Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Για μια ποδηλατάδα


     Κάθε άνθρωπος έχει τους φίλους του. Έτσι και η Πίπη έχει τους δικούς της φίλους. Και είναι όλοι τους πολύ καλά παιδιά, γι'αυτό και είναι φίλοι της Πίπης.
     Η Πίπη, λοιπόν, έχει μια φίλη πολύ καλή, την Ρίνα τη Μινωταυρίνα. Η Ρίνα έχει δύο τεράστιες πατούσες, που όταν περπατάει μπορεί να ισοπεδώσει ολόκληρα μυρμηγκοχωριά, και αγαπάει το διάβασμα και τις ωραίες συζητήσεις. Επίσης, της αρέσουν πολύ οι βόλτες.
     Γι'αυτό η Ρίνα αποφάσισε να πάρει ένα ποδήλατο. Αλλά τι ποδήλατο θα μπορούσε να πάρει; Ένα με μεγάλα πεντάλια, φυσικά, για να χωράνε τα πόδια της. Και τι άλλο; Να πάρει ποδήλατο πόλης ή ποδήλατο βουνού; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
     Η Ρίνα έχει πρόβλημα. Δηλαδή, εντάξει, ένα απλό ποδήλατο δε θα ήταν και τόσο κακή επιλογή, έλα όμως που η Μινωταυρίνα κάνει παρέα με την Πίπη, που έχει ένα ιπτάμενο κρεβάτι! Και πώς θα πηγαίνουν βόλτες οι δυο τους αν και η Ρίνα δεν πάρει ένα ιπτάμενο ποδήλατο;
     Και ψάχνει, και ψάχνει, και κανένας δεν πουλάει ιπτάμενα ποδήλατα.
     - Γιατί δεν παίρνεις ένα συνηθισμένο και να του κολλήσεις φτερά; τη ρωτάνε οι γνωστοί της.
     Αλλά τι ξέρουν αυτοί; Κι αν φυσήξει δυνατός αέρας και ξεκολλήσουν τα φτερά από το ποδήλατο;
     - Κι αν γεμίσεις το ποδήλατο μπαλόνια; την ξαναρωτάνε. Τότε δε θα πετάει το ποδήλατο;
     Αλλά της Ρίνας δεν της αρέσει η ιδέα ενός ποδηλάτου γεμάτου μπαλόνια...
     - Είσαι πολύ μυστήρια, της λένε. Δεν αξίζεις τη βοήθειά μας.
     Και φεύγουν. Και την αφήνουν στην ησυχία της, νομίζοντας πως είναι μυστήρια. Αλλά εκείνη κάθε άλλο παρά μυστήρια είναι. Απλώς, θέλει να μπορεί να πηγαίνει βόλτα με τη φίλη της, τόσο κακό είναι πια; Και όλο ψάχνει στα μαγαζιά με τα ποδήλατα, και κάθεται επάνω και τα δοκιμάζει, και όλα τα νιώθει να είναι τόσο πολύ κολλημένα στη γη! Μα πού κρύβεται το ιπτάμενο ποδήλατο;
     Φαίνεται, λοιπόν, ότι η Ρίνα δε θα βρει ποτέ το ποδήλατο που ψάχνει, και τελικά αναγκάζεται να αγοράσει ένα απλό, συνηθισμένο ποδήλατο. Όμως για όλα υπάρχει λύση. Και η Ρίνα, δεν το ξέρει κανένας, έχει μία μαγική σκόνη. Της την έδωσε μια γρια μάγισσα στην Ψυχρούπολη, όπου η Ρίνα είχε πάει για σεμινάρια δημιουργικού σχηματισμού λεξοφυσαλίδων.
     - Παρ'την, της είχε πει, και να την χρησιμοποιείς με μεγάλη προσοχή. Δεν είναι για όλες τις περιπτώσεις.
     Κι όμως, η Ρίνα νιώθει ότι τώρα είναι η κατάλληλη ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τη μαγική της σκόνη. Πάει, λοιπόν, στο ντουλάπι όπου την έχει φυλαγμένη σε ένα βάζο που κλείνει αεροστεγώς, ανοίγει το βάζο και με τα δυο της δάχτυλα πιάνει μια μικρή, πολύ μικρή ποσότητα σκόνης. Ύστερα πλησιάζει το απλό, συνηθισμένο ποδήλατο και του ρίχνει την σκόνη από πάνω. Και το απλό, συνηθισμένο ποδήλατο δεν είναι πια και τόσο συνηθισμένο!
     Η Ρίνα ξανακλείνει προσεκτικά το βάζο με τη μαγική σκόνη και ξαναπηγαίνει στο ποδήλατο. Τεντώνεται στις μύτες των τεράστιων ποδιών της και με αρκετή δυσκολία καταφέρνει να πιάσει την πίσω ρόδα του ποδηλάτου και να το τραβήξει προς τα κάτω. Ύστερα, παίρνει ένα χοντρό κορδόνι και το δένει σφιχτά στη ρόδα.
     Με άλλα λόγια, το απλό, συνηθισμένο ποδήλατο που αγόρασε η Ρίνα, με τη μαγική σκόνη της γριας από την Ψυχρούπολη έγινε ένα πρώτης τάξης ιπτάμενο ποδήλατο. Τώρα η Ρίνα έχει άλλο πρόβλημα: δεν πρέπει να αφήνει το ποδήλατο λυτό ούτε στιγμή, ειδικά αν έχει τα παράθυρα του σπιτιού ανοιχτά και έξω φυσάει.
     Όμως, από την άλλη, τώρα μπορεί να πηγαίνει βόλτες μαζί με την Πίπη. Και είναι ένα ωραίο θέαμα, όταν στον ουρανό εμφανίζονται το ιπτάμενο κρεβάτι της Πίπης μαζί με το ιπτάμενο ποδήλατο της Μινωταυρίνας. Ειδικά όταν δεν φυσάει.

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Ταξιδιωτικής επανάστασης συνέχεια

     Για όλα, φυσικά, υπάρχει και το αντίθετό τους. Σήμερα, χωρίς καθόλου να το θέλω, ταξίδεψα σε ένα τυροκομείο, γεμάτο, τυριά, τυροπήγματα, γιαούρτια και πρόβειο γάλα. Έχω μάλιστα την αίσθηση ότι στον χώρο που ταξίδεψα, εκτός από τα προϊόντα βρίσκονταν και τα πρόβατα που έδωσαν το γάλα. Επρόκειτο για τουλάχιστον 50 κεφάλια (προβάτων, όχι τυριών) Άτιμο πράγμα το οσφρητικό ταξίδι, τελικά. Θα περιοριστώ στα ταξίδια με τον καναπέ-χρονοταξιδευτή.

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Ταξιδιωτική επανάσταση


     Σήμερα έκανα μία σημαντική ανακάλυψη: ανακάλυψα ότι, εκτός από τον καναπέ-χρονοταξιδευτή έχω κι άλλο ταξιδιωτικό εργαλείο. Και όχι μόνο αυτό: ανακάλυψα ότι, σε αντίθεση με τον καναπέ - που τον έχω μόνο εγώ -, το ταξιδιωτικό αυτό εργαλείο το έχουν όλοι.
     Η ανακάλυψη έγινε τυχαία, όπως γίνονται όλες οι ανακαλύψεις. Ευτυχώς, βέβαια, που γι'αυτό δεν χρειάστηκε να μου πέσει τίποτα στο κεφάλι, όπως έγινε με τον Νεύτωνα. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να πάω στη δουλειά.
     Πήγαινα, λοιπόν, στη δουλειά το πρωί και για να μην αργήσω πήρα το τρόλεϊ, που περνούσε εκείνη την ώρα. Κατέβηκα στην επόμενη στάση και άρχισα να περπατάω. Και με το που στρίβω στην πρώτη γωνία, τσουπ! μεταφέρομαι ως δια μαγείας κάπου αλλού!
     - Βρε, τι έγινε; αναρωτιέμαι. Πώς βρέθηκα εδώ;
     Δεν άργησα να το ανακαλύψω. Η μυρωδιά του καφέ, όπως βγαίνει από την καφετιέρα, πλημμύριζε τον δρόμο, πλανιόταν πάνω από τα τραπεζάκια που περίμεναν κάποιον να τα τιμήσει με την παρουσία του, έμπαινε στα άλλα μαγαζιά εκεί γύρω που άνοιγαν σιγά-σιγά, έμπαινε και στα ρουθούνια μου. Και ήταν αυτή η γνώριμη μυρωδιά του καφέ, που όπως έμπαινε στα ρουθούνια μου, αυτόματα με μετέφερε σε ένα άλλο μέρος, όπου εγώ ως τουρίστρια περιδιάβαινα πρωί-πρωί, απολαμβάνοντας το όμορφο πρωινό.
     - Να, λοιπόν, σκέφτηκα, άλλος ένας θαυμάσιος τρόπος να ταξιδεύεις.
     Αρκεί, λοιπόν, να κλείσουμε τα μάτια και να μυρίσουμε μια γνώριμη μυρωδιά για να μεταφερθούμε εν ριπή οφθαλμού μίλια μακριά (ή ακόμα και δεκαετίες μακριά, το εργαλείο είναι χωροχρονικό, σαν τον καναπέ μου). Μόνη προϋπόθεση, να υπάρχουν στον εγκέφαλό μας ήδη καταγεγραμμένες μυρωδιές.
     Τώρα, βέβαια, πολλοί θα πουν: και σιγά την βλακεία! Όμως, αυτό θα το πουν μόνο αυτοί που δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Διότι εγώ, το λέω ξεκάθαρα, βλέπω πολύ πιο πέρα! Η ανακάλυψή μου αυτή θα σημάνει την αλλαγή των ταξιδιών και των ταξιδιωτικών γραφείων. Σε ένα όχι τόσο μακρινό μέλλον, τα ταξιδιωτικά γραφεία θα είναι πολύ διαφορετικά από ό,τι είναι σήμερα.
     Ας φανταστούμε λοιπόν τον κύριο Χι, ο οποίος θέλει να κάνει ένα ταξίδι. Απευθύνεται, φυσικά, σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο. Το ταξιδιωτικό γραφείο έχει μία διακριτική είσοδο, πολύ ζεν. Τα απολύτως απαραίτητα: Ένα μπονζάι, μία μικρή λιμνούλα με ένα χρυσόψαρο, όπου τρέχει συνέχεια νερό, και ένας ξύλινος μελωδός, από αυτούς που κουδουνίζουν ευχάριστα με την πνοή του αέρα.
     Ο κύριος Χι σπρώχνει απαλά την πόρτα και μπαίνει μέσα. Μια μικρή αίθουσα αναμονής, ένα γραφείο υποδοχής με έναν υπάλληλο και γύρω-γύρω κλειστές πόρτες. Στο χώρο ακούγεται απαλή μουσική. Ο κύριος Χι πλησιάζει στην υποδοχή. Ο υπάλληλος τον υποδέχεται ευγενικά.
     - Καλημέρα σας, τι θα μπορούσα να κάνω για εσάς;
     - Θα ήθελα να κάνω ένα ταξίδι.
     - Μα φυσικά, κύριε, βρίσκεστε στο κατάλληλο μέρος... Πρώτα, όμως, επιτρέψτε μου να ρωτήσω, σε περίπτωση που δεν είδατε την προειδοποιητική πινακίδα στην είσοδο: είστε άνω των 18; Έχετε αρκετές οσφρητικές εμπειρίες; Το γραφείο μας παρέχει υπηρεσίες μόνο σε οσφρητικά έμπειρους πελάτες.
     - Ναι, βέβαια, έχω αρκετές οσφρητικές εμπειρίες, έχω ξαναταξιδέψει στο παρελθόν.
     - Πολύ ωραία. Και τώρα θα θέλατε να μου πείτε πού θα θέλατε να ταξιδέψετε;
     - Σκέφτομαι έναν καλοκαιρινό προορισμό...
     - Θάλασσα; Λίμνη; Ποτάμι; Μήπως βουνό;
     - Θα προτιμούσα θάλασσα.
     - Φυσικά, κύριε. Και τι εποχή σκοπεύετε να ταξιδέψετε;
     - Καλοκαίρι, οπωσδήποτε καλοκαίρι.
     - Προτιμάτε τα τουριστικά μέρη, ή θα θέλατε καλύτερα μια ήσυχη παραλία;
     - Θα προτιμούσα μία ήσυχη παραλία.
     - Μάλιστα, έχουμε το ταξίδι που σας ενδιαφέρει. Πόσα χρήματα θα ήσαστε διατεθειμένος να πληρώσετε; Έχουμε το βασικό πρόγραμμα, αλλά έχουμε και το λουξ, με πολλά έξτρα.
     - Ποια είναι η διαφορά;
     - Το βασικό πρόγραμμα περιλαμβάνει μόνο την όσφρηση, το λουξ περιλαμβάνει και ακουστική εμπειρία. Επίσης, υπάρχει η δυνατότητα στρώματος νερού, αντί για το απλό κάθισμα του βασικού προγράμματος. Φυσικά, αυτό κοστίζει επιπλέον. Υπάρχουν επίσης ομαδικά προγράμματα, για όσους θέλουν μία εμπειρία λουξ, σε τιμή βασικού προγράμματος.
     - Ε, δε θα ήθελα να κοστίσει πολύ ακριβά, αλλά δεν μπορώ να μπω σε ομαδικό πρόγραμμα, δώστε μου το βασικό πρόγραμμα.
     - Πολύ καλά, κύριε. Μου δίνετε την κάρτα σας, παρακαλώ, για να κάνω την χρέωση του προγράμματος;
     - Ορίστε.
     Και ενώ ο υπάλληλος χρεώνει το ταξίδι στην κάρτα του κυρίου Χι, μία άλλη υπάλληλος εμφανίζεται.
     - Κυρία Ψι, της λέει ο υπάλληλος υποδοχής, οδηγήστε παρακαλώ τον κύριο Χι, στην αίθουσα 5.
     - Ακολουθήστε με, κύριε, λέει η κυρία Ψι.
     Ο κύριος Χι ακολουθεί την κυρία Ψι, η οποία ανοίγει την πόρτα αριθμός 5. Βρίσκονται σε ένα μικρό δωμάτιο, με χαμηλό φωτισμό και ένα αναπαυτικό κάθισμα. Στο χώρο ακούγεται μια πολύ απαλή μουσική.
     - Καθήστε αναπαυτικά και φορέστε το κάλυμμα οφθαλμών, λέει η κυρία Ψι. Το ταξίδι σας θα ξεκινήσει εντός ολίγου.
     Ο κύριος Χι κάθεται αναπαυτικά και φοράει ένα κάλυμμα στα μάτια του, ενώ η κυρία Ψι βγαίνει από το δωμάτιο και κλείνει την πόρτα. Το αμέσως επόμενο λεπτό, το δωμάτιο πλημμυρίζει από μία πολύ γνωστή μυρωδιά.
     - Αααα, ανασαίνει το ιώδιο ο κύριος Χι. Τι ωραία που είναι εδώ!
      Ξαπλώνεται ακόμα καλύτερα στο κάθισμά του και απολαμβάνει μία υπέροχη καλοκαιρινή μέρα στην παραλία. Η θάλασσα κυματίζει ελαφρά και ένα δροσερό αεράκι του χαϊδεύει το πρόσωπο.
     - Μακάρι να είχα λεφτά για το πρόγραμμα λουξ, σκέφτεται ο κύριος Χι. Τι ωραία που θα ήταν αν άκουγα και τα κυματάκια να σκάνε στην παραλία! Και ξαπλωμένος σε ένα στρώμα νερού, ακόμα καλύτερα!
     Αλλά και έτσι καλά είναι, πρόκειται για μια πολύ ευχάριστη εμπειρία. Θα έχει να μιλάει γι'αυτήν στο γραφείο. "Πού πήγες φέτος;" "Α, φέτος πήγα στη θάλασσα!" "Και πώς τα πέρασες;" "Πολύ ωραία, όλη την ώρα αραγμένος στην παραλία..." "Αχ, μπράβο, και του χρόνου να είσαι καλά να ξαναπάς!"
     Αυτά σκέφτεται ο κύριος Χι καθώς απολαμβάνει το ταξίδι του, και στα διπλανά δωμάτια άλλοι κύριοι και κυρίες Χι, ξαπλωμένοι αναπαυτικά, απολαμβάνουν τα δικά τους ταξίδια, σε βουνά, θάλασσες, πόλεις, χωριά... Και όλοι στο βάθος του μυαλού τους ευχαριστούν σιωπηλά τον εφευρέτη αυτών των ταξιδιών, δηλαδή εμένα!

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Βροχής παρενέργειες


     Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι η αγαπημένη μου εποχή είναι η άνοιξη. Μέχρι που έχω και θεωρία γι'αυτό. Λατρεύω τον καλό καιρό, τα ανθισμένα λουλούδια, την επιστροφή των χελιδονιών. Δεν μου αρέσει το κρύο, το χιόνι και η βροχή, ιδιαίτερα όταν δεν βρίσκομαι μέσα στο προστατευμένο περιβάλλον του σπιτιού μου. Δεν μου αρέσει ο χειμώνας, παρ'όλο που έχω γεννηθεί χειμώνα.
     Υπάρχει όμως και άλλη μια εποχή του χρόνου που μου αρέσει πολύ: το φθινόπωρο, και πιο συγκεκριμένα, η αρχή του φθινοπώρου, με τα φύλλα που κιτρινίζουν, αλλά κυρίως, με τις ψιλές βροχούλες που νοτίζουν το χώμα και το κάνουν να μοσχοβολάει.
     Έτσι, εχθές το απόγευμα ήταν για μένα μια σκέτη απόλαυση. Κάθησα στη βεράντα μου και ανάσαινα τον μυρωδάτο αέρα, και στο μυαλό μου έρχονταν απανωτά ένα σωρό φθινοπωρινές μέρες, τότε που ήμουν μικρή και τα πρωτοβρόχια σηματοδοτούσαν την επιστροφή μου στο σχολείο. Επειδή το λάτρευα το σχολείο (και δε θέλω σχόλια περί "φυτών"). Τα πρωτοβρόχια σήμαιναν την επιστροφή μου στο σχολείο, με τους φίλους μου, με τα καινούργια βιβλία - που τα ξεφύλλιζα μέχρι την τελευταία σελίδα - , με τα καινούργια πράγματα που με περίμεναν να τα μάθω, άσχετα αν τώρα τα περισσότερα από αυτά τα έχω ξεχάσει...
     Και οι ευχάριστες εκπλήξεις δεν σταμάτησαν στην χθεσινή μέρα. Σήμερα το πρωί, άλλη ευχάριστη έκπληξη με περίμενε: ο ουρανός ήταν και πάλι γκρίζος και ψιχάλιζε, και η σκέψη μου ταξίδεψε κατευθείαν στα ταξίδια που έχω κάνει κάποιους Σεπτέμβριους της ζωής μου. Και ας είναι ακόμη Αύγουστος.
     Η αίσθηση ήταν τόσο έντονη, που δεν ένιωθα ότι πήγαινα στη δουλειά μου, αισθανόμουν σαν να πήγαινα να επισκεφτώ κάποιο μουσείο και να περιδιάβαινα τους νοτισμένους δρόμους μιας ξένης πόλης, όπου περπατούσαν ξένοι άνθρωποι, που μιλούσαν ξένες γλώσσες. Κι αυτό επειδή όσες φορές έχω ταξιδέψει Σεπτέμβριο, πάντα βρέχει τη μία από τις μέρες του ταξιδιού. Λες και το έχω κάνει τάμα.
     Κι όμως, όλες αυτές οι βροχές, οι ψιχάλες και οι μπόρες των ταξιδιών του Σεπτεμβρίου, συντέλεσαν ώστε το σημερινό πρωινό να μου φανεί τόσο όμορφο. Και κάθε φορά που κοίταζα έξω στον δρόμο, μεμιάς έπαυα να βρίσκομαι στην Αθήνα και ταξίδευα σε άλλα μέρη και σε άλλους καιρούς.
     Και θα το ομολογήσω, όσο παράξενο κι αν φαίνεται: παρακαλούσα να μην βγει ο ήλιος και όταν κατά το μεσημέρι βγήκε, πολύ στενοχωρήθηκα. Ποια; Εγώ, η λάτρης της ηλιοφάνειας. Μάλλον χρειάζομαι επειγόντως ένα ταξίδι...
 


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου
                                                                                         

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Η ώρα του σκλάβου


     Σήμερα ανακάλυψα ότι ο καναπές μου είναι στην πραγματικότητα μία πρώτης τάξης χρονομηχανή. Δεν εξηγείται αλλιώς, πώς κοιμήθηκα επάνω του Δευτέρα και ξύπνησα Παρασκευή! Ή, μάλλον, για να ακριβολογήσω, αυτήν την αίσθηση είχα όταν ξύπνησα: ότι ήταν Παρασκευή. Έτοιμη ήμουν να κάνω το πρόγραμμα του Σαββάτου, όταν συνειδητοποίησα ότι ήταν ακόμα Δευτέρα βράδυ!
     Είναι προφανές, λοιπόν, ότι ο καναπές μου, αν δεν είναι χρονομηχανή, είναι τουλάχιστον μαγικός και, άρα, θα πρέπει να είμαι πολύ προσεκτική όταν αποκοιμιέμαι επάνω του. Θα πρέπει, για καλό και για κακό, να έχω δίπλα μου πάντα ένα ημερολόγιο, για να βρίσκω τη σωστή μέρα, όταν ξυπνάω. Και ίσως, ακόμα και έτσι, να χρειάζεται να διασταυρώσω την πληροφορία και με άλλες πηγές.
     Βέβαια, όταν το ξανασκέφτηκα, λίγο αργότερα - που είχα ξυπνήσει για τα καλά - είδα ότι ίσως η αιτία να ήταν πιο απλή, και τελικά σκέφτηκα ότι μάλλον έφταιγε η ζέστη.
     Επειδή είναι αλήθεια, κάνει ζέστη. Ζέστη που τη νιώθεις παντού τριγύρω, στον αέρα, στα αντικείμενα, στο δέρμα σου, παντού...
     Και αφού αναγνώρισα τη σοβαρότητα της κατάστασης, αποφάσισα να φέρω τον σκλάβο να μου κάνει αέρα. Ξέρω, ξέρω, έχω ζαλίσει τους πάντες με τα περί ελευθερίας και δημοκρατίας, αλλά ναι, το ομολογώ, έχω έναν σκλάβο. Η αλήθεια, δε, είναι ότι δεν τον αγόρασα εγώ από το σκλαβοπάζαρο, άλλος τον αγόρασε και μου τον πρόσφερε ως δώρο.
     Και να σκεφτεί κανείς ότι στην αρχή δεν τον ήθελα... Κι όμως, να που χρειάζεται ένας σκλάβος. Ξέρετε, από εκείνους που κρατάνε εκείνες τις τεράστιες βεντάλιες από φτερά και κάνουν αέρα δροσίζοντας τα αφεντικά. Ένας τέτοιος σκλάβος τελικά χρειάζεται.
     Φυσικά, προσπαθώ να μην τον πολυεκμεταλλεύομαι. Προσπαθώ να ζητάω τις υπηρεσίες του όσο πιο σπάνια γίνεται, αλλά σήμερα το αποφάσισα: ήρθε η ώρα του σκλάβου.
     Και μη φανταστείτε ότι ο σκλάβος μου είναι κανένας σωματαράς μαύρος, με κρίκο στο αυτί και τουρμπάνι. Όχι, όχι, αυτά μόνο στις ταινίες. Ο δικός μου ο σκλάβος είναι κοντούλης, νάνος θα έλεγε κανείς, και ανοιχτόχρωμος. Τη δουλειά του όμως την κάνει και αυτό είναι το σημαντικό.
     - Αέρα, παρακαλώ, του είπα όταν τον ανέβασα από την αποθήκη, όπου ήταν ξαπλωμένος.
     - Πόσο δυνατό; με ρώτησε.
     - Αρκετά, απάντησα.
     - Έτσι είναι καλά; ρώτησε.
     - Τέλεια! Αλλά μην κουνιέσαι πέρα-δώθε, να κάνεις αέρα σταθερά προς τη μεριά μου.
     - Μάλιστα, κυρία, μου είπε και επιδόθηκε στο έργο του.
     Και ο αέρας δρόσισε σχεδόν αμέσως. Αχ, τι απόλαυση! Να έχεις την ευχή μου, καλέ μου ανεμιστήρα!

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Νυχτερινές επιθέσεις


     Τελικά, είναι γεγονός. Η Χώρα της πίσω βεράντας είναι ένα πολύ επικίνδυνο μέρος. Ίσως είναι έτσι, επειδή δεν υπάρχει κανείς να τη φυλάει. Ίσως, πάλι, επειδή δεν έχει πολλή φασαρία. Όλος ο κόσμος ξέρει ότι τα άγρια ζώα αποφεύγουν τη φασαρία.
     Κι όμως, με μια πρώτη ματιά, η Χώρα της πίσω βεράντας φαίνεται ένα ειδυλλιακό μέρος. Βλάστηση, ησυχία... Ένα κομμάτι Παράδεισος, που έχει πέσει στη γη. Πουλάκια κελαηδάνε, τζιτζικάκια τερετίζουν, πεταλούδες πετούν αμέριμνες...
     Κι όμως, ανάμεσα στα φύλλα των φυτών, κρυμμένα πίσω από τις γλάστρες, τα άγρια ζώα κρύβονται, περιμένοντας να πέσει το σκοτάδι. Και έχουν τεράστια υπομονή, αφού ξέρουν ότι ένα μέρος της επιτυχίας τους οφείλεται στη μεταμφίεση και ένα άλλο στον αιφνιδιασμό. Ξέρουν πολύ καλά ότι πρέπει να γίνουν ένα με το περιβάλλον για να μην εντοπιστούν, για να μπορούν στη συνέχεια να αιφνιδιάσουν το θύμα τους.
     Άγριοι, αιμοδιψείς κυνηγοί, που κυνηγούν μεμονωμένα ή σε αγέλες. Και φυσικά, μόνο τα θηλυκά κυνηγούν, όπως συμβαίνει και με τα λιοντάρια. Μόνο τα θηλυκά είναι τόσο επικίνδυνα. Κρύβονται ανάμεσα στα φυλλώματα και περιμένουν ακίνητα, αμίλητα. Και μόνο όταν πέσει το σκοτάδι, μόνο τότε, βγαίνουν από τις κρυψώνες τους και επιτίθενται. Και εντοπίζουν το θύμα τους από την οσμή. Οσμίζονται το αίμα από μακριά. Και δεν τους τρομάζει το μέγεθος του θύματος, όσο πιο μεγάλο, τόσο το καλύτερο, αφού το φαγητό θα είναι αφθονότερο.
     Όλα αυτά η Πίπη τα ξέρει πολύ καλά. Ξέρει ότι υπάρχουν άγριοι κυνηγοί. Ξέρει ότι η Χώρα της πίσω βεράντας μπορεί να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνη. Και προσέχει. Και αποφεύγει τη Χώρα της πίσω βεράντας, όταν είναι βράδυ.
     Όμως εχθές, η βραδιά ήταν τόσο γλυκιά, η Χώρα της πίσω βεράντας φαινόταν τόσο ήσυχη, τόσο ακίνδυνη, τόσο ευχάριστη, που η Πίπη αποφάσισε να καθήσει εκεί. Ίσως να έφταιγε το ότι είχε αποφασίσει να διαβάσει λίγο, αντί να πετάει δεξιά κι αριστερά, όπως συνηθίζει.
     Και πήρε το βιβλίο της και κάθησε. Και άρχισε να διαβάζει. Και ήταν αρκετά διασκεδαστικό αυτό που διάβαζε. Από μακριά ακουγόταν το βουητό των αυτοκινήτων, αλλά τα τζιτζικάκια ήταν εκεί και τερέτιζαν χαλαρωτικά. Η Πίπη άπλωσε και τα πόδια της για να είναι πιο άνετα. Και συνέχισε να διαβάζει.
     Μέγα λάθος. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι, τα άγρια ζώα ξεθάρρεψαν και βγήκαν από τις κρυψώνες τους. Εντόπισαν χωρίς δυσκολία τον στόχο τους και του επιτέθηκαν χωρίς καθυστέρηση. Και όταν η Πίπη κατάλαβε ότι είχε γίνει ο στόχος των άγριων θηρίων της χώρας, ήταν πια αργά. Το μόνο που κατάφερε ήταν να επιστρέψει στη Χώρα του διαμερίσματος πληγωμένη.
     Και πάλι καλά που την γλίτωσε με μόνο δύο δαγκωματιές στα πόδια!

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Φτερωμαίος και Πουπουλιέτα


     - Άργησες, της είπε. Πήγα να πεθάνω από την αγωνία μου.
     - Συγγνώμη, αγαπημένε μου, απάντησε εκείνη, όμως έπρεπε πρώτα να το σκάσω από την παραμάνα μου.
     - Καταραμένη να είναι! είπε αυτός. Κάθε λεπτό που σε κρατάει μακριά μου, ένας χρόνος γεμάτος κατάρες για εκείνη!
     - Μη μιλάς έτσι, καλέ μου, τον αποπήρε. Αφού το ξέρεις, δεν μπορεί να κάνει και αλλιώς. Φοβάται τον πατέρα μου.
     - Ω, άντρα πιο μισητέ από όλους τους θνητούς, που μου στερείς τόσο άστοργα την ευτυχία!
     - Μη με στενοχωρείς, αγαπημένε μου, του είπε εκείνη. Στο κάτω-κάτω της γραφής, πατέρας μου είναι και ό,τι κάνει το κάνει για το καλό της κόρης του.
     - Δεν είμαι εγώ το καλό της κόρης του; Εγώ, που θα έδινα και τη ζωή μου για ένα λεπτό δικής σου ευτυχίας; Και γιατί τάχα δε με θέλει, ταίρι δικό σου να γενώ; Φταίει το σόι μου, που είναι φτωχό και παρακατιανό;
     - Μην προσποιείσαι πως δεν ξέρεις, είναι η έχθρα η παλιά, οι Πουπουλέτοι κι οι Πουπουλέγοι.
     - Ανάθεμα το όνομά μου, που σε κρατάει μακριά μου...
     - Αρνήσου το, τα πράγματα για μας πιο εύκολα θα γίνουν.
     - Μα δεν μπορώ, αν το αρνηθώ, η κατάρα των Πουπουλέγων θα μας ακολουθεί για πάντα. Μέρα δε θα περάσει, ούτε νύχτα, ούτε απόβραδο, που δε θα είμαστε καταραμένοι.
     - Μακάρι να μπορούσα, την έχθρα αυτή να έσβηνα για πάντα. Αλλά όσο τρέχει αίμα στο κορμί μου, το όνομά μου δε θα με αφήσει, ωιμέ...
     - Μην θλίβεσαι, αγαπημένη, και η αγάπη μας, αν είναι δυνατή, αυτή μόνο μπορεί την έχθρα να παλέψει και για τους δυο μας.
     - Ας δώσει ο Έρωτας, ο φτερωτός θεός, η αγάπη μας να είναι δυνατή. Μα, αρκετό χρόνο χάσαμε κάνοντας μαύρες σκέψεις, και όπου να'ναι θα πρέπει να γυρίσω. Μίλησέ μου για αγάπη, εσύ που την αγάπη μου ορίζεις. Μίλησέ μου, όπως μόνο εσύ ξέρεις.
     - Έχεις δίκιο, όπως πάντα, βασίλισσά μου. Όμως, από τα ανούσια λόγια ενός αρρώστου, χίλιες φορές καλύτερες είναι οι καυτές ματιές του.
     - Ω, Φτερωμαίε, τι ωραία που τα λες! Τι ποιητής που είσαι!
     - Ποιητής δε γεννήθηκα, ποιητή με έκανε η αγάπη σου, αφέντρα της ψυχής μου. Και δε διστάζω να το πω: ανάμεσα σε όλα τα θαύματα της γης, της θάλασσας και του ουρανού, του κόσμου αυτού μα και του άλλου, η Πουπουλιέτα μου είναι το θαύμα το πιο θαυμαστό από όλα!
     - Πες μου κι άλλα, γουργούρισε η Πουπουλιέτα.
     - Άσε να μιλήσει η καρδιά, που μόνο εκείνη ξέρει να μιλά...
     - Πες μου πότε θα παντρευτούμε.
     - Ζυγώνει, ζυγώνει, εκείνη η μέρα, δική μου θα γίνεις, ω, περιστέρα...
     - Και θα ζούμε αγαπημένοι, δίχως έχθρητες και μίση...
     - Σε ένα μικρό σπιτάκι, που θα γίνει της αγάπης μας το υπέρλαμπρο παλάτι.
     - Και η αγάπη μας θα ανθίζει...
     - Με του έρωτα το ζωογόνο το νερό καθημερινά θα την ποτίζουμε. Και ο κόσμος θα γεμίσει με τους καρπούς του έρωτά μας!
     - Ω! Και θα είμαστε για πάντα ευτυχισμένοι, αναστέναξε η Πουπουλιέτα και τα μάτια της έλαμπαν.
     - Κανείς δεν γνώρισε την ευτυχία, πριν από εμάς, κι ούτε μετά από εμάς θα την γνωρίσει...
     - Φτερωμαίε μου, αχ, πόσο σε λατρεύω!
     - Έλα, τώρα, λατρεμένη μου αγάπη, δωσ' μου ένα φιλάκι!
     - Μη, θα μας δουν, ο ήλιος δε βασίλεψε ακόμα!
     - Και αν μας δουν, τάχα σαν τι θα πουν;
     - Κι αν στον πατέρα μου το πουν;
     - Ας το πάρει απόφαση, επιτέλους, ότι δεν μπορεί να χωρίσει δυο ερωτευμένους.
     - Φοβάμαι μη με στείλει εσωτερική σε κολλέγιο στο Περιστέρι και δε σε ξαναδώ, αγαπημένε...
     - Όπου κι αν σε στείλει, εγώ θα σε ακολουθήσω, όπως η σκνίπα ακολουθεί το φως, φως μου εσύ, ήλιε λαμπρέ...
     - Ναι, αλλά η σκνίπα πέφτει πάνω στο φως και καίγεται, φοβάμαι μήπως γίνω η καταστροφή σου.
     - Μαζί σου, αν είναι, ας καώ, θυμίαμα ας γίνω, στον έρωτα αυτό...
     Νταν! Νταν! Νταν! ακούστηκαν οι καμπάνες της εκκλησίας.
     - Ωχ, είπε η Πουπουλιέτα, πέρασε η ώρα, πρέπει να γυρίσω προτού με αναζητήσουν.
     - Καταραμένες καμπάνες, μάρτυρες εσείς του αδυσώπητου χρόνου!
     - Θα τα πούμε αύριο;
     - Αύριο, ναι, αύριο, πόσο όμορφο θα είναι το αύριο με την προσμονή αυτής της συνάντησης! Θα μετράω τον χρόνο, δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο...
     - Στο ίδιο μέρος, έτσι;
     - Θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω... Μόνο μην αργήσεις όπως σήμερα...
     - Θα προσπαθήσω. Καληνύχτα, αγαπημένε...
     - Καληνύχτα, αγαπημένη, είπε και πρόλαβε να της κλέψει ένα φιλί.
     Και ούτε που είδε τον παπαράτσι, που τους φωτογράφιζε από ένα μπαλκόνι πιο πέρα...


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Χείρα βοηθείας

    
     Και έρχεται αυτή η ώρα. Η ώρα που δεν επιθυμείς καθόλου. Έξω κάνει ζέστη, τα τζιτζίκια ακούγονται τόσο δυνατά που καλύπτουν τον ήχο των αυτοκινήτων, και τα ρούχα βρίσκονται εκεί που τα είδες τελευταία φορά: μέσα στη λεκάνη και περιμένουν να σιδερωθούν.
     Αναρωτιέσαι ποιος ανακάλυψε το σιδέρωμα. Κάποιος που μισούσε τις γυναίκες, προφανώς. Και τι πειράζουν μερικές ζάρες; Οι ρυτίδες στο πρόσωπο δίνουν γοητεία, γιατί όχι και στα ρούχα; Αλλά το ξέρεις ότι όλα αυτά είναι βλακείες. Είναι προφάσεις για να αναβάλεις αυτό που έχεις αναβάλει τόσες μέρες. Πάρ'το απόφαση, δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς.
     Με βαριά καρδιά ανοίγεις τη σιδερώστρα, παίρνεις τη λεκάνη με τα ρούχα και ύστερα το σίδερο. Τι αντιπαθητικό που είναι! Αλλά, τι είναι αυτό; Η ατυχία σου δεν περιγράφεται! Θέλει καθάρισμα. Πότε λερώθηκε η πλάκα του και δεν το πήρες είδηση;
     Παίρνεις ένα πανί και αρχίζεις να τρίβεις την πλάκα. Τρίβεις, τρίβεις, αδύνατο να καθαρίσει. Εσύ όμως επιμένεις. Τρίβεις με τόση επιμονή που η πλάκα αρχίζει να βγάζει καπνό. Αλλά ο λεκές συνεχίζει να είναι εκεί, έστω κι αν τώρα φαίνεται λίγο αχνός, ίσως και από τον καπνό.
     - Δε σιδερώνουν έτσι, ακούς τότε μια φωνή ή νομίζεις ότι ακούς μια φωνή.
     Δε δίνεις σημασία και συνεχίζεις να τρίβεις.
     - Αν συνεχίσεις έτσι, δεν πρόκειται να τελειώσεις ποτέ. Άσε με εμένα που ξέρω...
     Αυτή τη φορά δεν ήταν η ιδέα σου, είσαι σίγουρη ότι άκουσες τη φωνή. Ναι, βέβαια, αλλά ποιος μπήκε στο σπίτι; Θυμάσαι πολύ καλά ότι πόρτες και παράθυρα είναι κλειστά... Νιώθεις τους παλμούς σου να ανεβαίνουν. Γυρνάς προς την κατεύθυνση της φωνής και τότε την βλέπεις.
     Είναι ντυμένη πολύ απλά, με ένα βαμβακερό, λουλουδάτο φόρεμα. Όμορφη κοπέλα, αλλά τι είναι αυτό που προεξέχει στους ώμους της;
     - Άσε με εμένα, ξαναλέει και σου χαμογελάει, ενώ δύο μικρά φτεράκια - αυτά είναι που προεξέχουν - πεταρίζουν κάνοντας φρτ-φρτ.
     Μένεις άναυδη. Πού είναι το κινητό να βγάλω μια φωτογραφία; Όμως, έχεις χαζέψει, δεν μπορείς να κουνήσεις ρούπι από τη θέση σου.
     Εκείνη γελάει. Το γέλιο της μοιάζει με τον ήχο των τζιτζικιών.
     - Καλά, λέει, δεν έχεις δει ποτέ σου νεράιδα;
     Λέξη εσύ. Κι αν σου κλέψει τη μιλιά; Στα παραδοσιακά παραμύθια οι νεράιδες κλέβουν τη μιλιά των ανθρώπων... Μα, τι σκέψεις είναι αυτές; Τα πιστεύεις αυτά που σκέφτεσαι;
     - Καλά, αν θέλεις, μη μιλάς, συνεχίζει η νεράιδα. Θα κάνω τη δουλειά μου και θα φύγω.
     Τεντώνει το χέρι της και βλέπεις ότι κρατάει ένα ραβδάκι. Δεν έχει αστέρι στην άκρη. Είναι ένα απλό ραβδί. Δηλαδή, όχι και τόσο απλό... Η νεράιδα ακουμπάει με το ραβδί της τα ρούχα που βρίσκονται στη λεκάνη και εκείνα ζωντανεύουν! Μήπως ονειρεύεσαι; Αλλά, όχι, να, ακούγονται και τα τζιτζίκια.
     Ένα-ένα, τα ρούχα πετάνε στον αέρα, τεντώνονται καλά-καλά, και ύστερα διπλώνονται προσεκτικά και τοποθετούνται το ένα επάνω στο άλλο. Τόσο απλά...
     - Ορίστε και το τελευταίο, λέει η νεράιδα και κρύβει το ραβδάκι.
     Είναι τόσο γλυκιά, έτσι που σου χαμογελάει, δεν μπορεί να είναι κακιά, λες στ'αλήθεια να κλέβει τη μιλιά;
     - Ευχαριστώ, λες ύστερα από πολλή σκέψη.
     - Παρακαλώ, λέει εκείνη. Δεν κάνει τίποτα.
     Παίρνεις θάρρος και συνεχίζεις.
     - Και πώς το ήξερες και ήρθες;
     - Δεν το ήξερα, λέει. Εσύ με κάλεσες.
     - Εγώ; Πώς;
     - Δε θυμάσαι που έτριψες την πλάκα του σίδερου και έβγαλε καπνό;
     Φυσικά και θυμάσαι. Έτσι, λοιπόν, λειτουργεί και το σίδερο; Σαν το λυχνάρι του Αλαντίν;
     - Είμαι η νεράιδα του σίδερου, λέει η νεράιδα. Κάθε φορά που θα χρειαστείς τη βοήθειά μου, αρκεί να τρίψεις την πλάκα του σίδερου και εγώ θα έρθω αμέσως.
     Χαμογελάει, ακούς ένα φουπ! και η νεράιδα εξαφανίζεται, αφήνοντας στη θέση της ένα συννεφάκι που διαλύεται γρήγορα.
     Μένεις μόνη σου, με τα σιδερωμένα ρούχα σου και με το σίδερο, του οποίου η πλάκα συνεχίζει να είναι λερωμένη. Αλλά τι σημασία έχει πια αυτό; Εσύ την βρήκες τη λύση, είναι η νεράιδα του σίδερου, για φαντάσου, υπάρχουν νεράιδες και εσύ μόλις συνάντησες μία, τι τύχη...
     Και τότε, σου έρχεται η πιο καταπληκτική ιδέα από όλες: να δεις που θα υπάρχουν κι άλλες νεράιδες, πολλές, μία για κάθε δουλειά του σπιτιού, η νεράιδα της μπουγάδας, η νεράιδα της φασίνας, η νεράιδα της σκόνης... Και, να δεις, με κάποιον τρόπο θα πρέπει να μπορέσεις να τις καλέσεις και εκείνες. Τρίβοντας το πλυντήριο, μήπως; Τρίβοντας την σκούπα; Το ξεσκονόπανο; Την σφουγγαρίστρα; Και τρίβεις, και τρίβεις, και κάνει και ζέστη, και έχεις αρχίσει να ιδρώνεις, αλλά καμία νεράιδα δεν εμφανίζεται... Και όλο και περισσότερο τρίβεις, και όλο και περισσότερο ζεσταίνεσαι, και όλο και περισσότερο ιδρώνεις...
     Και τότε ξυπνάς. Πάλι σε πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Και τα ρούχα είναι εκεί, μέσα στη λεκάνη και σε κοιτάζουν. Ασιδέρωτα.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Μην είδατε τον Παναγή;


     Στο σύμπαν της Πίπης υπάρχουν τρεις χώρες: η Χώρα του διαμερίσματος, η Χώρα της πίσω βεράντας και η Χώρα της μπροστινής βεράντας. Στην ουσία, βέβαια, πρόκειται για βασίλεια, όσο κι αν η βασιλεία θεωρείται από πολλούς ξεπερασμένη.
     Στη Χώρα της πίσω βεράντας, λοιπόν, όπου έπεσε και η κατάρα της μάγισσας, βασιλεύει η Αρμπαρόριζα (η Βραζιλιάνα μάς άφησε χρόνους, παρεμπιπτόντως). Στη Χώρα της μπροστινής βεράντας βασιλεύει η Φασαρία. Στη Χώρα του διαμερίσματος, που είναι και η μεγαλύτερη, βασιλεύει η Ακαταστασία.
     Στη Χώρα της μπροστινής βεράντας ήταν που εμφανίστηκε ο Παναγής. Και, αν κάποιος ρωτήσει ποιος είναι ο Παναγής, θα πρέπει να τον ενημερώσω ότι ο Παναγής είναι γεννημένος κυνηγός και έχει φονικά ένστικτα, είναι όμως ένας από τους τυχερούς εκείνους τύπους που έκαναν το ταλέντο τους επάγγελμα.
     Ο Παναγής, λοιπόν, εμφανίστηκε τις προάλλες στη Χώρα της μπροστινής βεράντας. Δεν ξέρω αν ήρθε επίτηδες, ή αν βρέθηκε κατά λάθος, το γεγονός είναι ότι εμφανίστηκε. Και, αφού έκανε μια επιθεώρηση στη χώρα, αποφάσισε ότι το περιβάλλον τού ταίριαζε. Επιπλέον, καθώς ο Παναγής είναι ελεύθερος επαγγελματίας, δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει σε κανέναν για το πού και πότε θα προσφέρει τις υπηρεσίες του. Έτσι, χωρίς να το ξανασκεφτεί, αποφάσισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Αυτής Μεγαλειότητα, τη Φασαρία.
     Παρουσιάστηκε, λοιπόν, μπροστά στη Φασαρία και έκανε την προσφορά του. Χρειάστηκε, δε, να φωνάξει αρκετά δυνατά μέχρι να ακουστεί.
     - Τι μπορείς να κάνεις; ρώτησε η Φασαρία.
     - Παρέχω υψηλού επιπέδου υπηρεσίες φύλαξης και προστασίας, φώναξε ο Παναγής.
     - Χμ, είπε η Φασαρία, που μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί ότι τα σύνορά της θα χρειάζονταν περιφρούρηση, καθώς είχε άριστες σχέσεις με τις γειτονικές χώρες. Και ποια θα είναι η πληρωμή σου; Η χώρα μου είναι αρκετά μεγάλη, αλλά δεν είναι πλούσια...
     - Όσο γι'αυτό, μην ανησυχείτε, είπε ο Παναγής. Πληρώνομαι με ποσοστά. Ένα ποσοστό των εισβολέων που θα συλλαμβάνω θα το τρώω. Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο.
     - Αν είναι έτσι, εντάξει, είπε η Φασαρία.
     Και έτσι ο Παναγής, άρχισε να περιπολεί στα σύνορα της Χώρας της μπροστινής βεράντας. Πάνω-κάτω, πέρα-δώθε, και με την προσοχή του στραμμένη προς όλες τις κατευθύνσεις, αποδείχτηκε ότι ήταν πολύ καλός στη δουλειά του. Οι κάτοικοι της χώρας έμειναν πολύ ικανοποιημένοι από τις υπηρεσίες του. Μόνο οι εισβολείς είχαν πρόβλημα.
     Και επάνω που όλα είχαν μπει σε μια σειρά, εξαφανίστηκε ο Παναγής.
     - Πού είναι ο Παναγής; αναρωτήθηκε πρώτο το αλεξανδρινό.
     - Πού είναι ο Παναγής; ρώτησε και το κλήμα, που απολάμβανε το πρωινό αεράκι κουνώντας νωχελικά τα μεγάλα φύλλα του.
     - Μην είδατε τον Παναγή; ρώτησε και το γιασεμί, τεντώνοντας τα κλαδάκια του για να μαζέψει ήλιο.
     Αλλά κανείς δεν τον είχε δει τον Παναγή. Τι να είχε γίνει; Να είχε αλλάξει γνώμη; Να είχε φύγει;
     Η αναταραχή στη Χώρα της μπροστινής βεράντας ήταν τόση, που έφτασε και στα αυτιά της Πίπης. Και η Πίπη βάλθηκε να ανακαλύψει πού είχε πάει ο Παναγής. Και όταν η Πίπη βάζει κάτι στο μυαλό της, δεν την σταματάει τίποτα. Άρχισε, λοιπόν, να ψάχνει με επιμονή. Και τελικά, οι κόποι της ανταμείφθηκαν.
     - Τι κάνεις εδώ, έτσι ανάποδα; τον ρώτησε.
     - Κρύβομαι από τους εισβολείς, της είπε.
     - Θα σου ανέβει το αίμα στο κεφάλι, του είπε.
     - Δεν έχω αίμα, της απάντησε.
     - Και πόση ώρα θα κάτσεις εκεί;
     - Όση ώρα χρειαστεί. Δεν το κουνάω από εδώ, αν δεν πιάσω κάποιον εισβολέα. Και τώρα φύγε από εδώ, μου τους τρομάζεις και δεν έρχονται.
     Η Πίπη δεν ήθελε να τρομάξει τους εισβολείς. Επιπλέον, έπρεπε να συνεχίσει την εξάσκηση στο πέταγμα. Και άφησε τον Παναγή στη θέση του, κρυμμένο ανάμεσα στα φύλλα της τριανταφυλλιάς, να περιμένει το επόμενό του θύμα. Και, καθώς της φάνηκε εξαιρετικά πεινασμένος, πολύ φοβάται η Πίπη ότι στη Χώρα της μπροστινής βεράντας θα έχουμε εκατόμβη θυμάτων.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Δημόσια ομολογία

  
     - Φτου σου! μου είπε ο εαυτός μου το πρωί στον καθρέφτη.
     Τον κοίταξα καλά-καλά. Η αλήθεια είναι ότι ένιωσα και λίγη υγρασία στο δεξί μου μάγουλο.
     - Θα πρέπει να το πεις, συνέχισε ο εαυτός μου.
     Έκανα ότι δεν άκουσα και ετοιμάστηκα με χαρά να πάω στην καταπληκτική μου δουλειά, η οποία τόσο πολύ μου έλειψε ύστερα από δυο βδομάδες διακοπών. Είναι τόσο αναζωογονητικό να φεύγεις, να γυρνάς και να βλέπεις ότι τίποτα απολύτως δεν έχει αλλάξει στην καθημερινότητά σου. Τόσο αναζωογονητικό! Και ας διαπίστωσα με θλίψη - οφείλω να το ομολογήσω - ότι η Βραζιλιάνα της πίσω βεράντας μάλλον πνέει τα λοίσθια. Τι να κάνουμε, αυτά έχει η ζωή. Και αφού αποδείχτηκε ότι η συγκεκριμένη γλάστρα είναι καταραμένη, λέω να μην ξαναασχοληθώ μαζί της.
     - Αν είχες λίγη τσίπα επάνω σου, θα έβγαινες και θα ζητούσες δημόσια συγγνώμη, μου είπε μια γάτα, με την οποία διασταυρώθηκα στον δρόμο.
     - Τι μπορεί να ξέρει μια άγνωστη γάτα; σκέφτηκα.
     Και συνέχισα τον δρόμο μου.
     - Θα έπρεπε να ντρέπεσαι, μου είπαν οι συνάδελφοί μου στη δουλειά, ή μάλλον έτσι κατάλαβα.
     Βέβαια, δε μου το είπαν ακριβώς έτσι. Απλώς με καλωσόρισαν. Αλλά ο τρόπος τους ήταν γεμάτος υπονοούμενα. Εγώ, όμως, ήμουν μια κυρία. Δεν έδειξα το παραμικρό σημάδι ότι ενοχλήθηκα. Έτσι κι αλλιώς, δε νομίζω ότι θα έπρεπε να ντρέπομαι.
     Ναι, είναι αλήθεια ότι λατρεύω τους Γερμανούς. Αγαπώ το κάθε τι πάνω τους, από τις κάλτσες που συνδυάζονται με πέδιλα, μέχρι την γλυκιά σαν μέλι γλώσσα τους. Τι ευγενικός λαός! Τι κουλτούρα, τι λεπτότης, τι αρχοντιά! Τι τρυφερότητα, τι χάρη! Για να μην πω για τα κοινότοπα: την οργάνωση, την εργατικότητα, την εξυπνάδα...
     Τι να κάνω, δεν μπορώ να ελέγξω την καρδιά μου. Και αφού αυτή επέλεξε Γερμανία, πάει, τελείωσε. Θα μου πει κανείς, ναι, αλλά η Βραζιλιάνα στην πίσω βεράντα μαράζωσε. Και τι σχέση έχει η Βραζιλιάνα με την αγάπη μου για τους Γερμανούς; Μπορεί να χόρευε σάμπα όλη την ώρα όσο εγώ έλειπα στις διακοπές μου και να εξαντλήθηκε. Μπορεί να το έριξε στις καϊπιρίνιες και τις μπατίντα ντε κόκο και να μην έμεινε ξεμέθυστη ούτε ένα λεπτό. Ενώ, αν ήταν Γερμανίδα...
     Αν ήταν Γερμανίδα θα ήταν πιο ανθεκτική και λιγότερο λεπτεπίλεπτη. Θα έπινε τις μπύρες της, ναι, θα τραγουδούσε τσουγκρίζοντας με χάρη το μπυροπότηρό της, μπορεί να χόρευε και κανέναν ρομαντικό, τευτονικό χορό, όμως όλα θα γίνονταν με μέτρο και οργάνωση. Η Γερμανίδα δε θα έφτανε ποτέ στα άκρα και έτσι θα την έβρισκα σε άριστη κατάσταση, όταν θα επέστρεφα. Σε άριστη κατάσταση, επαναλαμβάνω, και όχι με τα κοτσανάκια της ξαπλωμένα και ξέπνοα σαν πλοκάμια χταποδιού που έχει χτυπηθεί 100 φορές...
     Εξάλλου, μπορεί αυτό να ήταν σημάδι, και άρα δεν φταίω εγώ...
     - Φταις και το ξέρεις, μου είπε ένα αυτοκίνητο που έτρεχε στον δρόμο.
     Δεν ήταν γερμανικό αυτοκίνητο. Αλλιώς δε θα μιλούσε έτσι. Τα γερμανικά αυτοκίνητα είναι πειθαρχημένα. Και έχουν σε άριστη κατάσταση τα λάστιχά τους και τις ζώνες ασφαλείας τους. Και φυσικά, έχουν και το ντεπόζιτό τους γεμάτο.
     Και, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, φταίνε και οι μπάλες. Που είναι τόσο σφαιρικές. Και που δεν έχουν γωνίες. Που είναι τόσο δύσκολες στο χειρισμό. Και που σίγουρα δεν είναι γερμανικές. Αλλιώς θα είχαν κάποιο σχήμα πολύ πιο λογικό. Αποκλείεται οι μπάλες να είναι γερμανικές.
     - Δηλαδή, επιμένεις να το κρατάς κρυφό; μου είπε και το λεωφορείο, που ήρθε με δέκα λεπτά καθυστέρηση.
     Ούτε αυτό ήταν γερμανικό. Αλλιώς θα είχε έρθει στην ώρα του. Στην ώρα του θα είχε έρθει και αν ήταν αγγλικό. Αλλά όχι, αυτό δεν ήταν ούτε γερμανικό, ούτε αγγλικό. Να δεις που ήταν ισπανικό. Μύριζε τάπας και κρασί. Μπορεί, βέβαια, να έφταιγε και ότι πεινούσα. Ή, μπορεί απλώς να μύριζαν τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ.
     Οι συνεπιβάτες μου με κοίταξαν καχύποπτα. Να τους είχε πει τίποτα κανείς; Αυτά τα γυαλιά ηλίου που φοράω αφήνουν πάντα τόσα πράγματα ακάλυπτα...
     - Ακόμα να το ομολογήσεις; με ρώτησε ο εαυτός μου μέσα από τον καθρέφτη, όταν γύρισα στο σπίτι.
     Εκνευρίστηκα, το ομολογώ. Όλη η μαγεία της ημέρας εξατμίστηκε. Τι κρίμα! Ενώ αν ήμουν Γερμανίδα, θα ήταν όλα τόσο διαφορετικά...
     Εντάξει, λοιπόν, το αποφάσισα: αφού όλοι επιμένουν, θα το πω. Και διόλου δε φοβάμαι. Και μάλλον όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να φοβούνται, όταν μάθουν αυτό που έχω να πω. Και να δούμε τότε ποιος θα κοροϊδεύει τα γερμανικά ιδεώδη...
     Ε, λοιπόν, ας το μάθουν όλοι και να το βάλουν καλά στο μυαλό τους: εγώ είμαι αυτή που άλλαξε τον ρου των γεγονότων. Εγώ είμαι αυτή που κρατάει στα χέρια της τις τύχες του κόσμου. Εγώ κινώ τα νήματα της μοίρας...
     Και για να το πω πιο απλά, εγώ είμαι η αιτία που το κύπελο το πήρε η Γερμανία. Εγώ και μόνο εγώ. Και αν φαίνεται δύσκολο να το πιστέψει κανείς, υπάρχουν αποδείξεις, εκτός από την Βραζιλιάνα της πίσω βεράντας που ψυχομαχεί.
     Πρώτα-πρώτα, τον αγώνα δεν τον παρακολούθησα, όπως δεν παρακολούθησα κανέναν αγώνα μέχρι εχθές. Και αφού πέρασε αρκετή ώρα και υπολόγισα ότι μπορεί και να είχε τελειώσει, άνοιξα την τηλεόραση. Το αποτέλεσμα ήταν ισόπαλο και έμεναν κάτι παραπάνω από δέκα λεπτά για τη λήξη.
     - Μάλλον θα πάνε στα πέναλτι, σκέφτηκα, καθότι είμαι και γνώστρια (η γνώση των κανόνων είναι ύψιστο γερμανικό προσόν).
     Και κάθησα πιο αναπαυτικά στον καναπέ, για να δω τα τελευταία λεπτά του αγώνα, πριν από τα πέναλτι. Και μόλις βολεύτηκα στον καναπέ, σήκωσα τα μάτια μου και με το βλέμμα μου οδήγησα με ασφάλεια και ακρίβεια την μπάλα από τα πόδια του Γερμανού παίκτη στα δίχτυα του Αργεντινού τερματοφύλακα! Ε, αν αυτό δεν είναι απόδειξη, δεν ξέρω τι άλλο είναι!
     Από εκεί και ύστερα, όλα ήταν υπόθεση λεπτών. Και καθόλου δεν ανησύχησα με το φάουλ που κέρδισε ο Μέσι, καθώς όλοι ξέρουν ότι ο Μέσι δεν είναι Σαραβάκος, και μόνο ο Σαραβάκος έβαζε γκολ από εκείνη τη θέση του φάουλ. Και φυσικά, βοήθησα και εγώ - για παν ενδεχόμενο - οδηγώντας με το βλέμμα μου την μπάλα από τα πόδια του Μέσι ψηλά, πάνω από τα δοκάρια του Γερμανού τερματοφύλακα.
     Αυτά, λοιπόν, έχω να δηλώσω, και πολύ το χάρηκα που βύθισα ολόκληρη Αργεντινή στο πένθος, και άνοιξε η καρδιά μου που έβλεπα την Ανγκελίτσα να δέχεται συγχαρητήρια και στη συνέχεια να ποζάρει με τους παίκτες, τι συγκινητική σκηνή! Και ίσως να κύλησε και ένα δάκρυ στο μάγουλό μου, αλλά δεν ήταν δάκρυ λύπης για την ήττα της Αργεντινής, ήταν δάκρυ συγκίνησης για τα τιμημένα Γερμανόπουλα, που κατάφεραν να τιθασεύσουν την μπάλα, παρ'όλο το σφαιρικό της σχήμα.
     Και από εδώ και πέρα, νίπτω τας χείρας μου για ό,τι μπορεί να επακολουθήσει, καθώς - όπως είναι λογικό - αφού μπορώ να βυθίσω στο πένθος μια ολόκληρη χώρα, μπορεί κανείς να φανταστεί τι μπορώ να κάνω σε μεμονωμένα άτομα. Είπα και ελάλησα, και αμαρτία ουκ έχω.
     Και τώρα πάω στον καθρέφτη να κοιτάξω προκλητικά τον εαυτό μου κατάματα. Και είμαι σίγουρη ότι δε θα έχει τίποτα να μου πει.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Προτεραιότητα στον πελάτη


     - Ξεθεώθηκα σήμερα! είπε ο πελαργός και έπεσε βαρύς στην πολυθρόνα. Αυτό το αρκουδάκι ήταν ασήκωτο.
     Η κυρία πελαργίνα δεν είπε τίποτα, μόνο του έφερε μία λεκάνη με ζεστό νερό για να βάλει τα πόδια του.
     - Και όχι μόνο ήταν βαρύ, συνέχισε ο πελαργός, αλλά ήταν και ζωηρό. Είδα κι έπαθα για να μη μου πέσει στον δρόμο!
     Η κυρία πελαργίνα χαμογέλασε και άρχισε να κάνει μασάζ στα κουρασμένα φτερά του άντρα της. Και προτού περάσει πολλή ώρα, ο πελαργός είχε αποκοιμηθεί.
     - Πώς πήγε η δουλειά σήμερα; τον ρώτησε την επόμενη μέρα.
     - Αχ, είπε εκείνος, σήμερα ήταν ακόμα χειρότερα. Σήμερα έπρεπε να παραδώσω ένα ελεφαντάκι. Και όχι μόνο ήταν πολύ βαρύ, αλλά έπρεπε να το πάω στην Αφρική. Έλιωσα από τη ζέστη.
     Η κυρία πελαργίνα του έφερε ένα δροσερό αναψυκτικό.
     - Τουλάχιστον αποζημιώθηκα όταν είδα με τι λαχτάρα το περίμενε η μαμά του και πόσες χαρές έκανε όταν το είδε. Κάτι τέτοιες στιγμές συνειδητοποιώ ότι κάνω λειτούργημα.
     Η κυρία πελαργίνα αναστέναξε.
     - Αύριο τι δρομολόγιο έχεις; τον ρώτησε και του χαμογέλασε γλυκά.
     - Αύριο μάλλον θα δουλέψω υπερωρίες. Έχω να παραδώσω πέντε κουνελάκια.
     - Πέντε; είπε η κυρία πελαργίνα και γούρλωσε τα μάτια της.
     - Ε, είπε ο πελαργός καθώς έπινε μια γουλιά από το αναψυκτικό του, ξέρεις πώς είναι αυτά, τα κουνέλια γεννούν πολλά μικρά.
     Η κυρία πελαργίνα δεν είπε τίποτα, μόνο αναστέναξε ξανά.
     - Μεθαύριο ποιο είναι το πρόγραμμά σου; τον ρώτησε ύστερα από λίγο.
     Αλλά ο πελαργός κοιμόταν ήδη του καλού καιρού.
     - Σήμερα σου έχω το αγαπημένο σου φαγητό, είπε η κυρία πελαργίνα στον πελαργό ύστερα από λίγες μέρες, όταν γύρισε από τη δουλειά του.
     - Έφτιαξες ψαροκροκέτες; ρώτησε εκείνος.
     - Ναι, και έψησα και βατραχοπόδαρα...
     - Μα είσαι καταπληκτική! είπε ο πελαργός ενθουσιασμένος. Σε ευχαριστώ πολύ!
     - Ε, δεν μπορούσα να μη σε περιποιηθώ σήμερα...
     - Σήμερα; Γιατί, τι είναι σήμερα;
     - Η επέτειός μας είναι, είπε η κυρία πελαργίνα και αναστέναξε. Πάλι το ξέχασες;
     - Τι να πω, είπε εκείνος, είμαι αδιόρθωτος. Με τη δουλειά το ξέχασα τελείως.
     - Είχατε πολλή δουλειά και σήμερα;
     - Αν είχαμε, λέει... Χίλια πεντακόσια ιπποκαμπάκια μετέφερα σήμερα!
     Η κυρία πελαργίνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
     - Να δεις χαρά που έκανε ο κύριος Ιππόκαμπος όταν τα είδε! Ήταν πολύ συγκινητικό.
     - Μέχρι και οι μπαμπάδες αποκτούν παιδιά, μονολόγησε η κυρία πελαργίνα.
     - Είπες τίποτα; τη ρώτησε ο πελαργός και, πιάνοντας με το ράμφος του μια ψαροκροκέτα, την έκανε μια χαψιά.
     - Τίποτα, είπε η κυρία πελαργίνα. Θυμάσαι τουλάχιστον πόσο καιρό είμαστε μαζί;
     - Α, αυτό δεν το ξεχνάω, είπε ο πελαργός καθώς ξεκοκάλιζε ένα βατραχοπόδαρο. Είμαστε μαζί εδώ και πέντε χρόνια!
     Την κοίταξε γεμάτος περηφάνεια.
     - Και δε μου λες, τότε, κύριε, πότε θα πάψεις να ασχολείσαι μόνο με τους ξένους και θα ασχοληθείς και λίγο με εμένα;
     - Τι θέλεις να πεις;
     - Όλα αυτά τα χρόνια έχω βαρεθεί να σε ακούω να μιλάς για τη δουλειά σου, είπε η κυρία πελαργίνα. Πηγαίνεις παιδιά σε όλους. Όλοι κάνουν παιδιά: άλλος ένα, άλλος δύο, άλλος πέντε, άλλος χίλια πεντακόσια... Μέχρι και οι μπαμπάδες αποκτούν παιδιά.
     - Αν μιλάς για τον ιππόκαμπο, αυτός είναι μία εξαίρεση...
     - Δε με ενδιαφέρει! είπε η κυρία πελαργίνα και ο πελαργός λούφαξε, καθώς σκέφτηκε ότι μάλλον η γυναίκα του βρισκόταν στις δύσκολες μέρες της... Δε μιλάω για τον ιππόκαμπο, μιλάω για εμένα! Τόσα χρόνια, με τη δουλειά που κάνεις, δεν βρήκες καιρό να στριμώξεις στο πρόγραμμά σου μια παράδοση για το σπίτι σου;
     - Τι θέλεις να πεις;
     - Καλά μου έλεγε η μάνα μου ότι ήσουν χαζός, είπε η κυρία πελαργίνα και ο πελαργός σκέφτηκε ότι αυτή ήταν μια πολύ ακατάλληλη φράση να ειπωθεί τη μέρα της επετείου, αλλά μάλλον έφταιγαν οι δύσκολες μέρες. Πότε θα φέρεις ένα μωρό και στο σπίτι μας;
     Ο πελαργός στάθηκε και παρά τρίχα να στραβοκαταπιεί. Ώστε αυτό ήταν; Η γυναίκα του ήθελε ένα μωρό;
     - Μα αφού ξέρεις, της είπε, ότι δε μου αρέσει να φέρνω δουλειά στο σπίτι...
     - Ανοησίες! είπε εκείνη. Θα μπορούσες, αν ήθελες, να κανονίσεις να έρθει κάποιος συνάδελφός σου.
     - Τέτοια εποχή; Αδύνατον! Αφού το ξέρεις ότι είμαστε υποχρεωμένοι να βάζουμε τη δουλειά μας πάνω από όλους.
     - Ε, λοιπόν, και εγώ αποφάσισα ότι αν δεν κανονίσεις παράδοση για το σπίτι μας, θα σε αφήσω και θα γυρίσω στη μάνα μου!
     Αυτό ήταν πολύ βαρύ! Και ο πελαργός δεν τη χώνευε την πεθερά του.
     - Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις! είπε θυμωμένα.
     Και εκείνη τη μέρα δεν ξαναμίλησαν. Και ο πελαργός δεν κοιμήθηκε καλά, γιατί ήταν πιασμένος από τη δουλειά και δεν του είχε κάνει μασάζ η γυναίκα του.
     Πέρασαν μέρες και η κυρία πελαργίνα άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της. Ήταν αποφασισμένη να αφήσει τον άντρα της, δεν έλεγε ψέματα. Και εκείνος, όμως, το είχε ξανασκεφτεί το θέμα. Δεν είχε και άδικο η κυρία πελαργίνα. Πέντε χρόνια ήταν αυτά. Κι αν ζητούσε από το αφεντικό να κάνει μια παράδοση στο δικό του σπίτι;
     - Αποκλείεται! του είπε το αφεντικό του. Το ξέρετε, θαρρώ, ότι για εμάς προτεραιότητα έχει ο πελάτης και όχι το προσωπικό.
     - Το ξέρω, είπε ο πελαργός, αλλά μήπως θα μπορούσε η σύζυγός μου να αντιμετωπιστεί σαν πελάτισσα; Περιμένει πολύ καιρό...
     - Δεν ακούσατε τι είπα; Α-πο-κλεί-ε-ται!
     Ο πελαργός ξαναγύρισε στη δουλειά του. Ένιωθε, όμως, πολύ λυπημένος. Σέρνοντας τα βήματά του πήγε στο χώρο παραλαβής του εμπορεύματος.
     - Έλα, σήμερα δε θα κουραστείς πολύ, του είπε ο υπεύθυνος. Το πακέτο δεν είναι ούτε πολύ βαρύ ούτε πρέπει να το πας πολύ μακριά.
     - Ευχαριστώ, είπε ο πελαργός και φορτώθηκε το δέμα, χωρίς ούτε να το κοιτάξει.
     Άλλος ένας τυχερός θα αποκτούσε μωρό, και η γυναίκα του θα ήταν χαρούμενη και δε θα τον εγκατέλειπε, όπως θα εγκατέλειπε εκείνον η κυρία πελαργίνα. Αλλά ποιος νοιαζόταν για εκείνον;
     Άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να πετάει. Και τότε διάβασε τον παραλήπτη του δέματος: ήταν η κυρία πελαργίνα! Δεν πίστευε στα μάτια του! Θα πήγαινε δέμα στο δικό του το σπίτι! Με αναπτερωμένες τις ελπίδες του άρχισε να πετάει πιο γρήγορα. Βιαζόταν να φτάσει μια ώρα αρχύτερα, να δει την έκπληξη της γυναίκας του στο πρόσωπό της.
     Βρήκε τη φωλιά άδεια και η καρδιά του σφίχτηκε. Ώστε δεν είχε προλάβει τελικά... Ακούμπησε προσεκτικά το αυγό στη φωλιά. Και τώρα, τι θα γινόταν; Θα ήταν ένας χωρισμένος πατέρας που μεγαλώνει μόνος το παιδί του; Μήπως θα έπρεπε να πάει το αυγό στο σπίτι της πεθεράς του, να το δώσει στη γυναίκα του;
     Όχι, το αυγό έπρεπε να παραδοθεί στη δική του διεύθυνση. Εκείνος θα το μεγάλωνε. Είχε ευθύνη απέναντι στο αυγό και θα την αναλάμβανε πλήρως.
     - Και τώρα οι δυο μας, του είπε.
     Το αυγό κουνήθηκε. Ένα φτερούγισμα ακούστηκε κοντά στη φωλιά. Ήταν η κυρία πελαργίνα. Δεν είχε φύγει τελικά.
 

    

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Ερωτευμένος τροβαδούρος



     Ήταν μια φορά ένα νέο παληκάρι, πολύ ευαίσθητο και πολύ ρομαντικό. Τις νύχτες, το ευαίσθητο παληκάρι έπαιρνε το γρήγορο σαν αστραπή άλογό του και διέσχιζε τα σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Του άρεσαν πολύ οι νυχτερινές βόλτες, ειδικά όταν είχε φεγγάρι.
     Μια νύχτα, όμως, έμελλε να είναι η σημαντικότερη νύχτα της ζωής του. Κι αυτό, επειδή εκείνη τη νύχτα, περνώντας κάτω από έναν πύργο και κοιτώντας προς τα επάνω το ολόγιομο φεγγάρι, είδε μια ασημένια ανεμόσκαλα που κυμάτιζε στο απαλό, νυχτερινό αεράκι. Και εκείνη η ανεμόσκαλα δεν ήταν τίποτα άλλο από τα πλούσια, μακριά μαλλιά μιας όμορφης κοπέλας, που κρέμονταν από το παράθυρό της, καθώς εκείνη είχε ακουμπήσει στο παράθυρο και ρέμβαζε.
     Το παληκάρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της κοπέλας και στάθηκε και την κοίταζε σαν χαζός.
     - Πώς να της μιλήσω, τι να της πω; σκεφτόταν.
     Εκείνη ακριβώς την στιγμή, μία φωνή ακούστηκε από το παράθυρο.
     - Πάλι στο παράθυρο κάθεσαι, κόρη μου; είπε η φωνή.
     Η κοπέλα δε μίλησε, μόνο κούνησε το κεφάλι της και η ασημένια ανεμόσκαλα σάλεψε στον αέρα.
     - Δεν ήρθε και σήμερα, έτσι; ρώτησε και πάλι η φωνή.
     Η κοπέλα ξανακούνησε το κεφάλι της.
     - Μην απογοητεύεσαι, είπε τότε η φωνή. Κάπου εκεί έξω είναι ο πρίγκηπάς σου. Και μια από αυτές τις μέρες θα το δεις, που θα σταθεί κάτω από το παράθυρό σου να σου κάνει καντάδα. Και θα τραγουδάει τόσο ωραία που θα σωπαίνουν τα αηδόνια από την ντροπή τους. Κάνε μόνο λίγη υπομονή και θα έρθει.
     Το παληκάρι άκουσε προσεκτικά και κατάλαβε μεμιάς τι θα έπρεπε να κάνει. Χωρίς να διστάσει, άνοιξε το στόμα του και άρχισε να τραγουδάει.
     Η ασημένια ανεμόσκαλα κουνήθηκε απότομα και άρχισε να ανεβαίνει. Η κοπέλα σηκώθηκε από τη θέση της και έφυγε από το παράθυρο.
     - Μα γιατί έφυγε; αναρωτήθηκε το παληκάρι. Δεν της άρεσε το τραγούδι μου;
     Το παληκάρι πείσμωσε και ξανάρχισε το τραγούδι. Δεν μπορεί, η όμορφη κοπέλα θα το καταλάβαινε τελικά ότι εκείνος ήταν ο πρίγκηπάς της.
     Δεν άργησαν όμως να ανοίξουν τα παράθυρά τους κάποιοι από τους γείτονες.
     - Θα σταματήσεις, άνθρωπέ μου, βραδιάτικα; ρώτησε ένας. Δε μας αφήνεις να κοιμηθούμε με τις αγριοφωνάρες σου!
     - Αγριοφωνάρες; είπε το παληκάρι. Αγριοφωνάρες, εγώ;
     - Εμ, ποιος άλλος;
     - Μα εγώ τραγουδάω πολύ ωραία!
     - Ναι, το ακούσαμε, είπε κάποιος άλλος. Και για να έχουμε καλό ερώτημα, τι σε έπιασε βραδιάτικα και ξεσήκωσες τον κόσμο;
     - Τραγουδάω για την κοπέλα του πύργου, είπε το παληκάρι. Της κάνω καντάδα. Μα δεν είναι η πιο όμορφη κοπέλα που υπάρχει;
     - Α, κατάλαβα, είπε ο γείτονας. Κι άλλος ερωτοχτυπημένος... Λοιπόν, άκου, παληκάρι μου, τι θα σου πω και βαλ'το καλά στο μυαλό σου. Αν συνεχίσεις να τραγουδάς, όχι μόνο την καρδιά της κοπέλας δεν θα κερδίσεις, αλλά θα σου απαγορεύσουν και τη διέλευση από τους δρόμους της πόλης. Είσαι φάλτσος.
     - Φάλτσος; Εγώ;
     Ο γείτονας δε μίλησε.
     - Και τι θα κάνω τώρα, που η κοπέλα περιμένει κάποιον να της κάνει καντάδα;
     - Ε, κάποιος θα βρεθεί να της κάνει καντάδα...
     - Μα εγώ την αγαπάω! διαμαρτυρήθηκε το παληκάρι. Εγώ είμαι ο πρίγκηπάς της!
     - Και τι θέλεις να γίνει; ρώτησε ο γείτονας. Θέλεις να μεταναστεύσουμε για να μπορείς να τραγουδάς ανενόχλητος; Αφού είσαι φάλτσος!
     Το παληκάρι γύρισε στο σπίτι του πολύ λυπημένο και όλο αναστέναζε.
     - Τι έχεις, παιδί μου; το ρώτησε η μητέρα του.
     Και εκείνο της τα είπε όλα.
     - Και αφού είσαι φάλτσος, είπε η μητέρα του, δεν μπορείς τάχα να της κάνεις καντάδα παίζοντας κάποιο μουσικό όργανο;
     Το παληκάρι χοροπήδηξε από τη χαρά του. Αυτό ήταν! Θα καθόταν κάτω από το παράθυρό της και θα της έπαιζε μουσική.
     Το επόμενο βράδυ, λοιπόν, το παληκάρι πήρε μία φλογέρα και πήγε στον πύργο της αγαπημένης του. Την βρήκε στην ίδια θέση που καθόταν και το προηγούμενο βράδυ, ακουμπισμένη στο παράθυρο. Η ασημένια ανεμόσκαλα ήταν επίσης στην ίδια θέση. Το παληκάρι στάθηκε από κάτω από το παράθυρο της κοπέλας και άρχισε να παίζει. Η κοπέλα δεν κουνήθηκε από τη θέση της.
     Ξαφνικά, το δωμάτιο που ήταν η κοπέλα φωτίστηκε και ακούστηκε μια αντρική φωνή.
     - Τι κάνεις εδώ; ρώτησε η φωνή. Στο κρεβάτι σου, γρήγορα!
     Η ασημένια ανεμόσκαλα εξαφανίστηκε μέσα στο παράθυρο.
     - Και εσύ εκεί κάτω, ακούστηκε η φωνή, σταμάτα να παίζεις, αλλιώς θα κατέβω κάτω!
     Το παληκάρι δεν πτοήθηκε από τις απειλές της αντρικής φωνής και συνέχισε να παίζει την φλογέρα του. Κάπου εκεί μέσα η αγαπημένη του θα συνέχιζε να τον ακούει. Αυτή η σκέψη του έδινε θάρρος.
     Όμως, ύστερα από λίγο, ένας γεροδεμένος άντρας εμφανίστηκε.
     - Ποιος είσαι εσύ που παίζεις μουσική κάτω από το παράθυρο της κόρης μου; ρώτησε. Δεν καταλαβαίνεις ότι ενοχλείς;
     - Είμαι ο πρίγκηπάς της, είπε το παληκάρι, και της παίζω μουσική για να το καταλάβει και εκείνη.
     - Έτσι, ε; είπε ο άντρας και, προτού προλάβει να αντιδράσει το παληκάρι, του άρπαξε την φλογέρα από τα χέρια.
     - Τώρα να δούμε τι θα παίζεις! είπε και με τα δυο του χέρια έκανε μια και έσπασε την φλογέρα στη μέση.
     - Πάρε δρόμο και μη μας ξαναενοχλήσεις! είπε ο άντρας. Η κόρη μου είναι μικρή ακόμα και εγώ θα αποφασίσω ποιος είναι ο πρίγκηπάς της.
     Το παληκάρι κατέβασε το κεφάλι και απομακρύνθηκε. Όμως, αυτό δε σήμαινε ότι είχε παρατήσει τα όπλα. Το αντίθετο μάλιστα, γύρισε στο σπίτι του αποφασισμένο να επιστρέψει κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του, με νέο μουσικό όργανο αυτή τη φορά.
     Το επόμενο βράδυ, λοιπόν, εμφανίστηκε με ένα λαούτο και άρχισε να παίζει. Και πάλι, ύστερα από λίγο, ακούστηκε η αντρική φωνή, και πάλι το παληκάρι συνέχισε να παίζει, και πάλι ο άντρας κατέβηκε κάτω.
     - Τι θα γίνει; ρώτησε ο άντρας. Θα συνεχίσεις για πολύ να μας ενοχλείς;
     Το παληκάρι δεν είπε τίποτα αλλά συνέχισε να παίζει. Και τότε ο άντρας του άρπαξε το λαούτο μέσα από τα χέρια, το σήκωσε ψηλά και ύστερα το χτύπησε στις πλάκες του δρόμου. Και το λαούτο έσπασε.
     - Ελπίζω τώρα να το πήρες το μάθημά σου, είπε ο άντρας.
     Και το παληκάρι το πήρε πραγματικά το μάθημά του. Την επόμενη νύχτα εμφανίστηκε με ένα ακορντεόν. Και πάλι ο άντρας κατέβηκε κάτω, και πάλι του πήρε το ακορντεόν από τα χέρια, και το χτύπησε πολλές φορές στις πλάκες του δρόμου, και ύστερα έβγαλε και ένα μαχαίρι από τη ζώνη του και το έκοψε σε τρία κομμάτια.
     Το παληκάρι ξαναπήγε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του πολλές φορές. Και κάθε φορά πήγαινε και με διαφορετικό μουσικό όργανο. Όμως, ο πατέρας της κοπέλας κατέβαινε κάθε φορά κάτω και του έσπαγε το μουσικό του όργανο. Και το παληκάρι στενοχωριόταν, αλλά δεν απογοητευόταν. Και μια νύχτα πήγε και στάθηκε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του κρατώντας μία λύρα.
     - Δεν υποφέρεσαι πια! είπε ο άντρας και όχι μόνο έσπασε τη λύρα και το δοξάρι σε ένα σωρό κομμάτια, αλλά ανάγκασε το παληκάρι να φάει όλα τα κομμάτια.
     - Και τώρα, φύγε από εδώ και μην ξαναγυρίσεις! του είπε.
     Το παληκάρι έφυγε ντροπιασμένο και βαρυστομαχιασμένο. Τι θα έκανε τώρα; Και εκεί που σκεφτόταν και έτριβε το κεφάλι του μήπως του κατέβει καμιά καλή ιδέα, ακούμπησε κατά λάθος την κοιλιά του. Και η κοιλιά του έβγαλε έναν περίεργο ήχο. Το παληκάρι ξανακούμπησε την κοιλιά του και εκείνη έβγαλε τον ίδιο περίεργο ήχο. Θα έφταιγε η λύρα που είχε καταπιεί, το δίχως άλλο. Το παληκάρι χάιδεψε τη φουσκωμένη του κοιλιά. Και τότε ακούστηκε ήχος λύρας!
     Επρόκειτο για ένα αξιοθαύμαστο γεγονός. Η κοιλιά του έπαιζε μουσική. Και την κοιλιά του κανείς δεν μπορούσε να του την πάρει!
     Το επόμενο βράδυ στήθηκε κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του με αναπτερωμένες τις ελπίδες του. Άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά του και η μουσική της λύρας απλώθηκε σε όλη τη γειτονιά.
     - Δε σου είπα να μην ξαναέρθεις; ακούστηκε ο άντρας. Μα, πού είναι το μουσικό σου όργανο;
     Το παληκάρι έδειξε την κοιλιά του και ο άντρας κατάλαβε. Κατάλαβε ότι δε θα γλίτωνε από εκείνον και ότι η μόνη λύση ήταν να στείλει την κόρη του κάπου μακριά. Και το επόμενο πρωί τη φόρτωσε σε μία άμαξα με τέσσερα καμαρωτά άλογα και την έστειλε μακριά, σε μία αδερφή του που ζούσε σε άλλη χώρα.
     Και έτσι το παληκάρι δεν είδε την ασημένια ανεμόσκαλα το επόμενο βράδυ, που ξαναπήγε στην αγαπημένη του θέση. Και αφού περίμενε όλο το βράδυ κάτω από το παράθυρό της και δεν την είδε να εμφανίζεται, ρώτησε τους γείτονες τι είχε συμβεί. Και ένας από αυτούς του είπε ότι η κοπέλα είχε φύγει.
     Και το παληκάρι στενοχωρήθηκε πολύ, αλλά και πάλι δεν το έβαλε κάτω. Πήγε στη μάνα του, της είπε τι είχε συμβεί και της ζήτησε την ευχή της. Και εκείνη, φυσικά, του έδωσε την ευχή της με όλη της την καρδιά. Και το παληκάρι ξεκίνησε να βρει την αγαπημένη του. Και από όπου περνούσε, χάιδευε την κοιλιά του και ο ήχος της λύρας πλημμύριζε τον αέρα.
     - Μήπως είδατε την αγαπημένη μου; ρωτούσε.
     Αλλά κανείς δεν ήξερε να του απαντήσει. Και όλο χάιδευε την κοιλιά του, μήπως και τον ακούσει η αγαπημένη του και τον γνωρίσει, που ήταν ο πρίγκηπάς της. Και από όσο ξέρω, ακόμα την ψάχνει.
 
     
    

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Νεοφερμένη σωτηρία


     Χαρές και πανηγύρια στη Χώρα της πίσω βεράντας. Και αυτό, επειδή επαληθεύτηκε η προφητεία. Και, συνεπώς, επειδή έφτασε η σωτηρία.
     Η γριά, τσιγγάνα μάγισσα, που διάβασε φύλλο-φύλλο όλες τις παλάμες της Χώρας, το είπε καθαρά: Η μαύρη κατάρα του Λιμού θα φύγει μόνο με νέο αίμα. Και μπορεί αυτό να ακούγεται λίγο ανατριχιαστικό και να φέρνει στο μυαλό ανθρωποθυσίες στο φως του φεγγαριού, όμως αυτό που εννοούσε η τσιγγάνα ήταν ότι κάποιος νεοφερμένος θα έδιωχνε το κακό.
     Στο μεταξύ, κάπου μακριά, στη Χώρα των φυτωρίων, ο σωτήρας της πίσω βεράντας ζούσε ανέμελος. Ή, μάλλον, ζούσε ανέμελη. Επειδή ήταν μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά. Είχε καταγωγή από την Βραζιλία, από εκεί που το αίμα ρέει στις φλέβες στο ρυθμό της σάμπα, που τα κορμιά σμιλεύονται στις ατέλειωτες, αμμουδερές παραλίες, και που τα μεγαλύτερα μυστικά κρύβονται στις ζούγκλες του Αμαζονίου, αποφεύγοντας με επιμονή την επικοινωνία με τον έξω κόσμο.
     Βέβαια, η ανέμελη κοπέλα δεν είχε γνωρίσει τη χώρα καταγωγής της. Ήταν αυτό που λένε "παιδί μεταναστών". Και όσο και αν το ήθελε, δεν ήταν στο χέρι της να επιλέξει πού θα ζούσε.
     Στη Χώρα των φυτωρίων, τα παιδιά των μεταναστών μεγαλώνουν όλα μαζί σε κοινόβια, ξυπνάνε μαζί, τρώνε μαζί, πίνουν μαζί και κοιμούνται μαζί. Και καθώς μεγαλώνουν, κάποια από αυτά - τα μεγαλύτερα - επιλέγονται για να ταξιδέψουν. Και πάλι ταξιδεύουν πολλά μαζί. Μαζί διασχίζουν τις θάλασσες, μαζί παθαίνουν ναυτίες, μαζί φτάνουν στον προορισμό τους, μέχρι που, άλλα χέρια, χέρια άγνωστα και πολύ διαφορετικά από εκείνα που τα μεγάλωσαν - άπονα χέρια, τις ξενιτειάς τα χέρια - τα στέλνουν - λίγα-λίγα αυτή τη φορά - στον τελικό τους προορισμό, μια βεραντοχώρα ή μια κηποχώρα.
     Έτσι, λοιπόν, μεγάλωνε και η ανέμελη κοπέλα, στο κοινόβιο όπου είχε βρεθεί από τη γέννησή της, και όσο μεγάλωνε τόσο πιο όμορφη γινόταν. Και έφτασε και ο δικός της καιρός να κάνει το μακρινό της ταξίδι. Και μπήκε σε αεροπλάνο. Και ταξίδεψε πάνω από τα σύννεφα. Και ήταν πολύ ωραία εκεί. Και ύστερα το αεροπλάνο προσγειώθηκε, και την ανέμελη κοπέλα την πήγαν σε μια άλλη χώρα φυτωρίου, μαζί με μερικές από τις φίλες της, και όλες μαζί τραγουδούσαν τα πρωινά, όταν τις έβλεπε ο ήλιος, τον οποίο τον ήξεραν πολύ καλά, και ο οποίος πηγαίνει παντού.
     Και ήρθε ένα άγνωστο χέρι, χέρι γυναικείο, και έπιασε την ανέμελη κοπέλα και την χώρισε από τις φίλες της. Και την πήγε σε μια βεραντοχώρα. Και αυτή η χώρα ήταν η Χώρα της πίσω βεράντας. Και το χέρι την έβαλε εκεί, σε μια θέση περίοπτη. Και η κοπέλα ήταν στην αρχή διστακτική, καθώς δεν γνώριζε κανέναν από τους άλλους κατοίκους της χώρας.
     Μα και οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν λίγο διστακτικοί στην αρχή, όταν την γνώρισαν. Και πρώτα-πρώτα, επειδή η νεοφερμένη δε μιλούσε την γλώσσα. Όμως, η βραζιλιάνα καλλονή είχε ένα τόσο εγκάρδιο χαμόγελο, που σιγά-σιγά, οι ενδοιασμοί άρχισαν να κάμπτονται. Και οι κάτοικοι της Χώρας της πίσω βεράντας άρχισαν και εκείνοι να της χαμογελούν. Και εκείνη άρχισε να νιώθει πιο άνετα, ιδιαίτερα όταν είδε ότι στη Χώρα της πίσω βεράντας υπήρχε άφθονο φαγητό και νερό. Και τεντώθηκε και απλώθηκε και το χαμόγελό της άνθισε.
     Και φωτίστηκε η χώρα, και όλοι ένιωσαν ότι η κατάρα της κακιάς μάγισσας - αυτής που είχε γίνει η αιτία να χαθεί πάνω στο άνθος της ηλικίας του ο πανσές - επιτέλους θα έφευγε.
     - Καλώς ήρθες! φώναξαν όλοι οι κάτοικοι με μια φωνή.
     - Obrigada, είπε η βραζιλιάνα.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Δίλημμα


         
         
                                                                         
     Βαριά κατάρα έπεσε στη χώρα της πίσω βεράντας. Και ήταν μια κατάρα που όμοιά της δεν υπήρχε.
     Την είχε ρίξει μια κακιά μάγισσα, μία από εκείνες που καβαλάνε σκουπόξυλα και πετάνε το βράδυ, όταν έχει πανσέληνο. Και που ζουν σε μια σκοτεινή σπηλιά, παρέα με ένα κακιασμένο κοράκι, και που βράζουν συνέχεια μαγικά φίλτρα σε ένα μεγάλο καζάνι, και που έχουν και ένα χοντρό βιβλίο γεμάτο μαγικά ξόρκια.
     Μία τέτοια μάγισσα, λοιπόν, πετούσε ένα βράδυ στον ουρανό με το σκουπόξυλό της και είδε μία όμορφη βεράντα. Υπήρχαν πολλά και ωραία λουλούδια στη βεράντα και η μάγισσα ζήλεψε. Δεν άντεχε τόση ομορφιά, την πονούσαν τα μάτια της.
     - Τώρα θα δούμε αν θα συνεχίσει η βεράντα να είναι το ίδιο ωραία, είπε όλο κακία.
     Και από την τσέπη της έβγαλε ένα μικρό μπουκαλάκι. Και στο μπουκαλάκι υπήρχε ένα μαύρο υγρό. Η μάγισσα το άνοιξε και άδειασε μερικές σταγόνες πάνω από τη βεράντα. Ύστερα έφυγε γελώντας χαιρέκακα.
     Και την άλλη μέρα που ξύπνησε ο κόσμος - και η βεράντα μαζί - ένα μυρωδάτο θυμάρι είχε ξεραθεί! Μάταια το πότιζαν και προσπαθούσαν να το συνεφέρουν. Εκείνο δε συνήλθε ποτέ. Και η γλάστρα του έμεινε κενή.
     Όχι για πολύ, όμως, επειδή στη θέση του θυμαριού φυτεύτηκαν δύο πολύχρωμοι και καμαρωτοί πανσέδες. Ήταν κίτρινοι και μωβ, και αμέσως φάνηκε ότι θα ήταν οι πρωταγωνιστές της βεράντας.
     Κι όμως, νέο θανατικό έπεσε στη βεράντα ύστερα από δυο βδομάδες: ο ένας πανσές ξεράθηκε. Τι να συνέβαινε, άραγε; Να ζήλευε ο ένας πανσές τον άλλο και από την πολλή τη ζήλεια να έπαθε ό,τι έπαθε; Να τον μάτιασαν τα υπόλοιπα λουλούδια της βεράντας, που έβλεπαν πόσο όμορφος ήταν;
     Πάντως, ο πανσές που απόμεινε θέριεψε και φούντωσε και απλώθηκε σε όλη την γλάστρα, και γέμισε λουλούδια, και φαινόταν ότι τίποτα δεν τον τρόμαζε. Και σήκωνε καμαρωτός στον ήλιο κάθε πρωί τα λουλούδια του και ήταν χάρμα οφθαλμών να τον βλέπεις.
     Ούτε, όμως, και αυτός ο πανσές γλίτωσε από την κατάρα της μάγισσας. Και ένα ωραίο πρωί χλώμιασε, τα κοτσανάκια του λύγισαν και τα λουλούδια του έγειραν αποκαμωμένα.
     Πάει, λοιπόν, και αυτός ο πανσές και, απ'ό,τι φαίνεται, το θανατηφόρο φίλτρο της μάγισσας έπεσε όλο στη συγκεκριμένη γλάστρα.
     Και το ερώτημα είναι το εξής: Να αποπειραθώ να φυτέψω κάτι άλλο εκεί ή να εγκαταλείψω κάθε προσπάθεια;

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Αποκαθιστώντας την αλήθεια


     Από μικρή μου άρεσαν ιδιαίτερα κάποιοι μύθοι. Ο μύθος του πύργου της Βαβέλ ήταν ένας από αυτούς. Θύμωνα κιόλας, που ο Θεός είχε κάνει τους ανθρώπους να μιλούν τόσες διαφορετικές γλώσσες και σκεφτόμουν πόσο καλύτερα θα ήταν όλα, αν υπήρχε μόνο μία ομιλούμενη γλώσσα. Μεγαλώνοντας, βέβαια, κατάλαβα ότι ακόμα και στην ίδια γλώσσα χωράνε ουκ ολίγες παρανοήσεις...
     Το γεγονός είναι, πάντως, ότι ο μύθος κάτι μου έλεγε. Και πολύ το έψαξα το θέμα. Και τελικά ανακάλυψα ότι η πραγματική ιστορία είναι αρκετά διαφορετική.
     Η Βαβέλ, λοιπόν, ήταν μια κοπέλα με μαύρα, σγουρά μαλλιά, ρόδινα μάγουλα και δύο μάτια διαφορετικών χρωμάτων. Το ένα της μάτι ήταν τσαχπίνικο και καστανό, το άλλο της μάτι ήταν αθώο και γαλάζιο. Η Βαβέλ ήταν μοναχοκόρη ενός πλούσιου άρχοντα, που την είχε μην βρέξει και μην στάξει. Για τα ρούχα της της αγόραζε τα πιο φίνα υφάσματα και τα παπούτσια της ήταν από τα πιο μαλακά δέρματα.
     Ο άρχοντας υπεραγαπούσε την κόρη του, και όσο εκείνη μεγάλωνε τόσο εκείνος θλιβόταν που θα ερχόταν η ώρα να την αποχωριστεί, όταν εκείνη θα παντρευόταν. Με τρόμο σκεφτόταν την ώρα που κάποιο νέο και γεροδεμένο παληκάρι θα έβαζε τη Βαβέλ στα καπούλια του δυνατού του αλόγου, και καλπάζοντας γοργά θα την έπαιρνε μακριά.
     - Τι να κάνω, σκεφτόταν, για να την κρατήσω για πάντα κοντά μου;
     Και πολύ στενοχωριόταν που δεν έβρισκε λύση στο πρόβλημά του.
     Όμως, ένα βράδυ, εκεί που κοιμόταν, ο άρχοντας την βρήκε τη λύση: θα έφτιαχνε έναν πύργο για την κόρη του, και θα της τον έδινε για προίκα. Και ο πύργος θα ήταν τόσο ωραίος, που κανένας δε θα ήθελε να τον αποχωριστεί. Έτσι, ακόμα και όταν παντρευόταν, η κόρη του θα έμενε στον πύργο της και δε θα έφευγε ποτέ μακριά.
     Πολύ χαρούμενος με την ιδέα του, ο άρχοντας πήγε σε έναν αρχιτέκτονα.
     - Θέλω να μου σχεδιάσεις τον πιο όμορφο πύργο που μπορείς, του είπε. Θέλω τα καλύτερα υλικά. Για τα λεφτά μη σε νοιάζει, υπάρχουν άφθονα.
     Το επιχείρημα αυτό ήταν αρκετό για να δώσει κίνητρο στον αρχιτέκτονα, και εκείνος άρχισε να σχεδιάζει μανιωδώς. Και σχεδίασε έναν πύργο πανέμορφο, που όμοιός του δεν υπήρχε πουθενά. Σχεδίασε μαρμάρινες σκάλες, και πόρτες ξυλόγλυπτες, και όμορφες καμάρες, και μεγάλα παράθυρα, και ισχυρές επάλξεις, και δροσερά κελάρια, και ψηλοτάβανες, ευρύχωρες αίθουσες χορού, και φωτεινά δωμάτια, και εξώστες με απαράμιλλη θέα... Και όταν το είδε το σχέδιο ο άρχοντας, δάκρυσε από τη χαρά του. Και έδωσε τη συγκατάθεσή του, και πολλά σακιά με χρυσά φλουριά, για να ξεκινήσουν οι εργασίες.
     - Σε πόσο καιρό θα τελειώσει; ρώτησε τον αρχιτέκτονα.
     - Σε τρία χρόνια, του είπε εκείνος.
     Και ο αρχιτέκτονας προσέλαβε έναν εργολάβο. Και του έδωσε τα σχέδια και του είπε να αναλάβει το έργο. Και του έδωσε πολλά σακιά με φλουριά, για να φτιάξει εκείνον τον καταπληκτικό πύργο.
     Και ο εργολάβος ξεκίνησε. Όμως, σκέφτηκε να κάνει οικονομία, για να του περισσέψουν περισσότερα φλουριά. Και γιατί να βάλει τα καλύτερα μάρμαρα ή τα καλύτερα ξύλα ή τις καλύτερες πέτρες, αφού μπορούσε να χρησιμοποιήσει και πιο φτηνά υλικά; Έτσι κι αλλιώς, το σχέδιο παρέμενε το ίδιο.
     Και προσέλαβε και εργάτες, για να κάνουν τη δουλειά. Αλλά δεν πήρε όποιους κι όποιους, πήρε εργάτες ανειδίκευτους. Και δεν τους προσέλαβε με κανονικό μισθό και ασφάλιση, όχι, τους προσέλαβε δίνοντάς τους από ένα χρυσό φλουρί στον καθένα. Τι να τα κάνουν, εξάλλου, τα πολλά φλουριά άνθρωποι που δεν είχαν χαρτιά και κρύβονταν και από την αστυνομία;
     Βέβαια, υπήρχε κι ένα μικρό πρόβλημα. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν από διαφορετικές χώρες και δε μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Έτσι, η συνεννόηση ήταν δύσκολη. Και έγιναν πολλά λάθη στο ανακάτεμα της λάσπης, και στο χτίσιμο και στα πάντα.
     Πέρασαν τα τρία χρόνια και ο άρχοντας πήγε στον αρχιτέκτονα.
     - Έτοιμος ο πύργος; ρώτησε.
     - Έτοιμος ο πύργος; ρώτησε ο αρχιτέκτονας τον εργολάβο.
     Όχι, δεν ήταν έτοιμος ο πύργος. Το έδαφος είχε αποδειχτεί πολύ σκληρό και είχαν καθυστερήσει πολύ για να σκάψουν τα θεμέλια. Επιπλέον, χρειάζονταν κι άλλα φλουριά, επειδή είχαν σπάσει όλες οι τσάπες.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο αρχιτέκτονας.
     Άλλα τρία χρόνια. Αφού το έργο ήταν ακόμα στα θεμέλια. Και, να μην ξεχνάμε, χρειάζονταν και άλλα φλουριά.
     Στο μεταξύ, η Βαβέλ, μεγάλωνε και ομόρφαινε, και ένα-ένα, άρχισαν να έρχονται προξενιά από όλα τα γύρω βασίλεια. Τα καλύτερα παληκάρια διεκδικούσαν τις μεταξένιες της μπούκλες, τα δίχρωμά της μάτια και τα ροδαλά της μάγουλα. Ήταν όλοι τους ένας κι ένας. Και η Βαβέλ δυσκολεύτηκε πολύ μέχρι διαλέξει ποιον θα παντρευόταν.
     - Μόνο πως ο γάμος δεν μπορεί να γίνει ακόμη, είπε ο άρχοντας στον τυχερό. Θα πρέπει πρώτα να τελειώσει ο πύργος.
     - Σε πόσο καιρό; ρώτησε εκείνος.
     - Σε τρία χρόνια, απάντησε ο άρχοντας.
     Και ο γαμπρός έφυγε με την υπόσχεση να γυρίσει σε τρία χρόνια. Και η Βαβέλ άρχισε να υφαίνει το πέπλο του νυφικού της, όπως ήταν το έθιμο σε εκείνα τα μέρη. Και ο εργολάβος συνέχισε τις εργασίες.
     Και πέρασαν κι άλλα τρία χρόνια. Και ο γαμπρός επέστρεψε. Αλλά ο πύργος δεν ήταν έτοιμος.
     - Τι πρόβλημα υπάρχει; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Τι πρόβλημα υπάρχει; ρώτησε ο αρχιτέκτονας.
     Υπήρχαν κάτι κατασκευαστικά λάθη που είχε χρειαστεί να διορθωθούν, κάποιες πόρτες που δεν είχαν μπει, κάποια παράθυρα που είχαν μπει εκεί που δεν έπρεπε να μπουν, κάποιοι τοίχοι που είχαν γκρεμιστεί, καθώς δεν είχε φτιαχτεί σωστά η λάσπη. Στο μεταξύ, είχαν ακριβύνει και τα υλικά και χρειάζονταν κι άλλα φλουριά.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο αρχιτέκτονας.
     Άλλα τρία χρόνια. Υπήρχαν ακόμα πολλά να γίνουν. Και, να μην ξεχνάμε, χρειάζονταν και άλλα φλουριά.
     Και ο άρχοντας έδωσε κι άλλα φλουριά, και οι εργασίες συνεχίστηκαν και η Βαβέλ συνέχισε να υφαίνει το πέπλο του νυφικού της, και επειδή της είχε τελειώσει το μετάξι χρειάστηκε να της φέρουν κι άλλο.
     Και πέρασαν άλλα τρία χρόνια και ο γαμπρός ξαναγύρισε. Αλλά πάλι ο πύργος δεν ήταν έτοιμος. Και πάλι είχαν υπάρξει προβλήματα στην κατασκευή και πάλι χρειάστηκαν κι άλλα φλουριά και πάλι δόθηκε παράταση. Και η Βαβέλ συνέχισε να υφαίνει και τώρα το πέπλο της είχε γίνει πάρα πολύ μακρύ.
     Και ούτε ύστερα από άλλα τρία χρόνια είχε ετοιμαστεί ο πύργος. Και τη Βαβέλ είχε αρχίσει να την πονάει η πλάτη της από τον αργαλειό, αλλά συνέχιζε να υφαίνει, αφού έτσι ήταν το έθιμο. Και ο γαμπρός ξαναγύρισε άπραγος στο σπίτι του. Και ο άρχοντας έδωσε κι άλλα φλουριά για να συνεχιστεί ο πύργος, που τώρα είχε φτάσει στον πρώτο όροφο, αλλά συνέχεια παρουσίαζε κακοτεχνίες που έπρεπε να διορθωθούν. Και ακρίβαιναν και τα υλικά...
     Και πέρασαν πολλά χρόνια ακόμη. Και ο γαμπρός ήρθε και έφυγε πολλές φορές. Και άρχισε να κουράζεται από το πήγαινε-έλα. Και τη Βαβέλ την πονούσε η πλάτη της, αλλά εκείνη συνέχιζε να υφαίνει. Και το πέπλο της είχε γίνει τόσο μακρύ, που έφτανε για να τυλίξει γύρω-γύρω όλο το βασίλειο, μαζί με τον πύργο, που ακόμα δεν είχε τελειώσει. Και ο άρχοντας συνέχισε να δίνει φλουριά για να συνεχιστεί το έργο.
     Και πέρασαν κι άλλα χρόνια. Και τα μαλλιά του γαμπρού ασπρίσανε και άρχισαν να τον πονάνε οι κλειδώσεις του. Και δεν μπορούσε πια να ανεβαίνει στο άλογο. Και της Βαβέλ η πλάτη πιάστηκε τελείως και άρχισε να καμπουριάζει και να μην βλέπει και τόσο καλά. Και ο πύργος ακόμα δεν είχε τελειώσει. Και ο άρχοντας άρχισε να αναρωτιέται πώς με τόσα φλουριά που είχε δώσει δεν είχε καταφέρει να φτιάξει ακόμα εκείνον τον πύργο. Και αποφάσισε ότι ίσως θα έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι η Βαβέλ θα έφευγε μακριά.
     Και έδωσε τη συγκατάθεσή του για να γίνει ο γάμος, και ο γαμπρός έφτασε με μια άμαξα και η νύφη χρειάστηκε όλες τις κοπέλες του βασιλείου για να της κρατάνε το πέπλο. Και έγινε ο γάμος, αλλά ο γαμπρός και η νύφη δεν χόρεψαν στη δεξίωση, λόγω ρευματισμών. Και ύστερα, το ευτυχές ζευγάρι έφυγε για την πατρίδα του γαμπρού.
     Και έμεινε ο άρχοντας στενοχωρημένος και ο πύργος ατελείωτος.
     Και έζησαν αυτοί καλά και ο εργολάβος καλύτερα.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Σε τόνους του πορτοκαλί

 

      Την είδα σήμερα, την πορτοκαλί γυναίκα. Έκανε βόλτα, ντυμένη στα πορτοκαλί, σπρώχνοντας ένα πορτοκαλί καροτσάκι, όπου μέσα καθόταν το πορτοκαλί μωρό της, επίσης ντυμένο στα πορτοκαλί. Φαινόταν πολύ ήρεμη, και μάλλον χαρούμενη, η πορτοκαλί γυναίκα.
     Είναι τυχερή, η πορτοκαλί γυναίκα. Δεν είναι ούτε ξινή και στριμμένη, σαν τη μητέρα της, την κίτρινη γυναίκα, ούτε ευέξαπτη και επιθετική, σαν τον πατέρα της, τον κόκκινο άντρα. Είναι ισορροπημένη, σε γενικές γραμμές, η πορτοκαλί γυναίκα.
     Όταν ήταν μικρή, η μητέρα της, η κίτρινη γυναίκα, που της άρεσε η λεμονάδα, οι μπανάνες και τα κίτρινα τυριά, την έντυνε στα κίτρινα και στόλιζε τα μαλλιά της με μαργαρίτες, προσπαθώντας να την κάνει να της μοιάζει. Ήταν γκρινιάρα η μητέρα της, η κίτρινη γυναίκα.
     Ο πατέρας της, από την άλλη μεριά, ο κόκκινος άντρας, θύμωνε και άναβε και κόρωνε, όταν έβλεπε τις προσπάθειες της γυναίκας του να κάνει το παιδί να της μοιάζει, αντί να μοιάζει σε εκείνον. Σε εκείνον άρεσαν πολύ τα κοκκινιστά φαγητά, που τα συνόδευε πάντα με ντοματοσαλάτα και κόκκινο κρασί, και τρελλαινόταν για φράουλες, κεράσια και καρπούζι. Επίσης, λάτρευε τις ταυρομαχίες. Ήταν όμως ευέξαπτος ο πατέρας της, ο κόκκινος άντρας.
     Και ήταν και επίμονος, ο κόκκινος άντρας. Αγόραζε κόκκινα φουστάνια και κόκκινα παπούτσια, και κόκκινα σκουφιά για την κόρη του, και την έβαζε να τα φοράει, ακόμα κι αν έξω έκανε ζέστη και έσκαγε ο τζίτζικας. Τον λοξοκοιτούσε η γυναίκα του, η κίτρινη γυναίκα, και κρυφά τάιζε το παιδί σουφλέ τυριών και λέμον πάι. Και ο κόκκινος άντρας το έβαζε να τρώει παντζάρια και να πίνει βυσσινάδα.
     Η πορτοκαλί γυναίκα, που τότε ήταν ακόμα πορτοκαλί κορίτσι, ήταν πολύ καλόβολη και προσπαθούσε να ικανοποιήσει και τους δυο της τους γονείς. Έτρωγε και το σουφλέ των τυριών και τα κοκκινιστά, έπινε λεμονάδες και βυσσινάδες, έτρωγε μπανάνες και φράουλες, φορούσε κίτρινα φορέματα και κόκκινα παπούτσια, έβαζε μαργαρίτες και κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά... Όμως, με τίποτα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τους γονείς της. Δεν ήξερε και η ίδια τι προτιμούσε, να μοιάσει στον έναν ή να μοιάσει στον άλλον...
     Και όμως, μια μέρα που ο ήλιος ήταν κατακίτρινος και έλαμπε, και η κόκκινη τριανταφυλλιά ήταν γεμάτη κατακόκκινα τριαντάφυλλα, η πορτοκαλί γυναίκα, που ήταν πορτοκαλί κορίτσι, κατάλαβε ότι δεν ήταν ούτε κίτρινη σαν τη μητέρα της, ούτε κόκκινη σαν τον πατέρα της. Συνειδητοποίησε ότι εκείνη ήταν πορτοκαλί, και ότι πιο πολύ από όλα της άρεσε να πίνει πορτοκαλάδα, να τρώει καρότα και κολοκυθόσουπα, πορτοκαλόπιτα, βερύκοκα και σορμπέ μάνγκο.
     Γνώρισε, λοιπόν, τον εαυτό της, η πορτοκαλί γυναίκα, και από τότε αποφάσισε ότι θα ήταν μόνο πορτοκαλί. Μάταια συνέχισαν να προσπαθούν οι γονείς της να την πάρουν ο καθένας με το μέρος του. Εκείνη έμεινε πιστή στον εαυτό της.
     Και μεγάλωσε η πορτοκαλί γυναίκα, και έφτασε σε ηλικία γάμου. Και το σκέφτηκε πολύ καλά το πράγμα. Και δεν ήθελε το παιδί της να είναι ούτε κίτρινο, ούτε κόκκινο. Έψαξε, λοιπόν, και βρήκε έναν άντρα πορτοκαλή. Και ο άντρας εκείνος ήταν από κόκκινη μητέρα και κίτρινο πατέρα, αλλά αυτό καθόλου δεν πείραζε, αφού εκείνος ήταν πορτοκαλής.
     Και παντρεύτηκαν οι δυο τους σε μια πορτοκαλί εκκλησία, την ώρα ενός πορτοκαλί ηλιοβασιλέματος. Και πήγαν να ζήσουν σε ένα σπίτι με πορτοκαλί παντζούρια και κουρτίνες.
     Και όταν γεννήθηκε το παιδί τους, του πήραν ένα πορτοκαλί καρότσι και ρούχα πορτοκαλί, και του έδιναν να πίνει πορτοκαλάδα και να τρώει φρουτόκρεμες από βερύκοκα. Και το παιδί ήταν πάντα χαμογελαστό, που είχε δυο πορτοκαλί γονείς.
     Και η πορτοκαλί γυναίκα πήγαινε πολλές βόλτες το πορτοκαλί μωρό της, μέσα στο πορτοκαλί του καρότσι. Και όταν το ηλιοβασίλεμα ήταν πορτοκαλί, οι δυο τους γίνονταν ένα με το ηλιοβασίλεμα.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Θα σε θυμάμαι

     

     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για το παχύ σου μουστάκι και το χαμόγελό σου. Για τα κίτρινα από το τσιγάρο δόντια σου. Θα σε βρίσκω πάντα στα καστανόξανθα μαλλιά και τα παχιά μουστάκια.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνες τις φορές που έβγαζες τη μάσκα και σταματούσες τη δουλειά για να με χαιρετήσεις. Θα σε βρίσκω πάντα στη μυρωδιά του βερνικιού, στην σκόνη των επίπλων.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το σάντουιτς που μου είχες φέρει μια φορά, έτσι, χωρίς λόγο. Θα σε βρίσκω πάντα στη γεύση της μαγιονέζας και του κέτσαπ.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για τα βράδυα που φάγαμε έξω. Για τη φορά που κάναμε Πάσχα μαζί. Για το καλοκαίρι που κάναμε διακοπές μαζί. Θα σε βρίσκω πάντα στα μικρά μεζεδοπωλεία, στη μαγειρίτσα, σε εκείνη την παραλία με τα χοντρά βότσαλα.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνη την άδεια μπαταρία αυτοκινήτου, που μας έκανε να το σπρώχνουμε στον δρόμο για ώρες. Θα σε βρίσκω πάντα στα μικρά, χαμηλά αυτοκίνητα.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το απόγευμα που είχες χάσει, προσπαθώντας να βρεις πώς παιζόταν το παιχνίδι που μας είχες αγοράσει. Θα σε βρίσκω πάντα σε εκείνο το επιτραπέζιο παιχνίδι.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το απόγευμα, που περνώντας έξω από το σπίτι σου σε είδα να λύνεις σταυρόλεξο και ανέβηκα να σε χαιρετήσω. Θα σε βρίσκω πάντα στα σταυρόλεξα, με τα γυαλιά σου στηριγμένα χαμηλά στη μύτη.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνη τη φωτογραφία που δεν έβγαλες, τότε που δεν είχες πια μύτη, για να μη χαλάσεις, όπως είπες, τη φωτογραφία. Θα σε βρίσκω πάντα σε εκείνη τη φωτογραφία, που τους έχει όλους εκτός από εσένα.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το τραπεζάκι που μου χάρισες. Μα πιο πολύ θα σε θυμάμαι για εκείνο το τραπέζι που δε σου έκανα ποτέ, παρόλο που σου το υποσχέθηκα. Συγγνώμη!