα καλός και ο ήλιος έλαμπε κάθε μέρα. Δεν ήθελε και να προκαλεί... Και έτσι, τελικά την πήρε την απόφασή του. Και μια ωραία, ηλιόλουστη μέρα, όπως τόσες και τόσες άλλες που είχαν προηγηθεί, ο ζαχαρένιος άνθρωπος έκλεισε την ομπρέλα του.
     Η είδηση διέτρεξε τη χώρα από άκρη σε άκρη. Επιτέλους, ο περίεργος άνθρωπος έκλεισε την ομπρέλα, το είχε πάρει απόφαση. Ποτέ πια δεν θα ξανάβλεπαν την ανοιχτή ομπρέλα να κυκλοφορεί στον δρόμο. Από εδώ και πέρα, ο περίεργος άνθρωπος δε θα ξεχώριζε πια. Βέβαια, ήταν και αυτό το κάτασπρο χρώμα της επιδερμίδας του... αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. Και η ζωή ξαναπήρε τους φυσιολογικούς της ρυθμούς.
     Ο ζαχαρένιος άνθρωπος συνήθισε γρήγορα χωρίς ομπρέλα και πολύ σύντομα άρχισε να την αφήνει στο σπίτι του. Ένας-ένας, οι άλλοι άνθρωποι άρχισαν να τον πλησιάζουν για να τον γνωρίσουν και σιγά-σιγά, απόκτησε πολλούς φίλους. Άρχισε να διασκεδάζει πάρα πολύ και κάθε τρεις και λίγο οι φίλοι του τον καλούσαν σε πάρτυ. Εκείνος αποφάσισε να ανταποδώσει τις τόσες περιποιήσεις και τους κάλεσε στο σπίτι του.
     - Ακόμα την έχεις αυτήν την ομπρέλα; τον ρώτησε ένας φίλος του, όταν την είδε ακουμπισμένη σε μια γωνία.
     Αλήθεια, τι την ήθελε ακόμα αυτήν την ομπρέλα; αναρωτήθηκαν και οι υπόλοιποι. Δεν είχε καταλάβει ότι σε εκείνη τη χώρα δεν έβρεχε ΠΟΤΕ;
     - Εντάξει, είπε εκείνος, θα την πετάξω.
     Και την πέταξε.
     Πέρασε καιρός, και η ζωή στη μικρή, όμορφη χώρα συνέχισε να κυλάει ήρεμα. Ο ήλιος έβγαινε κάθε πρωί και το φεγγάρι κάθε βράδυ, τα πουλιά κελαηδούσαν, τα λουλούδια άνθιζαν, τα παιδιά έπαιζαν, οι μεγάλοι δούλευαν...
     Ήρθε όμως μια μέρα διαφορετική από τις άλλες. Εκείνη τη μέρα σηκώθηκε δυνατός αέρας, τόσο δυνατός που έκανε τα πεσμένα φύλλα να χορεύουν και τα μακριά μαλλιά των κοριτσιών να μπερδεύονται. Αλλά και στον ουρανό τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Σύννεφα μεγάλα και μικρά, παρασυρμένα από τον αέρα, γέμισαν τον ουρανό από άκρη σε άκρη. Και καθώς ο αέρας δεν σταματούσε, τα σύννεφα παρασύρονταν πότε από τη μια, πότε από την άλλη, και συγκρούονταν μεταξύ τους. Και από τις πολλές συγκρούσεις, δεν άργησαν να πέσουν οι πρώτες ψιχάλες.
     - Βρέχει! είπαν έκπληκτοι οι άνθρωποι.
     - Βρέχει! είπε έντρομος ο ζαχαρένιος άνθρωπος. Πού είναι η ομπρέλα μου;
     Αλλά την ομπρέλα του την είχε πετάξει, και άλλη ομπρέλα στη χώρα δεν υπήρχε. Και η βροχή συνεχιζόταν.
     - Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου, είπε και άρχισε να τρέχει.
     - Πού πας; του φώναξαν οι φίλοι του.
     Αλλά εκείνος δεν είχε χρόνο ούτε να τους απαντήσει.
     Μια ολόκληρη μέρα ο αέρας συνέχισε να φέρνει σύννεφα στον άλλοτε γαλάζιο ουρανό, και το νερό συνέχισε να ποτίζει την άλλοτε ηλιόλουστη χώρα. Οι άνθρωποι γύρισαν στα σπίτια τους μούσκεμα. Τα σύννεφα δεν άφησαν το φεγγάρι να δει τις καμινάδες της χώρας, που κάπνιζαν, καθώς οι άνθρωποι είχαν ανάψει τα τζάκια τους για να στεγνώσουν τα βρεγμένα τους ρούχα.
     Την επόμενη μέρα ο ουρανός είχε ξαναβρεί το χρώμα του. Τα σύννεφα είχαν φύγει μακριά και ο αέρας δε φυσούσε πια. Οι άνθρωποι ξαναπήγαν στις δουλειές τους, στεγνοί και χαρούμενοι. Και όταν έφτασε το βράδυ, βγήκαν να διασκεδάσουν. Αλλά, πού ήταν ο φίλος τους; Μήπως ήταν άρρωστος; Αποφάσισαν να πάνε στο σπίτι του να τον βρουν.
     Το σπίτι του ήταν σκοτεινό, και τα παράθυρα ακόμα ανοιχτά. Άρχισαν να τον φωνάζουν, αλλά δεν πήραν καμιά απάντηση. Χτύπησαν την πόρτα πολλές φορές, αλλά δεν ήταν κανένας μέσα.
     - Λέτε να έφυγε; ρώτησε ένας.
     - Χωρίς να μας πει τίποτα; αναρωτήθηκε ένας άλλος.
     - Πάμε να φύγουμε, είπε ένας τρίτος.
     - Προσοχή να μην πατήσετε τα νερά, είπε και ένας τέταρτος.
     Και αλήθεια, εκεί μπροστά στην είσοδο του σπιτιού υπήρχε μια λακούβα γεμάτη νερό, που έλαμπε στο φως του φεγγαριού.
      - Ωχ, βράχηκα, είπε ένας που δεν πρόσεξε και πάτησε μέσα στο νερό.
     - Ας πρόσεχες! του είπαν οι άλλοι.
     Και κανείς δεν έμαθε ποτέ πως το νερό εκείνο ήταν γλυκό. Σαν ζάχαρη.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Βροχερής βόλτας συνέχεια

   Φαίνεται πως της άρεσε της πασχαλίτσας ο δυόσμος μου. Σήμερα την ξαναείδα, ακριβώς στην ίδια θέση με εχθές, να λιάζεται. Μήπως θέλει να γίνει η μασκότ της βεράντας;


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Βροχερή βόλτα

 

      - Μα γιατί να μην πάω βόλτα; είπε η πασχαλίτσα.
     - Δεν είδες τι καιρό κάνει έξω; απάντησε η μαμά της.
     - Μα αφού μου το υποσχέθηκες! Είπες ότι όταν έρθουν τα γενέθλιά μου θα με αφήσεις να βγω μόνη μου! Ορίστε, τα γενέθλιά μου ήρθαν!
     - Ναι, αλλά τον είδες τον καιρό έξω; Κι αν χαθείς μέσα στην βροχή;
     - Δε θα χαθώ.
     - Άσε να φτιάξει ο καιρός και βγαίνεις τότε.
     - Μα σήμερα είναι τα γενέθλιά μου! Τότε γιατί το έφτιαξα το κόκκινο φόρεμα;
     - Είπα όχι! είπε η μαμά της, που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται με την τόση επιμονή της μικρής.
     - Εγώ θα βγω!
     - Να κάτσεις εδώ! Αλλιώς θα το πω στον πατέρα σου.
     - Δε με νοιάζει, να το πεις σε όποιον θες!
     - Στο δωμάτιό σου είπα!
     Η πασχαλίτσα κατέβασε τις κεραίες της και πήγε στο δωμάτιό της. Τι αδικία να σου υπόσχονται κάτι και ύστερα να μη σου το δίνουν!
     Απ'έξω ακουγόταν το σιγανό τραγούδι της βροχής. Πλιτς! Πλιτς! Έπρεπε να βρέχει ακριβώς σήμερα; Σήμερα, που ήταν τα γενέθλιά της; Οι φίλες της, όλες είχαν πάει βόλτα μόνες τους, εκείνη πότε θα πήγαινε;
     - Θα το σκάσω, είπε με πείσμα. Θα κάνω μια μικρή βόλτα και κανείς δε θα το καταλάβει.
     Φόρεσε το κόκκινο φόρεμά της, κοίταξε να δει αν οι βούλες έπεφταν στα σωστά σημεία, και αφού είδε ότι όλα ήταν εντάξει, βγήκε προσεκτικά έξω.
     - Επιτέλους, ελεύθερη! είπε.
     Περπάτησε λίγο και αφού απομακρύνθηκε αρκετά από τη φωλιά της, άνοιξε τα φτερά της και άρχισε να πετάει. Γύρω της, ένας χορός από σταγόνες. Ευτυχώς, η βροχή δεν ήταν πολύ δυνατή. Η πασχαλίτσα ήταν πολύ προσεκτική και απόφευγε τις σταγόνες της βροχής με μαεστρία. Τι υπερβολική που ήταν η μαμά της! Ορίστε, αφού μια χαρά τα κατάφερνε. Τώρα θα είχε και εκείνη να πει στις φίλες της για την πρώτη της βόλτα.
     - Θα σκάσουν από τη ζήλια τους, σκέφτηκε. Καμιά τους δεν έχει κάνει βόλτα στη βροχή.
     Η βροχή γύρω της συνέχιζε το χορό της. Η πασχαλίτσα συνέχισε να αποφεύγει τις σταγόνες της για λίγο ακόμα. Όμως, ξαφνικά, η βροχή δυνάμωσε και οι σταγόνες πύκνωσαν και έγιναν μεγαλύτερες. Η πασχαλίτσα σκέφτηκε ότι είχε έρθει η ώρα να γυρίσει στο σπίτι της. Εκείνη ακριβώς την στιγμή μια σταγόνα έπεσε ακριβώς επάνω της και την έκανε να χάσει την ισορροπία της για λίγο.
     - Πάει το φόρεμά μου, βράχηκε, είπε στενοχωρημένη.
     Πλατς! Άλλη μια σταγόνα έπεσε επάνω της. Η πασχαλίτσα παρατρίχα να πέσει κάτω.
     - Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι γρήγορα, σκέφτηκε.
     Αλλά προς τα πού ήταν το σπίτι της; Η πυκνή βροχή δεν την άφηνε να δει. Οι κεραίες της είχαν θολώσει. Με το ζόρι κατάφερε να φτάσει σε ένα μπαλκόνι και ίσα που πρόλαβε να ανέβει επάνω σε ένα φύλλο.
     - Θα περιμένω να σταματήσει η βροχή, είπε η πασχαλίτσα, που άρχισε να σκέφτεται ότι η μαμά της ίσως είχε δίκιο τελικά.
     Αλλά η βροχή δεν σταματούσε. Και έτσι η πασχαλίτσα έμεινε επάνω στο φύλλο. Και εκεί την είδα εγώ, το μεσημέρι που βγήκα στη βεράντα. Και το μόνο που μπόρεσα να της κάνω ήταν να μην την ταρακουνήσω πολύ, καθώς έκοβα τα αρωματικά φυλλαράκια του δυόσμου όπου καθόταν.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Σκέψεις του (πρωινού) δρόμου



      Όταν βγήκα από το σπίτι μου σήμερα το πρωί για να πάω στη δουλειά, η μέρα δε φαινόταν ιδιαίτερα ευοίωνη. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκριζογάλανα σύννεφα και έκανε ψύχρα. Παρ'όλ'αυτά ήταν ένας πανέμορφος ουρανός.
     Τα σύννεφα, με τους αχνούς τους χρωματισμούς και την απαλή τους κίνηση τράβηξαν την προσοχή μου. Ήταν λες και κάποιος εκεί επάνω ζωγράφιζε με χρώματα ακουαρέλας. Κάτω στη γη, από την άλλη, δεν υπήρχε χώρος για ακουαρέλα. Εδώ οι γραμμές ήταν πιο ξεκάθαρες, πιο κοφτές. Δεξιά και αριστερά μου, σπίτια διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, δέντρα μικρά ή μεγάλα, άλλα γυμνά, άλλα με πυκνό φύλλωμα και άλλα με μπουμπουκάκια που άνοιγαν δειλά-δειλά.
     Μπροστά μου βρισκόταν ένας ζωγραφικός πίνακας, χωρίς αμφιβολία. Αλλά κάτι καμαρωτά κυπαρίσσια σε ένα πεζοδρόμιο και μερικές φουντωτές νεραντζιές σε ένα άλλο με έκαναν να θυμηθώ την παιδική μου ηλικία. Τότε που οι γονείς μου μου έμαθαν πώς να φτιάχνω ανάγλυφα, ζωγραφιστά δέντρα με ρύζι, κόλλα και νερομπογιές. Θυμήθηκα τι όμορφα που είχαν γίνει εκείνα τα δέντρα. Έμοιαζαν πολύ με τις νεραντζιές του πεζοδρομίου.
     Και ως δια μαγείας - ίσως και επειδή διέσχιζα μια παλιά μου γειτονιά -, η θύμηση των ζωγραφισμένων ρυζόδεντρων της παιδικής μου ηλικίας, έφερε για παρέα της και ένα σωρό άλλες αναμνήσεις. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που έκανα, τις χειροτεχνίες που μας έβαζαν να κάνουμε στο σχολείο και στις οποίες πολλές φορές μας βοηθούσαν οι γονείς μας, δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία να περάσουμε ποιοτικό χρόνο μαζί τους. Θυμήθηκα το δύσκολο πρωινό μου ξύπνημα, αλλά και την τόσο ευχάριστη διαδρομή προς το σχολείο, καθώς ο δρόμος γέμιζε από τα παιδιά με τις μαμάδες τους που τα συνόδευαν.
     Και όλα αυτά τα σπίτια που τώρα φαίνονται σοβαρά, που ίσως δε μένουν μέσα παιδιά για να πάνε στο σχολείο, πόσο χαρούμενα φαίνονταν τότε, όταν άνοιγαν οι αυλόπορτες και ξεχύνονταν έξω τα παιδιά, ένα-ένα, δυο-δυο ή και περισσότερα, κουβαλώντας τις σχολικές τους τσάντες! Πόσο πιο όμορφα ήταν τα σπίτια τότε, έτσι κι αλλιώς! Μονοκατοικίες, διώροφα ή τριώροφα, σπανιότερα συναντούσες και καμιά πολυκατοικία. Και το κάθε σπίτι με τον κήπο του, γεμάτο λουλούδια ή πιο λιτό, ή με την αυλή του με το τσιμέντο ή, μερικές φορές, μωσαϊκό. Ενώ τώρα...
     Και πόσα παιχνίδια, στην αυλή ή στον δρόμο! Χωρίς πολλά μέσα, αλλά με μόνη κινητήρια δύναμη την παιδική φαντασία. Και την ανεξάντλητη τρεχαλοενέργεια, που δεν ενοχλούσε τους γονείς, καθώς και εκείνοι ήταν πιο γεμάτοι από τη ζωή τους και πιο ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους από ό,τι είναι σήμερα.
     Ένα σχολικό λεωφορείο πέρασε λίγο πιο κάτω. Γεμάτο παιδιά, που ξυπνάνε από τα χαράματα, ετοιμάζονται, παίρνουν την σχολική τους τσάντα και πηγαίνουν στο σχολείο. Περνάνε όλο το πρωινό τους εκεί, τρώνε κιόλας, και το απόγευμα, κατάκοπα, μεταφέρονται από το ίδιο σχολικό στο σπίτι τους, για να διαβάσουν, να γράψουν, να κάνουν και άλλα, εξωσχολικά μαθήματα, αθλητισμό, μουσική, ξένες γλώσσες, και το βράδυ να πέσουν εξαντλημένα στο κρεβάτι τους μέχρι τα επόμενα χαράματα που θα ξανασηκωθούν για να πάνε στο σχολείο.
     Δε νομίζω να τα ζηλεύω αυτά τα παιδιά. Ίσα-ίσα που τα λυπάμαι και λίγο. Δε θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν ούτε το ένα τρίτο των όσων ζήσαμε εμείς οι παλιότεροι. Ήδη, τα περισσότερα από αυτά δεν γνωρίζουν καν από πού προέρχεται η τροφή μας και σίγουρα υπάρχουν παιδιά που πιστεύουν ότι η τροφή μας έρχεται έτοιμη, συσκευασμένη σε κενό αέρος.
     Και αν πει κανείς για δημιουργία, πώς να την αναπτύξουν τα σημερινά παιδιά, όταν έχουν συνηθίσει για το καθετί που ακούνε να βλέπουν μια έτοιμη εικόνα στον υπολογιστή; Πώς θα μπορούν αύριο να δημιουργήσουν κάτι από το τίποτα; Παλιά δεν χρειαζόταν να κεντρίσει κάποιος ιδιαίτερα τη φαντασία των παιδιών. Τώρα, μέχρι και αυτή χρειάζεται υποβοήθηση. Και δωσ'του να προσπαθούν οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί...
     Έφτασα στο μετρό και άρχισα να κατεβαίνω τις κυλιόμενες σκάλες, νιώθοντας τις σκέψεις μου να με βαραίνουν σαν έναν βαρυστομαχιασμένο ελέφαντα. Είναι τόσο δύσκολο πράγμα η φαντασία, τελικά; Φταίει η ζωή γενικά ή οι επιλογές του καθενός ειδικά; Θυμήθηκα την εικόνα του πρωινού ουρανού και τα καμαρωτά κυπαρίσσια. Θυμήθηκα ξανά τα δεντράκια από βαμμένο ρύζι. Πιο μπροστά μου, ένας ηλικιωμένος, ντυμένος με ένα γκρι κουστούμι, περπατούσε καμαρωτός. Στο βάθος ακούστηκε ο συρμός που πλησίαζε. Τάχυνα το βήμα μου και τον προσπέρασα. Στο πέτο του είχε βάλει ένα λουλούδι από κίτρινο γιασεμί... όπως πιθανώς θα έκανε και στα νιάτα του.
     - Αντισταθείτε, ήταν σαν να μου έλεγε.
     Και ένιωσα τον ελέφαντα να πετάει μακριά...

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Νυχτερινές λιγούρες

    


      - Δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, είπε η νύχτα. Θα κάνω δίαιτα!
     Η αλήθεια είναι ότι είχε παχύνει λίγο. Τι λίγο, δηλαδή, που συνέχεια χρειαζόταν να φαρδαίνει το φόρεμά της για να της κάνει; Οι αστερισμοί όλο και απομακρύνονταν μεταξύ τους. Η Μεγάλη και η Μικρή Άρκτος είχαν πολλές μέρες να ιδωθούνε. Ο Ζυγός όλο και έγερνε, στην προσπάθειά του να δει τον Σκορπιό, και του Υδροχόου του είχε αδειάσει η στάμνα εντελώς, καθώς έγερνε περισσότερο από το συνηθισμένο, προσπαθώντας να αποφύγει τα μυτερά κέρατα του Αιγόκερου.
     Η νύχτα, λοιπόν, ξεκίνησε τη δίαιτα και την ακολουθούσε με αυστηρότητα. Δεν έτρωγε τίποτα, εκτός από λίγη ασημόσκονη και δεν έπινε τίποτα άλλο εκτός από δροσοσταλίδες. Η δίαιτα άρχισε γρήγορα να δίνει τα πρώτα της αποτελέσματα, και η νύχτα είδε με χαρά της ότι το φόρεμά της άρχισε να μην την στενεύει.
     Όμως, τι θα ήταν η ζωή χωρίς πειρασμούς; Και ο πειρασμός της νύχτας δεν ήταν άλλος από το φεγγάρι, που σαν ολοστρόγγυλο κεφάλι γραβιέρας, βολτάριζε πέρα-δώθε κάτω από τη μύτη της. Και τι ωραίο που ήταν, και πώς μοσχομύριζε! Της νύχτας της έτρεχαν τα σάλια, αλλά αντιστεκόταν με αποφασιστικότητα.
     - Κι αν έτρωγα μια μπουκίτσα; άρχισε να σκέφτεται ύστερα από λίγο. Τι θα πείραζε;
     Αλήθεια, τι θα πείραζε μια τόση δα μπουκίτσα; Δε λέω, καλή ήταν η ασημόσκονη και υγιεινή επίσης, αλλά και το φεγγαράκι ήταν τόσο κίτρινο και λαχταριστό...
     - Μόνο μια μπουκίτσα, είπε και χραπ! έκοψε ένα κομματάκι φεγγάρι. Μμμμμμμμμ! έκανε απολαμβάνοντας τη νόστιμη μπουκίτσα, καθώς έλιωνε στο στόμα της, πλημμυρίζοντάς το με ένα υπέροχο άρωμα.
     - Αυτό ήταν, είπε και αναστέναξε.
     Και το φεγγάρι συνέχισε τις βόλτες του.
     Την επόμενη μέρα (δηλαδή την επόμενη νύχτα), το φεγγάρι ξαναβγήκε στο σεργιάνι. Μια μικρή δαγκωνιά στο πλάι του μαρτυρούσε την αταξία της νύχτας, η οποία το κοίταζε επίμονα. Κι αν δοκίμαζε λίγο ακόμη; Τι θα πείραζε; Και χραπ! πάει άλλη μια μπουκίτσα.
     - Μμμμμμμ! ακούστηκε στον ουρανό από άκρη σε άκρη.
     Το φεγγάρι συνέχισε τη βόλτα του, διπλοδαγκωμένο αλλά το ίδιο λαχταριστό όπως πριν. Μήπως να δοκίμαζε άλλη μια μπουκίτσα; Αλλά όχι, έπρεπε να συγκρατηθεί.
     Κι όμως, τίποτα δεν ήταν δυσκολότερο για τη νύχτα από το να συγκρατηθεί, αφού είχε δοκιμάσει το πεντανόστιμο φεγγάρι. Κι έτσι, η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Και το φεγγάρι σιγά-σιγά γέμισε δαγκωματιές παντού και άρχισε να μικραίνει, και να μικραίνει, και να μικραίνει... Και να που έφτασε να γίνει μια τόση δα λεπτή φετούλα, που ίσα-ίσα διακρινόταν στον σκοτεινό ουρανό.
     Η νύχτα είδε έκπληκτη ότι το φόρεμά της άρχισε και πάλι να την στενεύει. Παρά τρίχα να της πεταχτεί και κουμπί, τόσο πολύ είχε παχύνει.
     - Καλά να πάθω, είπε. Τι το ήθελα το φεγγάρι αφού ξέρω ότι έχει τόσες θερμίδες; Δε θα ξαναφάω ποτέ.
     Και ξανάρχισε τη δίαιτα με φανατισμό και προσήλωση. Έλα όμως που το φεγγάρι ξαναστρογγύλεψε και άρχισε να κάνει βόλτες κάτω από τη μύτη της! Και προτού το καταλάβει, η νύχτα άρχισε να ξερογλείφεται και πάλι.
     Κι αν έτρωγε μια μπουκίτσα;

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Σε άλλο επίπεδο



    
     - Θέλω να γίνω συγγραφέας! είπε αποφασισμένη η πεταλούδα, καθώς λιαζότανε στον ήλιο.
     - Τι είναι αυτό; ρώτησε η φίλη της η πασχαλίτσα.
     - Είναι αυτός που γράφει βιβλία, είπε η πεταλούδα και αναστέναξε βαθιά.
     - Και τι το καλό έχει να είσαι συγγραφέας; ρώτησε ξανά η πασχαλίτσα, και τέντωσε τα ποδαράκια της.
     - Α, είναι πολύ καλό, είπε η πεταλούδα. Όταν είσαι συγγραφέας οι άλλοι σε σέβονται, και γράφεις ιστορίες και όλοι τις διαβάζουν και ύστερα μιλάνε για σένα, και μπορεί να σου δώσουν και βραβεία, και να σε δείξουν και στην τηλεόραση.
     Τα φύλλα έλαμπαν στον ήλιο. Η πασχαλίτσα καθάρισε τις κεραίες της.
     - Και πώς θα γίνεις συγγραφέας;
     - Α, είπε η πεταλούδα με σιγουριά, θα πάω σε σχολή! Υπάρχει μία πολύ καλή σχολή στην πόλη. Θα πάω εκεί και θα τα μάθω όλα.
     Η πασχαλίτσα δεν είπε τίποτα άλλο. Θα στήριζε τη φίλη της ό,τι κι αν έκανε.
     Έτσι, η πεταλούδα πήγε στην πόλη και γράφτηκε στη σχολή. Και εκεί γνώρισε και άλλες πεταλούδες, και σαλιγκάρια, και χαμαιλέοντες, και ακρίδες και σκαθάρια, και κάθε λογής επίδοξους συγγραφείς. Πόσο ενθουσιασμένη ήταν! Τόσοι πολλοί που μοιράζονταν το ίδιο όνειρο με εκείνη! Θα έκαναν όλοι τους φανταστική παρέα!
     Και άρχισαν τα μαθήματα. Και οι δάσκαλοι ήταν πολύ απαιτητικοί. Και τη μία ζητούσαν στους φοιτητές να γράψουν ένα ποίημα, την άλλη ένα θεατρικό, την άλλη ένα διήγημα ή ένα δοκίμιο… Η πεταλούδα ήταν μελετηρή φοιτήτρια και έκανε όλες τις εργασίες που της ανέθεταν, και διάβαζε όλα τα μαθήματα, και έγραφε καλά στις εξετάσεις. Και όταν συμπληρώθηκαν οι σπουδές της πήρε και πτυχίο.
     - Τώρα είμαι συγγραφέας, μονολόγησε ικανοποιημένη.
     Και γύρισε στο σπίτι της, να συνεχίσει τη ζωή της.
     - Θα πάμε μια βόλτα; ρώτησε μια μέρα η πασχαλίτσα την πεταλούδα.
     - Και δεν πάμε; είπε η πεταλούδα.
     Και ήταν μια πολύ ωραία μέρα, και τα λουλούδια μοσχοβολούσαν, και ο ήλιος έλαμπε, και το αεράκι χάιδευε απαλά τα φτερά τους καθώς πετούσαν.
     - Κοίτα τι όμορφο που είναι εκείνο το τριαντάφυλλο! είπε η πασχαλίτσα. Είναι τόσο κόκκινο, μοιάζει να έχει μαζέψει όλο το κόκκινο του ουράνιου τόξου!
     - Ναι, είπε και η πεταλούδα, είναι πολύ όμορφο, αλλά πρέπει να σε πληροφορήσω ότι τώρα πια δεν είμαι η ίδια πεταλούδα που ήξερες. Τώρα είμαι συγγραφέας, οι κεραίες μου έχουν πια ανοίξει, βλέπω τα πράγματα σε νέες διαστάσεις.
     Η πασχαλίτσα την κοίταξε απορημένη.
     - Δε φαίνεται να καταλαβαίνεις, είπε η πεταλούδα ελαφρώς υποτιμητικά. Θέλω να πω ότι ενώ εσύ το μόνο που κάνεις είναι να εκτιμάς την ομορφιά του τριαντάφυλλου σε πρώτο επίπεδο, εγώ μπορώ να την εκτιμήσω σε βάθος. Μπορώ να γράψω ολόκληρο μυθιστόρημα γι’αυτό το τριαντάφυλλο, να αναλύσω τα πέταλά του ένα προς ένα, να φτιάξω στίχους, να αποδώσω το άρωμά του με κάθε λεπτομέρεια.
     - Α, είπε η πασχαλίτσα. Δηλαδή μπορείς να γράψεις ένα βιβλίο για κάθε πράγμα που βλέπεις;
     - Φυσικά, είπε η πεταλούδα περήφανα. Ενώ εσύ το μόνο που κάνεις είναι να νιώθεις το άμεσο συναίσθημα που σου δημιουργείται. Δεν έχεις βάθος. Χρειάζεται να σπουδάσεις το αντικείμενο για να μπορέσεις να το νιώσεις στην ολότητά του.
     Η πασχαλίτσα ένιωσε λίγο άσχημα για τον εαυτό της, αλλά δεν είπε τίποτα.
     - Πάμε μέχρι το ποτάμι; είπε ύστερα από λίγο.
     - Και δεν πάμε; είπε η πεταλούδα.
     Και πέταξαν οι δυο τους στο ποτάμι, που οι όχθες του ήταν γεμάτες βούρλα. Πολλές λιβελούλες και πολλά κουνούπια πετούσαν ανάμεσα από τα βούρλα. Η επιφάνεια του νερού λαμπύριζε. Πιο πέρα, κρυμμένοι ανάμεσα στα βούρλα, οι βάτραχοι είχαν στήσει υπομονετικά καρτέρι.
     - Αχ, τι όμορφα που είναι! αναφώνησε η πασχαλίτσα. Θα μπορούσα να μείνω ώρες ολόκληρες εδώ! Έλα να κάνουμε βόλτα πάνω από την επιφάνεια του νερού, να νιώθουμε το νερό να κινείται, να χορεύουμε όπως οι λάμψεις επάνω στην επιφάνειά του…
     - Άσε καλύτερα, είπε η πεταλούδα. Θέλω να κάτσω και να διαλογιστώ. Το ποτάμι είναι πηγή έμπνευσης. Νομίζω θα γράψω ένα σονέτο.
     - Έλα λίγο και γράφεις μετά.
     - Πόσο δε με καταλαβαίνεις! είπε η πεταλούδα και αναστέναξε. Αλλά, τι να κάνεις, εσύ δεν σπούδασες, δεν είσαι συγγραφέας…
     Η πασχαλίτσα αισθάνθηκε πιο ντροπιασμένη από πριν, αλλά δεν είπε τίποτα. Άρχισε να πετάει ανάμεσα στα βούρλα, προσέχοντας να μην πέσει στο στόμα κάποιου βατράχου, και έπιασε κουβέντα με τα άλλα έντομα που βρίσκονταν εκεί. Και δωσ’του γέλια και κυνηγητά ανάμεσα από τα βούρλα…
     Μόνο η πεταλούδα καθόταν στην άκρη σκεφτική. Πόσα πράγματα θα μπορούσε να γράψει για το ποτάμι, για τη ροή του, για τη δροσιά του, για το τραγούδι του… Αμόρφωτα έντομα! Μόνο εκείνη ήξερε το νόημα του ποταμού, μόνο εκείνη μπορούσε να αναλύσει μέχρι και την τελευταία σταγόνα του νερού του…
     Τα άλλα έντομα έπαιζαν και γελούσαν.
     - Μόνο φασαρία ξέρουν να κάνουν! είπε η πεταλούδα εκνευρισμένη.
     Και συνέχισε να διαλογίζεται. Κάποιες μέλισσες πέρασαν βιαστικά πιο πέρα. Ήταν φορτωμένες νέκταρ και πήγαιναν στη φωλιά τους. Αλλά η πεταλούδα ούτε που τις κοίταξε.
     Πέρασε αρκετή ώρα και ο ήλιος άρχισε να κατεβαίνει στον ουρανό. Η πασχαλίτσα, κουρασμένη από το κυνηγητό, ήρθε κοντά στην πεταλούδα.
     - Έγραψες τίποτα; ρώτησε.
     - Μα τι νόμισες ότι είναι το γράψιμο; ρώτησε προσβεβλημένη η πεταλούδα. Αν ήταν τόσο εύκολο θα έγραφαν όλοι. Πρέπει να εμβαθύνω στο θέμα μου προτού γράψω.
     - Καλά, είπε η πασχαλίτσα και χαιρέτησε κάποιες λιβελούλες που απομακρύνονταν. Εγώ πάντως πέρασα φανταστικά, καιρό είχα να περάσω τόσο καλά.
     - Εμένα η διασκέδαση δε με ενδιαφέρει, είπε η πεταλούδα. Περισσότερο από τις φτηνές απολαύσεις των πολλών με ενδιαφέρει η απόλυτη απόλαυση της τέχνης!
     Η πασχαλίτσα την κοίταζε χωρίς να μιλάει.
     - Φυσικά και δεν καταλαβαίνεις, είπε η πεταλούδα, δεν είσαι συγγραφέας. Εμείς οι συγγραφείς είμαστε ανώτερα πλάσματα, έχουμε περάσει σε άλλο επίπεδο.
     Η πασχαλίτσα πάλι δεν είπε τίποτα.
     - Το αποφάσισα, είπε η πεταλούδα. Θα αφοσιωθώ στο έργο μου. Τέρμα πια οι ανούσιες βόλτες. Ήρθε ο καιρός να ασχοληθώ με την ουσία της ύπαρξης.
     Η πασχαλίτσα την κοίταξε γεμάτη απορία, αλλά η πεταλούδα δεν είπε τίποτα άλλο.
     Από τότε οι δυο τους δεν έκαναν παρέα. Η μεν πασχαλίτσα συνέχισε τον τρόπο ζωής της, η δε πεταλούδα αφοσιώθηκε στη μελέτη και την περίσκεψη.
     Πέρασε καιρός. Μια μέρα η πασχαλίτσα συνάντησε τυχαία την πεταλούδα. Ήταν καθισμένη σε ένα φύλλο και τα φτερά της ήταν ζαρωμένα.
     - Τι κάνεις; τη ρώτησε.
     - Προσπαθώ να γράψω μια πραγματεία για εκείνο εκεί το φύλλο, απάντησε εκείνη. Αλλά θέλω να ανέβω επάνω του και δεν μπορώ.
     - Γιατί; ρώτησε η πασχαλίτσα. Αρκεί να πετάξεις μέχρι εκεί. Τι σε εμποδίζει;
     Η πεταλούδα αναστέναξε.
     - Όλον αυτόν τον καιρό, είπε, που προετοιμάζω το βιβλίο μου, σταμάτησα να πετάω. Τώρα, λοιπόν, δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τα φτερά μου. Τα νιώθω πολύ βαριά στους ώμους μου.
     Η πασχαλίτσα ένιωσε συμπόνια για την πεταλούδα.
     - Μπορώ να κάνω κάτι για σένα; ρώτησε.
     - Ναι, είπε η πεταλούδα. Πέταξε σε παρακαλώ μέχρι εκείνο το φύλλο και πες μου τι νιώθεις. Χρειάζομαι βοήθεια για να τελειώσω το βιβλίο μου.
     - Μα εγώ δεν τα νιώθω τα πράγματα σε βάθος, είπε η πασχαλίτσα. Εγώ δεν έχω σπουδάσει όπως εσύ, δεν είμαι συγγραφέας. Πώς, λοιπόν, θα σου μεταδώσω την ουσία του πράγματος;
     Η πεταλούδα δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε όμως το βιβλίο της που δε θα τελείωνε ποτέ. Και ζήλεψε την πασχαλίτσα, που πετούσε στον αέρα.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Περιμένοντας το γαμπρό



      - Αχ, πόσο τον αγαπώ! είπε και αναστέναξε ελαφρά. Πόσο με αγαπάει και εκείνος! είπε ξανά και κοκκίνησε, καθώς σκέφτηκε τα γεμάτα πάθος λόγια που της ψιθύριζε καθώς τη γυρόφερνε το προηγούμενο καλοκαίρι.
     Κοίταξε τον ουρανό. Ήταν γκρίζος, καλυμμένος με σύννεφα από άκρη σε άκρη. Αναστέναξε ξανά. Μία ριπή αέρα την έκανε να ανατριχιάσει.
     "Να με περιμένεις", της είχε πει. "Να με περιμένεις. Θα γυρίσω πίσω, και θα γυρίσω για εσένα. Και όταν γυρίσω θα παντρευτούμε και θα είμαστε κι οι δυο μας πολύ ευτυχισμένοι."
     "Θα γυρίσω για εσένα." Τι ωραίο συναίσθημα, να ξέρεις ότι ο αγαπημένος σου είναι δικός σου και ότι εσύ είσαι τόσο σημαντική γι'αυτόν!
     Αλλά, ήταν μόνο δικός της; Θυμήθηκε με νοσταλγία πόσο όμορφος ήταν, και πόσο κομψός, με εκείνο το μαύρο, γυαλιστερό φράκο και με το άσπρο, κολλαριστό του πουκάμισο! Και τώρα, εκεί μακριά που βρισκόταν, σε εκείνη τη χώρα τη ζεστή, όπου ο αέρας μοσχομυρίζει γλυκά, ποιος της έλεγε ότι ο αγαπημένος της δεν θα υπέκυπτε στα θέλγητρα κάποιας εξωτικής καλλονής;
     "Θα γυρίσω". Όχι, της το είχε υποσχεθεί, και ήταν τόσο σοβαρός και τόσο λυπημένος την ώρα που την αποχαιρετούσε! Δεν μπορεί να της έλεγε ψέματα τότε!
     Και αν είχε αλλάξει γνώμη; Και αν η εικόνα της στο μυαλό του είχε ξεθωριάσει, κι αν οι όρκοι αγάπης που του είχε δώσει είχαν σβηστεί από την μνήμη του;
     - Πρέπει να ετοιμαστώ για το γάμο, είπε αποφασιστικά. Όταν γυρίσει θα παντρευτούμε, μου το υποσχέθηκε.
     Και βάλθηκε να δοκιμάζει νυφικά. Δοκίμασε μερικά λευκά, χιονάτα, αλλά δεν ικανοποιήθηκε. Άλλα ήταν πολύ ροζ, τα βρήκε υπερβολικά.
     - Μήπως βιάζεσαι λίγο; τη ρώτησε η μοδίστρα. Περίμενε πρώτα να γυρίσει ο αρραβωνιαστικός σου και μετά βάζεις νυφικό.
     - Δεν υπάρχει λόγος να περιμένω, είπε εκείνη. Θέλω να είμαι έτοιμη και όταν με το καλό γυρίσει και με δει, θα θυμηθεί πόσο πολύ με αγαπάει και θα παντρευτούμε αμέσως και θα είμαστε ευτυχισμένοι για πάντα, ή τουλάχιστον για όσο καιρό θα βρίσκεται εδώ.
     - Απλώς, είναι πολύ νωρίς ακόμα, είπε η μοδίστρα. Πότε σου είπε ότι θα γυρίσει;
     - Την άνοιξη, είπε εκείνη και αναστέναξε.
     - Ναι, αλλά ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη.
     - Ναι, αλλά θα έρθει.
     - Ναι, αλλά ακόμα δεν ήρθε. Τι θα κάνεις, θα περιμένεις ντυμένη με το νυφικό;
     - Και γιατί όχι; είπε και χαμογέλασε, επειδή μόλις είχε βρει ακριβώς το νυφικό που ήθελε.
     Ήταν ένα πολύ αχνό ροζ νυφικό φόρεμα, σχεδόν λευκό. Αλλά όχι κατάλευκο. Ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν.
     - Αυτό θέλω, είπε.
     - Ναι, είπε η μοδίστρα, είναι ένα πολύ όμορφο νυφικό, και σου πάει πολύ ωραία. Αναδεικνύει τις καμπύλες σου και σου φωτίζει το πρόσωπο.
     - Ναι, και εμένα μου αρέσει, είπε εκείνη και σκέφτηκε τι ωραία νυφούλα θα ήταν δίπλα στον αγαπημένο της με το φράκο και το κολλαριστό πουκάμισο. Βάλε μου και το πέπλο.
     - Τι, δε θα το βγάλεις; ρώτησε η μοδίστρα.
     - Και γιατί να το βγάλω; είπε εκείνη.
     - Μα ο αρραβωνιαστικός σου είναι ακόμα στο εξωτερικό. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα του γάμου!
     - Θέλω να είμαι έτοιμη, είπε εκείνη με τόνο που δε δεχόταν αντιρρήσεις. Και μη νομίζεις, δεν αργεί πολύ ο γάμος. Όπου να'ναι θα γυρίσει.
     - Μα ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη.
     - Ναι, αλλά θα έρθει. Κάθε χρόνο έρχεται.
     - Ναι, αλλά είναι νωρίς. Θα σου λερωθεί το νυφικό και δε θα φαίνεται ωραίο στο γάμο.
     Αλλά εκείνη δεν ήθελε να ακούσει τίποτα. Είδε κι απόειδε η μοδίστρα, της φόρεσε το πέπλο, πήρε τα υπόλοιπα νυφικά και έφυγε.
     Και έμεινε η ανυπόμονη νυφούλα εκεί, στολισμένη, να περιμένει τον αγαπημένο της. Και όλο και κοίταζε τον γκρίζο ουρανό η ανθισμένη αμυγδαλιά, περιμένοντας να δει το αγαπημένο της χελιδόνι, να σκίζει τον ουρανό με χάρη, φορώντας το κατάμαυρο, γυαλιστερό του φράκο και το λευκό, κολλαριστό του πουκάμισο. Και έτσι την είδα και εγώ σήμερα το πρωί, την ανυπόμονη, ερωτευμένη νυφούλα. Και ευχήθηκα μέσα από την καρδιά μου να έρθει γρήγορα η άνοιξη, και να φέρει μαζί της όλα τα ξενιτεμένα χελιδόνια. Για να χαρούν όλες οι ανθισμένες αμυγδαλιές.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Ηρωική αδυναμία

 

      "Ο χορός κάνει καλό", σου λένε. "Ο χορός δίνει υγεία", σε διαβεβαιώνουν. Τότε, γιατί ξύπνησες ύστερα από μια βραδυά χορού με πόνους στους αστραγάλους;
     Βέβαια, είναι αλήθεια, δεν είσαι πια παιδάκι. Είναι αλήθεια ότι τα έχεις τα χρονάκια σου, και οι κλειδώσεις σου κάνουν "κρακ-κρακ" και λαχανιάζεις στις ανηφόρες, και - ας είμαστε ειλικρινείς - είναι καιρός που τις ανηφόρες τις αποφεύγεις όπως ο διάβολος το λιβάνι. Όμως, τι στο καλό, τόσος πόνος στους αστραγάλους;
     Χωρίς να το θέλεις, σου έρχεται στο μυαλό ο Αχιλλέας. Και εκείνος εκεί πονούσε. Εντάξει, όχι στους αστραγάλους ακριβώς, λίγο πιο πέρα, μια φτέρνα ευαίσθητη είχε και την πλήρωσε με τη ζωή του. Και εσύ έχεις δύο αστραγάλους, και πονάνε και οι δυο.
     Μεγαλοφυείς οι αρχαίοι. "Παν μέτρον άριστον", έλεγαν. Πώς, λοιπόν, να επιβιώσει ένας θνητός σαν τον Αχιλλέα, χωρίς να ξεπεραστεί το μέτρο; Τον φαντάζεσαι μπροστά σου, ψηλό, γεροδεμένο, με ατσάλινα μπράτσα, ατρόμητο, γενναίο (αχ!), ένα ανθρώπινο υπερόπλο, τέλειο σχεδόν, αν εξαιρέσεις αυτό το μικρό τμήμα του σώματος, αυτή την φτέρνα την ύπουλη. Και τι ακραίο, στα όρια του αστείου, ένας ολόκληρος ήρωας, άτρωτος στα βέλη του εχθρού, να πεθαίνει από ένα μόνο βέλος επιδέξια ριγμένο, ενώ ο οποιοσδήποτε άλλος το μόνο που θα πάθαινε στη θέση του θα ήταν ένας βαρύς τραυματισμός. Ε, διάολε, δεν του τρύπησε την καρδιά το βέλος, την φτέρνα του τρύπησε!
     Όμως, ποιοι είμαστε εμείς να αμφισβητήσουμε ολόκληρο Όμηρο; Έτσι κι αλλιώς, όταν οι αρχαίοι έλεγαν κάτι, εννοούσαν συνήθως κάτι άλλο, ακόμα βαθύτερο. Έτσι, η Αχίλλειος πτέρνα έγινε συνώνυμη της κάθε είδους αδυναμίας που ο καθένας μας έχει. Και μήπως αλήθεια δεν είναι ότι ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του αδύνατο σημείο;
     Περπατάς, λοιπόν, στον δρόμο, ανάμεσα από δεκάδες άλλους Αχιλλείς, αρσενικούς και θηλυκούς, και καθώς περπατάς νιώθεις έντονα ότι ο καθένας από αυτούς περπατάει με τη δική του μικρή, ευαίσθητη φτέρνα. Να, εκείνος εκεί ο νεαρός θέλει να περνιέται για σπουδαίος, περπατάει με ύφος και στυλ, κρατώντας το χαρτοφύλακά του λες και περιέχει το μυστικό της αιώνιας ζωής, ενώ μέσα του ποιος ξέρει πόσες ανασφάλειες τον κατατρώνε. Και εκείνη εκεί η κοπέλα, ισορροπεί επάνω στα ψηλοτάκουνά της, προσπαθώντας να κρύψει τη δικιά της φτερνίτσα, που μπορεί κάλλιστα να είναι η ανασφάλειά της για το μικρό της ύψος. Εκείνος εκεί ο κύριος παριστάνει συνεχώς τον έξυπνο, ενώ μέσα του γνωρίζει ότι δεν είναι και κανένας φωστήρας, και ο άλλος πιο πέρα παριστάνει τον γυναικοκατακτητή, αν και έχει φάει ουκ ολίγες χυλόπιτες.
     Και πηγαίνουν οι Αχιλλείς στον δρόμο, περήφανοι και καμαρωτοί, χωρίς αυτό διόλου να τους κάνει άτρωτους, καθώς υπάρχει εκείνη η άτιμη η φτέρνα, έτοιμη να τους προδώσει στην πρώτη επίθεση. Και είναι έντονη η αντίθεση του γενναίου, άτρωτου ήρωα με την ταπεινή, αδύναμη φτέρνα. Ίσως επειδή οι αρχαίοι ήθελαν να μας πουν ότι όσο δυνατότερο το θηρίο, τόσο ευκολότερα πέφτει. Ο Αχιλλέας προδόθηκε από την φτέρνα του, ο Γολιάθ σκοτώθηκε από μία ταπεινή πετρούλα, τα σαγόνια του κροκόδειλου, καθώς λένε, έχουν μεγάλη δύναμη όταν κλείνουν, αλλά καθόλου δύναμη για να ανοίξουν. Κανένας δεν είναι ανίκητος, ούτε καν ο δυνατότερος από όλους. Και αυτό είναι, αν μη τι άλλο, ένα ενθαρρυντικό μήνυμα.
     Παίρνουμε, λοιπόν, παραμάσχαλα τις ανασφάλειές μας και προχωράμε προσπαθώντας να επιβιώσουμε, ελπίζοντας ότι η δικιά μας φτέρνα θα γλιτώσει από τα βέλη. Προχωράμε και ελπίζουμε. Όποια, όμως, κι αν είναι η αδύναμη φτέρνα του καθενός, ένα πράγμα πρέπει να θυμόμαστε: εκτός από τους Αχιλλείς, στη ζωή υπάρχουν και οι Πάρηδες, ακροβολισμένοι παντού τριγύρω, που σκοπό έχουν να εντοπίσουν τις ευαίσθητες φτέρνες και να τους επιτεθούν με τα βέλη τους. Και αλίμονο στον Αχιλλέα που θα βρεθεί στο στόχαστρο του Πάρη. Είναι χαμένος από χέρι. Ή, μάλλον, από φτέρνα.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Αναμνηστική φωτογραφία



      - Κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3. Κάντε ησυχία!
     Τα άλλα πρόβατα υπάκουσαν.
     - Ήρθαμε εδώ, συνέχισε το πρόβατο νούμερο 3, για να διασκεδάσουμε, να περάσουμε ωραία, και να γιορτάσουμε το γεγονός της έλευσης του νέου χρόνου.
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     - Ωραία είναι εδώ, γαβ! είπε το πρόβατο νούμερο 2.
     - Ναι, συμφώνησε, το πρόβατο νούμερο 7, ωραία είναι, αλλά δεν ξσσσσέρω αν θα μασςςςςςςςςς ικανοποιήσσσσσσσσει το μενού... το βλέπω λίγο περιορισσσσσσσσσσσσσσμένο. Τέλοςςςςςςς πάντων, το μενού είναι το λιγότερο, αςςςςς καθήσσσσσσσσσσσσουμε, είπε και σύρθηκε μέχρι την καρέκλα του.
     - Η αλήθεια είναι, είπε το πρόβατο νούμερο 8, ότι λίγο τυράκι θα ήταν μία εξαιρετική πρόταση, και στην προφορά της λέξης "τυράκι" τα μουστάκια του τρεμοπαίξανε ελαφρά.
     Ήταν προφανές ότι του άρεσε πολύ το τυρί.
     - Και κανένα κοτοπουλάκι δε θα ήταν κακό, πρόσθεσε η προβατίνα νούμερο 5, ενώ μάζευε τη φουντωτή, κόκκινη ουρά της για να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 1.
     - Αούουουοουυου! φώναξε όλο ενθουσιασμό το πρόβατο νούμερο 9. Ήρθε το πρώτο πιάτο!
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     Και έπεσαν όλα με τα μούτρα στο πρώτο πιάτο, που ήταν μια σαλάτα με μαρούλι.
     - Γαβ! Γαβ! φώναξε το πρόβατο νούμερο 2. Δεν τραγουδάμε και το τραγούδι του μαντριού;
     - Ναι, είπαν όλα τα πρόβατα με ένα στόμα, το τραγούδι του μαντριού, το τραγούδι του μαντριού!
     Και με αυτά τα λόγια, ξεκίνησαν να τραγουδάνε:
    
     "Είμαστε δέκα πρόβατα πολύ αγαπημένα,
     περνάμε πάντοτε καλά γιατί είμαστε καλά παιδιά
     και το μαντρί μας δεν είναι σαν κανένα.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!

     Εμπρός, λοιπόν, όλο μπροστά, τραβάμε με τραγούδι
     και ο δεσμός πάντα βαστά, πολλή η αγάπη στην καρδιά
     και το μαντρί μας, όμορφο σαν λουλούδι.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!"

     - Ζήτω! φώναξαν γεμάτα ενθουσιασμό.
     Και πάνω στην ώρα ήρθαν και τα υπόλοιπα φαγητά: αχνιστή βρουβόσουπα, τσουκνιδόπιτα με φτιαχτό φύλλο, βλήτα γιαχνί και λαχανοντολμάδες με γέμιση κολοκυθόσπορου! Τα πρόβατα έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό, και δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από τις μασέλες τους, που ανεβοκατέβαιναν και μασούσαν χωρίς σταματημό. Ήπιαν και μπόλικο κρασί από σχοινόπρασσο, και ήρθαν στο κέφι.
     Και άρχισε η μουσική, και σηκώθηκαν να χορέψουν. Και εκεί το γλέντι άναψε.
     - Αγαπημένε μου φίλε, έλα να χορέψουμε μαζί! είπε το πρόβατο νούμερο 7 στο πρόβατο νούμερο 8.
     - Έρχομαι, καλέ μου φίλε, απάντησε το πρόβατο νούμερο 8.
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν, και το πρόβατο νούμερο 7 σερνόταν με ιδιαίτερη χάρη, είναι αλήθεια, αλλά και το μουστάκι του προβάτου νούμερο 8 τρεμούλιαζε τόσο χαριτωμένα...
     - Ας τσουγκρίσουμε, κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3.
     - Στην υγειά σου, φίλε μου! είπε η προβατίνα νούμερο 5 και τσούγκρισε το ποτήρι της, ενώ η φουντωτή, κόκκινη ουρά της χόρευε στο ρυθμό της μουσικής.
     - Έλα να χορέψουμε, γλυκιά μου, της είπε το πρόβατο νούμερο 9.
     - Πολύ ευχαρίστως, του είπε αυτή και χαμογέλασε, δείχνοντας τα λαμπερά της δόντια.
     - Αούουουουουουου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 9. Αδειάστε την πίστα, να χορέψω με την υπέροχή μου ντάμα!
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν οι δυο τους με πάθος, μόνο που η προβατίνα έπρεπε συνέχεια να προσέχει την ουρά της να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 9, που το είχε παρασύρει η μουσική και έκανε τη μία φιγούρα μετά την άλλη.
     - Τι ωραία που περνάμε, νιάου! είπε η προβατίνα νούμερο 4 και έριξε μια λάγνα ματιά προς το πρόβατο νούμερο 8, το οποίο κοκκίνησε λίγο.
     Και ήρθε και το επιδόρπιο. Και έπεσαν με τα μούτρα στην τάρτα με γλυκόριζα και στο σορμπέ με φρούτα του δάσους, και πασαλείφτηκαν τα μουσούδια τους.
     - Ωραίο ήταν, είπε το πρόβατο νούμερο 7 ενώ γλειφόταν με τη διχαλωτή του γλώσσα.
     - Ναι, γαβ! γαβ!, συμφώνησε το πρόβατο νούμερο 2. Ήταν όλα εξαιρετικά. Αν είχαν κόκαλα, θα τα έγλειφα ευχαρίστως.
     - Βρε, παιδιά, φώναξε τότε ξαφνικά, το πρόβατο νούμερο 10, να βγάλουμε φωτογραφία, να θυμόμαστε για πάντα αυτή την όμορφη γιορτή.
     - Ναι, ναι, φωτογραφία! φώναξαν όλα μαζί.
     Και ήρθε ο φωτογράφος του μαγαζιού, και τα πρόβατα στήθηκαν για τη φωτογραφία δίπλα-δίπλα, και μάζεψαν ό,τι ουρές περίσσευαν και έστρωσαν τα μουστάκια τους, και χαμογέλασαν πλατιά. Και άστραψε το φλας, και βγήκε η φωτογραφία, και ήταν πολύ επιτυχημένη, τόσο, που δε φαινόταν ποια πρόβατα ήταν τα αληθινά και ποια τα ψεύτικα.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Πάρτυ γενεθλίων



      Ο μικρός δράκος ήταν δυστυχισμένος. Από το πρωί που είχε ξυπνήσει δεν είχε σταματήσει να κλαίει. Καυτά δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά του και ύστερα έσταζαν στο πάτωμα κάνοντας πλιτς! πλιτς! Μία παρέα από δέκα μυρμήγκια παρά τρίχα να πνιγούν στη λιμνούλα που δημιουργήθηκε από τα δάκρυά του. Ευτυχώς που το καλοκαίρι είχαν μάθει κολύμπι, στο κάμπινγκ που είχαν πάει για διακοπές.
     - Μην κλαις, παιδί μου, έλεγε η μαμά του στο μικρό δράκο, θα πρηστούν τα μάτια σου και δε θα βγεις καλός στις φωτογραφίες.
     - Δε με νοιάζει, έλεγε εκείνος και συνέχιζε να κλαίει.
     - Μην κλαις και θα σου φτιάξω το φαγητό που σου αρέσει, δρακόσουπα με ραπανάκια.
     - Δε με νοιάζει, δε θα φάω! φώναζε και δώσ'του κλάμα.
     - Μην κλαις και δε θα σου δώσω το δώρο σου, και είναι τόσο ωραίο!
     - Δε με νοιάζει, δε θέλω δώρα!
     - Μην κλαις και το απόγευμα θα έρθουν οι φίλοι σου...
     - Δε με νοιάζει, δεν έχω φίλους!
     Μάταια η μαμά δράκαινα προσπαθούσε να παρηγορήσει το μοναχογιό της, εκείνος ήταν απαρηγόρητος. Η μαμά δράκαινα δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Μια τέτοια μέρα, μέρα γενεθλίων και ο γιος της να είναι τόσο στενοχωρημένος!
     Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν αυτό, όμως ήταν η πρώτη φορά που ο μικρός δράκος δεν ήθελε να κάνει πάρτυ γενεθλίων. Και ο λόγος; Ήταν απλός: δεν μπορούσε να σβήσει τα κεράκια. Μάταια φυσούσε και ξεφυσούσε, τα κεράκια αντί να σβήνουν άναβαν περισσότερο.
     Στα πρώτα του γενέθλια κανένας δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Μικρός είναι, είπαν, και δεν ξέρει ακόμα πώς να σβήνει τα κεριά. Δεν έχει μάθει πώς φυσάνε. Όταν, όμως, στα δεύτερα γενέθλιά του, τα δύο κεράκια της τούρτας άναψαν ολόκληρα μέχρι που κάηκαν τελείως, άρχισαν να το σχολιάζουν. Ναι, εντάξει, πέρυσι ήταν μικρός και δεν ήξερε, φέτος όμως;
     Άλλο ένα πάρτυ γενεθλίων έφτασε και ο μικρός δράκος ξαναδοκίμασε να σβήσει τα κεράκια. Άδικος κόπος. Αυτή τη φορά, ίσως επειδή φύσηξε πιο δυνατά, όχι μόνο κάηκαν τα κεριά, άρπαξε και η τούρτα από επάνω και από άσπρη που ήταν έγινε κατάμαυρη. Το δωμάτιο γέμισε καπνό και χρειάστηκε να ανοίξουν τα παράθυρα. Και ήταν χειμώνας και έξω έκανε κρύο. Μεγάλη αποτυχία εκείνο το πάρτυ.
     Και μήπως υπήρξε και κανένα πάρτυ γενεθλίων που να είναι επιτυχημένο; Κάθε φορά, όταν πήγαινε να φυσήξει, όσο προσεκτικά και αν φυσούσε, δεν κατάφερνε να σβήσει τα κεριά. Και κάθε φορά το πάρτυ διαλυόταν και τα άλλα παιδιά έφευγαν βιαστικά. Σε δύο περιπτώσεις, εκτός από την τούρτα, πήραν φωτιά και τα κωνικά καπελάκια που η μαμά του είχε αγοράσει για να φορέσουν οι μικροί καλεσμένοι.
     Έτσι, λοιπόν, αυτή τη φορά ο μικρός δράκος αποφάσισε ότι δεν ήθελε να κάνει πάρτυ γενεθλίων. Γιατί να το κάνει, άλλωστε, αφού δεν μπορούσε να σβήσει τα κεριά της τούρτας; Κάποια παιδιά είχαν ήδη αρχίσει να τον κοροϊδεύουν. Και, ο καημενούλης, ήταν πολύ ευαίσθητος και δεν άντεχε τα πειράγματα.
     Όμως οι μαμάδες είναι πολύ έξυπνα πλάσματα και μπορούν να βρουν λύση σε όλα τα προβλήματα. Έτσι, η μαμά δράκαινα είχε μια καταπληκτική ιδέα και γι'αυτό κλείστηκε στην κουζίνα και δεν άφησε κανέναν να μπει εκεί. Όταν, ύστερα από μερικές ώρες, τελείωσε και βγήκε έξω, πήρε τηλέφωνο στις εφημερίδες και κάλεσε μερικούς δημοσιογράφους. Ύστερα, αφού οι δημοσιογράφοι υποσχέθηκαν ότι θα πήγαιναν στο πάρτυ γενεθλίων του γιου της, πήγε στο δωμάτιό του να του αναγγείλει τα νέα.
     - Φέτος θα κάνεις το καλύτερο πάρτυ, του είπε.
     - Δε θέλω πάρτυ, σου είπα, είπε εκείνος.
     - Σε παρακαλώ, είπε η μαμά δράκαινα, καν'το για εμένα.
     - Όχι.
     - Μα θα περάσεις ωραία, θα το δεις...
     - Δε θέλω, είπα!
     - Κάνε μου αυτή τη χάρη, είπε η μαμά δράκαινα, και αν και αυτό το πάρτυ δε σου αρέσει, δε θα σου κάνω άλλο, το υπόσχομαι.
     Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, και ο μικρός δράκος δεν μπόρεσε να αρνηθεί.
     Έτσι, λοιπόν, η μαμά στόλισε το σπίτι και ο μικρός δράκος φόρεσε τα καλά του τα ρούχα, αυτά από δέρμα φιδιού που τόσο του πήγαιναν.
     - Κλείσε τα μάτια σου, του είπε η μαμά του, καθώς τον οδηγούσε στο σαλόνι, όπου βρίσκονταν ήδη οι δημοσιογράφοι.
     Ο μικρός δράκος υπάκουσε.
     - Άνοιξέ τα τώρα και φύσα, είπε η μαμά του.
     Ο μικρός δράκος άνοιξε τα μάτια του, και τι να δει; Μπροστά του ήταν ένα μεγάλο πυρέξ. Στο πυρέξ υπήρχε μια βελούδινη, κίτρινη κρέμα, που ήταν σκεπασμένη από ένα στρώμα λαμπερή, κρυσταλλική ζάχαρη.
     - Πού είναι η τούρτα; ρώτησε.
     - Φύσα! του είπε η μαμά του.
     Και τότε, ο μικρός δράκος φύσηξε. Και από το στόμα του βγήκε φωτιά, όπως πάντα. Και η φωτιά έπεσε επάνω στη ζάχαρη, που άναψε κατευθείαν. Και η ζάχαρη έκανε φουσκαλίτσες, πολλές, μικρές φουσκαλίτσες και άλλες, μεγαλύτερες, και το χρώμα της σκούρυνε, και ύστερα κρύωσε απότομα και έγινε μια ωραία, λαχταριστή, καφεκόκκινη καραμέλα.
     - Α! φώναξαν γεμάτοι θαυμασμό οι δημοσιογράφοι. Αυτή είναι η μεγαλύτερη κρεμ μπρουλέ που έχουμε δει! Και τι πρωτότυπος τρόπος παρασκευής!
     Και δωσ'του να βγάζουν φωτογραφίες και να αναβοσβήνουν τα φλας και έφαγαν όλοι από την κρεμ μπρουλέ, που ήταν πεντανόστιμη, και την επόμενη μέρα όλος ο κόσμος μιλούσε για το πάρτυ γενεθλίων του μικρού δράκου και όλοι ήθελαν να είναι εκεί. Και από τότε, ο μικρός δράκος δεν ξαναέκλαψε τη μέρα των γενεθλίων του, αλλά περίμενε αυτή τη μέρα με ανυπομονησία, όπως με ανυπομονησία την περίμεναν και όλοι οι υπόλοιποι, καθώς σκέφτονταν τη θεσπέσια κρεμ μπρουλέ της μαμάς δράκαινας και τους έτρεχαν τα σάλια.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Και με το φως του λύκου πηγαινοέρχονται



      Αγέλες λύκων παντού. Και κοπάδια κουκουβάγιες. Και νυχτερίδες. Και αρουραίοι. Τρέχουν και κρύβονται πολύ πριν βγει ο ήλιος. Κρύβονται προτού οι πρώτες ακτίνες τρυπήσουν τα σκοτάδια της νύχτας. Προτού κελαηδήσουν τα πρωινά πουλιά.
     Αγέλες λύκων παντού. Με τα μάτια να γυαλίζουν, τα δόντια τους σφιγμένα. Περπατούν στο σκοτάδι βιαστικά, έτοιμοι να αμυνθούν ή να επιτεθούν, αν χρειαστεί. Έτοιμοι να γρυλίσουν, δείχνοντας απειλητικά τα μυτερά τους δόντια.
     Αγέλες λύκων παντού. Πολλοί μαζί, αλλά ο καθένας μόνος του. Τι σημασία έχει που ανήκουν στο ίδιο είδος; Ο καθένας είναι για τον εαυτό του, χωρίς την πολυτέλεια να νιώθει τον εαυτό του.
     Αγέλες λύκων παντού. Χωμένοι σε σκοτεινά υπόγεια ή ανήλιαγα ισόγεια, σε γυάλινα ή πέτρινα κουτιά, δεν έχει σημασία. Δεμένοι εκεί μέσα με αλυσίδες αόρατες. Με αλυσίδες πολύ δυνατές.
     Αγέλες λύκων παντού. Και μένουν κλεισμένοι μέσα όλη τη μέρα. Και ακούνε μακριά, πολύ μακριά, τον αέρα που φυσάει, ακούνε την βροχή που πέφτει, νιώθουν τον ήλιο που ζεσταίνει τον αέρα. Αλλά μένουν κλεισμένοι εκεί. Όλη τη μέρα. Όλη τη μέρα.
     Αγέλες λύκων παντού. Που μόνο όταν αρχίσει να πέφτει ξανά το σκοτάδι, μόνο τότε βγαίνουν από τις κρυψώνες τους. Μόνο τότε πατάνε το πόδι τους στο κρύο πεζοδρόμιο. Μόνο τότε σηκώνουν τα μάτια τους στον ουρανό, και περιμένουν να βγει το φεγγάρι. Και όταν βγει το φεγγάρι, τότε μόνο, καμιά φορά, τους πιάνει μια μελαγχολία. Και τότε ουρλιάζουν προς το μέρος του, επειδή...
     Επειδή τότε μόνο, τότε, νιώθουν κάτι μέσα τους να δονείται. Και είναι ο εαυτός τους, αυτός ο ξεχασμένος τους εαυτός που τους φωνάζει, τι κάνεις; είσαι λύκος! ΕΙΣΑΙ ΛΥΚΟΣ! είσαι ένα με το φεγγάρι, το φεγγάρι είναι η πατρίδα σου, εσύ δε γεννήθηκες για τη γη, είσαι φτιαγμένος από φεγγαρόσκονη... Ουρλιάζουν οι λύκοι, λάμπει το φεγγάρι. Ουρλιάζουν οι λύκοι, δονείται το σύμπαν.
     Και ύστερα, είτε ούρλιαξαν είτε όχι, οι λύκοι αποσύρονται. Κρύβονται μέσα στη φωλιά τους, περιμένοντας το επόμενο λυκαυγές, εκείνη τη μαγική ώρα που το σκοτάδι ακόμα βασιλεύει, για να μπορούν άνετα όλοι οι λύκοι να ξαναβγούνε για να πάνε στις φυλακές τους...


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου