Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013
Να ζεις
Να ζεις. Να ανασαίνεις. Να γελάς, να κλαις, να νιώθεις. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να σκέφτεσαι, να ονειρεύεσαι. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να μιλάς, να ακούς, να τραγουδάς. Να ακούς. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να τρως, να γεύεσαι. Να πίνεις, να γεύεσαι. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να περπατάς με παπούτσια, να περπατάς ξυπόλητος. Να τρέχεις μόνος, να τρέχεις με παρέα. Να χορεύεις με μουσική, να χορεύεις χωρίς μουσική. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να ταξιδεύεις. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να μυρίζεις τα λουλούδια, να μυρίζεις την βροχή, να μυρίζεις το φρεσκοψημένο ψωμί. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να βλέπεις τον ήλιο, να βλέπεις τα αστέρια, να βλέπεις όνειρα. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να ακούς τα τζιτζίκια, να ακούς τις βροντές. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να κολυμπάς στην πισίνα, να κολυμπάς στη θάλασσα. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να αγαπάς, να μισείς, να λατρεύεις, να αντιπαθείς. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να αγκαλιάζεις, να χαϊδεύεις. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να απογοητεύεσαι, να ελπίζεις. Να νιώθεις άνθρωπος.
Να ζεις. Να ξυπνάς. Να κοιμάσαι. Να ξυπνάς. Να κοιμάσαι.
Να μην σκέφτεσαι. Να μην ονειρεύεσαι. Να μιλάς. Να τρως. Να ακούς. Να βλέπεις. Να τρέχεις. Να τρέχεις. Να δουλεύεις, να μη δουλεύεις. Να κλαις. Να κλαις. Να περπατάς, να σέρνεσαι. Να σέρνεσαι. Να ανασαίνεις. Να μη νιώθεις. Να μη νιώθεις. Να νιώθεις σκουπίδι.
Ετικέτες
Κάτι ένιωσα
Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013
Εναλλακτική πραγματικότητα
Μια φορά κι έναν καιρό, στο βασίλειο της Μυροχώρας, όπου όλοι οι κάτοικοι μοσχομύριζαν καθαριότητα και σαπούνι, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Είχαν προσπαθήσει πάρα πολύ και είχαν δοκιμάσει όλα τα γιατροσόφια που τους είχαν πει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ο βασιλιάς ήταν πολύ στενοχωρημένος που δεν θα αποκτούσε διάδοχο και όλο κάπνιζε, και το βράδυ, όταν η βασίλισσα κοιμόταν και δεν τον έβλεπε, έκλαιγε και μούσκευε όλα τα μαντήλια του, εκείνα με το βασιλικό μονόγραμμα επάνω. Και η βασίλισσα λυπόταν πολύ που δεν μπορούσε να ευχαριστήσει το βασιλιά της και, επιπλέον, που δε θα είχε και εκείνη μία πριγκηπισσούλα - κατά προτίμηση - να της πλέκει κοτσιδάκια τα μακριά μαλλάκια της. Ώρες ολόκληρες καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρό της και παρακαλούσε, πότε τον ήλιο - την ημέρα - πότε το φεγγάρι - τη νύχτα, να της στείλουν ένα παιδάκι. Αλλά και ο ήλιος και το φεγγάρι, είχαν άλλες δουλειές σοβαρότερες να κάνουν.
Μια μέρα, έτυχε να περνάει από εκείνα τα μέρη μια γριά μάγισσα, που όταν άκουσε το πρόβλημα του βασιλικού ζευγαριού ζήτησε αμέσως να τους δει.
- Εγώ μπορώ να το λύσω το πρόβλημά σας, είπε στο βασιλιά, αφού γονάτισε και έσκυψε μέχρι που η μακριά της μύτη ακούμπησε στο πάτωμα.
- Αλήθεια; ρώτησε ο βασιλιάς όλο ελπίδα. Αν με βοηθήσεις και αποκτήσω έναν ωραίο, έξυπνο και δυνατό γιο, θα σε γεμίσω χρυσάφι, της είπε.
- Να μου δώσεις μονάχα το δαχτυλίδι με τη μεγάλη πέτρα που φοράς στο δάχτυλό σου, του είπε η μάγισσα και έτσι έκλεισε η συμφωνία.
Η μάγισσα έβγαλε μέσα από το σακούλι της ένα μάτσο με βότανα και είπε στο βασιλιά να πίνει δύο ποτήρια την ημέρα. Ύστερα, έφυγε από το παλάτι λέγοντας ότι θα ξαναγύριζε σε μερικούς μήνες για την πληρωμή της.
Ο βασιλιάς ξεκίνησε αμέσως τη θεραπεία, αν και τα βότανα της μάγισσας μύριζαν πολύ άσχημα. Έπινε δύο ποτήρια την ημέρα και ύστερα από λίγες βδομάδες - θαύμα! - η βασίλισσα έμεινε έγκυος!
Πολλοί είπαν ότι ήταν ψέμα, ότι η βασίλισσα είχε απλώς πρήξιμο, αλλά έκαναν λάθος. Η κοιλιά της μεγάλωνε συνέχεια, μέχρι που, εννέα μήνες μετά, γέννησε ένα πανέμορφο αγοράκι. Τότε εμφανίστηκε και η μάγισσα για την αμοιβή της και ο βασιλιάς, όλος χαρά, της χάρισε το δαχτυλίδι του με τη μεγάλη πέτρα.
Ο μικρός πρίγκηπας ήταν το πιο όμορφο και το πιο έξυπνο παιδάκι που μπορεί κανείς να φανταστεί, και όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφος, όλο και πιο δυνατός, όλο και πιο έξυπνος. Αλλά είχε ένα πρόβλημα: δεν άντεχε τη μυρωδιά του σαπουνιού. Κάθε φορά που τον έκαναν μπάνιο οι βασιλικές καμαριέρες, εκείνος γινόταν κατακόκκινος και έβγαζε σπυράκια.
Ο βασιλιάς έστειλε να φωνάξουν τη μάγισσα και εκείνη, όταν άκουσε το πρόβλημα, του είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα καθώς ήταν παρενέργεια από τα βρωμερά βοτάνια που του είχε δώσει για να πιει. Τον συμβούλεψε, δε, να μην ανησυχεί και ότι δεν ήταν και τόσο σημαντικό. Και, εδώ που τα λέμε, δίκιο είχε. Μόνο που ο πρίγκηπας λάτρευε τη μυρωδιά του κρεμμυδιού, του σκόρδου, του κουνουπιδιού, όλες εκείνες τις μυρωδιές, δηλαδή, που οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν αγαπούν ιδιαίτερα.
Τα χρόνια περνούσαν και ο πρίγκηπας έφτασε σε ηλικία γάμου. Και, καθώς ήταν πολύ ωραίος και δυνατός, όλες οι πριγκήπισσες των γύρω βασιλείων ήθελαν να τον παντρευτούν. Άρχισαν, λοιπόν, οι σύμβουλοι του παλατιού να προξενεύουν στο νεαρό πρίγκηπα τη μία πριγκήπισσα μετά την άλλη. Και ήταν όλες τους πανέμορφες: άλλη κατάξανθη σαν τα καλοκαιρινά στάχυα, άλλη μελαχρινή με παχιές πλεξούδες σαν καραβόσκοινα, άλλη με αγγελική φωνή, όλες ήταν αξιαγάπητες και ο πρίγκηπας δεν ήξερε ποια να πρωτοδιαλέξει.
Όμως, υπήρχε ένα πρόβλημα: μόλις ο πρίγκηπας δεχόταν να δει μια πριγκήπισσα και βρισκόταν μαζί της στο βασιλικό σαλόνι, με το που η πριγκήπισσα πλησίαζε λίγο πιο κοντά του, εκείνος έκανε "πιφ", σηκωνόταν και έφευγε.
- Δεν την μπορώ, έλεγε στους συμβούλους, αυτή βρωμάει!
- Μα, μεγαλειότατε, ίσα-ίσα που μοσχοβολάει σα γιασεμί!
- Αποκλείεται να την παντρευτώ, δεν την αντέχω! Φέρτε μου την επόμενη!
Ερχόταν η επόμενη πριγκήπισσα την επόμενη μέρα, κάθονταν στο βασιλικό σαλόνι, έσκυβε η πριγκήπισσα κάτι να του πει πιο εμπιστευτικό, "πιφ" έκανε εκείνος και εξαφανιζόταν.
- Τι μου τη φέρατε αυτήν την πριγκήπισσα; ρωτούσε εκνευρισμένος. Βρωμάει από ένα χιλιόμετρο μακριά.
- Μα, μεγαλειότατε, μυρίζει σαν κανέλλα!
- Δε θέλω να ακούσω τίποτα, να φύγει! έλεγε εκείνος.
Και η παρέλαση των υποψήφιων πριγκηπισσών συνεχιζόταν.
Ήταν και μια πριγκήπισσα που, μόλις είδε τον πρίγκηπα μπροστά της στο βασιλικό σαλόνι, τον ερωτεύτηκε τόσο, που όταν της είπαν ύστερα ότι ο πρίγκηπας την είχε απορρίψει, πήγε να πεθάνει από τον καημό της.
- Μην στενοχωριέσαι, της έλεγε η μητέρα της, δε χάθηκε ο κόσμος. Υπάρχουν και άλλοι πολλοί πρίγκηπες. Θα σου βρούμε έναν ακόμα καλύτερο.
- Εγώ δε θέλω άλλον, αυτόν θέλω! έλεγε και έκλαιγε η πριγκήπισσα.
Μάταια προσπάθησαν να την κάνουν να αλλάξει γνώμη. Εκείνη είχε αποφασίσει να τον παντρευτεί, ο κόσμος να χαλούσε. Έτσι, έβαλε έναν άνθρωπό της στο παλάτι να μάθει γιατί είχε απορριφθεί και όταν έμαθε την ιδιαιτερότητα του πρίγκηπα, πήρε μια μεγάλη απόφαση.
- Δε θα πλυθώ απόψε, είπε στην πριγκηπική της καμαριέρα. Και φέρε μου κρεμμύδια, πολλά κρεμμύδια!
Η καμαριέρα έφερε τα κρεμμύδια, και η πριγκήπισσα τα πήρε και τρίφτηκε με αυτά.
- Και τώρα, οδηγήστε με ξανά στον πρίγκηπα! είπε.
Ο πρίγκηπας θεώρησε περίεργο να ξαναδεί μια πριγκήπισσα που είχε απορρίψει, αλλά της έδωσε μια ευκαιρία ακόμη. Έτσι, όταν βρέθηκαν οι δυο τους στο βασιλικό σαλόνι, προσπάθησε να είναι ευγενικός. Όταν, όμως, πάλι τον πλησίασε λίγο η πριγκήπισσα, πάλι εκείνος έκανε "πιφ".
Η πριγκήπισσα γύρισε στο παλάτι στενοχωρημένη, αλλά αποφασισμένη για μεγαλύτερες θυσίες.
- Ούτε απόψε θα πλυθώ, είπε στην πριγκηπική της καμαριέρα, που την κοιτούσε λίγο περίεργα. Και φέρε μου σκόρδα, πολλά σκόρδα!
Έτσι και έκανε η καμαριέρα, και η πριγκήπισσα τρίφτηκε και με τα σκόρδα. Και πάλι πήγε στον πρίγκηπα, και πάλι εκείνος έκανε "πιφ", ύστερα από λίγο.
- Μην επιμένεις, της είπε, να προσπαθείς, το ξέρω, είμαι λίγο περίεργος, αλλά δεν μπορείς να κερδίσεις μια θέση στην καρδιά μου. Εντάξει, μυρίζεις λίγο καλύτερα τώρα, αλλά και πάλι δεν την αντέχω τη μυρωδιά σου. Επιπλέον, εγώ θέλω μια γυναίκα χοντρή, και εσύ είσαι πολύ αδύνατη. Πώς θα σταθείς πλάι μου; Λυπάμαι, μην επιμένεις.
Και έφυγε από το βασιλικό σαλόνι. Όμως, δεν ήξερε με τι επίμονη πριγκήπισσα τα είχε βάλει.
Εκείνο το βράδυ, η πριγκήπισσα έκανε νέα ανακοίνωση.
- Δε θα πλυθώ ποτέ ξανά, είπε στην καμαριέρα της. Και φέρε μου φαγητό, πολύ φαγητό!
Έτσι κι έγινε, και η πριγκήπισσα χόντρυνε πολύ και έγινε στρογγυλή σα μία μπάλα. Επίσης, σταμάτησε να πλένεται και άρχισε σιγά-σιγά να μυρίζει σα βρωμερό βοτάνι. Όταν, λοιπόν, έγινε όσο πιο χοντρή και όσο πιο βρωμερή μπορούσε να γίνει, ζήτησε και πάλι ακρόαση από τον πρίγκηπα. Και εκείνος, που ακόμη δεν είχε βρει την εκλεκτή της καρδιάς του, αποφάσισε να τη δεχτεί για μια τελευταία φορά.
Και πήγε η πριγκήπισσα στο παλάτι και όλοι έκαναν μεγάλο χώρο να περάσει, και όχι μόνο από σεβασμό. Και μόλις μπήκε η πριγκήπισσα στο σαλόνι και την είδε ο πρίγκηπας, στρογγυλή-στρογγυλή σαν κεφάλι γραβιέρας, κάτι σκίρτησε μέσα του. Και όταν έσκυψε προς το μέρος του, τάχα να ισιώσει τις πιέτες του φορέματός της, τότε ήταν που ο πρίγκηπας την αγάπησε.
- Αυτή είναι η γυναίκα που θα παντρευτώ, είπε, και όλοι δόξασαν το Θεό που βρέθηκε επιτέλους η νύφη.
Οι γάμοι έγιναν γρήγορα και στο τραπέζι του γάμου σερβιρίστηκε άφθονο κουνουπίδι και κρεμμυδόσουπα, και είχαν και τζατζίκι για ορεκτικό.
Και έζησαν όλοι καλά και εμείς καλύτερα. Κι αν αναρωτηθεί κανείς πώς μου ήρθε αυτό το παραμύθι, είναι επειδή σήμερα στο μετρό συνάντησα μια τέτοια πριγκήπισσα ακριβώς. Και εμφανισιακά και οσφρητικά. Δύο στα δύο. Τον πρίγκηπα μόνο δεν είδα, αλλά ας υποθέσουμε ότι την περίμενε κάπου στον Άγιο Ιωάννη, αφού εκεί κατέβηκε. Να θυμηθώ να του ανάψω ένα κεράκι.
Ο βασιλιάς ήταν πολύ στενοχωρημένος που δεν θα αποκτούσε διάδοχο και όλο κάπνιζε, και το βράδυ, όταν η βασίλισσα κοιμόταν και δεν τον έβλεπε, έκλαιγε και μούσκευε όλα τα μαντήλια του, εκείνα με το βασιλικό μονόγραμμα επάνω. Και η βασίλισσα λυπόταν πολύ που δεν μπορούσε να ευχαριστήσει το βασιλιά της και, επιπλέον, που δε θα είχε και εκείνη μία πριγκηπισσούλα - κατά προτίμηση - να της πλέκει κοτσιδάκια τα μακριά μαλλάκια της. Ώρες ολόκληρες καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρό της και παρακαλούσε, πότε τον ήλιο - την ημέρα - πότε το φεγγάρι - τη νύχτα, να της στείλουν ένα παιδάκι. Αλλά και ο ήλιος και το φεγγάρι, είχαν άλλες δουλειές σοβαρότερες να κάνουν.
Μια μέρα, έτυχε να περνάει από εκείνα τα μέρη μια γριά μάγισσα, που όταν άκουσε το πρόβλημα του βασιλικού ζευγαριού ζήτησε αμέσως να τους δει.
- Εγώ μπορώ να το λύσω το πρόβλημά σας, είπε στο βασιλιά, αφού γονάτισε και έσκυψε μέχρι που η μακριά της μύτη ακούμπησε στο πάτωμα.
- Αλήθεια; ρώτησε ο βασιλιάς όλο ελπίδα. Αν με βοηθήσεις και αποκτήσω έναν ωραίο, έξυπνο και δυνατό γιο, θα σε γεμίσω χρυσάφι, της είπε.
- Να μου δώσεις μονάχα το δαχτυλίδι με τη μεγάλη πέτρα που φοράς στο δάχτυλό σου, του είπε η μάγισσα και έτσι έκλεισε η συμφωνία.
Η μάγισσα έβγαλε μέσα από το σακούλι της ένα μάτσο με βότανα και είπε στο βασιλιά να πίνει δύο ποτήρια την ημέρα. Ύστερα, έφυγε από το παλάτι λέγοντας ότι θα ξαναγύριζε σε μερικούς μήνες για την πληρωμή της.
Ο βασιλιάς ξεκίνησε αμέσως τη θεραπεία, αν και τα βότανα της μάγισσας μύριζαν πολύ άσχημα. Έπινε δύο ποτήρια την ημέρα και ύστερα από λίγες βδομάδες - θαύμα! - η βασίλισσα έμεινε έγκυος!
Πολλοί είπαν ότι ήταν ψέμα, ότι η βασίλισσα είχε απλώς πρήξιμο, αλλά έκαναν λάθος. Η κοιλιά της μεγάλωνε συνέχεια, μέχρι που, εννέα μήνες μετά, γέννησε ένα πανέμορφο αγοράκι. Τότε εμφανίστηκε και η μάγισσα για την αμοιβή της και ο βασιλιάς, όλος χαρά, της χάρισε το δαχτυλίδι του με τη μεγάλη πέτρα.
Ο μικρός πρίγκηπας ήταν το πιο όμορφο και το πιο έξυπνο παιδάκι που μπορεί κανείς να φανταστεί, και όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφος, όλο και πιο δυνατός, όλο και πιο έξυπνος. Αλλά είχε ένα πρόβλημα: δεν άντεχε τη μυρωδιά του σαπουνιού. Κάθε φορά που τον έκαναν μπάνιο οι βασιλικές καμαριέρες, εκείνος γινόταν κατακόκκινος και έβγαζε σπυράκια.
Ο βασιλιάς έστειλε να φωνάξουν τη μάγισσα και εκείνη, όταν άκουσε το πρόβλημα, του είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα καθώς ήταν παρενέργεια από τα βρωμερά βοτάνια που του είχε δώσει για να πιει. Τον συμβούλεψε, δε, να μην ανησυχεί και ότι δεν ήταν και τόσο σημαντικό. Και, εδώ που τα λέμε, δίκιο είχε. Μόνο που ο πρίγκηπας λάτρευε τη μυρωδιά του κρεμμυδιού, του σκόρδου, του κουνουπιδιού, όλες εκείνες τις μυρωδιές, δηλαδή, που οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν αγαπούν ιδιαίτερα.
Τα χρόνια περνούσαν και ο πρίγκηπας έφτασε σε ηλικία γάμου. Και, καθώς ήταν πολύ ωραίος και δυνατός, όλες οι πριγκήπισσες των γύρω βασιλείων ήθελαν να τον παντρευτούν. Άρχισαν, λοιπόν, οι σύμβουλοι του παλατιού να προξενεύουν στο νεαρό πρίγκηπα τη μία πριγκήπισσα μετά την άλλη. Και ήταν όλες τους πανέμορφες: άλλη κατάξανθη σαν τα καλοκαιρινά στάχυα, άλλη μελαχρινή με παχιές πλεξούδες σαν καραβόσκοινα, άλλη με αγγελική φωνή, όλες ήταν αξιαγάπητες και ο πρίγκηπας δεν ήξερε ποια να πρωτοδιαλέξει.
Όμως, υπήρχε ένα πρόβλημα: μόλις ο πρίγκηπας δεχόταν να δει μια πριγκήπισσα και βρισκόταν μαζί της στο βασιλικό σαλόνι, με το που η πριγκήπισσα πλησίαζε λίγο πιο κοντά του, εκείνος έκανε "πιφ", σηκωνόταν και έφευγε.
- Δεν την μπορώ, έλεγε στους συμβούλους, αυτή βρωμάει!
- Μα, μεγαλειότατε, ίσα-ίσα που μοσχοβολάει σα γιασεμί!
- Αποκλείεται να την παντρευτώ, δεν την αντέχω! Φέρτε μου την επόμενη!
Ερχόταν η επόμενη πριγκήπισσα την επόμενη μέρα, κάθονταν στο βασιλικό σαλόνι, έσκυβε η πριγκήπισσα κάτι να του πει πιο εμπιστευτικό, "πιφ" έκανε εκείνος και εξαφανιζόταν.
- Τι μου τη φέρατε αυτήν την πριγκήπισσα; ρωτούσε εκνευρισμένος. Βρωμάει από ένα χιλιόμετρο μακριά.
- Μα, μεγαλειότατε, μυρίζει σαν κανέλλα!
- Δε θέλω να ακούσω τίποτα, να φύγει! έλεγε εκείνος.
Και η παρέλαση των υποψήφιων πριγκηπισσών συνεχιζόταν.
Ήταν και μια πριγκήπισσα που, μόλις είδε τον πρίγκηπα μπροστά της στο βασιλικό σαλόνι, τον ερωτεύτηκε τόσο, που όταν της είπαν ύστερα ότι ο πρίγκηπας την είχε απορρίψει, πήγε να πεθάνει από τον καημό της.
- Μην στενοχωριέσαι, της έλεγε η μητέρα της, δε χάθηκε ο κόσμος. Υπάρχουν και άλλοι πολλοί πρίγκηπες. Θα σου βρούμε έναν ακόμα καλύτερο.
- Εγώ δε θέλω άλλον, αυτόν θέλω! έλεγε και έκλαιγε η πριγκήπισσα.
Μάταια προσπάθησαν να την κάνουν να αλλάξει γνώμη. Εκείνη είχε αποφασίσει να τον παντρευτεί, ο κόσμος να χαλούσε. Έτσι, έβαλε έναν άνθρωπό της στο παλάτι να μάθει γιατί είχε απορριφθεί και όταν έμαθε την ιδιαιτερότητα του πρίγκηπα, πήρε μια μεγάλη απόφαση.
- Δε θα πλυθώ απόψε, είπε στην πριγκηπική της καμαριέρα. Και φέρε μου κρεμμύδια, πολλά κρεμμύδια!
Η καμαριέρα έφερε τα κρεμμύδια, και η πριγκήπισσα τα πήρε και τρίφτηκε με αυτά.
- Και τώρα, οδηγήστε με ξανά στον πρίγκηπα! είπε.
Ο πρίγκηπας θεώρησε περίεργο να ξαναδεί μια πριγκήπισσα που είχε απορρίψει, αλλά της έδωσε μια ευκαιρία ακόμη. Έτσι, όταν βρέθηκαν οι δυο τους στο βασιλικό σαλόνι, προσπάθησε να είναι ευγενικός. Όταν, όμως, πάλι τον πλησίασε λίγο η πριγκήπισσα, πάλι εκείνος έκανε "πιφ".
Η πριγκήπισσα γύρισε στο παλάτι στενοχωρημένη, αλλά αποφασισμένη για μεγαλύτερες θυσίες.
- Ούτε απόψε θα πλυθώ, είπε στην πριγκηπική της καμαριέρα, που την κοιτούσε λίγο περίεργα. Και φέρε μου σκόρδα, πολλά σκόρδα!
Έτσι και έκανε η καμαριέρα, και η πριγκήπισσα τρίφτηκε και με τα σκόρδα. Και πάλι πήγε στον πρίγκηπα, και πάλι εκείνος έκανε "πιφ", ύστερα από λίγο.
- Μην επιμένεις, της είπε, να προσπαθείς, το ξέρω, είμαι λίγο περίεργος, αλλά δεν μπορείς να κερδίσεις μια θέση στην καρδιά μου. Εντάξει, μυρίζεις λίγο καλύτερα τώρα, αλλά και πάλι δεν την αντέχω τη μυρωδιά σου. Επιπλέον, εγώ θέλω μια γυναίκα χοντρή, και εσύ είσαι πολύ αδύνατη. Πώς θα σταθείς πλάι μου; Λυπάμαι, μην επιμένεις.
Και έφυγε από το βασιλικό σαλόνι. Όμως, δεν ήξερε με τι επίμονη πριγκήπισσα τα είχε βάλει.
Εκείνο το βράδυ, η πριγκήπισσα έκανε νέα ανακοίνωση.
- Δε θα πλυθώ ποτέ ξανά, είπε στην καμαριέρα της. Και φέρε μου φαγητό, πολύ φαγητό!
Έτσι κι έγινε, και η πριγκήπισσα χόντρυνε πολύ και έγινε στρογγυλή σα μία μπάλα. Επίσης, σταμάτησε να πλένεται και άρχισε σιγά-σιγά να μυρίζει σα βρωμερό βοτάνι. Όταν, λοιπόν, έγινε όσο πιο χοντρή και όσο πιο βρωμερή μπορούσε να γίνει, ζήτησε και πάλι ακρόαση από τον πρίγκηπα. Και εκείνος, που ακόμη δεν είχε βρει την εκλεκτή της καρδιάς του, αποφάσισε να τη δεχτεί για μια τελευταία φορά.
Και πήγε η πριγκήπισσα στο παλάτι και όλοι έκαναν μεγάλο χώρο να περάσει, και όχι μόνο από σεβασμό. Και μόλις μπήκε η πριγκήπισσα στο σαλόνι και την είδε ο πρίγκηπας, στρογγυλή-στρογγυλή σαν κεφάλι γραβιέρας, κάτι σκίρτησε μέσα του. Και όταν έσκυψε προς το μέρος του, τάχα να ισιώσει τις πιέτες του φορέματός της, τότε ήταν που ο πρίγκηπας την αγάπησε.
- Αυτή είναι η γυναίκα που θα παντρευτώ, είπε, και όλοι δόξασαν το Θεό που βρέθηκε επιτέλους η νύφη.
Οι γάμοι έγιναν γρήγορα και στο τραπέζι του γάμου σερβιρίστηκε άφθονο κουνουπίδι και κρεμμυδόσουπα, και είχαν και τζατζίκι για ορεκτικό.
Και έζησαν όλοι καλά και εμείς καλύτερα. Κι αν αναρωτηθεί κανείς πώς μου ήρθε αυτό το παραμύθι, είναι επειδή σήμερα στο μετρό συνάντησα μια τέτοια πριγκήπισσα ακριβώς. Και εμφανισιακά και οσφρητικά. Δύο στα δύο. Τον πρίγκηπα μόνο δεν είδα, αλλά ας υποθέσουμε ότι την περίμενε κάπου στον Άγιο Ιωάννη, αφού εκεί κατέβηκε. Να θυμηθώ να του ανάψω ένα κεράκι.
Ετικέτες
Κάποιον είδα,
Κάτι ένιωσα,
Κάτι έπαθα
Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013
Πολιτική χειραφέτηση
Όταν πρωτοακούστηκαν οι φήμες, το λιοντάρι δεν έδωσε σημασία. Ούτε όταν οι φήμες συνεχίστηκαν έδωσε. Να, όμως, που ήρθε το τέλος της βασιλείας του. Ήταν μια μέρα συνηθισμένη, ούτε πολύ κρύα, ούτε πολύ ζεστή. Κι όμως, ήταν μια μέρα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Τα ζώα μαζεύτηκαν όλα μαζί και απαίτησαν από το λιοντάρι να πάψει να το παίζει αφεντικό.
- Θέλουμε δημοκρατία, είπαν.
- Και τι θα πει "δημοκρατία"; ρώτησε εκείνο, που ήθελε να κερδίσει λίγο ακόμα χρόνο στον θρόνο.
- Είναι το πολίτευμα του μέλλοντος, είπαν με ένα στόμα όλα μαζί. Τέρμα πια η βασιλεία, όλοι έχουμε δικαίωμα στην εξουσία!
Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε το λιοντάρι, τι να κάνει που οι άλλοι ήταν πάρα πολλοί και δεν μπορούσε να τα βάλει με όλους μαζί; Αναγκάστηκε να αποδεχτεί τη μοίρα του. Έτσι, μέσα σε δυνατούς πανηγυρισμούς, το πολίτευμα των ζώων άλλαξε.
- Και τώρα τι κάνουμε; ήταν η επόμενη ερώτηση.
- Μα, θα ψηφίσουμε, φυσικά, είπε η κουκουβάγια που ήξερε τα πάντα. Θα κάνουμε εκλογές. Όποιος θέλει να κυβερνήσει, ας το δηλώσει εδώ και τώρα, αν και το πιο σωστό θα ήταν να κυβερνήσω εγώ, καθότι σοφή.
- Μωρέ τι μας λες; ρώτησε η αλεπού. Πού ακούστηκε να κυβερνούν οι σοφοί; Το είδες πουθενά να συμβαίνει;
Η κουκουβάγια δεν το είχε δει και σώπασε.
- Εγώ λέω, είπε η γάτα, να ψηφίσετε εμένα. Είμαι η πιο κατάλληλη. Άλλωστε και οι Αιγύπτιοι, που ήταν πανέξυπνοι, είχαν καταλάβει την ανωτερότητά μας. Όλες οι γάτες στην αρχαία Αίγυπτο απολάμβαναν ένα σωρό τιμές...
- Α, όχι άλλα αιλουροειδή! πετάχτηκε ο ελέφαντας. Νομίζω ήρθε ο καιρός να κυβερνήσω εγώ. Είμαι μεγαλόσωμος, δυνατός, ατρόμητος, θα υπερασπιστώ τα ζώα μέχρι...ΜΑΜΑ ΜΟΥ!
- Σιγά τον ατρόμητο! είπε ο ποντικός και γέλασε δυνατά, βλέποντας τον ελέφαντα να τρέμει από το φόβο του. Ψηφίστε καλύτερα εμένα, που με φοβούνται μέχρι και οι ελέφαντες, για να μη μιλήσω και για τους ανθρώπους. Ψηφίστε με να νιώσετε ασφαλείς.
Εκείνη την ώρα, μια γάτα που βρισκόταν εκεί κοντά έκανε μια χαπ! και τον βούτηξε τον ποντικό. Ποτέ ξανά δεν ακούστηκε η φωνή του.
- Η λύση είναι μία, πετάχτηκε και η αρκούδα. Ψηφίστε εμένα. Ούτε ποντίκια φοβάμαι, ούτε ανθρώπους. Είμαι δυνατή και θα σας προστατέψω, χωρίς αμφιβολία.
- Θα μας προστατεύεις και το χειμώνα; πετάχτηκε η χελώνα. Ή θα εξαφανιστείς όπως εξαφανίζεσαι με τα πρώτα χιόνια;
- Ναι, ναι, τι να σε κάνουμε αν κοιμάσαι το μισό χρόνο; είπαν και τα υπόλοιπα ζώα και η αρκούδα επέστρεψε στη θέση της ντροπιασμένη.
- Εμένα θα πρέπει να ψηφίσετε, είπε τότε η χελώνα. Είμαι επίμονη και πετυχαίνω όλους τους στόχους μου. Όλος ο κόσμος ξέρει ότι η προ-προ-προ-προ-προ-προγιαγιά μου νίκησε το λαγό στο τρέξιμο.
- Ναι, πετάχτηκε και ο λαγός, μια φορά κέρδισε η χελώνα και το έκαναν θέμα. Όλες τις άλλες φορές κέρδιζε ο λαγός, κανείς δεν είπε τίποτα.
- Δεν ακούω τίποτα, είπε και ο λύκος. Αν υπάρχει κάποιος που έχει τα προσόντα να κυβερνήσει, αυτός είμαι εγώ. Και μόνο στο άκουσμα του ονόματός μου οι άλλοι λουφάζουν. Συνδέομαι με δεσμούς αίματος με το λύκο της Κοκκινοσκουφίτσας από την πλευρά του πατέρα μου και με το λύκο των τριων γουρουνιών από την πλευρά της μητέρας μου. Ο δε λύκος των επτά κατσικιών είναι δεύτερος ξάδερφος του πατέρα μου. Αν θέλετε προστασία, η λύση είναι μία: λύκος.
- Και σιγά τα πρόσωπα που μας φέρνεις για παράδειγμα! είπε η αλεπού. Από την πλευρά της μητέρας σου φυσάτε χωρίς αποτέλεσμα, και από την πλευρά του πατέρα σου και του ξαδέρφου του πεθαίνετε από πνιγμό.
- Φήμες, είπε ο λύκος και αποσύρθηκε ανάμεσα στα γέλια των υπόλοιπων ζώων, και κυρίως των κατσικιών και των γουρουνιών.
- Ενώ, αν ψηφίσετε εμένα, είπε η αλεπού, θα υπερασπιστώ τα δικαιώματά σας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
- Και σιγά μην μπορούμε να σου έχουμε εμπιστοσύνη! είπε το κοράκι. Η προ-προ-προ-γιαγιά σου δεν ήταν που έπαιρνε το φαγητό από το στόμα των άλλων;
- Ψηφίστε εμένα, είπε η νυχτερίδα, που έχω συγγένεια με τον δράκουλα των Καρπαθίων. Δεν πρόκειται να σας πειράξει κανείς, όσο θα κυβερνάω εγώ.
- Βρε, άντε κοιμήσου, της είπε μια χήνα, που είχες αϋπνίες και ήρθες εδώ να διασκεδάσεις! Εμείς θέλουμε κυβερνήτη σοβαρό. Εγώ, πάντως, αν θέλετε να με ψηφίσετε, σας πληροφορώ ότι γνωρίζω προσωπικά τον Μάρτιν, τη χήνα του Νιλς Χόλγκερσον.
- Γιατί δεν ψηφίζετε εμένα; είπε ο βάτραχος. Θα είμαι καλός κυβερνήτης.
- Άσ'τα αυτά, κρυφοβασιλικέ, είπε η κουκουβάγια. Το λες για να σε ψηφίσουμε και ύστερα να μεταμορφωθείς σε βασιλιά και πάλι να έχουμε βασιλεία. Εμείς θέλουμε δημοκρατία, δη-μο-κρα-τί-α!
Τα αίματα είχαν ανάψει πολύ. Λίγο-πολύ, όλοι ήθελαν να γίνουν αρχηγοί.
- Μήπως να γινόμουν εγώ κυβερνήτης; ρώτησε το μυρμήγκι.
- Είσαι με τα καλά σου; φώναξαν τα άλλα ζώα. Πρώτον, είσαι πολύ μικρόσωμο για κυβερνήτης και, δεύτερον, αν κυβερνήσεις εσύ θα μας στρώσεις στη δουλειά! Γύρνα πίσω στη φωλιά σου.
- Σκεφτείτε ξανά τη δική μου υποψηφιότητα, είπε και η κουκουβάγια.
- Ποτέ! είπαν τα ζώα. Δεν φτάνει που τα ξέρεις όλα και γι'αυτό έχεις ύφος, αν γίνεις και κυβερνήτης θα ξιπαστείς περισσότερο. Εσύ, το πολύ-πολύ, να αναλάβεις το υπουργείο παιδείας.
- Και ποιος θα κυβερνήσει τελικά; Κανένας δεν είναι κατάλληλος.
- Μήπως να κυβερνούσα εγώ; είπε τότε το λιοντάρι. Έχω εμπειρία και θα κυβερνήσω σωστά. Ψηφίστε εμένα.
- Ναι, αλλά αν σε ψηφίσουμε δε θα είσαι βασιλιάς, είπαν τα ζώα. Θα είσαι εκλεγμένος ηγέτης και ως τέτοιος θα πρέπει να φέρεσαι.
- Κανένα πρόβλημα, είπε το λιοντάρι.
Και έτσι, αυτή τη συνηθισμένη μέρα, την όχι πολύ κρύα, ούτε πολύ ζεστή, το λιοντάρι θα τη θυμόταν για πάντα ως τη μέρα που ανέλαβε δημοκρατικά την κυβέρνηση των ζώων. Δεν άλλαξε τίποτα από ό,τι έκανε ως τότε. Συνέχισε να διοικεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μόνο που τώρα, κάθε τέσσερα χρόνια επαναλαμβανόταν η ίδια συζήτηση, μέχρι να τον ξαναψηφίσουν τα υπόλοιπα ζώα.
Και, έτσι, τα ζώα απόκτησαν δημοκρατία. Τουλάχιστον, έτσι λένε.
Τα ζώα μαζεύτηκαν όλα μαζί και απαίτησαν από το λιοντάρι να πάψει να το παίζει αφεντικό.
- Θέλουμε δημοκρατία, είπαν.
- Και τι θα πει "δημοκρατία"; ρώτησε εκείνο, που ήθελε να κερδίσει λίγο ακόμα χρόνο στον θρόνο.
- Είναι το πολίτευμα του μέλλοντος, είπαν με ένα στόμα όλα μαζί. Τέρμα πια η βασιλεία, όλοι έχουμε δικαίωμα στην εξουσία!
Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε το λιοντάρι, τι να κάνει που οι άλλοι ήταν πάρα πολλοί και δεν μπορούσε να τα βάλει με όλους μαζί; Αναγκάστηκε να αποδεχτεί τη μοίρα του. Έτσι, μέσα σε δυνατούς πανηγυρισμούς, το πολίτευμα των ζώων άλλαξε.
- Και τώρα τι κάνουμε; ήταν η επόμενη ερώτηση.
- Μα, θα ψηφίσουμε, φυσικά, είπε η κουκουβάγια που ήξερε τα πάντα. Θα κάνουμε εκλογές. Όποιος θέλει να κυβερνήσει, ας το δηλώσει εδώ και τώρα, αν και το πιο σωστό θα ήταν να κυβερνήσω εγώ, καθότι σοφή.
- Μωρέ τι μας λες; ρώτησε η αλεπού. Πού ακούστηκε να κυβερνούν οι σοφοί; Το είδες πουθενά να συμβαίνει;
Η κουκουβάγια δεν το είχε δει και σώπασε.
- Εγώ λέω, είπε η γάτα, να ψηφίσετε εμένα. Είμαι η πιο κατάλληλη. Άλλωστε και οι Αιγύπτιοι, που ήταν πανέξυπνοι, είχαν καταλάβει την ανωτερότητά μας. Όλες οι γάτες στην αρχαία Αίγυπτο απολάμβαναν ένα σωρό τιμές...
- Α, όχι άλλα αιλουροειδή! πετάχτηκε ο ελέφαντας. Νομίζω ήρθε ο καιρός να κυβερνήσω εγώ. Είμαι μεγαλόσωμος, δυνατός, ατρόμητος, θα υπερασπιστώ τα ζώα μέχρι...ΜΑΜΑ ΜΟΥ!
- Σιγά τον ατρόμητο! είπε ο ποντικός και γέλασε δυνατά, βλέποντας τον ελέφαντα να τρέμει από το φόβο του. Ψηφίστε καλύτερα εμένα, που με φοβούνται μέχρι και οι ελέφαντες, για να μη μιλήσω και για τους ανθρώπους. Ψηφίστε με να νιώσετε ασφαλείς.
Εκείνη την ώρα, μια γάτα που βρισκόταν εκεί κοντά έκανε μια χαπ! και τον βούτηξε τον ποντικό. Ποτέ ξανά δεν ακούστηκε η φωνή του.
- Η λύση είναι μία, πετάχτηκε και η αρκούδα. Ψηφίστε εμένα. Ούτε ποντίκια φοβάμαι, ούτε ανθρώπους. Είμαι δυνατή και θα σας προστατέψω, χωρίς αμφιβολία.
- Θα μας προστατεύεις και το χειμώνα; πετάχτηκε η χελώνα. Ή θα εξαφανιστείς όπως εξαφανίζεσαι με τα πρώτα χιόνια;
- Ναι, ναι, τι να σε κάνουμε αν κοιμάσαι το μισό χρόνο; είπαν και τα υπόλοιπα ζώα και η αρκούδα επέστρεψε στη θέση της ντροπιασμένη.
- Εμένα θα πρέπει να ψηφίσετε, είπε τότε η χελώνα. Είμαι επίμονη και πετυχαίνω όλους τους στόχους μου. Όλος ο κόσμος ξέρει ότι η προ-προ-προ-προ-προ-προγιαγιά μου νίκησε το λαγό στο τρέξιμο.
- Ναι, πετάχτηκε και ο λαγός, μια φορά κέρδισε η χελώνα και το έκαναν θέμα. Όλες τις άλλες φορές κέρδιζε ο λαγός, κανείς δεν είπε τίποτα.
- Δεν ακούω τίποτα, είπε και ο λύκος. Αν υπάρχει κάποιος που έχει τα προσόντα να κυβερνήσει, αυτός είμαι εγώ. Και μόνο στο άκουσμα του ονόματός μου οι άλλοι λουφάζουν. Συνδέομαι με δεσμούς αίματος με το λύκο της Κοκκινοσκουφίτσας από την πλευρά του πατέρα μου και με το λύκο των τριων γουρουνιών από την πλευρά της μητέρας μου. Ο δε λύκος των επτά κατσικιών είναι δεύτερος ξάδερφος του πατέρα μου. Αν θέλετε προστασία, η λύση είναι μία: λύκος.
- Και σιγά τα πρόσωπα που μας φέρνεις για παράδειγμα! είπε η αλεπού. Από την πλευρά της μητέρας σου φυσάτε χωρίς αποτέλεσμα, και από την πλευρά του πατέρα σου και του ξαδέρφου του πεθαίνετε από πνιγμό.
- Φήμες, είπε ο λύκος και αποσύρθηκε ανάμεσα στα γέλια των υπόλοιπων ζώων, και κυρίως των κατσικιών και των γουρουνιών.
- Ενώ, αν ψηφίσετε εμένα, είπε η αλεπού, θα υπερασπιστώ τα δικαιώματά σας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
- Και σιγά μην μπορούμε να σου έχουμε εμπιστοσύνη! είπε το κοράκι. Η προ-προ-προ-γιαγιά σου δεν ήταν που έπαιρνε το φαγητό από το στόμα των άλλων;
- Ψηφίστε εμένα, είπε η νυχτερίδα, που έχω συγγένεια με τον δράκουλα των Καρπαθίων. Δεν πρόκειται να σας πειράξει κανείς, όσο θα κυβερνάω εγώ.
- Βρε, άντε κοιμήσου, της είπε μια χήνα, που είχες αϋπνίες και ήρθες εδώ να διασκεδάσεις! Εμείς θέλουμε κυβερνήτη σοβαρό. Εγώ, πάντως, αν θέλετε να με ψηφίσετε, σας πληροφορώ ότι γνωρίζω προσωπικά τον Μάρτιν, τη χήνα του Νιλς Χόλγκερσον.
- Γιατί δεν ψηφίζετε εμένα; είπε ο βάτραχος. Θα είμαι καλός κυβερνήτης.
- Άσ'τα αυτά, κρυφοβασιλικέ, είπε η κουκουβάγια. Το λες για να σε ψηφίσουμε και ύστερα να μεταμορφωθείς σε βασιλιά και πάλι να έχουμε βασιλεία. Εμείς θέλουμε δημοκρατία, δη-μο-κρα-τί-α!
Τα αίματα είχαν ανάψει πολύ. Λίγο-πολύ, όλοι ήθελαν να γίνουν αρχηγοί.
- Μήπως να γινόμουν εγώ κυβερνήτης; ρώτησε το μυρμήγκι.
- Είσαι με τα καλά σου; φώναξαν τα άλλα ζώα. Πρώτον, είσαι πολύ μικρόσωμο για κυβερνήτης και, δεύτερον, αν κυβερνήσεις εσύ θα μας στρώσεις στη δουλειά! Γύρνα πίσω στη φωλιά σου.
- Σκεφτείτε ξανά τη δική μου υποψηφιότητα, είπε και η κουκουβάγια.
- Ποτέ! είπαν τα ζώα. Δεν φτάνει που τα ξέρεις όλα και γι'αυτό έχεις ύφος, αν γίνεις και κυβερνήτης θα ξιπαστείς περισσότερο. Εσύ, το πολύ-πολύ, να αναλάβεις το υπουργείο παιδείας.
- Και ποιος θα κυβερνήσει τελικά; Κανένας δεν είναι κατάλληλος.
- Μήπως να κυβερνούσα εγώ; είπε τότε το λιοντάρι. Έχω εμπειρία και θα κυβερνήσω σωστά. Ψηφίστε εμένα.
- Ναι, αλλά αν σε ψηφίσουμε δε θα είσαι βασιλιάς, είπαν τα ζώα. Θα είσαι εκλεγμένος ηγέτης και ως τέτοιος θα πρέπει να φέρεσαι.
- Κανένα πρόβλημα, είπε το λιοντάρι.
Και έτσι, αυτή τη συνηθισμένη μέρα, την όχι πολύ κρύα, ούτε πολύ ζεστή, το λιοντάρι θα τη θυμόταν για πάντα ως τη μέρα που ανέλαβε δημοκρατικά την κυβέρνηση των ζώων. Δεν άλλαξε τίποτα από ό,τι έκανε ως τότε. Συνέχισε να διοικεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μόνο που τώρα, κάθε τέσσερα χρόνια επαναλαμβανόταν η ίδια συζήτηση, μέχρι να τον ξαναψηφίσουν τα υπόλοιπα ζώα.
Και, έτσι, τα ζώα απόκτησαν δημοκρατία. Τουλάχιστον, έτσι λένε.
Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013
Αλλαγή θέσης
Το πρόβλημα ξεκινάει από το πρωί. Τότε είναι και που παθαίνεις το πρώτο σοκ: η πόρτα του μπάνιου εξαφανίστηκε!
Έντρομος, προσπαθείς να καταλάβεις τι έχει γίνει. Όλα φαίνονται να είναι στη θέση τους, η μπαλκονόπορτα, η πόρτα του δωματίου, το κρεβάτι δίπλα από την μπαλκονόπορτα, εσύ επάνω στο κρεβάτι, η πόρτα του μπάνιου όμως πού έχει πάει;
Δεν μπορεί, σκέφτεσαι, οι πόρτες δεν εξαφανίζονται έτσι. Ποτέ δε διάβασες κάποια τέτοια είδηση στην εφημερίδα, ούτε άκουσες κάτι τέτοιο να έχει συμβεί. Κι όμως το γεγονός παραμένει: η πόρτα του μπάνιου σου δεν είναι εκεί που ήταν.
Πού μπορεί να έχει πάει μια πόρτα μπάνιου; Και, πρώτα-πρώτα, γιατί να φύγει; Μήπως της συνέστησαν ιαματικά λουτρά με λάδι; Μα αφού δεν έτριζε, ήταν και συρόμενη! Μήπως δεν τα πήγαινε καλά με την άλλη πόρτα του δωματίου; Ή, μήπως, με την μπαλκονόπορτα; Οι μπαλκονόπορτες τείνουν να είναι ξιπασμένες, επειδή έρχονται σε επαφή με τον έξω κόσμο. Λες να τσακώθηκαν οι δυο τους και γι'αυτό να έφυγε η πόρτα του μπάνιου;
Τέλος πάντων, αν έφυγε, έφυγε. Αλλά τώρα, πώς θα μπεις στο μπάνιο; Είναι ένα αντικειμενικό πρόβλημα. Η πόρτα, όσο να'ναι, πρόσφερε έναν τρόπο εισόδου...
Μήπως θα πρέπει να ψάξεις για κάποιο μυστικό πέρασμα στον τοίχο; Κάποιο πέρασμα που εμφανίζεται αν πεις "άνοιξε σουσάμι"; Και ποιος είπε ότι το "άνοιξε σουσάμι" λειτουργεί σαν πασπαρτού; Αν υπάρχει μαγική φράση θα είναι κάποια άλλη.
Είναι, τελικά, πολύ χρήσιμη μια πόρτα μπάνιου. Και η σκέψη ότι πίσω από τον τοίχο υπάρχει ένα μπάνιο, σου κάνει εντονότερη την ανάγκη να το επισκεφτείς...
Και, ξαφνικά, ανάμεσα στις τόσες εναλλακτικές υποθέσεις που μπορεί να υπάρχουν, ξεπροβάλλει σαν τον ήλιο η μόνη σωστή - και ουχί εναλλακτική - υπόθεση: η πόρτα του μπάνιου ποτέ δεν έφυγε από τη θέση της, είναι εκεί ακριβώς που θα έπρεπε να είναι. Είναι στην είσοδο του μπάνιου, το οποίο βρίσκεται έξω από το δωμάτιό σου.
Βλέπεις, δεν βρίσκεσαι πια στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου βρισκόσουν τις τελευταίες μέρες, έχεις πια επιστρέψει στο δικό σου δωμάτιο, παρόλο που το μυαλό σου προφανώς αρνείται να ακολουθήσει το σώμα σου.
Και μαζί με τη συνειδητοποίηση της γεωγραφικής σου θέσης, έρχεται και η συνειδητοποίηση της χρονικής, την οποία ακολουθεί το επόμενο και μεγαλύτερο σοκ: πρέπει να πας στη δουλειά! Αυτό κι αν είναι σοκ!
Έντρομος, προσπαθείς να καταλάβεις τι έχει γίνει. Όλα φαίνονται να είναι στη θέση τους, η μπαλκονόπορτα, η πόρτα του δωματίου, το κρεβάτι δίπλα από την μπαλκονόπορτα, εσύ επάνω στο κρεβάτι, η πόρτα του μπάνιου όμως πού έχει πάει;
Δεν μπορεί, σκέφτεσαι, οι πόρτες δεν εξαφανίζονται έτσι. Ποτέ δε διάβασες κάποια τέτοια είδηση στην εφημερίδα, ούτε άκουσες κάτι τέτοιο να έχει συμβεί. Κι όμως το γεγονός παραμένει: η πόρτα του μπάνιου σου δεν είναι εκεί που ήταν.
Πού μπορεί να έχει πάει μια πόρτα μπάνιου; Και, πρώτα-πρώτα, γιατί να φύγει; Μήπως της συνέστησαν ιαματικά λουτρά με λάδι; Μα αφού δεν έτριζε, ήταν και συρόμενη! Μήπως δεν τα πήγαινε καλά με την άλλη πόρτα του δωματίου; Ή, μήπως, με την μπαλκονόπορτα; Οι μπαλκονόπορτες τείνουν να είναι ξιπασμένες, επειδή έρχονται σε επαφή με τον έξω κόσμο. Λες να τσακώθηκαν οι δυο τους και γι'αυτό να έφυγε η πόρτα του μπάνιου;
Τέλος πάντων, αν έφυγε, έφυγε. Αλλά τώρα, πώς θα μπεις στο μπάνιο; Είναι ένα αντικειμενικό πρόβλημα. Η πόρτα, όσο να'ναι, πρόσφερε έναν τρόπο εισόδου...
Μήπως θα πρέπει να ψάξεις για κάποιο μυστικό πέρασμα στον τοίχο; Κάποιο πέρασμα που εμφανίζεται αν πεις "άνοιξε σουσάμι"; Και ποιος είπε ότι το "άνοιξε σουσάμι" λειτουργεί σαν πασπαρτού; Αν υπάρχει μαγική φράση θα είναι κάποια άλλη.
Είναι, τελικά, πολύ χρήσιμη μια πόρτα μπάνιου. Και η σκέψη ότι πίσω από τον τοίχο υπάρχει ένα μπάνιο, σου κάνει εντονότερη την ανάγκη να το επισκεφτείς...
Και, ξαφνικά, ανάμεσα στις τόσες εναλλακτικές υποθέσεις που μπορεί να υπάρχουν, ξεπροβάλλει σαν τον ήλιο η μόνη σωστή - και ουχί εναλλακτική - υπόθεση: η πόρτα του μπάνιου ποτέ δεν έφυγε από τη θέση της, είναι εκεί ακριβώς που θα έπρεπε να είναι. Είναι στην είσοδο του μπάνιου, το οποίο βρίσκεται έξω από το δωμάτιό σου.
Βλέπεις, δεν βρίσκεσαι πια στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου βρισκόσουν τις τελευταίες μέρες, έχεις πια επιστρέψει στο δικό σου δωμάτιο, παρόλο που το μυαλό σου προφανώς αρνείται να ακολουθήσει το σώμα σου.
Και μαζί με τη συνειδητοποίηση της γεωγραφικής σου θέσης, έρχεται και η συνειδητοποίηση της χρονικής, την οποία ακολουθεί το επόμενο και μεγαλύτερο σοκ: πρέπει να πας στη δουλειά! Αυτό κι αν είναι σοκ!
Ετικέτες
Κάτι ένιωσα
Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013
Σε μια λίμνη, μια φορά
- Γεια σου! είπε ο κύκνος.
- Γεια σου! του απάντησε ο κολλητός του.
- Όλα καλά; ρώτησε.
- Όλα καλά, απάντησε ο άλλος.
- Πάμε μια βόλτα; πρότεινε.
- Πάμε μια βόλτα, συμφώνησε ο άλλος.
Με αργές, όλο χάρη κινήσεις, ο κύκνος άρχισε να γλιστράει στη λίμνη. Ο φίλος του, όλο χάρη και εκείνος, τον ακολουθούσε, χωρίς στιγμή να μένει πίσω.
- Ωραία είναι εδώ, είπε ο κύκνος.
- Ωραία είναι εδώ, είπε ο φίλος του.
Συνέχισαν τη βόλτα τους ώρα πολλή. Και, κάποια στιγμή ο κύκνος ένιωσε μια λιγούρα.
- Πείνασα, είπε.
- Πείνασα, είπε και ο φίλος του.
- Ας φάμε.
- Ας φάμε.
Στη στιγμή, ο κύκνος βούτηξε το κεφάλι του στη λίμνη. Το ίδιο έκανε και ο άλλος. Δευτερόλεπτα μετά, και οι δυο είχαν στο ράμφος τους από ένα χορταράκι.
- Ωραίο χορταράκι βρήκες, είπε ο κύκνος.
- Ωραίο χορταράκι βρήκες, του είπε και ο φίλος του.
- Όχι, το δικό σου είναι καλύτερο.
- Όχι, το δικό σου είναι καλύτερο.
- Το δικό σου!
- Το δικό σου!
- Μην επιμένεις, θέλεις να τσακωθούμε;
- Μην επιμένεις, θέλεις να τσακωθούμε;
Ο κύκνος άρχισε να θυμώνει πραγματικά.
- Με κοροϊδεύεις; ρώτησε.
- Με κοροϊδεύεις; ρώτησε και ο άλλος.
- Όχι, εσύ με κοροϊδεύεις!
- Όχι, εσύ με κοροϊδεύεις!
- Όχι, εσύ!
- Όχι, εσύ!
Α, αυτό πήγαινε πολύ!
- Τώρα θα δεις! είπε ο κύκνος και βούτηξε το κεφάλι του στη λίμνη.
- Τώρα θα δεις! είπε και ο άλλος και έκανε το ίδιο.
Όμως, με το που βούτηξε το κεφάλι του στο νερό, ο άλλος κύκνος είχε εξαφανιστεί. Έψαξε από εδώ, έψαξε από εκεί, πουθενά ο κολλητός του.
Έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό για να πάρει ανάσα, να'σου τον πάλι ο φίλος του να τον κοιτάζει σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
- Α, εδώ είσαι;
- Α, εδώ είσαι;
- Ε, δεν υποφέρεσαι, είπε και ξαναβούτηξε αμέσως, πριν καλά-καλά ο άλλος ολοκληρώσει την φράση του.
Αλλά πάλι, ο άλλος είχε εξαφανιστεί.
- Πώς το κάνεις αυτό; ρώτησε όταν έβγαλε το κεφάλι του από το νερό και είδε τον άλλον να τον κοιτάζει.
- Πώς το κάνεις αυτό; τον ρώτησε και ο άλλος.
- Α, εσύ δε βάζεις μυαλό, είπε και ξαναβούτηξε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Αλλά όσο κι αν έψαξε, πάλι δεν βρήκε τον άλλον.
- Τι κάνεις εκεί; ρώτησε ένας πελεκάνος που περνούσε από εκεί κοντά.
- Να, είπε εκείνος, θέλω να δείρω έναν κύκνο, αλλά όλο μου κρύβεται και δεν μπορώ να τον βρω.
- Ποιον κύκνο θέλεις να δείρεις; ρώτησε ο πελεκάνος.
- Να, αυτόν, είπε και έδειξε τον άλλο κύκνο, που τώρα τον έδειχνε και εκείνος σε έναν άλλο πελεκάνο.
- Μα, χαζός είσαι; τον ρώτησε ο πελεκάνος. Ο άλλος κύκνος είσαι εσύ!
- Τι βλακείες είναι αυτές; είπε ο κύκνος. Εγώ είμαι εδώ, δεν μπορώ να είμαι και εκεί!
- Κι όμως, σου λέω, ότι αυτό που μου έδειξες ήταν απλώς η αντανάκλασή σου.
- Δεν ξέρεις τι λες! είπε θυμωμένος ο κύκνος. Ξέρω πολύ καλά τι βλέπω, και θα σου το αποδείξω αμέσως. Θα τον πιάσω και θα τον φέρω εδώ, μπροστά σου. Και τότε να δω τι θα μου πεις!
- Μα... ξεκίνησε να λέει ο πελεκάνος, αλλά ο κύκνος είχε ήδη ξαναβουτήξει.
Ο πελεκάνος αναστέναξε. Αν ο άλλος είναι χαζός και επιμένει στη χαζομάρα του, τι μπορείς να του κάνεις εσύ; Αργά, αργά, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε ψηλά, πάνω από τη λίμνη.
Και ο κύκνος, ακόμα ψάχνει.
Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου
Ετικέτες
Κάτι είδα
Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013
Φαύλος κύκλος
- Ωχ! φώναξε ο λαγός καθώς γλίστρησε, έπεσε και χτύπησε πάνω στη φουντωτή ουρά του.
Μα πώς έπεσε; Αχά, ποιος έριξε τα νερά στο δρόμο;
- Θα σου κάνω μήνυση! φώναξε στη νυφίτσα, που εκείνη την ώρα σφουγγάριζε το μπαλκόνι της.
- Γιατί; ρώτησε εκείνη.
- Εσύ φταις που έπεσα! Σφουγγαρίζεις και ρίχνεις τα νερά κάτω. Έτσι γλίστρησα και έπεσα.
- Μωρέ, τι μας λες; είπε η νυφίτσα, θιγμένη. Ας πρόσεχες!
- Δε φτάνει που έγινες η αιτία να χτυπήσω, ζητάς και τα ρέστα, είπε ο λαγός. Θα σου δείξω εγώ! Αστυνομία! φώναξε.
- Τι συμβαίνει; είπε ο ασβός ο αστυνομικός που εκείνη την ώρα κατά τύχη περνούσε από εκεί κοντά.
- Η κυρία από εδώ - ο Θεός να την κάνει κυρία, δηλαδή - έριξε νερά στο δρόμο και γλίστρησα και έπεσα.
- Μόνος του έπεσε, φώναξε η νυφίτσα από το μπαλκόνι, μην τον ακούτε. Δεν πρόσεχε και γλίστρησε. Τόσος κόσμος περνάει, γιατί δεν γλίστρησε κανένας άλλος παρά μόνο αυτός;
- Υπάρχει κανένας μάρτυρας; ρώτησε ο αστυνομικός.
- Εγώ, κύριε αστυφύλακα, φώναξε ο ποντικός. Ήμουν ακριβώς απέναντι όταν έπεσε ο λαγός και τα είδα όλα.
- Τι είδες, δηλαδή;
- Είδα το λαγό να τρέχει, και ύστερα να γλιστράει και να πέφτει.
- Τρέχατε; ρώτησε το λαγό ο αστυνομικός.
- Ναι, είπε εκείνος, αλλά πώς να μην τρέχω όταν με κυνηγάει η αλεπού; Εκείνη φταίει που έτρεχα!
- Τον κυνηγούσε η αλεπού; ρώτησε ο αστυνομικός τον ποντικό.
- Δεν ξέρω, εγώ δεν την είδα την αλεπού.
- Φωνάξτε την αλεπού, είπε ο αστυνομικός. Θέλω να την ανακρίνω.
Ύστερα από λίγο, εμφανίστηκε η αλεπού.
- Δεν καταλαβαίνω τι με θέλετε, είπε.
- Κυνηγούσατε το λαγό τώρα πριν από λίγο;
- Όχι βέβαια, γιατί να τον κυνηγήσω;
- Ψέματα λέει! πετάχτηκε ο λαγός. Αφού έτρεχε στο κατόπι μου.
- Κύριε αστυφύλακα, δεν ξέρω τι σας είπαν, όμως εγώ δεν έτρεχα πίσω από το λαγό.
- Και πίσω από τι τρέχατε;
- Από τίποτα, απλώς έκανα την πρωινή μου γυμναστική. Από πότε απαγορεύεται το πρωινό τζόκινγκ;
Η αλήθεια ήταν ότι δεν απαγορευόταν.
- Ώστε δεν τον κυνηγούσατε το λαγό;
- Φυσικά και όχι.
- Κάνετε τζόκινγκ κάθε πρωί;
- Όχι, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω πάρει μερικά κιλά και η αρκούδα συνέχεια σχολιάζει τη σιλουέτα μου. Έπρεπε να χάσω τα κιλά και να την κάνω να σταματήσει να με σχολιάζει. Γι'αυτό τρέχω κάθε πρωί. Για να αδυνατίσω.
Αλήθεια ήταν, άραγε;
- Άρα η αρκούδα φταίει που έπεσα, πετάχτηκε ο λαγός. Αν δεν σχολίαζε τη σιλουέτα της αλεπούς, εκείνη δε θα έτρεχε και εγώ δε θα είχα γλιστρήσει.
- Φωνάξτε την αρκούδα! είπε ο αστυνομικός.
Η αρκούδα ήρθε μασουλώντας μία κερήθρα.
- Τι με θέλετε; ρώτησε.
- Εσείς σχολιάζετε τη σιλουέτα της αλεπούς;
- Φυσικά, αλλά το κάνω για το καλό της. Άκουσα την πρόεδρο της λέσχης μας, την καμηλοπάρδαλη, να λέει ότι, αν συνεχίσει έτσι, θα πρέπει να την αποβάλουν από τη λέσχη.
- Φωνάξτε την καμηλοπάρδαλη! είπε ο αστυνομικός.
Η καμηλοπάρδαλη ήρθε καμαρωτή-καμαρωτή και όλοι στραβολαίμιασαν για να τη δουν.
- Τι με θέλετε; ρώτησε.
- Γιατί θέλετε να αποβάλετε την αλεπού από τη λέσχη; Επειδή έχει παχύνει;
- Όχι μόνο γι'αυτό, είπε εκείνη. Η μαϊμού τις προάλλες μου έλεγε ότι αν παραμείνει η αλεπού στη λέσχη θα χάσουμε τις κρατικές επιχορηγήσεις. Το είδε στην τηλεόραση, στην εκπομπή του γάτου του δημοσιογράφου.
- Άρα ο γάτος φταίει που έπεσα, είπε ο λαγός. Αυτός ο κακούργος διαδίδει ότι θα χαθούν οι κρατικές επιχορηγήσεις αν παραμείνει η αλεπού στη λέσχη, και έτσι η αλεπού αναγκάστηκε να αρχίσει τις δίαιτες και τις γυμναστικές.
- Φωνάξτε το γάτο! είπε ο αστυνομικός.
- Γιατί με φωνάξατε; ρώτησε εκείνος και άνοιξε το μαγνητοφωνάκι του.
- Γιατί διαδίδετε ότι θα χαθούν οι κρατικές επιχορηγήσεις αν η αλεπού παραμείνει στη λέσχη;
- Διότι είναι αλήθεια. Μου το είπε έγκυρη πηγή από μέσα από τη Βουλή.
- Ποια έγκυρη πηγή;
- Ο κλητήρας που δουλεύει στη Βουλή μου το είπε. Μου είπε ότι το νομοσχέδιο το είδε ο ίδιος με τα ίδια του τα μάτια.
- Άρα εκείνος ξεκίνησε ουσιαστικά τις φήμες που οδήγησαν στο πέσιμό μου, είπε ο λαγός.
- Φωνάξτε τον σκύλο τον κλητήρα! είπε ο αστυνομικός.
- Τι θέλετε; ρώτησε εκείνος, όταν έφτασε.
- Γιατί διαδώσατε την πληροφορία ότι θα κοπούν οι κρατικές επιχορηγήσεις αν η αλεπού παραμείνει στη λέσχη;
- Και τι φταίω εγώ που θα κοπούν οι κρατικές επιχορηγήσεις; Γιατί δε ρωτάτε τον τράγο το βουλευτή που πρότεινε το νομοσχέδιο;
- Α, τον άτιμο! είπε αγανακτισμένος ο λαγός.
- Αυτό θα κάνω, είπε ο αστυνομικός. Φέρτε τον τράγο το βουλευτή.
Ο βουλευτής ήρθε με το πάσο του, μασουλώντας αργά ένα μάτσο χόρτα.
- Τι θα θέλατε από εμένα; ρώτησε. Όχι κάποια χάρη, ελπίζω.
- Γιατί προτείνατε το νομοσχέδιο για τις κρατικές επιχορηγήσεις που θα οδηγούσε στην αποβολή της αλεπούς από τη λέσχη;
- Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε, εγώ απλώς ακολούθησα τη συμβουλή του γραμματέα μου του λύκου...
- Φέρτε το λύκο! φώναξε ο αστυνομικός.
- Ορίστε, ήρθα, είπε ο λύκος όταν έφτασε. Τι με θέλετε;
- Γιατί συμβουλέψατε τον τράγο το βουλευτή να προτείνει το νομοσχέδιο που θα έκοβε τις κρατικές επιχορηγήσεις, αν η αλεπού παρέμενε στη λέσχη;
- Επειδή η αλεπού έπρεπε να αποβληθεί από τη λέσχη. Πάντα έρχεται αργά στις συνελεύσεις και συνέχεια μιλάει με το διπλανό της.
- Είναι αλήθεια αυτό; ρώτησε ο αστυνομικός την αλεπού.
- Ε, η αλήθεια είναι ότι αργώ λίγο, και μετά αναγκάζομαι να ρωτάω το διπλανό μου τι είπαν. Αλλά δεν φταίω εγώ που αργώ. Εγώ ξεκινάω κανονικά από το σπίτι μου, αλλά κάθε φορά συναντάω κάποιο εμπόδιο στον δρόμο. Παντού έχει παρκαρισμένα αυτοκίνητα, που κλείνουν τον δρόμο και δεν μπορώ να περάσω. Αλλά, βλέπετε, κανένας δεν τους γράφει, για να πληρώσουν πρόστιμο και να συμμορφωθούν στη συνέχεια. Αν ο τροχονόμος έκανε σωστά τη δουλειά του, ποτέ δε θα αργούσα στις συνελεύσεις.
- Ποιος είναι ο τροχονόμος; Φωνάξτε μου τον τροχονόμο! είπε ο αστυνομικός.
- Εγώ είμαι ο τροχονόμος, είπε ο λαγός χαμηλόφωνα.
Τα ζώα σκόρπισαν σιγά-σιγά, το καθένα για να πάει στη δουλειά του, και ο λαγός έμεινε μόνος, με τις ευθύνες του. Και με την πονεμένη ουρά του.
Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013
Walk like an Egyptian
Περπατάς στον δρόμο. Βιάζεσαι να πας στη δουλειά σου. Το πεζοδρόμιο στενό. Με το ζόρι στριμώχνονται τα δεντράκια και μοιράζονται με τον πεζό τη μοναδική πλάκα του πεζοδρομίου. Αναγκαστικά, για να χωρέσεις και να διατηρήσεις την ταχύτητά σου χωρίς να χτυπήσεις, απλώνεις το ένα χέρι μπροστά, κρατάς το άλλο προς τα πίσω και γυρνάς και λίγο στο πλάι. Walk like an Egyptian.
- Δεν είναι κατάσταση αυτή, σκέφτεσαι. Δε γίνεται να περπατάω με το πλάι. Ας κατέβω στον δρόμο.
Ο δρόμος επίσης στενός, και επιπλέον "στρωμένος" κατά το ήμισυ με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Για να περπατήσεις, ουσιαστικά περπατάς στη μέση του δρόμου. Ευτυχώς που είναι πρωί και δεν έχει πολλή κίνηση. Όμως, να'το που ξεπροβάλλει ένα αυτοκίνητο, με σαφή πρόθεση να έρθει εναντίον σου. Με μικρή ταχύτητα, βέβαια, αλλά σε πλησιάζει. Τι να κάνεις; Κολλάς όσο γίνεται στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, γυρνάς λίγο στο πλάι, το ένα χέρι μπροστά, το άλλο πίσω... Walk like an Egyptian.
Μπαίνεις στον σταθμό του μετρό. Επιτέλους, έφτασες. Πας να κατέβεις με τις κυλιόμενες και, επειδή βιάζεσαι, παίρνεις την αριστερή "λωρίδα", αυτή των βιαστικών. Έλα, όμως, που πάντα πιο μπροστά βρίσκεται είτε ένας πολύ χοντρός άνθρωπος που κλείνει τη δίοδο, είτε ένας πολύ αδύνατος που όμως έχει στηθεί στη μέση, σχεδόν ισαπέχοντας από τις κουπαστές, ίσως νιώθοντας ότι αν πλησιάσει πολύ στην κουπαστή θα σπάσει η φούσκα μέσα στην οποία συντηρεί την εμφανή αναισθησία του.
Αν δεν είναι ένας, μπορεί να είναι δύο, οι οποίοι βρίσκουν στις κυλιόμενες σκάλες του μετρό τον ιδανικό χώρο για προβληματισμό και συζήτηση, ή μπορεί να είναι ένας με μια βαλίτσα, που για να μην αισθάνεται μόνη πρέπει να τη βάλει δίπλα του και όχι μπροστά του. Υπάρχουν, γενικά, διάφορα εμπόδια στο χώρο των κυλιόμενων του μετρό. Εσύ, όμως, βιάζεσαι. Δεν είσαι διατεθειμένος να αφήσεις τίποτα να σε εμποδίσει να προλάβεις το συρμό, που ακούγεται να πλησιάζει. Στριμώχνεσαι στην αριστερή πλευρά της σκάλας, και σιγά-σιγά, γυρνάς ελαφρά στο πλάι, το ένα χέρι μπροστά, το άλλο πίσω, έλα, τώρα το έμαθες: walk like an Egyptian.
Φτάνεις στην αποβάθρα. Φτάνει ο συρμός. Ευτυχώς, πρόλαβες. Αλλά είναι γεμάτος κόσμο. Και τώρα, πώς θα μπεις που είναι μερικοί που έχουν βιδωθεί στη θέση τους και δε λένε να μετακινηθούν, προσπαθώντας να διατηρήσουν το βαγόνι μισοάδειο γύρω από αυτούς; No problem, ξέρεις: γυρνάς στο πλάι, χέρι μπρος, χέρι πίσω, walk like an Egyptian.
Τα κατάφερες. Επί δέκα λεπτά στηρίζεις και στηρίζεσαι, σπρώχνεις και σπρώχνεσαι, ανταλλάσσεις και μερικά βλέμματα. Φτάνεις στον προορισμό σου. Πρέπει να βγεις. Έλα, όμως, που οι απέξω έχουν βιδωθεί μπροστά στην πόρτα, περιμένοντας να εξαφανιστούν από μόνοι τους οι απομέσα για να μπουν εκείνοι! Έλα, όλοι μαζί: γυρνάμε στο πλάι, χέρι μπρος, χέρι πίσω, ο ένας πίσω από τον άλλον, ανάμεσα από τους απέξω: Walk like an Egyptian, walk like an Egyptian, walk like an Egyptian!
Καταφέρνεις, με τα χίλια ζόρια, να βγεις από το συρμό, να βγεις από τον σταθμό, να φτάσεις στη δουλειά σου. Και τότε το σκέφτεσαι: Να δεις που, τελικά, όλο αυτό το Αιγυπτιακό θα μου αφήσει κανένα κουσούρι!
- Δεν είναι κατάσταση αυτή, σκέφτεσαι. Δε γίνεται να περπατάω με το πλάι. Ας κατέβω στον δρόμο.
Ο δρόμος επίσης στενός, και επιπλέον "στρωμένος" κατά το ήμισυ με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Για να περπατήσεις, ουσιαστικά περπατάς στη μέση του δρόμου. Ευτυχώς που είναι πρωί και δεν έχει πολλή κίνηση. Όμως, να'το που ξεπροβάλλει ένα αυτοκίνητο, με σαφή πρόθεση να έρθει εναντίον σου. Με μικρή ταχύτητα, βέβαια, αλλά σε πλησιάζει. Τι να κάνεις; Κολλάς όσο γίνεται στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, γυρνάς λίγο στο πλάι, το ένα χέρι μπροστά, το άλλο πίσω... Walk like an Egyptian.
Μπαίνεις στον σταθμό του μετρό. Επιτέλους, έφτασες. Πας να κατέβεις με τις κυλιόμενες και, επειδή βιάζεσαι, παίρνεις την αριστερή "λωρίδα", αυτή των βιαστικών. Έλα, όμως, που πάντα πιο μπροστά βρίσκεται είτε ένας πολύ χοντρός άνθρωπος που κλείνει τη δίοδο, είτε ένας πολύ αδύνατος που όμως έχει στηθεί στη μέση, σχεδόν ισαπέχοντας από τις κουπαστές, ίσως νιώθοντας ότι αν πλησιάσει πολύ στην κουπαστή θα σπάσει η φούσκα μέσα στην οποία συντηρεί την εμφανή αναισθησία του.
Αν δεν είναι ένας, μπορεί να είναι δύο, οι οποίοι βρίσκουν στις κυλιόμενες σκάλες του μετρό τον ιδανικό χώρο για προβληματισμό και συζήτηση, ή μπορεί να είναι ένας με μια βαλίτσα, που για να μην αισθάνεται μόνη πρέπει να τη βάλει δίπλα του και όχι μπροστά του. Υπάρχουν, γενικά, διάφορα εμπόδια στο χώρο των κυλιόμενων του μετρό. Εσύ, όμως, βιάζεσαι. Δεν είσαι διατεθειμένος να αφήσεις τίποτα να σε εμποδίσει να προλάβεις το συρμό, που ακούγεται να πλησιάζει. Στριμώχνεσαι στην αριστερή πλευρά της σκάλας, και σιγά-σιγά, γυρνάς ελαφρά στο πλάι, το ένα χέρι μπροστά, το άλλο πίσω, έλα, τώρα το έμαθες: walk like an Egyptian.
Φτάνεις στην αποβάθρα. Φτάνει ο συρμός. Ευτυχώς, πρόλαβες. Αλλά είναι γεμάτος κόσμο. Και τώρα, πώς θα μπεις που είναι μερικοί που έχουν βιδωθεί στη θέση τους και δε λένε να μετακινηθούν, προσπαθώντας να διατηρήσουν το βαγόνι μισοάδειο γύρω από αυτούς; No problem, ξέρεις: γυρνάς στο πλάι, χέρι μπρος, χέρι πίσω, walk like an Egyptian.
Τα κατάφερες. Επί δέκα λεπτά στηρίζεις και στηρίζεσαι, σπρώχνεις και σπρώχνεσαι, ανταλλάσσεις και μερικά βλέμματα. Φτάνεις στον προορισμό σου. Πρέπει να βγεις. Έλα, όμως, που οι απέξω έχουν βιδωθεί μπροστά στην πόρτα, περιμένοντας να εξαφανιστούν από μόνοι τους οι απομέσα για να μπουν εκείνοι! Έλα, όλοι μαζί: γυρνάμε στο πλάι, χέρι μπρος, χέρι πίσω, ο ένας πίσω από τον άλλον, ανάμεσα από τους απέξω: Walk like an Egyptian, walk like an Egyptian, walk like an Egyptian!
Καταφέρνεις, με τα χίλια ζόρια, να βγεις από το συρμό, να βγεις από τον σταθμό, να φτάσεις στη δουλειά σου. Και τότε το σκέφτεσαι: Να δεις που, τελικά, όλο αυτό το Αιγυπτιακό θα μου αφήσει κανένα κουσούρι!
Ετικέτες
Έτσι!,
Κάποιον είδα,
Κάτι έπαθα
Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013
Λαθραία βόλτα
Το φεγγάρι ξεφύσησε βαριεστημένο.
- Τι βαρεμάρα! είπε και χασμουρήθηκε.
Άλλη μια νύχτα ξεκινούσε. Άλλη μια βόλτα στον σκοτεινό ουρανό, να γυρνάει γύρω από τη γη, μέχρι να έρθει ο ήλιος και να πάρει τα ηνία. Δεν είχε διαλέξει σωστά. "Εύκολη δουλειά, χωρίς πολλές απαιτήσεις", του είχαν πει. "Τη νύχτα ο περισσότερος κόσμος κοιμάται. Ούτε χρειάζεται να προσπαθείς να φωτίσεις περισσότερο, ούτε τίποτα. Ενώ τη μέρα γίνεται χαμός."
- Εντάξει, είχε πει, επιπόλαια, όπως αποδείχτηκε.
Και ανέλαβε εκείνο τη νυχτερινή βάρδια και ο ήλιος την ημερήσια. Όμως, τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, δεν είχε διαλέξει και τόσο σωστά. Τη μέρα υπήρχε περισσότερο ενδιαφέρον. Το βράδυ ήταν όλα σκοτεινά και δεν έβλεπες σχεδόν τίποτα. Όλα είχαν σχεδόν το ίδιο χρώμα: σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο. Με λίγο κοκκινωπό, σκούρο μωβ στο βάθος του ορίζοντα. Ενώ τη μέρα...
Είχε ακούσει ότι τη μέρα τα πάντα ξυπνούσαν και ότι η μέρα είχε πολύ περισσότερη φασαρία από τη νύχτα. Τα χρώματα, επίσης, ήταν πολύ περισσότερα. Πόσο θα ήθελε να δει τα χρώματα της ημέρας!
Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, είχε ήδη επιχειρήσει να επισκεφτεί τη γη τη μέρα, αλλά είχε γίνει αντιληπτό από τους ουρανοφρουρούς και το είχαν επιπλήξει βαρύτατα. Αυτοί οι ουρανοφρουροί ήταν πολύ αυστηροί. Δεν την χάριζαν σε κανέναν. Αφού ένα αστέρι από τον αστερισμό του Τοξότη, που ξεχάστηκε ύστερα από επίσκεψη και βρέθηκε ανάμεσα στα αστέρια της Ανδρομέδας, τιμωρήθηκε με πρόστιμο και μηνιαία στέρηση των ουράνιων μετακινήσεων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο τέλος του μήνα, το εξόρισαν στον αστερισμό της μικρής Άρκτου, να κάνει αέρα στον Πολικό αστέρα!
Όμως, όταν το φεγγάρι βάλει κάτι στο μυαλό του, δεν σταματάει μέχρι να το καταφέρει. Και αυτήν τη νύχτα, πρόσεξε κάτι ενδιαφέρον: ο ουρανός ήταν καλυμμένος με σύννεφα.
- Το βρήκα! αναφώνησε όλο χαρά και έκανε τα νερά κάτω στη θάλασσα να χορεύουν. Θα περιμένω το πρωί και μόλις έρθει, θα κρυφτώ ανάμεσα στα σύννεφα και θα τα δω όλα, χωρίς εμένα να με δει κανένας.
Με αυτές τις σκέψεις, το φεγγάρι συνέχισε τη μοναχική του βόλτα στον σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο ουρανό. Είδε τους φωτισμένους δρόμους, τα φανάρια, τα φώτα των αυτοκινήτων, τις φωτεινές επιγραφές των κέντρων διασκέδασης. Είδε τις νυχτερίδες, τις κουκουβάγιες, είδε τις νυχτοπεταλούδες. Μύρισε τα νυχτολούλουδα. Όλα εντάξει.
Ένιωσε μεγάλη ταραχή καθώς περίμενε να έρθει η ώρα της επιχείρησης, αλλά όλα φαίνονταν να πηγαίνουν ρολόι. Στο βάθος, άρχισε να χαράζει η αυγή. Τα χρώματα του ουρανού πολλαπλασιάστηκαν. Γαλάζιο, ροζ και κίτρινο ανοιχτό, και άσπρο από τα σύννεφα, που έκαναν τη βόλτα τους αργά και νωχελικά, σφιχταγκαλιασμένα μεταξύ τους, καθώς ήταν όλα αδέρφια, παιδιά του ήλιου και της θάλασσας.
- Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε το φεγγάρι και κρύφτηκε ανάμεσα στα σύννεφα.
Τακτοποιήθηκε όσο πιο καλά μπορούσε και περίμενε να δει πώς ήταν η γη τη μέρα. Και είδε το φως να αλλάζει συνέχεια και είδε τους ανθρώπους που ξυπνούσαν και άκουσε τα πουλιά που κελαηδούσαν και είδε ότι το χρώμα της θάλασσας άλλαζε επίσης και από το θαυμασμό του έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
- Τι έχανα τόσον καιρό, που δεν το τολμούσα! έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Σύννεφα, αδέρφια μου, μη με προδώσετε, σας παρακαλώ. Μείνετε εδώ, γύρω μου, και σφιχταγκαλιαστείτε. Κανένας δε θέλω να με δει.
Κι όμως, αυτή του η επιθυμία διόλου δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς το είδε ένα παιδί. Και το παιδί όχι μόνο το είδε, αλλά πρόλαβε και το έβγαλε και φωτογραφία το φεγγάρι. Και τώρα τι να κάνει το καλό μας το φεγγάρι, που άμα το συλλάβουν οι ουρανοφρουροί, η φωτογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο στο δικαστήριο;
- Τι βαρεμάρα! είπε και χασμουρήθηκε.
Άλλη μια νύχτα ξεκινούσε. Άλλη μια βόλτα στον σκοτεινό ουρανό, να γυρνάει γύρω από τη γη, μέχρι να έρθει ο ήλιος και να πάρει τα ηνία. Δεν είχε διαλέξει σωστά. "Εύκολη δουλειά, χωρίς πολλές απαιτήσεις", του είχαν πει. "Τη νύχτα ο περισσότερος κόσμος κοιμάται. Ούτε χρειάζεται να προσπαθείς να φωτίσεις περισσότερο, ούτε τίποτα. Ενώ τη μέρα γίνεται χαμός."
- Εντάξει, είχε πει, επιπόλαια, όπως αποδείχτηκε.
Και ανέλαβε εκείνο τη νυχτερινή βάρδια και ο ήλιος την ημερήσια. Όμως, τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, δεν είχε διαλέξει και τόσο σωστά. Τη μέρα υπήρχε περισσότερο ενδιαφέρον. Το βράδυ ήταν όλα σκοτεινά και δεν έβλεπες σχεδόν τίποτα. Όλα είχαν σχεδόν το ίδιο χρώμα: σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο. Με λίγο κοκκινωπό, σκούρο μωβ στο βάθος του ορίζοντα. Ενώ τη μέρα...
Είχε ακούσει ότι τη μέρα τα πάντα ξυπνούσαν και ότι η μέρα είχε πολύ περισσότερη φασαρία από τη νύχτα. Τα χρώματα, επίσης, ήταν πολύ περισσότερα. Πόσο θα ήθελε να δει τα χρώματα της ημέρας!
Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, είχε ήδη επιχειρήσει να επισκεφτεί τη γη τη μέρα, αλλά είχε γίνει αντιληπτό από τους ουρανοφρουρούς και το είχαν επιπλήξει βαρύτατα. Αυτοί οι ουρανοφρουροί ήταν πολύ αυστηροί. Δεν την χάριζαν σε κανέναν. Αφού ένα αστέρι από τον αστερισμό του Τοξότη, που ξεχάστηκε ύστερα από επίσκεψη και βρέθηκε ανάμεσα στα αστέρια της Ανδρομέδας, τιμωρήθηκε με πρόστιμο και μηνιαία στέρηση των ουράνιων μετακινήσεων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο τέλος του μήνα, το εξόρισαν στον αστερισμό της μικρής Άρκτου, να κάνει αέρα στον Πολικό αστέρα!
Όμως, όταν το φεγγάρι βάλει κάτι στο μυαλό του, δεν σταματάει μέχρι να το καταφέρει. Και αυτήν τη νύχτα, πρόσεξε κάτι ενδιαφέρον: ο ουρανός ήταν καλυμμένος με σύννεφα.
- Το βρήκα! αναφώνησε όλο χαρά και έκανε τα νερά κάτω στη θάλασσα να χορεύουν. Θα περιμένω το πρωί και μόλις έρθει, θα κρυφτώ ανάμεσα στα σύννεφα και θα τα δω όλα, χωρίς εμένα να με δει κανένας.
Με αυτές τις σκέψεις, το φεγγάρι συνέχισε τη μοναχική του βόλτα στον σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο ουρανό. Είδε τους φωτισμένους δρόμους, τα φανάρια, τα φώτα των αυτοκινήτων, τις φωτεινές επιγραφές των κέντρων διασκέδασης. Είδε τις νυχτερίδες, τις κουκουβάγιες, είδε τις νυχτοπεταλούδες. Μύρισε τα νυχτολούλουδα. Όλα εντάξει.
Ένιωσε μεγάλη ταραχή καθώς περίμενε να έρθει η ώρα της επιχείρησης, αλλά όλα φαίνονταν να πηγαίνουν ρολόι. Στο βάθος, άρχισε να χαράζει η αυγή. Τα χρώματα του ουρανού πολλαπλασιάστηκαν. Γαλάζιο, ροζ και κίτρινο ανοιχτό, και άσπρο από τα σύννεφα, που έκαναν τη βόλτα τους αργά και νωχελικά, σφιχταγκαλιασμένα μεταξύ τους, καθώς ήταν όλα αδέρφια, παιδιά του ήλιου και της θάλασσας.
- Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε το φεγγάρι και κρύφτηκε ανάμεσα στα σύννεφα.
Τακτοποιήθηκε όσο πιο καλά μπορούσε και περίμενε να δει πώς ήταν η γη τη μέρα. Και είδε το φως να αλλάζει συνέχεια και είδε τους ανθρώπους που ξυπνούσαν και άκουσε τα πουλιά που κελαηδούσαν και είδε ότι το χρώμα της θάλασσας άλλαζε επίσης και από το θαυμασμό του έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
- Τι έχανα τόσον καιρό, που δεν το τολμούσα! έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Σύννεφα, αδέρφια μου, μη με προδώσετε, σας παρακαλώ. Μείνετε εδώ, γύρω μου, και σφιχταγκαλιαστείτε. Κανένας δε θέλω να με δει.
Κι όμως, αυτή του η επιθυμία διόλου δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς το είδε ένα παιδί. Και το παιδί όχι μόνο το είδε, αλλά πρόλαβε και το έβγαλε και φωτογραφία το φεγγάρι. Και τώρα τι να κάνει το καλό μας το φεγγάρι, που άμα το συλλάβουν οι ουρανοφρουροί, η φωτογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο στο δικαστήριο;
Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου
Ετικέτες
Κάτι είδα
Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013
Μονομαχίες
Οι πρώτες βροχές του φθινοπώρου ήρθαν. Και ήρθε και η πρωινή δροσιά, και η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, και το χρώμα του πρωινού έγινε πιο σκοτεινό και οι μέρες μίκρυναν και συνεχίζουν να μικραίνουν... Σε λίγο το καλοκαίρι θα γίνει μια ανάμνηση.
Μου αρέσει και το φθινόπωρο, ιδιαίτερα στην αρχή του. Πάντα μου άρεσε, κυρίως επειδή θα άνοιγε το σχολείο και θα έβλεπα τους φίλους μου ύστερα από ένα ολόκληρο καλοκαίρι ανεμελιάς και παιχνιδιών στον δρόμο. Πού αυτό το συναίσθημα τώρα πια... Τώρα αυτό που μου λείπει είναι το καλοκαίρι της ανεμελιάς. Η άδεια ίσα που φτάνει για να αρχίσεις να χαλαρώνεις και πάνω εκεί, τσουπ, πρέπει να γυρίσεις στη δουλειά. Ευλογημένα χρόνια της παιδικής ηλικίας!
Τα περισσότερα παιδικά καλοκαίρια μου τα πέρασα στο σπίτι μου, υπήρξαν όμως και δύο που τα πέρασα στο χωριό της μαμάς μου. Χωράφια ατελείωτα, απόλυτη ελευθερία, πρόβατα, κότες, σκύλοι, γάτες, γαϊδούρια, απουσία τρεχούμενου νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, βράδια χρωματισμένα από το αχνό, τρεμουλιαστό φως μιας μικρής λάμπας οινοπνεύματος, ένας ουρανός διάτρητος από αστέρια, βραδυνοί ήχοι από τριζόνια, μεσημεριανοί ήχοι από τζιτζίκια, κρύο το βράδυ, ζέστη τη μέρα, ο φούρνος με τα ξύλα, το ζυμωτό ψωμί, το πικάντικο τυρί του παππού, ο φροντισμένος κήπος της γιαγιάς...
Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε! Το χωριό δεν είναι το ίδιο, φυσικά. Ο παππούς και η γιαγιά πια δεν υπάρχουν, ούτε το παλιό πλινθόκτιστο σπίτι. Κανείς δεν έχει μείνει να το φροντίζει. Μόνο τα αστέρια συνεχίζουν να είναι το ίδιο πολλά. Και ίσως και τα τριζόνια το βράδυ.
Είναι ένα φθινοπωρινό μεσημέρι. Περπατάω κοντά στο μετρό. Θέλω να πάω να ψωνίσω και περπατάω βιαστικά. Οι σκέψεις μου, σκέψεις καθημερινές, οι δουλειές που έχω να κάνω σήμερα, αύριο, μεθαύριο... Να μην καθυστερήσω, σκέφτομαι, να προλάβω και το λεωφορείο.
Και ξαφνικά, εκεί που περπατάω, δέχομαι το πρώτο χτύπημα: μια συκιά γεμίζει τον αέρα με την ιδιαίτερη μυρωδιά της. Και αμέσως μετά, το δεύτερο: μυρωδιά ξερών χόρτων.
Προτού καλά-καλά το συνειδητοποιήσω, μεταφέρομαι με τη χρονοκάψουλα της μνήμης χιλιόμετρα μακριά. Μεταφέρομαι ξανά στο χωριό της μαμάς. Τα πόδια μου δεν πατάνε πια την σκονισμένη άσφαλτο, πατάνε τα ξερά χόρτα του χωραφιού του παππού. Να και η συκιά, όπου ο παππούς είχε φτιάξει γύρω-γύρω ένα ξύλινο παγκάκι και καθόμασταν το μεσημέρι. Δεν υπάρχει πια αυτή η συκιά. Όμως εγώ νιώθω σα να είναι εκεί, δίπλα μου. Η συκιά, μαζί με το παιδικό μου καλοκαίρι.
Πόσο δυνατή αλλά υποτιμημένη είναι, τελικά, η όσφρηση! Το ίδιο νοητικό ταξίδι θα ήταν απείρως δυσκολότερο, αν το επιχειρούσα δια της όρασης ή δια της ακοής. Βλέποντας μια φωτογραφία ή ακούγοντας, για παράδειγμα, μαγνητοφωνημένους ήχους από το χωριό, θα μπορούσα να φανταστώ ότι είμαι εκεί, όμως μέσω της όσφρησης η μετάβαση ήταν αμεσότερη και περισσότερο βιωματική.
Μου προκαλεί έκπληξη η συνειδητοποίηση ότι, τελικά, οι μυρωδιές που μου φέρνουν στο μυαλό το καλοκαίρι είναι η μυρωδιά της συκιάς και των ξερών χόρτων, αντί για την τόσο αγαπημένη μυρωδιά της θάλασσας. Τα καλοκαιρινά, παιδικά μου, θαλασσινά μπάνια τα έχω συνδέσει με τη μυρωδιά του βραστού αυγού, που μας έδινε να φάμε η μαμά μας μετά το μπάνιο. Άβυσος ο εγκέφαλος του ανθρώπου!
Και, έτσι όπως ένιωσα ότι είναι καλοκαίρι, ξαφνικά, μέσα στο φθινόπωρο, μοιάζει λες και οι δύο εποχές μονομαχούν μέχρις εσχάτων για την κυριαρχία στο χώρο. Προς το παρόν, το καλοκαίρι με μερικές επιδέξιες κινήσεις του σπαθιού, ανάγκασε το φθινόπωρο να υποχωρήσει και να κρυφτεί. Όμως, το φθινόπωρο είναι ξεροκέφαλο, δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Στο επόμενο τετράγωνο οι μυρωδιές αντικαθίστανται από τη μυρωδιά της ασφάλτου και των εξατμίσεων των αυτοκινήτων. Επανέρχομαι στο εδώ και τώρα. Μαγεία ήταν και πέρασε.
Μου αρέσει και το φθινόπωρο, ιδιαίτερα στην αρχή του. Πάντα μου άρεσε, κυρίως επειδή θα άνοιγε το σχολείο και θα έβλεπα τους φίλους μου ύστερα από ένα ολόκληρο καλοκαίρι ανεμελιάς και παιχνιδιών στον δρόμο. Πού αυτό το συναίσθημα τώρα πια... Τώρα αυτό που μου λείπει είναι το καλοκαίρι της ανεμελιάς. Η άδεια ίσα που φτάνει για να αρχίσεις να χαλαρώνεις και πάνω εκεί, τσουπ, πρέπει να γυρίσεις στη δουλειά. Ευλογημένα χρόνια της παιδικής ηλικίας!
Τα περισσότερα παιδικά καλοκαίρια μου τα πέρασα στο σπίτι μου, υπήρξαν όμως και δύο που τα πέρασα στο χωριό της μαμάς μου. Χωράφια ατελείωτα, απόλυτη ελευθερία, πρόβατα, κότες, σκύλοι, γάτες, γαϊδούρια, απουσία τρεχούμενου νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, βράδια χρωματισμένα από το αχνό, τρεμουλιαστό φως μιας μικρής λάμπας οινοπνεύματος, ένας ουρανός διάτρητος από αστέρια, βραδυνοί ήχοι από τριζόνια, μεσημεριανοί ήχοι από τζιτζίκια, κρύο το βράδυ, ζέστη τη μέρα, ο φούρνος με τα ξύλα, το ζυμωτό ψωμί, το πικάντικο τυρί του παππού, ο φροντισμένος κήπος της γιαγιάς...
Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε! Το χωριό δεν είναι το ίδιο, φυσικά. Ο παππούς και η γιαγιά πια δεν υπάρχουν, ούτε το παλιό πλινθόκτιστο σπίτι. Κανείς δεν έχει μείνει να το φροντίζει. Μόνο τα αστέρια συνεχίζουν να είναι το ίδιο πολλά. Και ίσως και τα τριζόνια το βράδυ.
Είναι ένα φθινοπωρινό μεσημέρι. Περπατάω κοντά στο μετρό. Θέλω να πάω να ψωνίσω και περπατάω βιαστικά. Οι σκέψεις μου, σκέψεις καθημερινές, οι δουλειές που έχω να κάνω σήμερα, αύριο, μεθαύριο... Να μην καθυστερήσω, σκέφτομαι, να προλάβω και το λεωφορείο.
Και ξαφνικά, εκεί που περπατάω, δέχομαι το πρώτο χτύπημα: μια συκιά γεμίζει τον αέρα με την ιδιαίτερη μυρωδιά της. Και αμέσως μετά, το δεύτερο: μυρωδιά ξερών χόρτων.
Προτού καλά-καλά το συνειδητοποιήσω, μεταφέρομαι με τη χρονοκάψουλα της μνήμης χιλιόμετρα μακριά. Μεταφέρομαι ξανά στο χωριό της μαμάς. Τα πόδια μου δεν πατάνε πια την σκονισμένη άσφαλτο, πατάνε τα ξερά χόρτα του χωραφιού του παππού. Να και η συκιά, όπου ο παππούς είχε φτιάξει γύρω-γύρω ένα ξύλινο παγκάκι και καθόμασταν το μεσημέρι. Δεν υπάρχει πια αυτή η συκιά. Όμως εγώ νιώθω σα να είναι εκεί, δίπλα μου. Η συκιά, μαζί με το παιδικό μου καλοκαίρι.
Πόσο δυνατή αλλά υποτιμημένη είναι, τελικά, η όσφρηση! Το ίδιο νοητικό ταξίδι θα ήταν απείρως δυσκολότερο, αν το επιχειρούσα δια της όρασης ή δια της ακοής. Βλέποντας μια φωτογραφία ή ακούγοντας, για παράδειγμα, μαγνητοφωνημένους ήχους από το χωριό, θα μπορούσα να φανταστώ ότι είμαι εκεί, όμως μέσω της όσφρησης η μετάβαση ήταν αμεσότερη και περισσότερο βιωματική.
Μου προκαλεί έκπληξη η συνειδητοποίηση ότι, τελικά, οι μυρωδιές που μου φέρνουν στο μυαλό το καλοκαίρι είναι η μυρωδιά της συκιάς και των ξερών χόρτων, αντί για την τόσο αγαπημένη μυρωδιά της θάλασσας. Τα καλοκαιρινά, παιδικά μου, θαλασσινά μπάνια τα έχω συνδέσει με τη μυρωδιά του βραστού αυγού, που μας έδινε να φάμε η μαμά μας μετά το μπάνιο. Άβυσος ο εγκέφαλος του ανθρώπου!
Και, έτσι όπως ένιωσα ότι είναι καλοκαίρι, ξαφνικά, μέσα στο φθινόπωρο, μοιάζει λες και οι δύο εποχές μονομαχούν μέχρις εσχάτων για την κυριαρχία στο χώρο. Προς το παρόν, το καλοκαίρι με μερικές επιδέξιες κινήσεις του σπαθιού, ανάγκασε το φθινόπωρο να υποχωρήσει και να κρυφτεί. Όμως, το φθινόπωρο είναι ξεροκέφαλο, δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Στο επόμενο τετράγωνο οι μυρωδιές αντικαθίστανται από τη μυρωδιά της ασφάλτου και των εξατμίσεων των αυτοκινήτων. Επανέρχομαι στο εδώ και τώρα. Μαγεία ήταν και πέρασε.
Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου
Ετικέτες
Κάτι ένιωσα
Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013
Μαγική επιδιόρθωση
Βαρέθηκα. Βαρέθηκα τα πρωινά, που πρέπει να σηκώνεσαι και να παίρνεις τους δρόμους, αντί να κοιμάσαι στο κρεβατάκι σου, ή να παίρνεις το πρωινό σου σαν άνθρωπος. Βαρέθηκα τον κόσμο, όλους αυτούς τους άξεστους που συναντάς στο μετρό, στα λεωφορεία, στον δρόμο, στη δουλειά. Βαρέθηκα όλους αυτούς τους τύπους που σου χαμογελάνε, σου χτυπάνε φιλικά την πλάτη και το αμέσως επόμενο λεπτό έχουν ήδη βγάλει το μαχαίρι και το ακονίζουν για να σε μαχαιρώσουν πισώπλατα. Βαρέθηκα όλους αυτούς που σου μιλάνε από υποχρέωση, αντί να μη σου μιλάνε καθόλου. Βαρέθηκα όλους αυτούς που νομίζουν ότι είναι πιο έξυπνοι από τους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα η ευφυϊα τους δεν ξεπερνά αυτήν του μέσου όρου. Βαρέθηκα όλους αυτούς που είναι γεμάτοι αγκάθια, πιστοί στο απόφθεγμα ότι "η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση". Βαρέθηκα όλους αυτούς που δεν ξέρουν τι θέλουν. Βαρέθηκα όλους αυτούς που τα θέλουν όλα. Βαρέθηκα όλους εκείνους που σου κλέβουν μέχρι και τον αέρα που αναπνέεις.
Βαρέθηκα να πρέπει να αποδεικνύω συνέχεια ότι δεν είμαι ελέφαντας, ενώ είναι πασιφανές ότι ούτε μεγάλα αυτιά έχω, ούτε προβοσκίδα. Βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα να βλέπω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα τις κολακείες και τα κουτσομπολιά. Βαρέθηκα τις λυκοφιλίες και τα βλέμματα που δε συμφωνούν με τα λόγια. Βαρέθηκα τα χαμόγελα και τα χαζόγελα. Βαρέθηκα να σκέφτομαι τους άλλους. Βαρέθηκα να μη με σκέφτεται κανένας. Βαρέθηκα να είμαι έρμαιο στα τερτίπια του καθενός και να αναγκάζομαι να κάνω τον καραγκιόζη, αναζητώντας μια προ πολλού χαμένη ισορροπία.
Μια απ'αυτές τις μέρες, όμως, μια απ'αυτές τις μέρες, θα τεντώσω το δάχτυλο προς το μέρος τους και θα πω το μαγικό μου ξόρκι. Και τότε θα δουν όλοι: χαστούκια απανωτά θα πέσουν και στα δυο τους τα μάγουλα, το σώμα τους ολόκληρο θα εκτιναχτεί στον αέρα και θα χτυπήσει με δύναμη επάνω σε τοίχους, βράχια και κοτρώνες, λέξεις που δεν ακούστηκαν ποτέ πριν θα απευθυνθούν σε αυτούς δημόσια, θα εξευτελιστούν, θα διαπομπευτούν, θα μαστιγωθούν και πάραυτα θα διωχθούν στο πυρ το εξώτερο! Η οργή μου θα πέσει επάνω τους σαν πύρινη λαίλαπα. Ο ουρανός θα μαυρίσει πάνω από τα κεφάλια τους και αστραπές θα τους σφραγίσουν σαν άλογα ιπποφορβείου. Και αφού τιμωρηθούν όλοι με τον τρόπο που τους αξίζει, η γαλήνη θα με κυριέψει.
Είναι μεγάλος ο πειρασμός να χρησιμοποιήσω το ξόρκι. Το νιώθω να μου γαργαλάει τη γλώσσα. Με το ζόρι το κρατάω. Αν ανοίξω το στόμα μου ίσως κιόλας μου ξεφύγει. Και το αστείο είναι ότι κανείς τους δεν γνωρίζει την ύπαρξή του, εκτός από εμένα. Τι να κάνω; Ας το κρατήσω σε αναμονή προς το παρόν. Έτσι κι αλλιώς, η δυνατότητα να καταστρέψω τον κόσμο είναι πάντα στα χέρια μου.
Πόσο τυχερός, λοιπόν, είναι ο κόσμος, που είμαι τόσο καλός άνθρωπος! Τυχερός κι ας μην το ξέρει. Καληνύχτα, τυχερούλη!
Βαρέθηκα να πρέπει να αποδεικνύω συνέχεια ότι δεν είμαι ελέφαντας, ενώ είναι πασιφανές ότι ούτε μεγάλα αυτιά έχω, ούτε προβοσκίδα. Βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα να βλέπω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα τις κολακείες και τα κουτσομπολιά. Βαρέθηκα τις λυκοφιλίες και τα βλέμματα που δε συμφωνούν με τα λόγια. Βαρέθηκα τα χαμόγελα και τα χαζόγελα. Βαρέθηκα να σκέφτομαι τους άλλους. Βαρέθηκα να μη με σκέφτεται κανένας. Βαρέθηκα να είμαι έρμαιο στα τερτίπια του καθενός και να αναγκάζομαι να κάνω τον καραγκιόζη, αναζητώντας μια προ πολλού χαμένη ισορροπία.
Μια απ'αυτές τις μέρες, όμως, μια απ'αυτές τις μέρες, θα τεντώσω το δάχτυλο προς το μέρος τους και θα πω το μαγικό μου ξόρκι. Και τότε θα δουν όλοι: χαστούκια απανωτά θα πέσουν και στα δυο τους τα μάγουλα, το σώμα τους ολόκληρο θα εκτιναχτεί στον αέρα και θα χτυπήσει με δύναμη επάνω σε τοίχους, βράχια και κοτρώνες, λέξεις που δεν ακούστηκαν ποτέ πριν θα απευθυνθούν σε αυτούς δημόσια, θα εξευτελιστούν, θα διαπομπευτούν, θα μαστιγωθούν και πάραυτα θα διωχθούν στο πυρ το εξώτερο! Η οργή μου θα πέσει επάνω τους σαν πύρινη λαίλαπα. Ο ουρανός θα μαυρίσει πάνω από τα κεφάλια τους και αστραπές θα τους σφραγίσουν σαν άλογα ιπποφορβείου. Και αφού τιμωρηθούν όλοι με τον τρόπο που τους αξίζει, η γαλήνη θα με κυριέψει.
Είναι μεγάλος ο πειρασμός να χρησιμοποιήσω το ξόρκι. Το νιώθω να μου γαργαλάει τη γλώσσα. Με το ζόρι το κρατάω. Αν ανοίξω το στόμα μου ίσως κιόλας μου ξεφύγει. Και το αστείο είναι ότι κανείς τους δεν γνωρίζει την ύπαρξή του, εκτός από εμένα. Τι να κάνω; Ας το κρατήσω σε αναμονή προς το παρόν. Έτσι κι αλλιώς, η δυνατότητα να καταστρέψω τον κόσμο είναι πάντα στα χέρια μου.
Πόσο τυχερός, λοιπόν, είναι ο κόσμος, που είμαι τόσο καλός άνθρωπος! Τυχερός κι ας μην το ξέρει. Καληνύχτα, τυχερούλη!
Ετικέτες
Κάτι ένιωσα
Τρίτη 27 Αυγούστου 2013
Χωρίς κεφάλι
Αργά το απόγευμα. Λίγο πριν σκοτεινιάσει. Πηγαίνω στην στάση να πάρω το λεωφορείο. Φτάνω λίγο προτού φτάσει ένα λεωφορείο, το οποίο όμως δεν είναι το δικό μου. Μια κοπέλα που καθόταν σηκώνεται. Προφανώς, είναι το δικό της.
Το μάτι μου πέφτει επάνω σε ένα καπέλο που είναι στο παγκάκι.
- Δικό σας; τη ρωτάω.
- Όχι, μου λέει και μπαίνει στο λεωφορείο.
Κάθομαι στο παγκάκι, δίπλα ακριβώς από το καπέλο.
Το κοιτάζω.
Ίσως να με κοιτάζει και εκείνο.
- Μοναξιές; λέω, προσπαθώντας να σπάσω τον πάγο.
Δεν απαντάει.
- Σε άφησαν μόνο σου; επιμένω.
- Δε νομίζω να γνωριζόμαστε, μου λέει και τινάζει θυμωμένα το γείσο του προς τα πάνω. Στον πληθυντικό, παρακαλώ.
- Συγγνώμη, λέω και σωπαίνω.
Το ξανακοιτάω. Έχει το γείσο του κατεβασμένο, πρέπει να είναι στενοχωρημένο. Ποιος να το εγκατέλειψε, άραγε;
- Περιμένετε ώρα; ρωτάω, προσπαθώντας να ξαναπιάσω κουβέντα.
- Αρκετή, απαντάει, αλλά δε σηκώνει το κεφάλι του.
Είναι σίγουρα στενοχωρημένο. Ε, δεν είναι και λίγο να σε εγκαταλείπουν σε μια στάση λεωφορείου!
- Σε αναζήτηση νέου κεφαλιού; ρωτάω ξανά.
- Μία κυρία του επιπέδου μου, λέει περιφρονητικά, δεν ψάχνει, την ψάχνουν. Και ούτε είναι όλα τα κεφάλια άξια για ένα καπέλο σαν εμένα.
Το κοιτάζω πιο προσεκτικά. Είναι αλήθεια ότι δεν είναι ένα συνηθισμένο καπέλο. Είναι κασκέτο μεν, προσεγμένο δε. Το χρώμα του είναι αυτό που ένας μόδιστρος θα ονόμαζε "ιβουάρ". Το ύφασμα από το οποίο είναι φτιαγμένο γυαλίζει ελαφρά. Επάνω του διακρίνονται λεπτά κεντήματα και πολύ μικρές πούλιες. Προφανώς γυναικείο. Δεν πρέπει, όμως, να ανήκει σε νέα γυναίκα. Πιο πολύ μπορώ να φανταστώ να το φοράει μια ηλικιωμένη κυρία.
Η κίνηση στον δρόμο συνεχίζει αμείωτη. Πολλά αυτοκίνητα περνούν, μηχανάκια, ένα ποδήλατο... Μια γάτα διασχίζει τον δρόμο βιαστικά, ακροπατώντας, θαρρείς, στα λεπτά της ποδαράκια. Έχει ήδη σκοτεινιάσει.
Πόσο θα μείνει, άραγε, σε αυτήν τη θέση; Να το έχει καταλάβει η ιδιοκτήτριά του ότι το έχει ξεχάσει; Να γυρίσει για να το βρει; Ή να το θεωρήσει ήδη χαμένο και να μην το ψάξει καθόλου; Είμαι σίγουρη ότι το καπέλο περιμένει την ιδιοκτήτριά του. Είμαι σίγουρη ότι πιστεύει πως είναι τόσο αναντικατάστατο, που η ιδιοκτήτριά του θα φάει γη και ουρανό μέχρι να το ξαναβρεί.
Όσο πιο πολύ περνάει η ώρα, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι το καπέλο θα περάσει εκεί τη νύχτα. Κανείς δε θα ενδιαφερθεί γι'αυτό, και ας είναι χρώματος ιβουάρ, με κεντήματα επάνω... Εκεί θα το βρει και η αυριανή μέρα. Και, ίσως, και η μεθαυριανή.
Έρχεται το λεωφορείο μου. Σηκώνομαι από το παγκάκι και του κάνω σήμα να σταματήσει. Το καπέλο δεν κουνιέται. Το λεωφορείο σταματάει και ανοίγει την πόρτα του ακριβώς μπροστά μου. Ρίχνω μια ματιά στο παγκάκι... Το καπέλο στην ίδια θέση. "Άσε με στη μοναξιά μου", είναι σα να μου λέει.
Μπαίνω στο λεωφορείο, η πόρτα κλείνει πίσω μου. Μια τελευταία ματιά στο παγκάκι.
- Καληνύχτα, του εύχομαι νοερά.
Δε μου ρίχνει ούτε μια ματιά. Παραμένει με το γείσο κατεβασμένο και εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι, μαζί με την στάση...
Το μάτι μου πέφτει επάνω σε ένα καπέλο που είναι στο παγκάκι.
- Δικό σας; τη ρωτάω.
- Όχι, μου λέει και μπαίνει στο λεωφορείο.
Κάθομαι στο παγκάκι, δίπλα ακριβώς από το καπέλο.
Το κοιτάζω.
Ίσως να με κοιτάζει και εκείνο.
- Μοναξιές; λέω, προσπαθώντας να σπάσω τον πάγο.
Δεν απαντάει.
- Σε άφησαν μόνο σου; επιμένω.
- Δε νομίζω να γνωριζόμαστε, μου λέει και τινάζει θυμωμένα το γείσο του προς τα πάνω. Στον πληθυντικό, παρακαλώ.
- Συγγνώμη, λέω και σωπαίνω.
Το ξανακοιτάω. Έχει το γείσο του κατεβασμένο, πρέπει να είναι στενοχωρημένο. Ποιος να το εγκατέλειψε, άραγε;
- Περιμένετε ώρα; ρωτάω, προσπαθώντας να ξαναπιάσω κουβέντα.
- Αρκετή, απαντάει, αλλά δε σηκώνει το κεφάλι του.
Είναι σίγουρα στενοχωρημένο. Ε, δεν είναι και λίγο να σε εγκαταλείπουν σε μια στάση λεωφορείου!
- Σε αναζήτηση νέου κεφαλιού; ρωτάω ξανά.
- Μία κυρία του επιπέδου μου, λέει περιφρονητικά, δεν ψάχνει, την ψάχνουν. Και ούτε είναι όλα τα κεφάλια άξια για ένα καπέλο σαν εμένα.
Το κοιτάζω πιο προσεκτικά. Είναι αλήθεια ότι δεν είναι ένα συνηθισμένο καπέλο. Είναι κασκέτο μεν, προσεγμένο δε. Το χρώμα του είναι αυτό που ένας μόδιστρος θα ονόμαζε "ιβουάρ". Το ύφασμα από το οποίο είναι φτιαγμένο γυαλίζει ελαφρά. Επάνω του διακρίνονται λεπτά κεντήματα και πολύ μικρές πούλιες. Προφανώς γυναικείο. Δεν πρέπει, όμως, να ανήκει σε νέα γυναίκα. Πιο πολύ μπορώ να φανταστώ να το φοράει μια ηλικιωμένη κυρία.
Η κίνηση στον δρόμο συνεχίζει αμείωτη. Πολλά αυτοκίνητα περνούν, μηχανάκια, ένα ποδήλατο... Μια γάτα διασχίζει τον δρόμο βιαστικά, ακροπατώντας, θαρρείς, στα λεπτά της ποδαράκια. Έχει ήδη σκοτεινιάσει.
Πόσο θα μείνει, άραγε, σε αυτήν τη θέση; Να το έχει καταλάβει η ιδιοκτήτριά του ότι το έχει ξεχάσει; Να γυρίσει για να το βρει; Ή να το θεωρήσει ήδη χαμένο και να μην το ψάξει καθόλου; Είμαι σίγουρη ότι το καπέλο περιμένει την ιδιοκτήτριά του. Είμαι σίγουρη ότι πιστεύει πως είναι τόσο αναντικατάστατο, που η ιδιοκτήτριά του θα φάει γη και ουρανό μέχρι να το ξαναβρεί.
Όσο πιο πολύ περνάει η ώρα, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι το καπέλο θα περάσει εκεί τη νύχτα. Κανείς δε θα ενδιαφερθεί γι'αυτό, και ας είναι χρώματος ιβουάρ, με κεντήματα επάνω... Εκεί θα το βρει και η αυριανή μέρα. Και, ίσως, και η μεθαυριανή.
Έρχεται το λεωφορείο μου. Σηκώνομαι από το παγκάκι και του κάνω σήμα να σταματήσει. Το καπέλο δεν κουνιέται. Το λεωφορείο σταματάει και ανοίγει την πόρτα του ακριβώς μπροστά μου. Ρίχνω μια ματιά στο παγκάκι... Το καπέλο στην ίδια θέση. "Άσε με στη μοναξιά μου", είναι σα να μου λέει.
Μπαίνω στο λεωφορείο, η πόρτα κλείνει πίσω μου. Μια τελευταία ματιά στο παγκάκι.
- Καληνύχτα, του εύχομαι νοερά.
Δε μου ρίχνει ούτε μια ματιά. Παραμένει με το γείσο κατεβασμένο και εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι, μαζί με την στάση...
Ετικέτες
Κάτι είδα
Σάββατο 17 Αυγούστου 2013
Επιστροφή
Και οι Ούννοι επέστρεψαν. Καλπάζοντας με αλαλαγμούς επάνω στα εβδομήντα, εκατόν πενήντα, διακόσια ή διακόσια πενήντα άλογά τους. Με όρεξη να ορμήσουν, να πατήσουν, να ισοπεδώσουν, να εξαφανίσουν ο,τιδήποτε βρεθεί μπροστά τους. Με όρεξη να συνεχίσουν από εκεί που έμειναν, όταν έφυγαν πριν από λίγες μέρες.
Πρώτο, άοπλο και αθώο θύμα, η ησυχία. Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε ότι έπεσε ηρωικά. Η αλήθεια είναι ότι δεν αντιστάθηκε καθόλου. Με τις πρώτες ορδές που έφτασαν, εκείνη εξαφανίστηκε. Φήμες λένε ότι δεν είναι νεκρή, αλλά ότι φυγαδεύτηκε παράνομα στην εξοχή...
Επόμενο θύμα, η ατμόσφαιρα. Σαν να βάρυνε από όταν επέστρεψαν οι Ούννοι. Εκτός από το πολεμικό κλίμα, οι βαρβαρικές ορδές έφεραν και ρύπανση. Τα άλογά τους ασθμαίνουν και αποβάλλουν ένα σωρό χημικά από τα λαχανιασμένα τους στόματα. Χώρια που σαν να ανέβηκε και η θερμοκρασία...
Για τα φυτά, ας μη μιλήσουμε καλύτερα. Προσπαθούν απεγνωσμένα να αντισταθούν στη ρύπανση, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να γίνονται πιο ασθενικά. Γεμάτα τα μπαλκόνια από ημιθανή φυτά...
Να υπάρχει, άραγε, κάποιος που ωφελείται από αυτήν την επέλαση; Να υπάρχει κάποιος που τρέφεται από τη φασαρία, τη ρύπανση, την ταχύτητα; Άγνωστο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εγώ δεν ωφελούμαι καθόλου. Ίσα-ίσα που προτιμώ την πόλη έρημη.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που οι Ούννοι θα ξαναφύγουν, έχω μια ιδέα: Να σηκώσουμε - όσοι μείνουμε εδώ - ψηλά τείχη γύρω από την πόλη, να χτίσουμε γερά κάστρα με πολεμίστρες και κανόνια, να σκάψουμε και μια πλατιά τάφρο γύρω-γύρω, να τη γεμίσουμε νερό και μέσα να ρίξουμε κροκόδειλους ή πιράνχας, να σηκώσουμε και τις γέφυρες και να δούμε τότε πώς θα μπουν στην πόλη!
Πρώτο, άοπλο και αθώο θύμα, η ησυχία. Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε ότι έπεσε ηρωικά. Η αλήθεια είναι ότι δεν αντιστάθηκε καθόλου. Με τις πρώτες ορδές που έφτασαν, εκείνη εξαφανίστηκε. Φήμες λένε ότι δεν είναι νεκρή, αλλά ότι φυγαδεύτηκε παράνομα στην εξοχή...
Επόμενο θύμα, η ατμόσφαιρα. Σαν να βάρυνε από όταν επέστρεψαν οι Ούννοι. Εκτός από το πολεμικό κλίμα, οι βαρβαρικές ορδές έφεραν και ρύπανση. Τα άλογά τους ασθμαίνουν και αποβάλλουν ένα σωρό χημικά από τα λαχανιασμένα τους στόματα. Χώρια που σαν να ανέβηκε και η θερμοκρασία...
Για τα φυτά, ας μη μιλήσουμε καλύτερα. Προσπαθούν απεγνωσμένα να αντισταθούν στη ρύπανση, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να γίνονται πιο ασθενικά. Γεμάτα τα μπαλκόνια από ημιθανή φυτά...
Να υπάρχει, άραγε, κάποιος που ωφελείται από αυτήν την επέλαση; Να υπάρχει κάποιος που τρέφεται από τη φασαρία, τη ρύπανση, την ταχύτητα; Άγνωστο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εγώ δεν ωφελούμαι καθόλου. Ίσα-ίσα που προτιμώ την πόλη έρημη.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που οι Ούννοι θα ξαναφύγουν, έχω μια ιδέα: Να σηκώσουμε - όσοι μείνουμε εδώ - ψηλά τείχη γύρω από την πόλη, να χτίσουμε γερά κάστρα με πολεμίστρες και κανόνια, να σκάψουμε και μια πλατιά τάφρο γύρω-γύρω, να τη γεμίσουμε νερό και μέσα να ρίξουμε κροκόδειλους ή πιράνχας, να σηκώσουμε και τις γέφυρες και να δούμε τότε πώς θα μπουν στην πόλη!
Ετικέτες
Κάτι ένιωσα
Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013
Ο επισκέπτης του Δεκαπενταύγουστου
Εορταστική μέρα σήμερα. Μέρα που, άλλοι τη γιορτάζουν με εκδρομές στα νησιά και στις κατά τόπους εκκλησίες, άλλοι τη γιορτάζουν στο σπίτι τους υποδεχόμενοι επισκέπτες και άλλοι απλώς τη ζουν.
Μάλλον ανήκω στην τελευταία κατηγορία. Οι ομαδικές εξορμήσεις τύπου επέλασης δεν ήταν ποτέ του γούστου μου. Άσε που τέτοιες μέρες, που η Αθήνα αδειάζει, γίνεται - επιτέλους - μια πόλη κατάλληλη για να ζει κανείς εκεί...
Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι μου, δρόμος ταχείας κυκλοφορίας, είναι τόσο ήσυχος, που ακούγονται πάρα πολλά τζιτζίκια (πού ήταν κρυμμένα τόσο καιρό;). Ελάχιστοι άνθρωποι εμφανίζονται, και αυτοί μέσα σε αυτοκίνητα ή επάνω σε μηχανάκια, διασχίζουν το οπτικό μου πεδίο γρήγορα και εξαφανίζονται από αυτό.
Έχω αποφασίσει να χαλαρώσω σήμερα. Δε θα πάω πουθενά. Θα κάτσω στο μπαλκόνι μου να απολαύσω την σπάνια ησυχία. Ευκαιρία να διαβάσω και ένα βιβλίο που έχω αφήσει μισοδιαβασμένο εδώ και καιρό: Το Παρίσι στον 20ο αιώνα, του Ιουλίου Βερν. Πολύς λόγος έχει γίνει για το συγκεκριμένο βιβλίο, για τις εφευρέσεις που περιγράφει και για τη διορατικότητα του συγγραφέα. Μέχρι στιγμής, από όσο έχω διαβάσει και μπορώ να κρίνω, είναι όντως εκπληκτική η διορατικότητα του Βερν σχετικά με την πρόοδο της τεχνολογίας. Κι όμως, πιο εντυπωσιακή ακόμα είναι η διορατικότητά του σχετικά με την κοινωνία. Υπό διωγμόν οι τέχνες. Το μέλλον ανήκει στην τεχνολογία. Νομίζω ότι, κατά κάποιον τρόπο, είναι ένα βιβλίο που μιλάει για εμένα. Και όχι μόνο για εμένα.
Ας συνεχίσω, λοιπόν, την ανάγνωση, να δω τι μέλλον επιφυλάσσει ο Βερν στον Μισέλ Ντυφρενουά. Παίρνω το βιβλίο μου και βγαίνω στην βεράντα. Και εκεί, δίπλα σχεδόν στην καρέκλα όπου έχω σκοπό να καθήσω, βλέπω ένα αλογάκι της Παναγίτσας! Δεν βλέπω μια μύγα, μια αράχνη, ένα μυρμήγκι, μια πεταλούδα, βλέπω ένα έντομο αρκετά ασυνήθιστο, το οποίο στέκεται σχεδόν ακίνητο και δεν αντιδρά όταν κάθομαι στην καρέκλα. Μοιάζει σα να με περίμενε. Δε γίνεται, θα το φωτογραφίσω. Πιάνω το κινητό, επιλέγω την αντίστοιχη λειτουργία, και το αλογάκι γυρίζει και με κοιτάζει! Βγάζω δύο φωτογραφίες, και αφού τελειώσω, γυρίζει το κεφάλι του και φεύγει με γρήγορα βήματα...
Μένω λίγο σκεφτική... Να σήμαινε τίποτα αυτή η εμφάνιση; Σημάδι της ημέρας; Αλογάκι της Παναγίτσας τη μέρα της Παναγίας; Αυτές οι συμπτώσεις πια... Μήπως είναι ένας τρόπος του σύμπαντος να μου πει "Χρόνια πολλά";
Μάλλον ανήκω στην τελευταία κατηγορία. Οι ομαδικές εξορμήσεις τύπου επέλασης δεν ήταν ποτέ του γούστου μου. Άσε που τέτοιες μέρες, που η Αθήνα αδειάζει, γίνεται - επιτέλους - μια πόλη κατάλληλη για να ζει κανείς εκεί...
Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι μου, δρόμος ταχείας κυκλοφορίας, είναι τόσο ήσυχος, που ακούγονται πάρα πολλά τζιτζίκια (πού ήταν κρυμμένα τόσο καιρό;). Ελάχιστοι άνθρωποι εμφανίζονται, και αυτοί μέσα σε αυτοκίνητα ή επάνω σε μηχανάκια, διασχίζουν το οπτικό μου πεδίο γρήγορα και εξαφανίζονται από αυτό.
Έχω αποφασίσει να χαλαρώσω σήμερα. Δε θα πάω πουθενά. Θα κάτσω στο μπαλκόνι μου να απολαύσω την σπάνια ησυχία. Ευκαιρία να διαβάσω και ένα βιβλίο που έχω αφήσει μισοδιαβασμένο εδώ και καιρό: Το Παρίσι στον 20ο αιώνα, του Ιουλίου Βερν. Πολύς λόγος έχει γίνει για το συγκεκριμένο βιβλίο, για τις εφευρέσεις που περιγράφει και για τη διορατικότητα του συγγραφέα. Μέχρι στιγμής, από όσο έχω διαβάσει και μπορώ να κρίνω, είναι όντως εκπληκτική η διορατικότητα του Βερν σχετικά με την πρόοδο της τεχνολογίας. Κι όμως, πιο εντυπωσιακή ακόμα είναι η διορατικότητά του σχετικά με την κοινωνία. Υπό διωγμόν οι τέχνες. Το μέλλον ανήκει στην τεχνολογία. Νομίζω ότι, κατά κάποιον τρόπο, είναι ένα βιβλίο που μιλάει για εμένα. Και όχι μόνο για εμένα.
Ας συνεχίσω, λοιπόν, την ανάγνωση, να δω τι μέλλον επιφυλάσσει ο Βερν στον Μισέλ Ντυφρενουά. Παίρνω το βιβλίο μου και βγαίνω στην βεράντα. Και εκεί, δίπλα σχεδόν στην καρέκλα όπου έχω σκοπό να καθήσω, βλέπω ένα αλογάκι της Παναγίτσας! Δεν βλέπω μια μύγα, μια αράχνη, ένα μυρμήγκι, μια πεταλούδα, βλέπω ένα έντομο αρκετά ασυνήθιστο, το οποίο στέκεται σχεδόν ακίνητο και δεν αντιδρά όταν κάθομαι στην καρέκλα. Μοιάζει σα να με περίμενε. Δε γίνεται, θα το φωτογραφίσω. Πιάνω το κινητό, επιλέγω την αντίστοιχη λειτουργία, και το αλογάκι γυρίζει και με κοιτάζει! Βγάζω δύο φωτογραφίες, και αφού τελειώσω, γυρίζει το κεφάλι του και φεύγει με γρήγορα βήματα...
Μένω λίγο σκεφτική... Να σήμαινε τίποτα αυτή η εμφάνιση; Σημάδι της ημέρας; Αλογάκι της Παναγίτσας τη μέρα της Παναγίας; Αυτές οι συμπτώσεις πια... Μήπως είναι ένας τρόπος του σύμπαντος να μου πει "Χρόνια πολλά";
Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου
Ετικέτες
Κάτι είδα
Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013
Ιστορίες ευγενών
Ο Άθως, ο Πόρθος και ο Άραμις ήταν ξαπλωμένοι ράθυμα στο γρασίδι. Χαλάρωναν ύστερα από το φαγητό τους και απολάμβαναν την ηρεμία του δρόμου. Ο δε Πόρθος είχε κλειστά και τα μάτια του, και ίσως να κοιμόταν.
- Πολλή ησυχία, είπε ο Άθως ξαφνικά. Μέρες έχουμε να δούμε τόση ησυχία.
- Και τι σημαίνει αυτό; ρώτησε ο Πόρθος, που άνοιξε τα μάτια του αποδεικνύοντας ότι τελικά δεν κοιμόταν.
- Δεν ξέρω, πάντως είναι υπερβολική, δε νομίζεις;
- Ίσα-ίσα, που εγώ την απολαμβάνω, είπε ο Πόρθος και χασμουρήθηκε ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του.
- Νυστάξαμε, βλέπω, είπε ο Άραμις. Αυτό το κότσι που έφαγες μάλλον σου έπεσε βαρύ.
- Κάθε άλλο, είπε ο Πόρθος και γλείφτηκε.
Τα χείλη του είχαν ακόμα τη γεύση από το κότσι.
- Εσύ κοίτα να βάλεις κανένα γραμμάριο επάνω σου, είπε στον Άραμις και ξαναέκλεισε τα μάτια του.
- Πότε θα έρθει αυτός ο τύπος; ρώτησε ο Άραμις τον Άθω. Τι σου είπε ο κύριος ντε Τρεβίλ;
- Δε μου έδωσε ακριβή ημερομηνία, μου είπε όμως ότι τον περιμένουμε από μέρα σε μέρα.
- Πώς είπες ότι λέγεται;
- Ντ'Αρτανιάν.
- Και είναι καλός;
- Έτσι λένε. Ο κύριος ντε Τρεβίλ πιστεύει ότι θα μας βοηθήσει πολύ στο έργο μας.
Η καμπάνα του καθεδρικού ναού που ήταν εκεί πιο πέρα σήμανε εφτά η ώρα. Σε μια ώρα νύχτωνε.
- Εφτά η ώρα, είπε ο Άθως.
Ο Άραμις τεντώθηκε.
- Καιρός να ξεσκουριάσουμε, είπε. Προς τα πού λες να πάμε;
- Δεν ξέρω.
- Ε, υπναρά, σήκω! είπαν και οι δύο με ένα στόμα στον Πόρθο, που δεν έδειχνε την παραμικρή επιθυμία να αφήσει τη θέση του.
- Θα σε καρφώσω στον ντε Τρεβίλ, είπε ο Άθως περιπαιχτικά.
- Και τότε και εγώ θα του πω για τα τρία εξώγαμά σου, απάντησε εκείνος. Ή μήπως δε μετράνε επειδή η μητέρα τους είναι ταπεινής καταγωγής;
- Εγώ φταίω που σου το είπα, είπε ο Άθως και σοβάρεψε.
- Σε πειράζω, του είπε ο Πόρθος. Ξεχνάς το σύνθημά μας; "Ένας για όλους και όλοι για έναν". Τα δικά σου εξώγαμα είναι και δικά μου, είπε και του έκλεισε το μάτι.
- Σας μυρίζει κάτι; ρώτησε ο Άραμις.
- Κάποιος έρχεται, είπε ο Πόρθος και πετάχτηκε σαν αίλουρος επάνω.
- Ποιος να είναι;
- Λέτε να είναι ο Ντ'Αρτανιάν;
- Θα το διαπιστώσουμε τώρα αμέσως, είπε ο Πόρθος και έτρεξε προς τον νεοφερμένο, που ερχόταν από την στροφή του δρόμου πιο πέρα.
- Ένας για όλους και όλοι για έναν! φώναξε ο Άθως και έτρεξε ξοπίσω του.
- Ένας για όλους και όλοι για έναν! φώναξε και ο Άραμις και ακολούθησε τον Άθω, που έτρεχε ξοπίσω από τον Πόρθο.
- Δείξε μας τι αξίζεις! φώναξε ο Πόρθος και ρίχτηκε επάνω στον νεοφερμένο.
Εκείνος, έκπληκτος με την υποδοχή, δεν έκανε τίποτα. Προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά ήταν εμφανώς άπειρος και το μόνο που κατάφερε ήταν να γρατζουνίσει λίγο το δεξί αυτί του Πόρθου.
- Σκύλε, θα πεθάνεις! φώναξε ο Πόρθος, επειδή η γρατζουνιά πόνεσε.
Όρμησε επάνω του λυσσασμένα και προτού περάσει μισό λεπτό, ο ξένος δεν ήξερε από πού να φύγει. Ο Πόρθος τον χτυπούσε από παντού. Μάταια ο ξένος προσπαθούσε να προστατευτεί.
- Πόρθε! φώναξε ο Άραμις. Μην τον σκοτώσεις! Αν τον σκοτώσεις σε μονομαχία θα σε βάλουν στη φυλακή και ούτε ο κύριος ντε Τρεβίλ, ούτε καν ο ίδιος ο Ρισελιέ δε θα μπορεί να σε βγάλει από εκεί. Ξεχνάς ότι οι μονομαχίες απαγορεύτηκαν με βασιλικό διάταγμα;
Ο Άραμις είχε δίκιο. Ο Πόρθος κοντοστάθηκε και ο ξένος εκμεταλλεύτηκε αυτήν την ολιγωρία για να το σκάσει προς την κατεύθυνση από την οποία είχε έρθει.
- Άσ'τον, είπε στον Άθω που έκανε να τον κυνηγήσει.
- Κι αν είναι αυτός ο Ντ'Αρτανιάν;
- Σιγά μην είναι ο Ντ'Αρτανιάν! Αλλά και να ήταν, αν είναι τέτοιος χέστης τι δουλειά έχει μαζί μας; Ας φύγει καλύτερα. Κι αν μας ρωτήσει ο ντε Τρεβίλ, θα πούμε ότι ποτέ δεν ήρθε.
Οι τρεις σωματοσκύλακες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με κατανόηση.
- Δεν μπορεί να είναι αυτός ο Ντ'Αρτανιάν, είπε ο Άθως. Πού είναι οι καταπληκτικές του ικανότητες; Αυτός δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του! Θα μπορούσε να μας βοηθήσει σε περίπτωση που κινδυνεύαμε εμείς;
Οι άλλοι δυο συμφώνησαν ότι δεν θα μπορούσε.
Οι σκιές μάκραιναν, ο ήλιος χαμήλωνε στον ορίζοντα... Το καμπαναριό του καθεδρικού είχε πάρει ένα πορτοκαλί χρώμα.
- Πάει άλλη μια μέρα! είπε ονειροπόλα ο Άραμις.
- Πάμε καμιά βόλτα; πρότεινε ο Άθως. Δεν νομίζω να έρθει τέτοια ώρα ο Ντ'Αρτανιάν.
- Και δεν πάμε; Έχεις να προτείνεις τίποτα καλό;
- Πώς δεν έχω... Στον πύργο του Καρδινάλιου έχει έρθει μια νέα σκυλίτσα, μπουκιά και συχώριο.
- Δικιά μου! είπε ο Πόρθος.
- Εγώ την είδα πρώτος!
- Καλά, ας διαλέξει εκείνη!
- Αφήστε τους τσακωμούς και πάμε, είπε ο Άθως. Μπορεί στη διαδρομή να συναντήσουμε και τον Ντ'Αρτανιάν, ποιος ξέρει;
- Αν μου τη βουτήξει ο Ντ'Αρτανιάν, θα σφαχτούμε, το λέω! είπε ο Άραμις.
- Καλά, κάτσε πρώτα να εμφανιστεί και ύστερα τον σφάζεις.
Οι τρεις σωματοσκύλακες πήραν τον δρόμο που οδηγούσε στον πύργο του καρδινάλιου Ρισελιέ. Καθώς περπατούσαν στο σούρουπο, ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν έμοιαζαν πια με τρεις σκύλους, αλλά με έναν τεράστιο σκύλο χωρισμένο στα τρία, έναν σκύλο με τρία κεφάλια, δώδεκα πόδια και τρεις ουρές. Και όταν έπεσε το σκοτάδι, το φεγγάρι που ανέβηκε στον ουρανό τούς βρήκε και τους τρεις καθισμένους δίπλα-δίπλα, με τα τρία ζευγάρια μάτια τους να γυαλίζουν σαν μαργαριτάρια.
- Πολλή ησυχία, είπε ο Άθως ξαφνικά. Μέρες έχουμε να δούμε τόση ησυχία.
- Και τι σημαίνει αυτό; ρώτησε ο Πόρθος, που άνοιξε τα μάτια του αποδεικνύοντας ότι τελικά δεν κοιμόταν.
- Δεν ξέρω, πάντως είναι υπερβολική, δε νομίζεις;
- Ίσα-ίσα, που εγώ την απολαμβάνω, είπε ο Πόρθος και χασμουρήθηκε ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του.
- Νυστάξαμε, βλέπω, είπε ο Άραμις. Αυτό το κότσι που έφαγες μάλλον σου έπεσε βαρύ.
- Κάθε άλλο, είπε ο Πόρθος και γλείφτηκε.
Τα χείλη του είχαν ακόμα τη γεύση από το κότσι.
- Εσύ κοίτα να βάλεις κανένα γραμμάριο επάνω σου, είπε στον Άραμις και ξαναέκλεισε τα μάτια του.
- Πότε θα έρθει αυτός ο τύπος; ρώτησε ο Άραμις τον Άθω. Τι σου είπε ο κύριος ντε Τρεβίλ;
- Δε μου έδωσε ακριβή ημερομηνία, μου είπε όμως ότι τον περιμένουμε από μέρα σε μέρα.
- Πώς είπες ότι λέγεται;
- Ντ'Αρτανιάν.
- Και είναι καλός;
- Έτσι λένε. Ο κύριος ντε Τρεβίλ πιστεύει ότι θα μας βοηθήσει πολύ στο έργο μας.
Η καμπάνα του καθεδρικού ναού που ήταν εκεί πιο πέρα σήμανε εφτά η ώρα. Σε μια ώρα νύχτωνε.
- Εφτά η ώρα, είπε ο Άθως.
Ο Άραμις τεντώθηκε.
- Καιρός να ξεσκουριάσουμε, είπε. Προς τα πού λες να πάμε;
- Δεν ξέρω.
- Ε, υπναρά, σήκω! είπαν και οι δύο με ένα στόμα στον Πόρθο, που δεν έδειχνε την παραμικρή επιθυμία να αφήσει τη θέση του.
- Θα σε καρφώσω στον ντε Τρεβίλ, είπε ο Άθως περιπαιχτικά.
- Και τότε και εγώ θα του πω για τα τρία εξώγαμά σου, απάντησε εκείνος. Ή μήπως δε μετράνε επειδή η μητέρα τους είναι ταπεινής καταγωγής;
- Εγώ φταίω που σου το είπα, είπε ο Άθως και σοβάρεψε.
- Σε πειράζω, του είπε ο Πόρθος. Ξεχνάς το σύνθημά μας; "Ένας για όλους και όλοι για έναν". Τα δικά σου εξώγαμα είναι και δικά μου, είπε και του έκλεισε το μάτι.
- Σας μυρίζει κάτι; ρώτησε ο Άραμις.
- Κάποιος έρχεται, είπε ο Πόρθος και πετάχτηκε σαν αίλουρος επάνω.
- Ποιος να είναι;
- Λέτε να είναι ο Ντ'Αρτανιάν;
- Θα το διαπιστώσουμε τώρα αμέσως, είπε ο Πόρθος και έτρεξε προς τον νεοφερμένο, που ερχόταν από την στροφή του δρόμου πιο πέρα.
- Ένας για όλους και όλοι για έναν! φώναξε ο Άθως και έτρεξε ξοπίσω του.
- Ένας για όλους και όλοι για έναν! φώναξε και ο Άραμις και ακολούθησε τον Άθω, που έτρεχε ξοπίσω από τον Πόρθο.
- Δείξε μας τι αξίζεις! φώναξε ο Πόρθος και ρίχτηκε επάνω στον νεοφερμένο.
Εκείνος, έκπληκτος με την υποδοχή, δεν έκανε τίποτα. Προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά ήταν εμφανώς άπειρος και το μόνο που κατάφερε ήταν να γρατζουνίσει λίγο το δεξί αυτί του Πόρθου.
- Σκύλε, θα πεθάνεις! φώναξε ο Πόρθος, επειδή η γρατζουνιά πόνεσε.
Όρμησε επάνω του λυσσασμένα και προτού περάσει μισό λεπτό, ο ξένος δεν ήξερε από πού να φύγει. Ο Πόρθος τον χτυπούσε από παντού. Μάταια ο ξένος προσπαθούσε να προστατευτεί.
- Πόρθε! φώναξε ο Άραμις. Μην τον σκοτώσεις! Αν τον σκοτώσεις σε μονομαχία θα σε βάλουν στη φυλακή και ούτε ο κύριος ντε Τρεβίλ, ούτε καν ο ίδιος ο Ρισελιέ δε θα μπορεί να σε βγάλει από εκεί. Ξεχνάς ότι οι μονομαχίες απαγορεύτηκαν με βασιλικό διάταγμα;
Ο Άραμις είχε δίκιο. Ο Πόρθος κοντοστάθηκε και ο ξένος εκμεταλλεύτηκε αυτήν την ολιγωρία για να το σκάσει προς την κατεύθυνση από την οποία είχε έρθει.
- Άσ'τον, είπε στον Άθω που έκανε να τον κυνηγήσει.
- Κι αν είναι αυτός ο Ντ'Αρτανιάν;
- Σιγά μην είναι ο Ντ'Αρτανιάν! Αλλά και να ήταν, αν είναι τέτοιος χέστης τι δουλειά έχει μαζί μας; Ας φύγει καλύτερα. Κι αν μας ρωτήσει ο ντε Τρεβίλ, θα πούμε ότι ποτέ δεν ήρθε.
Οι τρεις σωματοσκύλακες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με κατανόηση.
- Δεν μπορεί να είναι αυτός ο Ντ'Αρτανιάν, είπε ο Άθως. Πού είναι οι καταπληκτικές του ικανότητες; Αυτός δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του! Θα μπορούσε να μας βοηθήσει σε περίπτωση που κινδυνεύαμε εμείς;
Οι άλλοι δυο συμφώνησαν ότι δεν θα μπορούσε.
Οι σκιές μάκραιναν, ο ήλιος χαμήλωνε στον ορίζοντα... Το καμπαναριό του καθεδρικού είχε πάρει ένα πορτοκαλί χρώμα.
- Πάει άλλη μια μέρα! είπε ονειροπόλα ο Άραμις.
- Πάμε καμιά βόλτα; πρότεινε ο Άθως. Δεν νομίζω να έρθει τέτοια ώρα ο Ντ'Αρτανιάν.
- Και δεν πάμε; Έχεις να προτείνεις τίποτα καλό;
- Πώς δεν έχω... Στον πύργο του Καρδινάλιου έχει έρθει μια νέα σκυλίτσα, μπουκιά και συχώριο.
- Δικιά μου! είπε ο Πόρθος.
- Εγώ την είδα πρώτος!
- Καλά, ας διαλέξει εκείνη!
- Αφήστε τους τσακωμούς και πάμε, είπε ο Άθως. Μπορεί στη διαδρομή να συναντήσουμε και τον Ντ'Αρτανιάν, ποιος ξέρει;
- Αν μου τη βουτήξει ο Ντ'Αρτανιάν, θα σφαχτούμε, το λέω! είπε ο Άραμις.
- Καλά, κάτσε πρώτα να εμφανιστεί και ύστερα τον σφάζεις.
Οι τρεις σωματοσκύλακες πήραν τον δρόμο που οδηγούσε στον πύργο του καρδινάλιου Ρισελιέ. Καθώς περπατούσαν στο σούρουπο, ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν έμοιαζαν πια με τρεις σκύλους, αλλά με έναν τεράστιο σκύλο χωρισμένο στα τρία, έναν σκύλο με τρία κεφάλια, δώδεκα πόδια και τρεις ουρές. Και όταν έπεσε το σκοτάδι, το φεγγάρι που ανέβηκε στον ουρανό τούς βρήκε και τους τρεις καθισμένους δίπλα-δίπλα, με τα τρία ζευγάρια μάτια τους να γυαλίζουν σαν μαργαριτάρια.
Ετικέτες
Κάτι είδα
Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013
Σε μια ποντικοφωλιά
Ο μεγάλος ποντικός φαινόταν πολύ ταραγμένος. Όλες οι τρίχες του κεφαλιού του ήταν όρθιες. Η φωνή του ήταν πιο τσιριχτή από ό,τι συνήθως.
- Ακούστε με! φώναξε στα ποντικάκια. Έρχονται άσχημες εποχές. Αυτό μόνο σας λέω. Ό,τι υπήρχε μέχρι σήμερα παύει να υπάρχει. Θυμηθείτε τα λόγια μου! Τα πράγματα θα αγριέψουν. Εγώ σας προειδοποίησα. Δεν μπορώ άλλο να σας προστατεύω. Ο καθένας μόνος του από εδώ και πέρα!
Τα ποντικάκια τον άκουσαν με προσοχή. Κάποια τρόμαξαν πολύ, είναι αλήθεια. Να δεις που ήρθε καινούργια γάτα στην περιοχή. Και θα είναι πανούργα, και τα νύχια της θα είναι κοφτερά...
Τα καημένα τα ποντικάκια, τα έπιασε τρεμούλα. Οι ουρίτσες τους έτρεμαν, σαν να είχαν πάθει ηλεκτροπληξία. Εδώ που τα λέμε, για να μην πει ο μεγάλος ποντικός τίποτα παραπάνω, φαντάσου πόσο τρομερά θα ήταν τα πράγματα!
Ναι, βέβαια, δύσκολες εποχές έρχονταν, ήταν το μόνο σίγουρο. Από την άλλη, ο μεγάλος ποντικός έτσι μιλούσε πάντα. Ποτέ δεν έλεγε ξεκάθαρα αυτό που εννοούσε, και πάντα άφηνε να εννοηθεί ότι έξω από την ποντικότρυπα παραφύλαγαν όλοι οι κίνδυνοι μαζεμένοι: γάτες, νυφίτσες, κουκουβάγιες, φίδια, φάκες και δηλητήρια!
Τα ποντικάκια άρχισαν να συζητάνε χαμηλόφωνα. Τα πιο φοβητσιάρικα προσπαθούσαν να πιαστούν από το παραμικρό σχόλιο ότι ο μεγάλος ποντικός μπορεί να έκανε και λάθος. Τα πιο θαραλλέα προσπαθούσαν να εμψυχώσουν τα υπόλοιπα και μέσα στο μυαλουδάκι τους σκέφτονταν ότι θα έπρεπε να ακονίσουν τα δόντια και τα νύχια τους και να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων. Και, για να είμαστε ειλικρινείς, ούτε αυτά ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξα.
Μόνο ένας γέρος ποντικός δεν έπαιρνε μέρος στις συζητήσεις. Είχε ακούσει και εκείνος τα λόγια του μεγάλου ποντικού, αλλά ύστερα το μόνο που έκανε ήταν να αποσυρθεί στη γωνιά του και να αρχίσει να χαράζει στον τοίχο μια γραμμή.
- Τον βλέπεις; είπε ένα ποντικάκι σε ένα άλλο. Πάντα έτσι κάνει. Ό,τι και να γίνει, εκείνος χαράζει γραμμές.
- Γιατί το κάνει αυτό;
- Κάθε φορά που ο μεγάλος ποντικός βγάζει έναν λόγο, εκείνος χαράζει μια γραμμή στον τοίχο.
- Α, έτσι;
- Ναι. Είναι τελείως στον κόσμο του.
Τα ποντικάκια μέτρησαν τις γραμμές. Ήταν πολλές. Τόσους πολλούς λόγους είχε βγάλει ο μεγάλος ποντικός;
- Για φαντάσου, πόσοι λόγοι! είπαν γεμάτοι θαυμασμό.
- Δεν αφήνετε τον καημένο το μεγάλο ποντικό; είπε τότε ο γερο-ποντικός.
- Σιγά τον καημένο! Εκείνος τι ανάγκη έχει; Είναι πάνω από εμάς, κάνει ό,τι θέλει. Αλλίμονο σε εμάς...
- Ναι, καλά, είπε ο γέρος ποντικός και δεν είπε τίποτα άλλο.
Πέρασαν μερικές μέρες, ύστερα μερικές εβδομάδες... Και τότε, έγινε κάτι συνταρακτικό: ο μεγάλος ποντικός εξαφανίστηκε! Μάταια τον έψαχναν σε όλη την ποντικοφωλιά. Κανένας δεν τον είχε δει, ούτε τον είχε ακούσει όλη τη μέρα. Πού να είχε χαθεί;
Ένας ποντικός θυμήθηκε ότι τον είχε πάρει το μάτι του το προηγούμενο βράδυ κοντά στην είσοδο της ποντικοφωλιάς. Ένας άλλος θυμήθηκε ότι αργά το προηγούμενο βράδυ είχε ακούσει τσιρίδες, που πολύ έμοιαζαν με του μεγάλου ποντικού...
Παγωμάρα έπεσε στην ποντικοφωλιά και όλα τα ποντικάκια πανικοβλήθηκαν, όταν την επόμενη μέρα κατάλαβαν ότι ο μεγάλος ποντικός δεν βρισκόταν πια ανάμεσά τους. Μόνο ο γέρος ποντικός ήταν πολύ ήρεμος, και το μόνο που έκανε ήταν να πάει στον τοίχο του και να σουλουπώσει λίγο την τελευταία γραμμή που είχε χαράξει.
- Τι κάνεις, βρε παλαβέ; φώναξε ένα ποντικάκι. Δεν ειπώθηκε κανένας καινούργιος λόγος από τον μεγάλο ποντικό για να χρειαστεί να χαράξεις στον τοίχο.
- Και ποιος σου είπε ότι σημειώνω τους λόγους που βγάζει ο μεγάλος ποντικός; ρώτησε εκείνος.
- Και τότε τι σημειώνεις; ρώτησε ένα άλλο ποντικάκι.
- Τους μεγάλους ποντικούς που εξαφανίζονται, είπε ο γέρος ποντικός και όλη η ποντικοφωλιά βουβάθηκε.
Πέρασαν κι άλλες μέρες, κι άλλες εβδομάδες, πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια... Τα ποντικάκια συνέχισαν να περιμένουν τεράστιες καταστροφές και άγριες γάτες και πονηρές νυφίτσες και φονικές ποντικοπαγίδες. Ο γέρος ποντικός συνέχισε να είναι λιγομίλητος. Μόνο οι γραμμές στον τοίχο του αύξαιναν συνέχεια...
- Ακούστε με! φώναξε στα ποντικάκια. Έρχονται άσχημες εποχές. Αυτό μόνο σας λέω. Ό,τι υπήρχε μέχρι σήμερα παύει να υπάρχει. Θυμηθείτε τα λόγια μου! Τα πράγματα θα αγριέψουν. Εγώ σας προειδοποίησα. Δεν μπορώ άλλο να σας προστατεύω. Ο καθένας μόνος του από εδώ και πέρα!
Τα ποντικάκια τον άκουσαν με προσοχή. Κάποια τρόμαξαν πολύ, είναι αλήθεια. Να δεις που ήρθε καινούργια γάτα στην περιοχή. Και θα είναι πανούργα, και τα νύχια της θα είναι κοφτερά...
Τα καημένα τα ποντικάκια, τα έπιασε τρεμούλα. Οι ουρίτσες τους έτρεμαν, σαν να είχαν πάθει ηλεκτροπληξία. Εδώ που τα λέμε, για να μην πει ο μεγάλος ποντικός τίποτα παραπάνω, φαντάσου πόσο τρομερά θα ήταν τα πράγματα!
Ναι, βέβαια, δύσκολες εποχές έρχονταν, ήταν το μόνο σίγουρο. Από την άλλη, ο μεγάλος ποντικός έτσι μιλούσε πάντα. Ποτέ δεν έλεγε ξεκάθαρα αυτό που εννοούσε, και πάντα άφηνε να εννοηθεί ότι έξω από την ποντικότρυπα παραφύλαγαν όλοι οι κίνδυνοι μαζεμένοι: γάτες, νυφίτσες, κουκουβάγιες, φίδια, φάκες και δηλητήρια!
Τα ποντικάκια άρχισαν να συζητάνε χαμηλόφωνα. Τα πιο φοβητσιάρικα προσπαθούσαν να πιαστούν από το παραμικρό σχόλιο ότι ο μεγάλος ποντικός μπορεί να έκανε και λάθος. Τα πιο θαραλλέα προσπαθούσαν να εμψυχώσουν τα υπόλοιπα και μέσα στο μυαλουδάκι τους σκέφτονταν ότι θα έπρεπε να ακονίσουν τα δόντια και τα νύχια τους και να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων. Και, για να είμαστε ειλικρινείς, ούτε αυτά ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξα.
Μόνο ένας γέρος ποντικός δεν έπαιρνε μέρος στις συζητήσεις. Είχε ακούσει και εκείνος τα λόγια του μεγάλου ποντικού, αλλά ύστερα το μόνο που έκανε ήταν να αποσυρθεί στη γωνιά του και να αρχίσει να χαράζει στον τοίχο μια γραμμή.
- Τον βλέπεις; είπε ένα ποντικάκι σε ένα άλλο. Πάντα έτσι κάνει. Ό,τι και να γίνει, εκείνος χαράζει γραμμές.
- Γιατί το κάνει αυτό;
- Κάθε φορά που ο μεγάλος ποντικός βγάζει έναν λόγο, εκείνος χαράζει μια γραμμή στον τοίχο.
- Α, έτσι;
- Ναι. Είναι τελείως στον κόσμο του.
Τα ποντικάκια μέτρησαν τις γραμμές. Ήταν πολλές. Τόσους πολλούς λόγους είχε βγάλει ο μεγάλος ποντικός;
- Για φαντάσου, πόσοι λόγοι! είπαν γεμάτοι θαυμασμό.
- Δεν αφήνετε τον καημένο το μεγάλο ποντικό; είπε τότε ο γερο-ποντικός.
- Σιγά τον καημένο! Εκείνος τι ανάγκη έχει; Είναι πάνω από εμάς, κάνει ό,τι θέλει. Αλλίμονο σε εμάς...
- Ναι, καλά, είπε ο γέρος ποντικός και δεν είπε τίποτα άλλο.
Πέρασαν μερικές μέρες, ύστερα μερικές εβδομάδες... Και τότε, έγινε κάτι συνταρακτικό: ο μεγάλος ποντικός εξαφανίστηκε! Μάταια τον έψαχναν σε όλη την ποντικοφωλιά. Κανένας δεν τον είχε δει, ούτε τον είχε ακούσει όλη τη μέρα. Πού να είχε χαθεί;
Ένας ποντικός θυμήθηκε ότι τον είχε πάρει το μάτι του το προηγούμενο βράδυ κοντά στην είσοδο της ποντικοφωλιάς. Ένας άλλος θυμήθηκε ότι αργά το προηγούμενο βράδυ είχε ακούσει τσιρίδες, που πολύ έμοιαζαν με του μεγάλου ποντικού...
Παγωμάρα έπεσε στην ποντικοφωλιά και όλα τα ποντικάκια πανικοβλήθηκαν, όταν την επόμενη μέρα κατάλαβαν ότι ο μεγάλος ποντικός δεν βρισκόταν πια ανάμεσά τους. Μόνο ο γέρος ποντικός ήταν πολύ ήρεμος, και το μόνο που έκανε ήταν να πάει στον τοίχο του και να σουλουπώσει λίγο την τελευταία γραμμή που είχε χαράξει.
- Τι κάνεις, βρε παλαβέ; φώναξε ένα ποντικάκι. Δεν ειπώθηκε κανένας καινούργιος λόγος από τον μεγάλο ποντικό για να χρειαστεί να χαράξεις στον τοίχο.
- Και ποιος σου είπε ότι σημειώνω τους λόγους που βγάζει ο μεγάλος ποντικός; ρώτησε εκείνος.
- Και τότε τι σημειώνεις; ρώτησε ένα άλλο ποντικάκι.
- Τους μεγάλους ποντικούς που εξαφανίζονται, είπε ο γέρος ποντικός και όλη η ποντικοφωλιά βουβάθηκε.
Πέρασαν κι άλλες μέρες, κι άλλες εβδομάδες, πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια... Τα ποντικάκια συνέχισαν να περιμένουν τεράστιες καταστροφές και άγριες γάτες και πονηρές νυφίτσες και φονικές ποντικοπαγίδες. Ο γέρος ποντικός συνέχισε να είναι λιγομίλητος. Μόνο οι γραμμές στον τοίχο του αύξαιναν συνέχεια...
Ετικέτες
Κάποιον είδα,
Κάτι ένιωσα
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013
Σε έναν ιδανικό κόσμο
Η βαλίτσα άνοιξε το στόμα της και χασμουρήθηκε. Πόσος καιρός πέρασε που ήταν κοιμισμένη, στην αποθήκη, και ανάσαινε την σκόνη; Από πέρυσι το καλοκαίρι, βέβαια. Α, τι ωραία που είχε περάσει πέρυσι το καλοκαίρι! Και ας είχε στριμωχτεί μέσα στην μπαγκαζιέρα του αεροπλάνου, και ας την είχαν πονέσει οι μεσοσπονδύλιοι δίσκοι της από το τράνταγμα στα λιθόστρωτα...
Καλά θα περνούσε και φέτος. Προηγουμένως, όμως, θα έπρεπε να εφοδιαστεί με τα απαραίτητα. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε. Ύστερα, τα ανοιγόκλεισε βιαστικά δυο φορές, και άνοιξε διάπλατα το στόμα της. Και τότε, όλα ζωντάνεψαν!
Ένα-ένα ή δυο-δυο, τα πράγματα άρχισαν να πετάνε στον αέρα, να μετεωρίζονται πάνω από τη βαλίτσα, και σιγά-σιγά να παίρνουν θέση μέσα της. Να και τα εσώρουχα, και οι κάλτσες, και τα μπλουζάκια τα μακό, διπλωμένα με τάξη, να και το μαγιό, και η μεγάλη πετσέτα θαλάσσης από αιγυπτιακό βαμβάκι, που έφτασε καμαρωτή-καμαρωτή, σαν να επρόκειτο για την ίδια την Κλεοπάτρα! Ύστερα ήρθαν τα καλλυντικά, τα αντηλιακά, το σαμπουάν, το αφρόλουτρο, η οδοντόβουρτσα μαζί με την οδοντόκρεμα, πολύ καλές φίλες οι δυο τους, ήρθαν και τα τσόκαρα, μόνο πως αυτά τσακώθηκαν λίγο στη διαδρομή... Τελευταίος και καταϊδρωμένος έφτασε ο φορτιστής του κινητού, και στριμώχτηκε σε μια άκρη, καθώς όλη η βαλίτσα είχε γεμίσει ασφυκτικά.
- Ησυχία! φώναξε η βαλίτσα. Θα κλείσω τώρα, και δε θέλω φασαρίες. Όταν ανακατώνομαι νιώθω χάλια. Συνεννοηθήκαμε;
Κανένας ήχος δεν ακούστηκε. Η βαλίτσα θεώρησε ότι αυτό ήταν ένα είδος σιωπηλής συμφωνίας και πολύ χάρηκε. Ύστερα, αργά και προσεκτικά, έκλεισε το στόμα της και το κλείδωσε κιόλας.
- Έτοιμη, σκέφτηκε, καθώς με κλειστό το στόμα δεν μπορούσε να μιλήσει.
Τα ντουλάπια και τα συρτάρια από τα οποία είχαν βγει τα πράγματα έκλεισαν. Το φως έσβησε. Ησυχία.
Και τότε άνοιξε η πόρτα. Μία νέα κοπέλα μπήκε στο δωμάτιο, έπιασε τη βαλίτσα από το χερούλι, τη σήκωσε όρθια και άρχισε να τη σέρνει έξω από το δωμάτιο. Είχε έρθει η ώρα να φύγει.
- Γεια σου, βαλίτσα, καλές διακοπές, φώναξε το φωτιστικό που ήταν επάνω στο κομοδίνο.
Αλλά η βαλίτσα δεν απάντησε. Είπαμε, είχε το στόμα της κλειστό.
Ετικέτες
Κάτι θέλω
Τρίτη 9 Ιουλίου 2013
Στη σαβάνα ένα πρωί
Το άγριο αιλουροειδές άνοιξε το στόμα του και χασμουρήθηκε. Τα μυτερά του δόντια έκαναν την εμφάνισή τους, για να εξαφανιστούν αμέσως μετά. Ύστερα, αργά, νωχελικά, τεντώθηκε, καμπουριάζοντας τη ράχη του.
Ήταν νωρίς ακόμα, αλλά ο ήλιος έπεφτε επάνω στο τρίχωμά του και το έκανε να γυαλίζει. Προοιωνιζόταν μια ακόμα ζεστή μέρα για τη σαβάνα. Μια ακόμα μέρα με υψηλές θερμοκρασίες και έντονη ανάγκη για σκιά, όπου τα ψηλά, ξερά χόρτα δεν θα πρόσφεραν την παραμικρή προστασία. Το αιλουροειδές ξαναχασμουρήθηκε.
Ευτυχώς, δεν ήταν νηστικό. Ακόμα κι αν αυτή η μέρα πήγαινε χαμένη, όταν θα έπεφτε το σκοτάδι εκείνο θα πήγαινε να κοιμηθεί με το στομάχι αρκετά γεμάτο. Άρα, καμία βιάση. Έτσι κι αλλιώς, κάθε κίνηση πρέπει να είναι μελετημένη, αν θέλεις να επιβιώσεις σε ένα τόσο άγριο περιβάλλον.
Τα αυτιά του, σαν δύο δορυφορικές κεραίες, περιστρέφονταν προς όλες τις κατευθύνσεις και τα ρουθούνια του οσμίζονταν τον αέρα, με σκοπό να εντοπίσουν τυχόν υγρασία και, κατ'επέκταση, τυχόν λιμνούλες με νερό. Ξάφνου, κοντοστάθηκε: σε αρκετά μικρή απόσταση, μια μεγάλη ομάδα άγριων πτηνών τσιμπολογούσε στο έδαφος.
Είναι αλήθεια ότι η σαβάνα είναι ένας άγριος τόπος, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει μεγάλη ποικιλία ειδών προς βρώση. Τα μεγάλα θηράματα είναι προτιμητέα, βέβαια, καθώς εξασφαλίζουν μεγαλύτερο διάστημα επιβίωσης, αλλά ταυτόχρονα είναι και αρκετά σπάνια μερικές φορές.
Τα πτηνά, από την άλλη, είναι πολύ πιο δύσκολα θηράματα, και προσφέρουν περιορισμένη ποσότητα τροφής. Όμως, στη σαβάνα τα πάντα μπορούν να γίνουν στόχος, ακόμα και τα πιο αμελητέου μεγέθους θηράματα.
Τα συγκεκριμένα ανήκαν σε ένα είδος που κυκλοφορούσε σε μεγάλες ομάδες και βάσιζαν την τύχη τους στους μεγάλους αριθμούς. Όταν ένα αρπακτικό επιτίθεται, δεν μπορεί φυσικά να επιτεθεί και στα τριάντα πτηνά που βλέπει μπροστά του, οπότε είτε τα παρατάει είτε τα καταφέρνει να αρπάξει ένα πτηνό. Όμως, για κάθε νεκρό πτηνό της ομάδας, πάνω από είκοσι πτηνά έχουν σώσει το τομάρι τους. Δεν είναι και λίγο.
Όλα αυτά το άγριο αιλουροειδές τα γνώριζε από ένστικτο. Οι πιθανότητες δεν ήταν και πολύ μεγάλες, αλλά είχε και εκείνο τα όπλα του. Αργά και προσεκτικά, άρχισε να περπατάει προς τα πτηνά. Το ξερό χορτάρι ήταν πολύ ψηλό: ίσα που ξεχώριζε το αιλουροειδές, καθώς περπατούσε σχεδόν αθόρυβα. Το θρόισμα των χόρτων, καθώς χόρευαν στο ρυθμό που έπαιζε ο αέρας, κάλυπτε εντελώς τον ήχο των βημάτων του. Τα πτηνά συνέχιζαν αμέριμνα το τσιμπολόγημα, και παρ'όλο που σήκωναν το κεφάλι τους τακτικά και κοίταζαν δεξιά και αριστερά, δε φαινόταν να έχουν εντοπίσει την απειλή.
Το αιλουροειδές κοντοστάθηκε και έμεινε ακίνητο. Μόνο τα αυτιά του κινούνταν. Το σώμα του ήταν σε κατάσταση αναμονής. Έκανε μερικά βήματα ακόμα και ξαναστάθηκε. Τα πτηνά δεν άλλαξαν συμπεριφορά.
Και εκεί που όλα έδειχναν ότι ήταν ήρεμα - το αιλουροειδές ακίνητο, τα πτηνά να τσιμπολογάνε, τα ξερά χόρτα να χορεύουν απαλά στο φύσημα του αέρα - ξαφνικά, το αιλουροειδές εκτινάχτηκε προς τα μπροστά, λες και είχε μέσα του ένα δυνατό ελατήριο από χοντρό σύρμα. Μεμιάς, τα πτηνά, λες και είχαν και εκείνα ελατήρια, άνοιξαν τα φτερά τους σχεδόν ταυτόχρονα και πέταξαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, σαν να ήταν ένα σώμα.
Το αιλουροειδές απόμεινε μόνο του, μέσα στα αγριόχορτα, να κοιτάζει απογοητευμένο το γεύμα του που είχε πετάξει μακριά. Έκανε μια απόπειρα να ξανατρέξει, αλλά ήταν τόσο εμφανώς μάταιο να ξαναπροσπαθήσει, που σταμάτησε σχεδόν αμέσως.
Αυτός ήταν, έτσι κι αλλιώς, ο νόμος της σαβάνας. Σήμερα κερδίζεις εσύ, αύριο κερδίζω εγώ. Ή, αν είσαι τυχερός, μπορεί και να κερδίσεις πάλι εσύ. Πάντως, δεν μπορεί να υπάρχουν δύο νικητές. Ή τρως ή τρώγεσαι. Μέση οδός δεν υπάρχει.
Σήμερα, προφανώς, το αιλουροειδές ήταν με τους χαμένους. Σήμερα δεν ήταν η μέρα του. Δεν γνωρίζω, όμως, τι έγινε στη συνέχεια, καθώς ήρθε το λεωφορείο μου και έπρεπε να φύγω από εκεί. Και για να αποφευχθούν τυχόν παρεξηγήσεις, πρέπει να διευκρινίσω ότι το αιλουροειδές ήταν μια καλοθρεμμένη γάτα και τα πτηνά ήταν μια παρέα σπουργιτιών και μερικά περιστέρια, η δε σαβάνα ήταν ένα μικρό κομμάτι ξηράς γεμάτο ξερά χόρτα, δίπλα στη Βουλιαγμένης.
Κρίμα, βέβαια, που από όλους τους ανθρώπους που περνούσαν από τη Βουλιαγμένης εκείνη την ώρα, μόνο εγώ είχα την τύχη να παρακολουθήσω το θέαμα, και είναι αλήθεια ότι τέτοια θεάματα γενικά σπανίζουν. Όμως, τι να κάνουμε; Ο καθείς και η τύχη του. Και εγώ από τύχη, καθώς φαίνεται, έχω αρκετή. Τόση, όση για να μου επιτρέψει να δω μια σκηνή κυνηγιού δίπλα σε μια πολύβουη λεωφόρο.
Ετικέτες
Κάτι είδα
Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013
Τα παιδία παίζει
Μεσημέρι. Είμαι στην στάση και περιμένω το λεωφορείο. Κάθομαι στο παγκάκι και διαβάζω ένα βιβλίο. Ασυναίσθητα το ένα μου πόδι αρχίζει να κινείται πέρα-δώθε, σαν εκκρεμές. Πέρα-δώθε, πέρα-δώθε... Αφήνω λίγο το διάβασμα για να σκεφτώ: πώς ξεκίνησε να κουνιέται το πόδι μου; Δεν ήταν συνειδητή μου επιλογή, έγινε χωρίς να το καταλάβω. Συνεχίζει να κουνιέται, όμως, με άνεση και χωρίς να κουράζεται καθόλου. Όλη αυτή η κίνηση μου δημιουργεί ένα ευχάριστο συναίσθημα. Τι μου συμβαίνει;
Ξαφνικά, συνειδητοποιώ πώς θα φαίνομαι σε κάποιον που με κοιτάζει από απέναντι. Αν ήμουν παιδί, όλη αυτή η κίνηση θα φαινόταν φυσιολογική. Αλλά έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε που ήμουν παιδί. Πόσο γελοία θα φαίνεται μια μεγάλη γυναίκα να κουνάει έτσι το πόδι της; Το επόμενο που μου μένει είναι να αρχίσω να περπατάω χοροπηδώντας στον δρόμο!
Δυο περιστέρια προσγειώνονται στον δρόμο, μπροστά μου. Τα πόδια τους είναι κόκκινα, σχεδόν ίδιο χρώμα με το χρώμα του οδοστρώματος μπροστά στην στάση. Τι σύμπτωση! Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι είχαν πέσει κατά λάθος στον κουβά με την μπογιά, που είχε χρησιμοποιηθεί για να βαφτεί ο δρόμος. Ίσως αν συνέχιζαν να περπατάνε και στο άβαφτο μέρος του δρόμου, να άφηναν ακανόνιστες, μικρές, κόκκινες πατημασιές... Ωραία θα ήταν.
Κι αν περπατάω χοροπηδώντας στον δρόμο τι πειράζει; Γιατί θα έπρεπε να θεωρείται γελοίο; Δεν έχουν οι ενήλικες δικαίωμα στη διασκέδαση; Ποιος είπε ότι το παιχνίδι πρέπει να τελειώνει μαζί με την παιδική ηλικία;
Αν παρατηρήσουμε έναν γονιό να περπατάει κρατώντας από το χέρι το μικρό παιδί του, αμέσως θα διαπιστώσουμε διαφορά στον τρόπο που περπατάνε. Ο γονιός συνήθως περπατάει βαριεστημένα και "διεκπεραιωτικά", ενώ το παιδί περπατάει χαρούμενο, χοροπηδώντας και δηλώνοντας σε κάθε του βήμα τη χαρά της ζωής. Δηλαδή, μόνο τα παιδιά χαίρονται που ζουν;
Δυστυχώς, έτσι φαίνεται. Η ζωή των ενηλίκων πνίγεται τόσο πολύ μέσα στις υποχρεώσεις, που καταντάει καταναγκαστικό έργο. Και να φανταστεί κανείς ότι η ζωή είναι ένα δώρο...
Μόνο τα παιδιά, λοιπόν, φαίνονται να αναγνωρίζουν την αξία της ζωής, και όλη η ύπαρξή τους είναι δοσμένη στη ζωή. Τα παιδιά θα χορέψουν και θα τραγουδήσουν χωρίς να τα νοιάζει αν τα βλέπουν ή αν τα ακούν, θα υποδυθούν ρόλους χωρίς καμιά ντροπή, θα εκφράσουν δυνατά τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους, θα κοιτάξουν τον ήλιο κατάματα, θα ανοίξουν το στόμα τους για να πιουν την βροχή...
Και εμείς τι κάνουμε;
Κατ'αρχάς, καταπνίγουμε τον αυθορμητισμό μας. Απαγορεύεται να λέμε τα πράγματα όπως μας έρχονται στο μυαλό. Πρέπει όλα να διυλίζονται μέσα από τη λογική και τον καθωσπρεπισμό. Βλέπουμε έναν νεαρό με τα μαλλιά να πετάνε σαν λοφίο κόκορα; Προς Θεού, δεν το εκφράζουμε. Προσποιούμαστε τους αδιάφορους και αφήνουμε κάθε λογής κοκόρια, παγώνια και παραδείσια πτηνά να κυκλοφορούν ελεύθερα και ασχολίαστα.
Στη συνέχεια, φυλακίζουμε τη φαντασία μας. Τι κι αν δούμε μια μικρόσωμη γυναίκα να κουβαλάει μια τεράστια τσάντα; Απαγορεύεται να σκεφτούμε ότι εκεί μέσα θα μπορούσε να χωρέσει μια μικρή χώρα με τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά της, επειδή κάτι τέτοιο αντίκειται στη λογική. Και δεν υπάρχουν ολόκληρα μικροβιακά σύμπαντα επάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας; Γιατί στο κεφάλι της καρφίτσας χωράνε τόσα πράγματα και σε μια τεράστια τσάντα δε χωράνε;
Έπειτα, καταργούμε τις εναλλακτικές και εφαρμόζουμε έναν κώδικα ζωής βασισμένο στους μονόδρομους. Για να πάμε από το Α στο Β υπάρχει μόνο ένας δρόμος, όλοι οι άλλοι αποκλείονται, άσχετα αν είναι δοκιμασμένοι ή όχι. Αναρωτιέμαι αν θα είχε ανακαλυφθεί ποτέ η Αμερική με τέτοια νοοτροπία. Βέβαια, από την άλλη, πόσοι Ινδιάνοι θα είχαν ζήσει ευτυχισμένοι, αν είχε κυριαρχήσει η ιδέα του ενός και μοναδικού δρόμου!
Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να πούμε ότι το δικαίωμα στην εναλλακτική σκέψη ακόμα το αναγνωρίζουμε στα παιδιά. Θα πρέπει όμως να το αναγνωρίσουμε και στους μεγάλους. Κι αυτό, επειδή η φαντασία είναι το πνευματικό μας οξυγόνο. Χωρίς αυτήν είναι σαν να ζούμε τη ζωή μας σε τόνους του γκρίζου. Και γιατί να περιορίζουμε χρωματικά τη ζωή μας, όταν μπορούμε να δούμε όλο το φάσμα του ουράνιου τόξου;
Το λεωφορείο έφτασε επάνω στην ώρα που είχα δει δυο μαύρα περιστέρια να κάθονται προφίλ, το ένα πίσω από το άλλο επάνω σε μια πινακίδα, σαν να περίμεναν και εκείνα το λεωφορείο. Επιβιβάστηκα και ξεκινήσαμε.
Και όταν κατέβηκα από το λεωφορείο για να πάω στο σπίτι μου, το ομολογώ, με το ζόρι κρατήθηκα να μην αρχίσω να χοροπηδάω!
Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου
Ετικέτες
Κάτι ένιωσα,
Κάτι θέλω
Κυριακή 30 Ιουνίου 2013
Ιστορία μιας εισβολής
Ήταν κάποτε μια όμορφη βεράντα. Και η βεράντα αυτή είχε απ'όλα τα καλά: είχε φως και αέρα, είχε έπιπλα βεράντας, είχε και γλάστρες με φυτά.
Τα φυτά ήταν πολλά και διάφορα, και τα πήγαιναν μεταξύ τους πολύ καλά. Ποτέ δεν είχαν τσακωθεί, ποτέ δεν είχαν επισκιάσει το ένα το άλλο, ήταν μια μεγάλη, αγαπημένη οικογένεια. Την άνοιξη, όταν τα περισσότερα φυτά ήταν ανθισμένα, ο αέρας πλημμύριζε από τις ευωδιές των λουλουδιών και ο ήλιος πάντα χαιρόταν να φωτίζει ένα τόσο πολύχρωμο μπαλκόνι.
Βέβαια, πρέπει να αναγνωρίσουμε και τη συμβολή του άοκνου κηπουρού, που φρόντιζε τα φυτά, τα πότιζε όταν χρειαζόταν, τους έκοβε τα ξερά κλαδάκια, τους έριχνε λίπασμα, και τα καθάριζε από ό,τι μπορούσε να τα βλάψει.
Όλα, λοιπόν, έβαιναν καλώς, μέχρι που ο άοκνος κηπουρός άρχισε να κουράζεται και άρχισε να ψάχνει τρόπους να ελαφρύνει τη δουλειά του. Τοποθέτησε, λοιπόν, ένα αυτόματο πότισμα στη βεράντα. Τέρμα πια η αγωνία να ποτίσει, ό,τι ώρα γύριζε από τις εξόδους του. Τώρα, στις 10 η ώρα ακριβώς, δύο φορές την ημέρα, θα ακουγόταν ένας ήχος φσσσσσσσ! και σε όλες τις γλάστρες ταυτόχρονα θα άρχιζε να τρέχει νερό.
Έλα, όμως, που ο αυτοματισμός είχε και προβλήματα. Σε κάποια φυτά το νερό έπεφτε πολύ, οπότε χρειαζόταν να γίνεται συνέχεια ρύθμιση στη ροή του νερού. Επιπλέον, το αυτόματο πότισμα έπαιρνε και από μόνο του πρωτοβουλίες: άλλες φορές μείωνε την παροχή σε ορισμένες γλάστρες και άλλες φορές την αύξανε. Και δώσ'του τα νερά να τρέχουν στη βεράντα...
Θύμα του αυτόματου ποτίσματος παρά τρίχα να πέσει μία καμέλια. Το κακό δεν ήταν εμφανές από την αρχή. Το φυτό αγκομαχούσε και βαριανάσαινε, διψούσε πολύ, αλλά ο κηπουρός κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Έτσι, όταν μια μέρα, ξαφνικά, η καμέλια έριξε μεμιάς πάνω από τα μισά της φύλλα και η βεράντα γύρω από την γλάστρα της καμέλιας απόκτησε ένα πράσινο χαλί, ο κηπουρός τρόμαξε. Έπεσε επάνω στην καμέλια, όπως οι γιατροί πέφτουν επάνω σε έναν πολυτραυματία: μαλάξεις, ηλεκτροσόκ, μετάγγιση αίματος...
Ευτυχώς, η καμέλια σώθηκε την τελευταία στιγμή, αφού προηγουμένως ποτίστηκε άφθονα, πολλές φορές στη σειρά. Με λίγα φύλλα, είναι η αλήθεια, αλλά τουλάχιστον την γλίτωσε. Ο κηπουρός ανάσανε βαθιά.
Όμως, τα παθήματα πρέπει να γίνονται μαθήματα. Πάλι ο κηπουρός επαναπαύθηκε και νέα απειλή εμφανίστηκε. Αυτή τη φορά, η απειλή ήταν εξωτερική.
Ήταν άνοιξη και τα φυτά ετοιμάζονταν να ανθίσουν άλλη μια φορά. Ήταν γεμάτα φρέσκα, πράσινα, γυαλιστερά φυλλαράκια, και μικρά, χαριτωμένα μπουμπουκάκια. Τι όμορφη που θα ήταν η βεράντα αυτή τη φορά! Ο κηπουρός ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση.
Δεν πρόσεξε όμως, απορροφημένος όπως ήταν σε άλλες ασχολίες, ότι όπως θαύμαζε εκείνος τη βεράντα τη θαύμαζαν και άλλοι... Έτσι, σιγά-σιγά, έντομα-κομάντος, άρχισαν να εισβάλλουν στη βεράντα και, ντυμένα με στολές παραλλαγής, να κρύβονται στα φυλλώματα... Και εκεί που τα φυτά ήταν στην καλύτερή τους φάση, άρχισαν ένα-ένα να μαραίνονται.
Πρώτα μαράθηκαν τα μπουμπούκια, ύστερα άρχισαν να μαραίνονται και τα φύλλα. Το κακό είχε ήδη προχωρήσει, όταν το πήρε είδηση ο κηπουρός. Έπαθε σοκ. Δεν ήξερε ποιο να πρωτοφροντίσει και τι να πρωτοκάνει. Έφτιαξε φόρμουλα και ψέκασε όλα τα φυτά, ξανά και ξανά, χωρίς όμως ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Έκοψε, όπου μπορούσε, τα άρρωστα κομμάτια και τα πέταξε, όπως κόβουν ένα πόδι που έχει γάγγραινα για να σώσουν τον ασθενή. Άρχισε να κοιτάζει όλα τα φύλλα, ψάχνοντας να βρει ενόχους...
Ακρίδες, σκαθάρια, πεταλούδες, ένα σωρό έντομα εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εκκαθάρισης. Οι κάμπιες είχαν καταλάβει όλο το χώρο. Κάποιες λεπτές, σαν κλωστές, και κάποιες χοντρές, σαν δάχτυλα ανθρώπου. Μέχρι και μια κατσαρίδα βρέθηκε, αλλά αυτή είχε πέσει θύμα χημικού πολέμου, προτού καν φτάσει στη βεράντα. Κοινώς, ευτυχώς που είχε γίνει απολύμανση.
Τα έντομα εξολοθρεύτηκαν. Ο εχθρός αποδεκατίστηκε. Είναι όμως αλήθεια ότι ο πόλεμος σημαίνει απώλειες και για τις δύο πλευρές. Η επιχείρηση "εκκαθάριση βεράντας" ολοκληρώθηκε, αλλά η βεράντα θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Πού είναι τα μυρωμένα τριαντάφυλλα; Πού είναι τα άνθη του αγιοκλήματος; Μέχρι και την κορυφή του γκι έφαγαν τα άτιμα τα έντομα!
Σιγά-σιγά, η βεράντα άρχισε να βρίσκει τους παλιούς της ρυθμούς. Όμως, κανένας δεν θα ξεχάσει τους νεκρούς του πολέμου: ένα χρυσάνθεμο, μία λεμονίτσα δύο ετών, και έναν νεοφερμένο βασιλικό. Υπάρχουν, βέβαια, και οι τραυματίες: τρεις μισοξεραμένες τριανταφυλλιές, ένα κουτσουρεμένο αγιόκλημα, ένα ακρωτηριασμένο γκι, να θυμίζουν ότι ο πόλεμος καλά κρατεί, και αν ο εχθρός δεν βρίσκεται αυτήν την στιγμή στη βεράντα, αυτό είναι εντελώς προσωρινό, τα μάτια πρέπει να είναι ορθάνοιχτα και τα αυτιά το ίδιο.
Βέβαια, θα πει κάποιος ότι και τα έντομα έχουν δικαιώματα. Έτσι είναι, αλλά ο καθένας έχει επίσης δικαίωμα να υπερασπίζεται την περιοχή του, με όποιον τρόπο επιθυμεί. Βρε, ουστ!
Τα φυτά ήταν πολλά και διάφορα, και τα πήγαιναν μεταξύ τους πολύ καλά. Ποτέ δεν είχαν τσακωθεί, ποτέ δεν είχαν επισκιάσει το ένα το άλλο, ήταν μια μεγάλη, αγαπημένη οικογένεια. Την άνοιξη, όταν τα περισσότερα φυτά ήταν ανθισμένα, ο αέρας πλημμύριζε από τις ευωδιές των λουλουδιών και ο ήλιος πάντα χαιρόταν να φωτίζει ένα τόσο πολύχρωμο μπαλκόνι.
Βέβαια, πρέπει να αναγνωρίσουμε και τη συμβολή του άοκνου κηπουρού, που φρόντιζε τα φυτά, τα πότιζε όταν χρειαζόταν, τους έκοβε τα ξερά κλαδάκια, τους έριχνε λίπασμα, και τα καθάριζε από ό,τι μπορούσε να τα βλάψει.
Όλα, λοιπόν, έβαιναν καλώς, μέχρι που ο άοκνος κηπουρός άρχισε να κουράζεται και άρχισε να ψάχνει τρόπους να ελαφρύνει τη δουλειά του. Τοποθέτησε, λοιπόν, ένα αυτόματο πότισμα στη βεράντα. Τέρμα πια η αγωνία να ποτίσει, ό,τι ώρα γύριζε από τις εξόδους του. Τώρα, στις 10 η ώρα ακριβώς, δύο φορές την ημέρα, θα ακουγόταν ένας ήχος φσσσσσσσ! και σε όλες τις γλάστρες ταυτόχρονα θα άρχιζε να τρέχει νερό.
Έλα, όμως, που ο αυτοματισμός είχε και προβλήματα. Σε κάποια φυτά το νερό έπεφτε πολύ, οπότε χρειαζόταν να γίνεται συνέχεια ρύθμιση στη ροή του νερού. Επιπλέον, το αυτόματο πότισμα έπαιρνε και από μόνο του πρωτοβουλίες: άλλες φορές μείωνε την παροχή σε ορισμένες γλάστρες και άλλες φορές την αύξανε. Και δώσ'του τα νερά να τρέχουν στη βεράντα...
Θύμα του αυτόματου ποτίσματος παρά τρίχα να πέσει μία καμέλια. Το κακό δεν ήταν εμφανές από την αρχή. Το φυτό αγκομαχούσε και βαριανάσαινε, διψούσε πολύ, αλλά ο κηπουρός κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Έτσι, όταν μια μέρα, ξαφνικά, η καμέλια έριξε μεμιάς πάνω από τα μισά της φύλλα και η βεράντα γύρω από την γλάστρα της καμέλιας απόκτησε ένα πράσινο χαλί, ο κηπουρός τρόμαξε. Έπεσε επάνω στην καμέλια, όπως οι γιατροί πέφτουν επάνω σε έναν πολυτραυματία: μαλάξεις, ηλεκτροσόκ, μετάγγιση αίματος...
Ευτυχώς, η καμέλια σώθηκε την τελευταία στιγμή, αφού προηγουμένως ποτίστηκε άφθονα, πολλές φορές στη σειρά. Με λίγα φύλλα, είναι η αλήθεια, αλλά τουλάχιστον την γλίτωσε. Ο κηπουρός ανάσανε βαθιά.
Όμως, τα παθήματα πρέπει να γίνονται μαθήματα. Πάλι ο κηπουρός επαναπαύθηκε και νέα απειλή εμφανίστηκε. Αυτή τη φορά, η απειλή ήταν εξωτερική.
Ήταν άνοιξη και τα φυτά ετοιμάζονταν να ανθίσουν άλλη μια φορά. Ήταν γεμάτα φρέσκα, πράσινα, γυαλιστερά φυλλαράκια, και μικρά, χαριτωμένα μπουμπουκάκια. Τι όμορφη που θα ήταν η βεράντα αυτή τη φορά! Ο κηπουρός ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση.
Δεν πρόσεξε όμως, απορροφημένος όπως ήταν σε άλλες ασχολίες, ότι όπως θαύμαζε εκείνος τη βεράντα τη θαύμαζαν και άλλοι... Έτσι, σιγά-σιγά, έντομα-κομάντος, άρχισαν να εισβάλλουν στη βεράντα και, ντυμένα με στολές παραλλαγής, να κρύβονται στα φυλλώματα... Και εκεί που τα φυτά ήταν στην καλύτερή τους φάση, άρχισαν ένα-ένα να μαραίνονται.
Πρώτα μαράθηκαν τα μπουμπούκια, ύστερα άρχισαν να μαραίνονται και τα φύλλα. Το κακό είχε ήδη προχωρήσει, όταν το πήρε είδηση ο κηπουρός. Έπαθε σοκ. Δεν ήξερε ποιο να πρωτοφροντίσει και τι να πρωτοκάνει. Έφτιαξε φόρμουλα και ψέκασε όλα τα φυτά, ξανά και ξανά, χωρίς όμως ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Έκοψε, όπου μπορούσε, τα άρρωστα κομμάτια και τα πέταξε, όπως κόβουν ένα πόδι που έχει γάγγραινα για να σώσουν τον ασθενή. Άρχισε να κοιτάζει όλα τα φύλλα, ψάχνοντας να βρει ενόχους...
Ακρίδες, σκαθάρια, πεταλούδες, ένα σωρό έντομα εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εκκαθάρισης. Οι κάμπιες είχαν καταλάβει όλο το χώρο. Κάποιες λεπτές, σαν κλωστές, και κάποιες χοντρές, σαν δάχτυλα ανθρώπου. Μέχρι και μια κατσαρίδα βρέθηκε, αλλά αυτή είχε πέσει θύμα χημικού πολέμου, προτού καν φτάσει στη βεράντα. Κοινώς, ευτυχώς που είχε γίνει απολύμανση.
Τα έντομα εξολοθρεύτηκαν. Ο εχθρός αποδεκατίστηκε. Είναι όμως αλήθεια ότι ο πόλεμος σημαίνει απώλειες και για τις δύο πλευρές. Η επιχείρηση "εκκαθάριση βεράντας" ολοκληρώθηκε, αλλά η βεράντα θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Πού είναι τα μυρωμένα τριαντάφυλλα; Πού είναι τα άνθη του αγιοκλήματος; Μέχρι και την κορυφή του γκι έφαγαν τα άτιμα τα έντομα!
Σιγά-σιγά, η βεράντα άρχισε να βρίσκει τους παλιούς της ρυθμούς. Όμως, κανένας δεν θα ξεχάσει τους νεκρούς του πολέμου: ένα χρυσάνθεμο, μία λεμονίτσα δύο ετών, και έναν νεοφερμένο βασιλικό. Υπάρχουν, βέβαια, και οι τραυματίες: τρεις μισοξεραμένες τριανταφυλλιές, ένα κουτσουρεμένο αγιόκλημα, ένα ακρωτηριασμένο γκι, να θυμίζουν ότι ο πόλεμος καλά κρατεί, και αν ο εχθρός δεν βρίσκεται αυτήν την στιγμή στη βεράντα, αυτό είναι εντελώς προσωρινό, τα μάτια πρέπει να είναι ορθάνοιχτα και τα αυτιά το ίδιο.
Βέβαια, θα πει κάποιος ότι και τα έντομα έχουν δικαιώματα. Έτσι είναι, αλλά ο καθένας έχει επίσης δικαίωμα να υπερασπίζεται την περιοχή του, με όποιον τρόπο επιθυμεί. Βρε, ουστ!
Ετικέτες
Κάτι είδα,
Κάτι έπαθα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















