Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

R.I.P.

 

      Η μύγα κοίταξε το πτώμα που ήταν στον καναπέ: στόμα ελαφρά ανοιχτό, μάτια εντελώς κλειστά.
     - Βζουτ! έκανε καθώς κατευθύνθηκε προς το στόμα του πτώματος, περνώντας ξυστά δίπλα από το αυτί του.
     - Ξουτ! έκανε το πτώμα, τινάζοντας το χέρι του.
     Η μύγα απομακρύνθηκε γρήγορα και όταν βρέθηκε ψηλά, κάθησε επάνω στο φωτιστικό και ξανακοίταξε. Το πτώμα ήταν ακίνητο.
     - Η ιδέα μου θα ήταν, σκέφτηκε.
     - Βζουτ! έκανε και πάλι, ορμώντας με φόρα στο δεξί ρουθούνι του πτώματος.
     Ένιωσε ένα ελαφρύ ρεύμα αέρα, καθώς πλησίαζε.
     - Ουστ από δω! έκανε το πτώμα, και κούνησε το χέρι του και πάλι.
     Άρα, το πτώμα δεν ήταν και τόσο πτώμα, τελικά. Η μύγα πήρε μια τρομάρα!
     Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα, καθώς το πτώμα - που δεν ήταν πτώμα, όπως είπαμε - σηκώθηκε από τον καναπέ και όρθωσε το ανάστημά του. Ήταν πολύ ψηλό, τουλάχιστον ένα μέτρο και εβδομήντα εκατοστά ύψος. Ένα ολόκληρο τέρας, δηλαδή.
     - Τώρα θα δεις, παλιόμυγα! είπε θυμωμένο το τέρας και άρχισε να κυνηγάει τη μύγα.
     Αλλά αυτή ήταν πολύ έξυπνη και όλο του ξέφευγε.
     - Έλα εδώ! φώναζε το τέρας, αλλά αυτή δεν του έδινε σημασία.
     Το τέρας εξοπλίστηκε με μια πετσέτα και άρχισε να μαστιγώνει με αυτήν τον αέρα.
     - Θα σου δείξω εγώ, είπε και άρχισε να ψάχνει σε όλο το σπίτι.
     Αλλά η μύγα είχε κρυφτεί ψηλά, επάνω στο ψυγείο.
     - Φουπ! έκανε η πετσέτα επάνω στο ψυγείο, αλλά η μύγα πρόλαβε να το σκάσει, χωρίς να πάθει το παραμικρό.
     - Βζουτ! έκανε και πέταξε πιο πέρα, στον πάγκο της κουζίνας.
     - Φουπ! έκανε η πετσέτα επάνω στον πάγκο της κουζίνας.
     - Βζουτ! έκανε η μύγα και πέταξε επάνω στο ντουλάπι.
     - Φουπ! έκανε η πετσέτα επάνω στο ντουλάπι.
     - Βζουτ! βζουτ! βζουτ! έκανε η μύγα και άρχισε να κάνει βόλτες μέσα στην κουζίνα.
     - Φουπ! φουπ! φουπ! έκανε η πετσέτα, καθώς στριφογύριζε στον αέρα.
     - Βζουτ! έκανε και η μύγα και κάθησε στο τζάμι του παραθύρου.
     - Πού είσαι; φώναζε το τέρας, έλα εδώ!
     Αλλά η μύγα καθόταν ήσυχα-ήσυχα στο τζάμι. Μάταια το τέρας κοιτούσε δεξιά και αριστερά. Δεν την έβλεπε πουθενά. Κοίταζε στα ντουλάπια, στους τοίχους, στο τραπέζι της κουζίνας, προσπαθούσε να αφουγκραστεί το πέταγμά της, αλλά δεν κατάφερε να την εντοπίσει.
     - Για να δεις με τι μύγα έχεις να κάνεις! φώναξε η μύγα, καθώς είχε ξεθαρρέψει.
     Αλλά το τέρας δεν την άκουσε.
     - Δεν ακούς που σου μιλάω; ξαναφώναξε.
     Σιωπή.
     - Ε, σε εσένα μιλάω! φώναξε με όλη της τη δύναμη, αλλά και πάλι το τέρας δεν την άκουσε.
     - Είμαι η πιο έξυπνη, τελικά, είπε η μύγα στον εαυτό της. Τόση ώρα και ακόμα να με εντοπίσει το τέρας.
     Η μύγα ήταν πολύ χαρούμενη που είχε κοροϊδέψει το τέρας. Βέβαια, εκείνο δεν την είχε πάρει είδηση και συνέχιζε να ψάχνει σε όλο το σπίτι. Να, τώρα κοιτούσε στο υπνοδωμάτιο, - αν είναι δυνατόν, θα πήγαινε ποτέ η μύγα σε ένα τόσο βαρετό δωμάτιο;
     Η κουζίνα ήταν άδεια.
     - Ευκαιρία για παιχνίδι, είπε η μύγα και άρχισε να πετάει πέρα-δώθε και πάνω-κάτω.
     - Φαπ! έκανε η πετσέτα, καθώς το τέρας είχε επιστρέψει στην κουζίνα, χωρίς η μύγα να το πάρει είδηση. Φαπ, έκανε ξανά και η μύγα βρέθηκε στο πάτωμα.
     Ησυχία επικράτησε στο σπίτι. Ούτε βζουτ, ούτε φουπ, ούτε τίποτα. Μόνο ησυχία.
     Το τέρας άφησε την πετσέτα στην πλάτη μιας καρέκλας και χασμουρήθηκε. Ύστερα, πήγε και ξαναξάπλωσε στον καναπέ. Και τα πτώματα έγιναν δύο, ένα στον καναπέ, και ένα στο πάτωμα της κουζίνας.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Ανοδική πορεία

    

      - Όλα πηγαίνουν καταπληκτικά, είπε ο βασιλιάς από το στολισμένο μπαλκόνι του. Έχουμε μπει σε έναν καλό δρόμο, έχουμε ξεκινήσει να ανεβαίνουμε τον δρόμο της επιτυχίας!
     - Ζήτω!!!! φώναξε ο λαός.
     - Σε λίγο καιρό θα επιστρέψουμε στις καλές μέρες. Κάτω από τη δική μου ηγεσία θα ξεκινήσουμε μία μακρόχρονη πορεία ανάπτυξης και προόδου!
     - Ζήτω!!!!! ξαναφώναξε ο λαός.
     Όλα πήγαιναν μια χαρά, πράγματι. Όλοι είχαν εντυπωσιαστεί με την πρόοδο της χώρας, οι εφημερίδες σε όλον τον κόσμο το έλεγαν, είχαν γίνει άλματα προς το σωστό δρόμο, όλα έδειχναν ότι είχαν αρχίσει να ξεπερνιούνται οι δυσκολίες του προηγούμενου καιρού. Όλα τα στατιστικά ήταν εξαιρετικά, τα διαγράμματα ήταν ανοδικά, τα νούμερα αύξαιναν μέρα με τη μέρα. Ήταν σαφές ότι έπρεπε να συνεχίσουν ό,τι έκαναν.
     - Αύριο θα πάρω μερικά μέτρα ακόμη, σκέφτηκε ο βασιλιάς. Πρέπει να επιταχύνουμε τη διαδικασία προόδου.
     Βέβαια, υπήρχαν κάποιοι που αντιδρούσαν, που έλεγαν ότι τα στατιστικά δεν ήταν σωστά, και ότι εν πάσει περιπτώσει, εκτός από τα στατιστικά υπήρχε και η πραγματικότητα, που καθόλου δε συμφωνούσε με αυτά.
     - Αντιδραστικά στοιχεία, είπε ο βασιλιάς. Αν δεν τους αρέσει, ας φύγουν.

     - Πηγαίνουμε πολύ καλά, είπε ο βασιλιάς από το μπαλκόνι του ύστερα από λίγο καιρό και πάλι.
     - Ζήτω!! φώναξαν οι άνθρωποι γύρω του.
     - Έχουμε ήδη αρχίσει να βλέπουμε την πρόοδο.
     - Ζήτω!!! ξαναφώναξαν όλοι.
     Τι διθυραμβικές κριτικές που έρχονταν από όλες τις άκρες του κόσμου! Πόσο ωραία πήγαιναν όλα! Τι εκπληκτικά πράγματα που έδειχναν τα στατιστικά! Ήταν μεγάλος ηγέτης, δε χωρούσε αμφιβολία.
     - Μπράβο μου! είπε ο βασιλιάς μπροστά στον καθρέφτη. Είμαι ο καλύτερος βασιλιάς που υπάρχει. Αύριο θα πάρω κανα-δυο μέτρα ακόμη.
     Και πάλι όμως έφταναν κάποιες φωνές στα αυτιά του. Φωνές που δεν του άρεσαν καθόλου. Έλεγαν ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν πήγαινε καλά και ότι όχι μόνο πρόοδος δεν είχε επέλθει, αλλά η δυστυχία απλωνόταν παντού, σαν ένα μαύρο σύννεφο, και έριχνε την σκιά της σε όλη τη χώρα.
- Δε θα σταματήσουν να συκοφαντούν τη χώρα; σκέφτηκε ο βασιλιάς. Όποιος νομίζει ότι θα βρει καλύτερα αλλού, ας φύγει. Εγώ δεν κρατάω κανέναν με το ζόρι.

     - Οι καλύτερες μέρες είναι εδώ, είπε ο βασιλιάς ύστερα από λίγο καιρό.
     - Ζήτω! φώναξαν οι άνθρωποι γύρω του.
     - Οι παλιές, κακές μέρες, ανήκουν πια στο παρελθόν!
     - Ζήτω! ξαναφώναξαν όλοι.
     Σαν να του φάνηκαν λιγότεροι οι άνθρωποι αυτή τη φορά. Τι είχε γίνει; Αχάριστοι! Ύστερα από όσα είχε κάνει για αυτούς, ήταν αυτή συμπεριφορά; Τα στατιστικά το έδειχναν ξεκάθαρα: η χώρα ευημερούσε. Να δεις που τον φθονούν για τις επιτυχίες του. Οι δυσκολίες πρέπει να χαλυβδώνουν τον άνθρωπο. Αυτό θα κάνει κι εκείνος. Σήμερα κιόλας, θα πάρει και άλλα μέτρα. Θα ενισχύσει την ανάπτυξη ακόμα περισσότερο. Θα φτιάξει στατιστικά, που όμοιά τους δεν θα έχουν ξαναπαρουσιαστεί. Και τότε θα δουν όλοι. Κι αν σε κάποιους δεν αρέσει, ας φύγουν. Έτσι κι αλλιώς, δεν τους έχει ανάγκη. Αυτός χρειάζεται ανθρώπους να τον βοηθάνε με τα στατιστικά.

     - Τα καταφέραμε! είπε ο βασιλιάς ξανά, ύστερα από λίγο καιρό.
     - Ζήτω! φώναξαν καμιά δεκαριά άνθρωποι που ήταν εκεί.
     - Τα στοιχεία το δείχνουν πέραν πάσης αμφιβολίας. Οι δείκτες ανάπτυξης έχουν εκτιναχθεί στα ύψη. Οι κόποι μας ανταμείφθηκαν.
     - Ζήτω! ξαναφώναξαν οι δέκα άνθρωποι.
     Μα, γιατί τόσος λίγος κόσμος ήταν παρών σε αυτήν την τόσο σημαντική ομιλία του; Πού ήταν οι υπόλοιποι;
     Ο βασιλιάς αποσύρθηκε στα δωμάτιά του. Πήρε τα στατιστικά στα χέρια του. Ήταν καλύτερα από όσο μπορούσε να φανταστεί. Όλα, λοιπόν, πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα.
     - Ξέρω τι έγινε, σκέφτηκε ύστερα από λίγο. Η μεγάλη ευημερία τους έκανε να ξεχάσουν ότι σήμερα θα μιλούσα. Κακώς το ξέχασαν, φυσικά. Θα έπρεπε να αναγνωρίζουν τις ευεργεσίες που τους γίνονται.
     Βέβαια, πάλι ακούστηκαν κάποιες φωνές ότι η χώρα είχε βουλιάξει σε τέλμα και ότι οι περισσότεροι ζούσαν στην ανέχεια. Τι επίμονοι άνθρωποι! Αφού βλέπουν την πρόοδο, εκείνοι επιμένουν να τον διαβάλλουν!
     Δεν πάει άλλο. Την επόμενη φορά, θα μαζέψει όλα τα στατιστικά και θα τους τα τρίψει στα μούτρα. Να δουν αυτοί, που τον περιγελούν όπου κι αν βρίσκονται.

     - Η χώρα ξεπέρασε τις δυσκολίες, είπε ο βασιλιάς από το μπαλκόνι του την επόμενη φορά.
     - Ζήτω! φώναξαν οι τρεις άνθρωποι που ήταν εκεί.
     - Έχω εδώ τα στατιστικά που αποδεικνύουν περίτρανα αυτά που λέω. Και όποιος θέλει... μα πού είναι ο κόσμος;
     Οι τρεις άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ύστερα, σήκωσαν τους ώμους σε ένδειξη απορίας.
     - Δεν μπορώ να μιλάω μόνο για τρεις ανθρώπους, είπε ο βασιλιάς. Να έρθει ο κόσμος εδώ, που θέλω να του μιλήσω. Σε τελευταία ανάλυση, είμαι ο βασιλιάς!
     Οι τρεις άνθρωποι σκόρπισαν δεξιά και αριστερά. Ο βασιλιάς έμεινε μόνος του να περιμένει.
     Ο πρώτος που επέστρεψε δεν είχε καλά νέα.
     - Πήγα στα εργοστάσια, είπε, και δεν βρήκα κανέναν. Τα εργοστάσια είχαν κλείσει και οι εργάτες είχαν φύγει.
     - Έφυγαν; Πού πήγαν;
     - Κάποιοι στο εξωτερικό, κάποιοι άλλοι πέθαναν από την πείνα.
     Εκείνη την ώρα έφτασε και ο δεύτερος.
     - Πήγα στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, είπε, και δεν βρήκα κανέναν. Είχαν κλείσει όλα, αφού δεν υπήρχαν καθηγητές και δάσκαλοι, ούτε φοιτητές και μαθητές.
     - Πώς δεν υπήρχαν; Πού πήγαν;
     - Κάποιοι στο εξωτερικό, οι υπόλοιποι πέθαναν.
     - Με δουλεύετε, είπε ο βασιλιάς. Μα τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η χώρα ευημερεί. Τι είδους αστείο είναι αυτό;
     Εκείνη την ώρα έφτασε ο τρίτος.
     - Βρήκα έναν άνθρωπο, είπε λαχανιασμένος.
     - Έναν; ρώτησε ο βασιλιάς έκπληκτος.
     - Ναι, έναν ζητιάνο έξω από το παλάτι.
     - Έναν ζητιάνο έξω από το παλάτι; Και τι κάνει εκεί;
     - Ζητιανεύει, αλλά δεν υπάρχει κανείς να τον βοηθήσει. Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι όπου να'ναι θα πεθάνει.
     - Δεν πειράζει, τι να κάνουμε, φέρ'τον, είπε ο βασιλιάς.
     - Δε θέλει να έρθει. Λέει ότι προτιμάει να πεθάνει έξω από το παλάτι, παρά μέσα σε αυτό.
     - Μα, τι μου λέτε; Δηλαδή, δεν υπάρχει κανείς να ακούσει αυτά που έχω να πω;
     - Υπάρχουμε εμείς, μεγαλειότατε. Και θα μείνουμε κοντά σας, ό,τι κι αν γίνει.
     - Μα τι μπορούν να μου κάνουν τρεις άνθρωποι;
     - Τώρα μας χρειάζεστε περισσότερο από ποτέ, είπε ο ένας. Τώρα είναι που δεν πρέπει να χαλάσουν με τίποτα τα στατιστικά. Μην ξεχνάτε, εμείς οι τρεις είμαστε αυτοί που τα φτιάχνουν.
     Τα στατιστικά, βέβαια, τα είχε ξεχάσει.
     - Μα πώς δεν το κατάλαβα ότι συνέβαινε αυτό; Αφού τα στατιστικά ήταν μια χαρά. Δεν είναι σωστά τα στατιστικά;
     Οι τρεις άνθρωποι έσκυψαν επάνω στα στατιστικά και άρχισαν τους υπολογισμούς.
     - Σωστά είναι, είπε ο πρώτος.
     - Σωστά είναι, είπε ο δεύτερος.
     - Σωστά είναι, είπε και ο τρίτος.
     Και τότε, τι είχε γίνει; Εκείνη την ώρα έφτασε μέσα στο παλάτι ο γελωτοποιός του βασιλιά.
     - Α, υπάρχει και ο γελωτοποιός! φώναξε γεμάτος ανακούφιση ο βασιλιάς. Γελωτοποιέ, πες ένα αστείο να γελάσω.
     - Το αστείο, μεγαλειότατε, είπε ο γελωτοποιός, δεν θα το πω εγώ. Το αστείο το λέτε εσείς εδώ και τόσο καιρό. Τα στατιστικά ήταν σωστά, ναι, και όμορφα, και ανοδικά, και οι τρεις άνθρωποι που σας περιστοιχίζουν τα έφτιαξαν με περισσή μαεστρία, όμως ξέχασαν ένα στατιστικό, και αυτό είναι το σπουδαιότερο.
     - Και ποιο είναι αυτό;
     - Ο αριθμός του πληθυσμού, μεγαλειότατε. Πότε ακριβώς καταλάβατε ότι ο πληθυσμός μειώθηκε;
     Ο βασιλιάς σκέφτηκε λίγο.
     - Μα όλα τα στατιστικά συμπεριελάμβαναν το 100% του πληθυσμού, έτσι δεν είναι;
     Κοίταξε τους τρεις ανθρώπους. Εκείνοι κούνησαν το κεφάλι πάνω-κάτω, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι έτσι ήταν.
     - Ποιο ήταν το σύνολο του πληθυσμού όμως, το έλεγαν;
     Ο βασιλιάς δεν θυμόταν κάτι τέτοιο.
     - Ποιο ήταν το σύνολο του πληθυσμού; ρώτησε τους τρεις ανθρώπους.
     Εκείνοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία.
     - Θα σας πω εγώ, είπε ο γελωτοποιός. Το σύνολο του πληθυσμού ήταν πάντα τέσσερα: η μεγαλειότητά σας και οι τρεις στατιστικολόγοι, κανείς άλλος.
     - Και εσύ; ρώτησε ο βασιλιάς. Εσύ δεν ανήκεις στον πληθυσμό;
     - Εγώ; Κάθε άλλο. Εγώ ήμουν από τους πρώτους που έπαψαν να ανήκουν στον πληθυσμό. Μην ξεχνάτε, εγώ είμαι ο γελωτοποιός. Και το γέλιο έχει εξοριστεί από αυτήν τη χώρα προ πολλού.
     - Μα αφού είσαι εδώ, είπε ο βασιλιάς.
     - Ναι, αλλά όχι για πολύ. Φεύγω. Έτσι κι αλλιώς, αν έμενα θα χαλούσα τα στατιστικά. Βλέπετε, αν με υπολογίσετε και εμένα στον πληθυσμό, αυτόματα θα βγει προβληματικό το 20% του πληθυσμού. Και δεν το θέλουμε αυτό, έτσι δεν είναι;
     Ο βασιλιάς έμεινε άφωνος να κοιτάζει τον γελωτοποιό να απομακρύνεται. Ύστερα, γύρισε στους τρεις στατιστικολόγους και τους είπε να φτιάξουν νέα διαγράμματα και να βγάλουν νέα στατιστικά. Χωρίς τον γελωτοποιό, εννοείται.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Πρρρρτ!


     Τι ωραία που είναι να ξυπνάς το πρωί για να πας στη δουλειά! Και πόσο ωραιότερο ακόμα είναι όταν το παίρνεις απόφαση ότι έχεις αργήσει και ότι θα πας καθυστερημένος, και αποφασίζεις να εκμεταλλευτείς τα δέκα λεπτά που απομένουν μέχρι να έρθει ο επόμενος συρμός του μετρό!
     Τότε, μειώνεις την ταχύτητά σου και αποφασίζεις να περπατήσεις χαλαρά, μέσα στους ήσυχους ακόμα δρόμους. Και περπατώντας αργά παρατηρείς τα σπίτια δεξιά και αριστερά, και θαυμάζεις τους κήπους με τα όμορφα λουλούδια, και βλέπεις τις γάτες που έχουν βγει στον δρόμο και έχουν σκαρφαλώσει στους κάδους των σκουπιδιών, και ακούς τα πουλιά που κι αυτά έχουν ξυπνήσει, και βλέπεις τη θάλασσα στο βάθος, και ένα μεγάλο πλοίο στη θάλασσα, και το καμπαναριό μιας εκκλησίας που φαίνεται λίγο πιο μπροστά από τη θάλασσα...
     Όλα είναι όμορφα το πρωί, που είναι φρέσκα. Και σκέφτεσαι ότι την επόμενη φορά που θα πάρεις άδεια θα ξυπνήσεις μια μέρα νωρίς για να κάνεις μια πρωινή βόλτα με την ησυχία σου. Βέβαια, το ξέρεις μέσα σου ότι δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Όταν παίρνεις άδεια συνήθως κοιμάσαι μέχρι αργά.
     Η απουσία ανθρώπων ή έστω, η περιορισμένη τους παρουσία στον δρόμο, σε κάνει να σκεφτείς για πολλοστή φορά, πόσο όμορφος είναι ο κόσμος χωρίς το ανθρώπινο είδος, παρόλο που και εσύ ανήκεις σε αυτό. Ο χρόνος που έχεις στη διάθεσή σου - μένουν ακόμα πέντε λεπτά - μοιάζει σαν ένα μπαλόνι που διαστέλλεται. Νιώθεις ελεύθερος.
     Το γεγονός ότι σε πήρε ο ύπνος και άργησες να φύγεις από το σπίτι, που είχε ως αποτέλεσμα να χάσεις το συρμό (που - μεταξύ μας - ίσως και να τον προλάβαινες, αν έτρεχες τόσο όσο στο τέλος να φτάσεις ξέπνοος στην αποβάθρα) σου έκανε ένα δώρο δέκα λεπτών. Δώρο ανεκτίμητο, αν σκεφτεί κανείς ότι κατά τη διάρκεια αυτών των ευλογημένων δέκα λεπτών κατάφερες να νιώσεις άνθρωπος.
     Ένα αίσθημα ευφορίας σε πλημμυρίζει και οσφραίνεσαι απολαυστικά τον αέρα, έστω και για αυτά τα δέκα λεπτά. Αέρας ελευθερίας. Και τόσο πολύ ευφραίνεσαι που - πρρρτ! - μέχρι που μπορείς να αφήσεις και μια πορδή. Πρρρτ! μια πορδή ελευθερίας - μια κραυγή θα ξυπνούσε τον κόσμο.
     Και η πορδή ξεκινάει το αόρατο ταξίδι της στο σύμπαν, ως ωστικό κύμα που διαστέλλεται συνεχώς, και εσύ νιώθεις ότι έφτασες στο άκρον άωτον της ελευθερίας, ότι πιο ελεύθερος δε γίνεται να είσαι, η πορδή γίνεται η σημαία της πρωινής σου επανάστασης, "ναι, σιγά" θα πούνε μερικοί, "το μόνο που έλειπε σε αυτόν τον κόσμο ήταν μια ωδή στην πορδή", αλλά εσένα δε σε νοιάζει, εδώ έχουν γραφτεί ένα σωρό βιβλία για αιδοία, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, στη δική σου πορδή θα σταθούμε; Και σε τελευταία ανάλυση, ελεύθερος είσαι, τις λειτουργίες σου τις ορίζεις, έτσι γουστάρεις, βρε αδερφέ, και λογαριασμό δε δίνεις σε κανέναν.
     Αυτό ήταν. Μέσα σε αυτά τα δέκα λεπτά έγινες και επαναστάτης. Και πρρρτ! φτάνεις στο μετρό.
     Επανάσταση τέλος.

Αντιγραφή πρωτοτύπου

 
     Εκείνη μετρίου αναστήματος, μελαχρινή. Εκείνος κοντοπίθαρος, κοκκινόξανθος με σγουρά μαλλιά. Εκείνη γύρω στα 22. Εκείνος γύρω στα 4. Ήταν μάνα και γιός.
     Μπήκαν στο λεωφορείο οι δυο τους και εκείνη τον έβαλε να καθήσει. Εκείνος έκανε έναν ήχο σαν βουητό, δε μιλούσε. Μου έκανε εντύπωση ένα παιδί να μη μιλάει σε αυτή την ηλικία. Αλλά και το βουητό που άκουγα, ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας με τη μαμά του. Εκείνη, πάντως, δε φαινόταν να ενοχλείται, ούτε να ανησυχεί.
     Ο σταθερός, μονότονος ήχος που έβγαζε το παιδί ήταν αρκετά εκνευριστικός, τουλάχιστον για εμένα. "Κουράγιο, και όπου να'ναι θα ξεκινήσουμε", σκέφτηκα. "Όπου να'ναι, ο θόρυβος του λεωφορείου θα σκεπάσει το θόρυβο του παιδιού". Αλλά το λεωφορείο αργούσε να ξεκινήσει.
     Στο μεταξύ έφτασε το λεωφορείο μιας άλλης γραμμής, που επίσης με βολεύει. Κατέβηκα χωρίς να χάσω καιρό και ανέβηκα στο άλλο λεωφορείο. Βρήκα και θέση. Ωραία! Όπου να'ναι θα ξεκινούσε και θα πήγαινα στο σπιτάκι μου.
     Ξαφνικά, εκεί που καθόμουν αφηρημένη, συνειδητοποίησα ότι περιβαλλόμουν από έναν γνώριμο ήχο. Ήταν το παιδί με τη μαμά του. Δηλαδή, μόνο το παιδί ακουγόταν. Η μαμά δεν έκανε φασαρία, ήταν ήσυχη.
     Έβαλε το παιδί να καθήσει, δίπλα μου κατά σύμπτωση, και του είπε κάτι σε μια γλώσσα που δεν γνώριζα. Το παιδί της απάντησε. Ώστε μιλούσε. Βέβαια, ήταν αρκετά ζωηρό και ανήσυχο, και ομολογώ ότι έφαγα και μερικές σφαλιαρίτσες ξώφαλτσες, καθώς στριφογύριζε διαρκώς στο κάθισμά του. Τέλος πάντων.
     Γύρισα το κεφάλι μου και άρχισα να κοιτάζω έξω από το λεωφορείο, στο δρόμο. Είχα πολλά πράγματα στο μυαλό μου και αφαιρέθηκα. Συνήλθα απότομα από κάποιες αντρικές φωνές.
     Κοίταξα προς τα εκεί από όπου έρχονταν οι φωνές. Ήταν στην πίσω πόρτα του λεωφορείου. Ένας άντρας φώναζε στον οδηγό. Και τότε πρόσεξα ότι το παιδί δεν καθόταν πια δίπλα μου, και ότι η μητέρα του είχε το χέρι της πιασμένο στην πόρτα. Το παιδί ήταν από την άλλη μεριά της πόρτας, έξω από το λεωφορείο. Η μητέρα κρατούσε το χέρι του παιδιού και δεν το άφηνε, παρόλο που η πόρτα είχε κλείσει επάνω στο χέρι της.
     Ευτυχώς, ο οδηγός άκουσε τις φωνές και άνοιξε την πόρτα. Η γυναίκα, που δεν είχε αρθρώσει λέξη και δεν είχε βγάλει την παραμικρή φωνή, κατέβηκε από το λεωφορείο. Η πόρτα του λεωφορείου ξανάκλεισε και ξεκινήσαμε.
     Δεν ξέρω τι εντύπωση έκανε αυτή η σκηνή στους υπόλοιπους επιβάτες, όμως εμένα μου καρφώθηκε στο μυαλό η εικόνα της έντρομης μάνας που κρατάει όσο πιο σφιχτά μπορεί το χέρι του παιδιού της, ενώ ανάμεσά τους παρεμβάλλεται η ψυχρή πόρτα του λεωφορείου. Μου θύμισε τη Δημιουργία του Μιχαήλ Αγγέλου.
     Έτσι, όπως ο Θεός στον πίνακα του Μιχαήλ Αγγέλου απλώνει το χέρι προς το δημιούργημά του, τον Αδάμ, έτσι και αυτή η μάνα άπλωνε το χέρι προς το δικό της δημιούργημα, το παιδί της. Μόνο που εδώ υπήρχε και πόρτα στη μέση.
     Όταν η ζωή αντιγράφει την τέχνη. Ακόμα και με μια πόρτα ανάμεσα.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Προσεχώς

    

                                                                 ΠΡΑΞΗ Α

                                                              Σκηνή πρώτη

(Σε ένα γραφείο. Ένας υπάλληλος κάθεται στο γραφείο, που είναι γεμάτο με στοίβες από χαρτιά. Στο γραφείο υπάρχουν επίσης σφραγίδες, σε εμφανή θέση. Μπροστά του είναι μια γυναίκα, από πίσω της είναι διάφοροι άλλοι, η γνωστή ουρά. Στον τοίχο ένα ημερολόγιο, δείχνει την ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2025)

Γυναίκα: Καλημέρα.
Υπάλληλος: (βαριεστημένα) Ορίστε.
Γυναίκα: Ήρθα για να τακτοποιήσω μια οφειλή, δηλαδή να ξανατακτοποιήσω μια οφειλή του 2010, την οποία είχα τακτοποιήσει τότε, και στη συνέχεια ξανατακτοποίησα το 2013.
Υπάλληλος: Τι εννοείτε "τακτοποιήσατε";
Γυναίκα: Εννοώ ότι την τακτοποίησα. Το 2010 προσκόμισα στην υπηρεσία σας αποδεικτικά στοιχεία ότι η οφειλή δεν έπρεπε να πληρωθεί.
Υπάλληλος: Ωραία, και...;
Γυναίκα: Και ύστερα από τρία χρόνια μου ήρθε μια επιστολή από εσάς που έλεγε ότι οφείλω το τριπλάσιο ποσό και αν δεν το πληρώσω, το πρόστιμο θα δεκαπλασιαστεί και θα εισπραχθεί μέσω της Εφορίας...
Υπάλληλος: Α, κατάλαβα. Και τώρα τι θέλετε;
Γυναίκα: Μα το πλήρωσα το πρόστιμο.
Υπάλληλος: Το 2010;
Γυναίκα: Όχι, το 2010 προσκόμισα τα στοιχεία ότι δεν έπρεπε να πληρώσω.
Υπάλληλος: Και τότε γιατί το πληρώσατε στο τριπλάσιο το 2013;
Γυναίκα: Επειδή δεν είχα όρεξη να τραβιέμαι ξανά.
Υπάλληλος: Άρα μάλλον φταίγατε.
Γυναίκα: Τι μου λέτε τώρα;
Υπάλληλος: Τα γεγονότα, κυρία μου, μιλάνε τα γεγονότα... Τέλος πάντων, και τώρα τι θέλετε;
Γυναίκα: Έλαβα εχθές μια νέα επιστολή που με πληροφορούσε ότι δεν έχω τακτοποιήσει την οφειλή του 2010 και ότι θα πρέπει να πληρώσω δεκαπέντε φορές το πρόστιμο του 2010, αλλιώς θα εισπραχθεί στο δεκαπλάσιο μέσω της Εφορίας.
Υπάλληλος: (την κοιτάζει εμφανώς απορημένος)
Γυναίκα: Μα δεν καταλαβαίνετε; Το πρόστιμο το έχω ξαναπληρώσει!
Υπάλληλος: Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε. Η επιστολή που λάβατε εχθές, τι ημερομηνία έχει;
Γυναίκα: Τι σημασία έχει; Αφού το πρόστιμο το πλήρωσα το 2013!
Υπάλληλος: Μα αφού εσείς λέτε ότι δεν έπρεπε να το πληρώσετε καν.
Γυναίκα: Όχι, εντάξει, αφού το πλήρωσα, δεν τακτοποιήθηκε η οφειλή;
Υπάλληλος: Τι να σας πω; Αφού αμφισβητείτε το πρόστιμο, κάντε μας μια αίτηση, πάρτε αριθμό πρωτοκόλλου και καταθέστε την στο τμήμα αμφισβήτησης προστίμων.
Γυναίκα: Και θα λυθεί το θέμα;
Υπάλληλος: Α, αυτό δεν το ξέρω.
Γυναίκα: Τέλος πάντων, και σε πόσο καιρό θα ξέρω;
Υπάλληλος: Επειδή έχουμε έλλειψη προσωπικού, η διαδικασία θα αργήσει λίγο. Υπολογίστε 5-6 χρόνια.
Γυναίκα: 5-6 χρόνια; Μέχρι τότε το πρόστιμο θα έχει εισπραχθεί στο δεκαπλάσιό του από την Εφορία, δεν μπορώ να περιμένω τόσο...
Υπάλληλος: Τι να σας πω; Αν θέλετε, πληρώστε το πρόστιμο, κρατήστε την απόδειξη, και όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία ζητήστε τα χρήματά σας πίσω. (Κοιτάζει πίσω από τη γυναίκα) Ο επόμενος!

                                                            Σκηνή δεύτερη

(Το ίδιο γραφείο, με την ίδια διακόσμηση. Ο ίδιος υπάλληλος, η ίδια γυναίκα, λίγο πιο γερασμένοι. Το ημερολόγιο στον τοίχο δείχνει 18 Μαρτίου 2037)

Γυναίκα: Καλημέρα.
Υπάλληλος: (βαριεστημένα) Τι θέλετε;
Γυναίκα: Ήρθα επειδή έχω πρόβλημα με ένα πρόστιμο του 2010.
Υπάλληλος: Στο τμήμα παλαιών προστίμων, παρακαλώ!
Γυναίκα: Μα έλαβα προχθές μια επιστολή από εσάς, που έλεγε να τακτοποιήσω μια οφειλή του 2010, την οποία έχω τακτοποιήσει και ξανατακτοποιήσει δύο φορές, και ότι θα πρέπει να πληρώσω είκοσι επτά φορές το ποσό της αρχικής οφειλής, αλλιώς το ποσό θα εισπραχθεί στο δεκαπλάσιό του μέσω της Εφορίας.
Υπάλληλος: Και λοιπόν;
Γυναίκα: Τι "λοιπόν"; Αφού το έχω τακτοποιήσει το πρόστιμο, γιατί μου ξαναζητάτε τα λεφτά, και μάλιστα το εικοσιεπταπλάσιο ποσό;
Υπάλληλος: Η αρχική οφειλή πολλαπλασιάζεται με τα χρόνια, γι'αυτό.
Γυναίκα: Ναι, αλλά η οφειλή τακτοποιήθηκε.
Υπάλληλος: Αν τακτοποιήθηκε η οφειλή, τότε γιατί λάβατε επιστολή;
Γυναίκα: Αυτό αναρωτιέμαι και εγώ...
Υπάλληλος: Να μην αναρωτιέστε καθόλου. Για να λάβετε επιστολή θα πει ότι υπάρχει οφειλή. Και καλά θα κάνετε να την πληρώσετε σύντομα, για να μην εισπραχθεί μέσω της Εφορίας.
Γυναίκα: Μα τι μου λέτε; Εγώ την οφειλή την πλήρωσα το 2013. Και την ξαναπλήρωσα το 2025!
Υπάλληλος: Μήπως δεν την πληρώσατε αλλά νομίζετε ότι την πληρώσατε;
Γυναίκα: Θυμάμαι πολύ καλά, κύριε. Την πλήρωσα το 2013 και την ξαναπλήρωσα το 2025 και αφού την πλήρωσα έκανα και αίτηση για να μου επιστραφούν τα χρήματα που κατέβαλα το 2025, αφού το πρόστιμο το είχα πληρώσει από το 2013, αφήστε που είχε ήδη τακτοποιηθεί από το 2010.
Υπάλληλος: Και δε σας επέστρεψαν τα χρήματα;
Γυναίκα: Ακόμα περιμένω το πόρισμα της έρευνας.
Υπάλληλος: Ε, τότε θα πρέπει να πληρώσετε.
Γυναίκα: Να πληρώσω;
Υπάλληλος: Φυσικά. Ή προτιμάτε να εισπραχθεί μέσω της Εφορίας;
Γυναίκα: Και με τα λεφτά που πρέπει να μου επιστραφούν τι θα γίνει;
Υπάλληλος: Α, δεν ξέρω αν πρέπει να σας επιστραφούν... Εν πάσει περιπτώσει, κάντε μια συμπληρωματική αίτηση, πάρτε αριθμό πρωτοκόλλου και καταθέστε την στο τμήμα αμφισβήτησης συμπληρωματικών προστίμων. Να ξέρετε, όμως, ότι την υπόθεσή σας δεν θα την αναλάβουν, αν προηγουμένως δεν βγει το πόρισμα του τμήματος αμφισβήτησης προστίμων.
Γυναίκα: (αναστενάζει) Πόσο καιρό θα πάρει αυτό;
Υπάλληλος: Α, πού να ξέρω κι εγώ, εξαρτάται. Πάνω-κάτω 10 χρόνια να υπολογίζετε.
Γυναίκα: Δέκα χρόνια;
Υπάλληλος: Ο επόμενος!

                                                      Σκηνή τριακοστή έκτη

(Το ίδιο γραφείο, με την ίδια διακόσμηση. Ο ίδιος υπάλληλος, η ίδια γυναίκα, εμφανώς γερασμένοι και οι δυο. Το ημερολόγιο στον τοίχο δείχνει 4 Ιουλίου 2056)

Γυναίκα: (δυνατά) Καλημέρα.
Υπάλληλος: (την κοιτάζει)
Γυναίκα: Καλημέρα, είπα!
Υπάλληλος: Τρίτη είναι σήμερα, όχι Δευτέρα!
Γυναίκα: Έχω ένα πρόβλημα.
Υπάλληλος: Τι θέλετε;
Γυναίκα: Έλαβα εχθές μια επιστολή από εσάς που έλεγε να πληρώσω ένα πρόστιμο του 2010, το οποίο το έχω τακτοποιήσει μέχρι στιγμής τουλάχιστον πέντε φορές.
Υπάλληλος: Να πληρώσετε πρέπει. Δίπλα θα πάτε, στο τμήμα εισπράξεων.
Γυναίκα: Το συγκεκριμένο πρόστιμο το πλήρωσα το 2013 στο τριπλάσιο, το 2025 στο δεκαπενταπλάσιο, το 2037 στο εικοσιεπταπλάσιο, το 2042 στο τριακονταδιπλάσιο, το 2047 στο τριακονταπενταπλάσιο, και τέλος πάντων, ούτε και εγώ δεν ξέρω πόσα λεφτά έχω πληρώσει.
Υπάλληλος: Δεν ξέρετε πόσα είναι η πρώτη δόση; Δε λάβατε επιστολή; Το ποσό που λέει είναι η πρώτη δόση!
Γυναίκα: Μα τι μου λέτε; Εγώ έχω πληρώσει, σας λέω. Είπατε "πρώτη δόση"; Τι, θα υπάρξει και συνέχεια;
Υπάλληλος: Ε, εντάξει, τώρα υπερβάλλετε. Σιγά μην καταλήξετε να ζείτε στην ανέχεια με ένα μόνο πρόστιμο.
Γυναίκα: Μήπως δεν ακούτε καλά; Έχω κι εγώ κάποιο πρόβλημα, αλλά νομίζω ότι εσείς έχετε μεγαλύτερο.
Υπάλληλος: Το πρόστιμο είναι όσο πρέπει, δεν είναι μεγαλύτερο.
Γυναίκα: Υπάρχει κανείς άλλος εδώ;
(Εμφανίζεται ένας νέος υπάλληλος, ντυμένος ακριβώς όπως ο άλλος)
Νέος υπάλληλος: Τι θέλετε, κυρία;
Γυναίκα: Έχω εδώ μια επιστολή από την υπηρεσία σας που λέει ότι πρέπει να τακτοποιήσω ένα πρόστιμο του 2010...
Νέος υπάλληλος: Και εσείς γιατί το αφήνετε τόσα χρόνια;
Γυναίκα: Μα δεν το άφησα. Το τακτοποίησα το 2010, το 2013, το 2025, το 2037, το 2042, το 2047, και, γενικά, κάθε τρεις και λίγο το τακτοποιώ. Έχω επίσης καταθέσει πρωτοκολλημένες αιτήσεις να μου επιστραφούν τα χρήματα που καταχρηστικά εισπράξατε από εμένα, το 2013 στο τμήμα αμφισβήτησης προστίμων, το 2025 στο τμήμα αμφισβήτησης συμπληρωματικών προστίμων, το 2037 στο τμήμα αμφισβήτησης επαναληπτικών προστίμων, το 2042 στο τμήμα αμφισβήτησης χρονιζόντων προστίμων και το 2047 στο τμήμα αμφισβήτησης υπερβολικά χρονιζόντων προστίμων...
Νέος υπάλληλος: Δυστυχώς, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Το πρόστιμο θα πρέπει να το πληρώσετε, αλλιώς θα εισπραχθεί μέσω της Εφορίας.
Γυναίκα: Και πού θα πρέπει να κάνω αίτηση για να πάρω πίσω τα λεφτά μου;
Νέος υπάλληλος: Στο τμήμα αμφισβήτησης καταδικασμένων προστίμων.
Γυναίκα: Καταδικασμένων; Δηλαδή δε θα πάρω ποτέ τα λεφτά μου πίσω;
Νέος υπάλληλος: Δεν είπα αυτό.
Γυναίκα: Τέλος πάντων. Και πόσο θα περιμένω για να πάρω τα λεφτά μου πίσω;
Νέος υπάλληλος: Α, το συγκεκριμένο τμήμα δεν αργεί καθόλου...
Γυναίκα: Πάλι καλά...
Νέος υπάλληλος: Μόνο που προτού γνωμοδοτήσει εκείνο, θα πρέπει να έχουν γνωμοδοτήσει και όλα τα προηγούμενα. Ας υποθέσουμε 5-6 χρόνια το πρώτο, 10 το δεύτερο, άλλα δέκα το τρίτο, δεκαπέντε των χρονιζόντων και γύρω στα είκοσι των υπερβολικά χρονιζόντων... θα περιμένετε γύρω στα 60 χρόνια.
Γυναίκα: Μα, τι μου λέτε; Ακόμα δεν έχει γνωμοδοτήσει το πρώτο!
Νέος υπάλληλος: Α, τότε θα πρέπει να κάνετε αίτηση στο τμήμα επίλυσης καθυστερήσεων, προσκομίζοντας τις αποδείξεις κατάθεσης των δικαιολογητικών...
Γυναίκα: Κι άλλη αίτηση;
Νέος υπάλληλος: Ναι, κυρία, και βιαστείτε επειδή κλείνουν σε 10 λεπτά. Ο επόμενος!

                                                  Αυλαία (δε θα πέσει ποτέ)

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Παρά τρίχα

 
     Να μια καλή ιδέα: ταξίδι, όχι στο κέντρο της γης, αλλά διαμέσου της γης! Φοράμε τα αθλητικά μας παπούτσια, παίρνουμε το κατάλληλο λεξικό μαζί, ένα φακό, νερό και φαγητό, ανοίγουμε την καταπακτή, και αρχίζουμε να κατεβαίνουμε!
     Κρατιόμαστε με προσοχή από την σκάλα καθώς κατεβαίνουμε. Ένα πέσιμο εκεί μέσα θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Και εμείς δε θέλουμε να αυτοκτονήσουμε. Μόνο να βγούμε στην άλλη πλευρά θέλουμε.
     Μέσα είναι σκοτεινά. Το φως του φακού δεν αρκεί για να φωτίσει όλο το βάθος του τούνελ. Ευτυχώς, μπορεί να υπάρχουν και σιχαμένα έντομα εκεί μέσα, καλύτερα να μην τα δούμε. Και συνεχίζουμε να κατεβαίνουμε...
     Μα τι λέω; Στην εποχή της τεχνολογίας θα κατεβαίνουμε σκαλί-σκαλί, με φακούς και αθλητικά παπούτσια; Όχι, κύριοι, η τεχνολογία έχει προχωρήσει. Πηγαίνεις στην είσοδο της καταπακτής, πατάς ένα κουμπί και ανοίγει μηχανικά. Μπαίνεις μέσα, κάθεσαι (υπάρχουν και καθίσματα, φυσικά) και πατάς ένα κουμπί που βρίσκεται μέσα. Δεν υπάρχουν πολλά κουμπιά. Μόνο ένα. Η διαδρομή είναι μονόδρομος.
     Φυσικά, δεν είναι μία διαδρομή σύντομη. Θα χρειαστεί αρκετή ώρα, αλλά αυτό δεν είναι και τόσο δυσάρεστο. Μέσα στο θάλαμο υπάρχουν περιοδικά, βιβλία, μπορείς να ακούσεις μουσική, μέχρι και να τσιμπήσεις κάτι μπορείς, υπάρχει αυτόματος πωλητής. Δουλεύει με κάρτα, ευτυχώς που δεν την ξέχασες στο σπίτι.
     Μία οθόνη στον τοίχο σου δίνει πληροφορίες για τον καιρό, εκεί που πας. Ηλιοφάνεια, λέει, θερμοκρασία 23-30 βαθμούς Κελσίου. Εξαιρετικά! Να πας στη θάλασσα, άραγε; Φτου, να πάρει, ξέχασες να πάρεις μαζί το μαγιό σου!
     Δεν πειράζει, θα το θυμηθείς αύριο. Εξάλλου, έφτασες κιόλας. Ο θάλαμος σταματάει και η καταπακτή ανοίγει. Το φως πέφτει στα μάτια σου και σε τυφλώνει. Ο ήλιος φαίνεται να είναι πιο δυνατός στο νότιο ημισφαίριο. Ξέρεις, βέβαια, ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Απλώς, έμεινες αρκετή ώρα μέσα στο θάλαμο και το φως του δεν ήταν πολύ δυνατό.
     Από την τσέπη σου βγάζεις τον ηλεκτρονικό σου μεταφραστή. Σε ποια χώρα, είπαμε, είσαι; Πρέπει να ρυθμίσεις την γλώσσα. Α, εντάξει, Αυστραλία είναι, αγγλικά ξέρεις. Βάζεις το μεταφραστή στην τσέπη. Και τώρα τι κάνουμε; σκέφτεσαι.
     Αποφασίζεις να πας σε ένα πάρκο να αράξεις. Μόνο να απομνημονεύσεις τη διαδρομή μέχρι την καταπακτή, για όταν αποφασίσεις να επιστρέψεις.
Διαπιστώνεις ότι τελικά είσαι πολύ κοντά στη θάλασσα. Τι κι αν δεν έχω μαγιό μαζί μου; σκέφτεσαι. Μπορώ να βουτήξω τα πόδια μου. Φτάνεις στην παραλία και αρχίζεις να περπατάς στην αμμουδιά. Βγάζεις τα παπούτσια σου και προχωράς μέχρι να σκεπαστούν οι αστράγαλοί σου από το νερό.
     Μπρρρρρ! είναι κρύο, λες, και ξυπνάς από την ονειροπόληση, αφού αντί να βρίσκεσαι στο νότιο ημισφαίριο όπου ο καιρός είναι ζεστός και έχει φτάσει σχεδόν το καλοκαίρι, βρίσκεσαι κολλημένος στο βόρειο ημισφαίριο όπου ο χειμώνας πλησιάζει. Έξω έχει συννεφιά και φυσάει αρκετά. Η θερμοκρασία έχει πέσει. Και τα πόδια σου κρυώνουν λίγο, όχι όμως επειδή είναι βουτηγμένα μέχρι τον αστράγαλο στο νότιο Ειρηνικό ωκεανό, αλλά επειδή δε φοράς κάλτσες.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Αψού!


     Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα τούνελ. Και αυτό το τούνελ ήταν διπλής κατεύθυνσης, με δύο ρεύματα κυκλοφορίας, που χωρίζονταν μεταξύ τους από μία διαχωριστική νησίδα. Η κίνηση στο τούνελ ήταν συνεχής, και προς τις δυο κατευθύνσεις, και δεν σταματούσε ποτέ, ούτε καν όταν έπεφτε η νύχτα. Μέρα-νύχτα, αυτοκίνητα μπαινόβγαιναν συνέχεια, πότε ήσυχα και αθόρυβα, πότε κορνάροντας και κάνοντας φασαρία. Όλη αυτή η κίνηση ήταν, φυσικά, αναμενόμενη, καθώς το τούνελ βρισκόταν σε ένα κομβικό σημείο του οδικού δικτύου.
     Μια μέρα, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, το οδόστρωμα γέμισε νερά που έτρεχαν ακατάσχετα και έβγαιναν μέσα από το τούνελ. Έμοιαζε λες και είχε σπάσει κάποιος αγωγός. Ένα κινητό συνεργείο που κατέφθασε επί τόπου, δεν διαπίστωσε κάποια συγκεκριμένη βλάβη και περιορίστηκε στο άδειασμα του τούνελ από τα νερά με αντλίες, και στη συνέχεια στο σφουγγάρισμα του οδοστρώματος. Το μέτρο ήταν, προφανώς, προσωρινό, καθώς όσο κι αν τα αντλούσαν, τα νερά επανέρχονταν και ξαναγέμιζαν το τούνελ. Πάλι καλά που το πρόβλημα εντοπιζόταν περισσότερο στο ένα ρεύμα κυκλοφορίας.
     Αυτό, όμως, δεν ήταν το μόνο που συνέβη. Την επόμενη μέρα, τα νερά υποχώρησαν όσο ξαφνικά είχαν εμφανιστεί, ταυτόχρονα όμως δημιουργήθηκε μποτιλιάρισμα μέσα στο τούνελ. Το μποτιλιάρισμα αρχικά δημιουργήθηκε στο ένα ρεύμα κυκλοφορίας, σύντομα όμως επεκτάθηκε και στο άλλο. Η διέλευση από το τούνελ έγινε παντελώς αδύνατη.
     Συνεργεία επί συνεργείων κατέφθασαν στον τόπο του συμβάντος, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Πάνω που το πρόβλημα φαινόταν να λύνεται, το αμέσως επόμενο λεπτό το τούνελ παρέμενε το ίδιο απροσπέλαστο, όπως πριν. Δυστυχώς, δε φαινόταν φως στην άκρη του τούνελ.
     "Αδυναμία αποσυμφόρησης", έγραψαν οι τεχνικοί στο φύλλο ελέγχου που συμπλήρωσαν. Και έφυγαν για να επισκεφτούν και άλλα τούνελ στην ίδια κατάσταση. Βλέπετε, ήταν περίοδος αυξημένων μποτιλιαρισμάτων. Μάταια οι οδηγοί κορνάριζαν επίμονα και από τις δύο πλευρές του τούνελ. Το μόνο που κατάφερναν ήταν να ανοίγει πότε-πότε και για πολύ λίγο το ένα ρεύμα κυκλοφορίας. Και τότε, όλοι οι οδηγοί ορμούσαν μαζί και προσπαθούσαν να περάσουν, με αποτέλεσμα το αμέσως επόμενο λεπτό το μποτιλιάρισμα να γίνεται ακόμα χειρότερο.
     - Και τώρα τι κάνουμε; ρωτούσαν οι οδηγοί απεγνωσμένα. Θα ανοίξει το τούνελ καμιά φορά ή θα μείνουμε για πάντα εδώ να περιμένουμε;
     Ο αρχηγός της τροχαίας ήταν κατηγορηματικός.
     - Ναι, είπε, φυσικά και θα ανοίξει αλλά θα πρέπει να περιμένετε. Να περιμένετε και να κάνετε υπομονή. Το μποτιλιάρισμα θα φύγει. Όλα τα μποτιλιαρίσματα στο τέλος φεύγουν. Σε μια-δυο μέρες το πολύ το τούνελ θα δοθεί και πάλι στην κυκλοφορία. Ως τότε, υπομονή.
     Αυτό σκέφτομαι και εγώ. Υπομονή. Υπομονή, μέχρι να ξεβουλώσει το τούνελ. Αψού!

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Ένα σπίτι με ταμπεραμέντο



      Κάθε φορά που πηγαίνω στους γονείς μου, περνάω μπροστά από ένα συγκεκριμένο σπίτι. Τίποτα το ιδιαίτερο δε φαίνεται να έχει αυτό το σπίτι, κι όμως είναι ένα σπίτι ασυνήθιστο.
     Αν το κοιτάξει κανείς απ'έξω, θα δει ένα ισόγειο, μικρό σπιτάκι, άσπρο και απλό, με έναν κήπο γύρω-γύρω. Τίποτα το ασυνήθιστο. Τα παραθυρόφυλλά του είναι ξύλινα, βαμμένα με γκριζογάλανη λαδομπογιά και η πόρτα του είναι μια συνηθισμένη τζαμένια πόρτα. Ο κήπος του είναι επίσης συνηθισμένος, ούτε πολύ περιποιημένος, ούτε απεριποίητος. Έχει κάποιες τριανταφυλλιές και μερικά δεντράκια, και κάνει τεράστια αντίθεση με το ακριβώς διπλανό σπίτι, του οποίου ο κήπος είναι πλούσιος και τόσο επιθετικός, που έχει καταλάβει σχεδόν το μισό πεζοδρόμιο!
     Όσο συνηθισμένο, όμως, κι αν φαίνεται αυτό το σπίτι, τόσο ιδιαίτερο είναι. Και αυτό επειδή, το συγκεκριμένο σπίτι βρίζει! Όσες φορές κι αν περνάω απ'έξω, πάντα ακούγεται μια φωνή να βρίζει κάποια αόρατη σε εμένα γυναίκα. Και το καταλαβαίνω ότι πρόκειται για γυναίκα, επειδή οι βρισιές είναι γένους θηλυκού.
     - &%$^&%! φωνάζει. ^@#$#@! *&@&*^@!
     Την πρώτη φορά που το άκουσα, κοίταξα διακριτικά γύρω για να δω μήπως υπήρχε κάποια γυναίκα εκτός από εμένα, δεν υπήρχε όμως κανείς στον δρόμο. Έτσι κι αλλιώς, τέτοια ώρα λίγο δύσκολο να έχει πολλή κίνηση. Την Κυριακή το μεσημέρι συνήθως ο κόσμος ξεκουράζεται.
     - Τυχαίο θα ήταν, σκέφτηκα.
     Έλα, όμως, που και την επόμενη φορά που πέρασα απ'έξω ξανάκουσα βρισιές. Άρα, δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Σίγουρο ήταν, επίσης, ότι οι βρισιές δεν απευθύνονταν σε εμένα.
     - Θα είναι πολύ ενοχλητικό για τους γείτονες, σκέφτηκα.
     Την τρίτη φορά που πέρασα απ'έξω, ήμουν προετοιμασμένη.
     - Για να δούμε, σκέφτηκα, θα βρίζει και σήμερα;
     Και όπως το φανταζόμουν, ούτε εκείνη η μέρα αποτελούσε εξαίρεση. Το σπίτι έβριζε, και μάλιστα ήταν ιδιαίτερα θυμωμένο. Οι βρισιές του ακούγονταν δυνατότερες εκείνη τη μέρα. Τι να του είχε κάνει εκείνη η αόρατη γυναίκα;
     Σιγά-σιγά, το πέρασμά μου μπροστά από το συγκεκριμένο σπίτι πήρε τη μορφή ιεροτελεστίας. Ήταν σαν ένα παιχνίδι εξαγνισμού. Περνούσα, άκουγα τις βρισιές, και ύστερα εξαφανιζόταν από το ακουστικό μου πεδίο (δηλαδή εγώ εξαφανιζόμουν, αφού εγώ έφευγα). Το βράδυ, όταν περνούσα, το σπίτι ήταν ήσυχο, κοιμόταν.
     Μια Κυριακή, όμως, το σπίτι βουβάθηκε. Μάταια περίμενα να το ακούσω να βρίζει, αργοπορώντας επίτηδες να περάσω από μπροστά του. Από μέσα δεν ακουγόταν το παραμικρό. Να ήταν άρρωστο;
     Εξωτερικά δε φαινόταν διαφορετικό. Ούτε ο κήπος φαινόταν να έχει εγκαταλειφθεί.
     - Πόσο βαρετό είναι χωρίς τις βρισιές, σκέφτηκα.
     Και το ίδιο ξανασκέφτηκα την επόμενη Κυριακή που ξαναπέρασα από εκεί. Ο δρόμος έχασε για εμένα το ενδιαφέρον του από τότε που βουβάθηκε το σπίτι. Περνούσα και αισθανόμουν ότι κάτι το ουσιαστικό έλειπε από τη γειτονιά. Και ίσως και να έλειπε. Ήταν λες και το σπίτι είχε χάσει ξαφνικά την ψυχή του.
     Και πάνω που είχα αρχίσει να αποδέχομαι τη νέα κατάσταση, να'σου που το σπίτι ξανάρχισε να βρίζει! Τι χαρά ήταν αυτή που ένιωσα! Ήταν λες και γύριζε από μακρινό ταξίδι κάποιο αγαπητό μου πρόσωπο. Μου ήρθε να το χαιρετήσω!
     Όμως, συγκρατήθηκα. Δεν είναι σωστό, σκέφτηκα, να το διακόψω. Άσ'το να βρίσει με την ησυχία του! Άσ'το να εκφραστεί ελεύθερα!

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Γραμματική ασυμφωνία


     Μ φρ τ σμφν πνσττσν. Ωχ, συγγνώμη. Μια φορά τα σύμφωνα επαναστάτησαν, ήθελα να πω. Τσακώθηκαν για τα καλά με τα φωνήεντα, τα οποία θεωρούσαν ότι ήταν τα πιο σημαντικά.
     - Δεν μπορεί, είπε το σίγμα, δεν είναι μόνο τα φωνήεντα σημαντικά, έχουμε και εμείς φωνή!
     - Για να την ακούσουμε, κορόιδευε το έψιλον.
     - Μην κοροϊδεύεις καθόλου, του είπε το κάπα, χωρίς εμάς δεν θα κάνατε τίποτα.
     - Μωρέ, τι μας λες; είπε και το άλφα. Το ΑΛΦΑ και το ΩΜΕΓΑ κάθε λέξης είναι τα φωνήεντα. Γι'αυτό είμαστε και λιγότερα. Το καθένα μας βάζει κάτω τρία από εσάς. Και μου λες ότι εσείς είστε πιο σημαντικά;
     - Φυσικά, και είμαστε σημαντικά, είπε και το νι. Εμείς δίνουμε το οριστικό σχήμα στις λέξεις. Χωρίς εμάς, οι λέξεις θα ήταν άναρθρες κραυγές. Και αυτή είναι όλη η αλήθεια, με το ΝΙ και με το ΣΙΓΜΑ.
     - Κουταμάρες, είπε το ο. Εμείς έχουμε πιο έντονη παρουσία. Χωρίς εμάς δεν βγαίνει νόημα.
     - Ναι, αλλά εμείς μπορούμε να ψιθυρίσουμε.
     - Και εμείς μπορούμε να φωνάξουμε.
     - Εμείς κερδίζουμε, είμαστε περισσότερα!
     - Όχι, εμείς κερδίζουμε, είμαστε δυνατότερα!
     - Εμείς!
     - Όχι, εμείς!
     - Εμείς!
     - Όχι, εμείς είπα!
     Τα αίματα άναψαν και έπεσαν και μερικές σφαλιάρες. Και τόσο αποφασισμένα ήταν τα σύμφωνα να διεκδικήσουν τη θέση που τους άξιζε, που αποφάσισαν να φύγουν. Μάζεψαν, λοιπόν, τα μπογαλάκια τους και έφυγαν στο εξωτερικό, και κανείς δεν τα ξαναείδε από τότε.
     Έμειναν, έτσι, τα φωνήεντα να διαφεντέψουν την γλώσσα. Και ξεκίνησαν το μεγαλόπνοο σχέδιό τους να κυβερνήσουν. Όμως τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα.
     - Έλα εδώ, ήθελε να πει κάποιος. Έα εώ, έλεγε.
     - Ένα νερό, ήθελε να πει κάποιος άλλος. Έα εό, έλεγε.
     Και όποιος τους άκουγε δεν καταλάβαινε ποιος τον καλούσε να πάει εκεί και ποιος του ζητούσε νερό. Και υπήρχαν και χειρότερα.
     - Κατάλαβα, εννούσε ένας. Αάαα, έλεγε.
     - Παράφαγα, εννούσε ένας άλλος. Αάαα, έλεγε και εκείνος.
     Άντε, ύστερα, να καταλάβεις.
     - Αχ, σκέφτονταν τα φωνήεντα, καθένα για λογαριασμό του. Εδώ που τα λέμε, ένα σύμφωνο εδώ θα μας βοηθούσε αρκετά. Αλλά, βέβαια, πιο σημαντικά είμαστε εμείς.
     Και η ακατανοησία συνεχιζόταν.
     Αλλά μη φανταστείτε ότι τα σύμφωνα δεν τα βρήκαν σκούρα, στο εξωτερικό που πήγαν.
     - Ε, εσύ! ήθελε κάποιος να φωνάξει. Σ, έλεγε.
     - Τα σοσόνια σου είναι κοντά, ήθελε κάποιος άλλος να πει. Τ σσν σ ν κντ, έλεγε.
     - Θέλω να πάω στη θάλασσα, ήθελε να πει ένας τρίτος. Θλ ν π στ θλσσ, έλεγε.
     Και κανείς δεν καταλάβαινε κανέναν.
     - Τελικά, όλο και θα μας βοηθούσε ένα φωνήεν, σκέφτονταν τα σύμφωνα, καθένα για λογαριασμό του. Αλλά, βέβαια, εμείς είμαστε πιο πολλά, εμείς πρέπει να κάνουμε κουμάντο.
     Και το χάος συνεχιζόταν.
     Οι άνθρωποι βασανίζονταν πραγματικά, αφού δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Αλλά, καθώς είναι και λογικά όντα, κατάλαβαν ποιο ήταν το πρόβλημα.
     - Έουε ύωα, φώναξαν οι άνθρωποι στη χώρα με τα φωνήεντα. Θέλουμε σύμφωνα, εννοούσαν.
     - Θλμ φνντ, είπαν οι άνθρωποι στη χώρα με τα σύμφωνα. Θέλουμε φωνήεντα, εννοούσαν.
     Αλλά ούτε τα φωνήεντα, ούτε τα σύμφωνα άκουγαν. Είπαμε, το θέμα ήταν ποιος θα έχει το πάνω χέρι. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα.
     Κι όμως, ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος στη χώρα των συμφώνων είχε μια πολύ ωραία ιδέα. Πήρε τη βαλίτσα του, θεώρησε το διαβατήριό του, και μια και δυο ταξίδεψε στη χώρα των φωνηέντων.
     - Αώ ήαε, του είπαν στο αεροδρόμιο. Που σήμαινε: καλώς ήρθατε.
     - Κλς σς βρκ, απάντησε. Που σήμαινε: καλώς σας βρήκα.
     Ο έξυπνος άνθρωπος έψαξε και εντόπισε το άλφα. Το παρακολούθησε μερικές μέρες και έμαθε το πρόγραμμά του. Έτσι, μια μέρα που το άλφα έκανε την πρωινή του βόλτα, ο έξυπνος άνθρωπος το άρπαξε και το έβαλε σε ένα σακί.
     - Ααααα! φώναξε το άλφα.
     Ο έξυπνος άνθρωπος δεν είπε τίποτα.
     Την επόμενη μέρα, τα υπόλοιπα φωνήεντα ανησύχησαν που δεν είδαν το άλφα στο καφενείο, όπως συνήθως.
     - Τι να συνέβη; αναρωτήθηκαν.
     Δεν άργησαν να ακούσουν τις κραυγές του, τις οποίες και ακολούθησαν για να το βρουν. Ο έξυπνος άνθρωπος, όμως, τους είχε στήσει παγίδα και τα έπιασε και εκείνα.
     - Εεεεεηηηηηηιιιιιιιιιοοοοοοοοουυυυυυυυυυυωωωωωωωω! ακούστηκε, αλλά εκείνος τα φίμωσε όλα, μαζί και το άλφα. Έτσι δεν ξαναφώναξαν.
     Με τα φωνήεντα στο σακί, ο έξυπνος άνθρωπος γύρισε πίσω στη χώρα των συμφώνων. Ύστερα, με νοήματα κατάφερε να εξηγήσει στους φίλους του τι σκόπευε να κάνει. Εκείνοι, που ήταν περισσότεροι και πιο οργανωμένοι, κατάφεραν να πιάσουν όλα τα σύμφωνα, ένα προς ένα, και να τα βάλουν στη φυλακή. Και εκεί, μαζί τους, στο ίδιο κελί, έβαλαν και τα φωνήεντα.
     - Ί ηαίει αυό; ρώτησαν τα φωνήεντα.
     - Τ σμν τ; ρώτησαν και τα σύμφωνα.
     Και τα δύο εννοούσαν: τι σημαίνει αυτό;
     Τότε ο έξυπνος άνθρωπος τους έδωσε με νοήματα να καταλάβουν ότι αν δεν τα έβρισκαν μεταξύ τους δε θα τα απελευθέρωνε ποτέ.
     - Κάλλιο μουγγός, παρά γλωσσικά ανάπηρος, τους είπε κουνώντας έντονα τα χέρια του.
      Ωστόσο, τόσο τα φωνήεντα όσο και τα σύμφωνα, ήταν πολύ ξεροκέφαλα. Ούτε που άνοιξαν το στόμα τους να εξηγηθούν.
     Όμως, όταν την επόμενη μέρα που πεινούσαν και διψούσαν είδαν ότι κανείς δεν τους έφερνε ούτε φαγητό, ούτε νερό, και με το φόβο να πεθάνουν από πείνα και δίψα, άρχισαν να αναθεωρούν την στάση τους. Ε, τι πείραζε να δέχονταν μερικά σύμφωνα στην παρέα; Τι ενοχλούσαν μερικά φωνήεντα;
     - Υώη, είπαν ύστερα από λίγο τα φωνήεντα.
     - Σγγνμ, είπαν και τα σύμφωνα.
     - Συγγνώμη, εννοούσαν αμφότερα.
     Ύστερα από αυτό, η παρεξήγηση λύθηκε. Φωνήεντα και σύμφωνα αγκαλιάστηκαν, σαν αγαπημένα αδερφάκια, κι από τότε συνεργάζονταν αρμονικά, τα φωνήεντα δίνοντας ήχο στις λέξεις και τα σύμφωνα δίνοντάς τους σχήμα.
     Έτσι, από τότε δεν ξαναϋπήρξαν προβλήματα στην επικοινωνία των ανθρώπων, αφού όλα τα γράμματα συνεργάζονταν μεταξύ τους. Γιατί η συνεργασία είναι το ΑΛΦΑ και το ΩΜΕΓΑ και στην γλώσσα. Και αυτή είναι η αλήθεια, με το ΝΙ και με το ΣΙΓΜΑ.

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Βροχερή ιστορία


     - Φύγε από εδώ, δε θέλω να σε ξανακούσω! είπε το σύννεφο και γύρισε το πρόσωπό του προς την άλλη πλευρά.
     - Γιατί δεν το παραδέχεσαι, επιτέλους; είπε ο ήλιος. Αφού το ξέρεις κι εσύ ότι έχω δίκιο. Εγώ είμαι ο βασιλιάς του ουρανού, ΕΓΩ!
     - Είσαι εγωιστής και δε σου αξίζει να παίζεις μαζί μας, είπε και ένα άλλο σύννεφο, που επίσης ήταν δυσαρεστημένο από τον ψηλομύτη τον ήλιο.
     - Και ποιος σου είπε ότι σας έχω ανάγκη; είπε ο ήλιος. Εγώ λάμπω, ΛΑ-ΜΠΩ! Φαίνομαι από μακριά. Το φως μου απλώνεται στο άπειρο, δε γνωρίζει όρια. Καημένα συννεφάκια, που νομίσατε ότι γίνατε ίσα και όμοια με εμένα!
     Χαμογέλασε αυτάρεσκα.
     - Αντί να με ευχαριστείτε που σας κάνω παρέα, συνέχισε, μου κάνετε παράπονα. Σας βαρέθηκα κι εγώ, δε σας έχω ανάγκη. Μείνετε μόνα σας, να δούμε τι θα καταλάβετε.
     Σιγά μην σκάσω, σκέφτηκε. Μόνα τους θα δουν ότι δεν μπορούν χωρίς εμένα. Πολύ γρήγορα θα γυρίσουν και θα με παρακαλούν να τα ξαναδεχτώ στην παρέα μου. Και εγώ θα το σκεφτώ πολύ αν θα τους ξανακάνω τη χάρη.
     Τα σύννεφα μαζεύτηκαν γύρω από το στενοχωρημένο συννεφάκι για να το παρηγορήσουν.
     - Μην στενοχωριέσαι, του έλεγαν, εκείνος θα το μετανιώσει. Εκείνος είναι μόνος του, εμείς είμαστε πολλά. Για κοίτα!
     Πράγματι, ο ουρανός είχε καλυφθεί από σύννεφα.
     - Έλα, θα παίξουμε μόνα μας, του είπαν.
     - Μα δεν μπορώ να μην στενοχωριέμαι, είπε το συννεφάκι και ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι του. Τόσα χρόνια φιλίας είναι κρίμα να πάνε χαμένα. Ποιος θα μας ομορφαίνει, αν δεν έχουμε το χρυσό του φως; Ποιος θα παίζει κρυφτό μαζί μας;
     - Μπορεί να μην μπορούμε να παίξουμε κρυφτό, μπορούμε να παίξουμε όμως κυνηγητό. Ο αέρας είναι ακόμα φίλος μας, είπε ένα σύννεφο από τα πολλά.
     Αλλά το συννεφάκι δεν άκουγε τα υπόλοιπα, ήταν πολύ στενοχωρημένο. Αυτό τον αγαπούσε τον ήλιο, τον αγαπούσε πραγματικά.
     - Αφήστε με, είπε, να κλάψω για το φίλο μου. Αν θέλετε να παίξετε με τον αέρα παίξτε, εγώ δεν μπορώ.
     - Μην κλαις, γιατί θα βάλουμε και εμείς τα κλάματα, του είπαν σε μια τελευταία προσπάθεια να το ηρεμήσουν, αλλά μάταια.
     Τώρα το συννεφάκι έκλαιγε κανονικά. Χοντρά δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του και δεν σταματούσαν. Και όπως το είπαν τα άλλα συννεφάκια, έτσι και έγινε. Άρχισαν ένα-ένα να κλαίνε και αυτά. Και τα δάκρυά τους έπεφταν επάνω στη γη και την πότιζαν.
     Ο ήλιος, στο μεταξύ, έκανε τη βόλτα του στον ουρανό, όταν πρόσεξε ότι δεν μπορούσε να δει τη γη.
     Τα παλιοσύννεφα, σκέφτηκε, μαζεύτηκαν όλα μαζί και μου εμποδίζουν τη θέα.
     - Ε! τους φώναξε. Ανοίξτε ένα κενό για να βλέπω τη γη!
     Αλλά εκείνα, δεν τον άκουγαν, επειδή έκλαιγαν γοερά.
     - Ε! ξαναφώναξε πιο δυνατά. Φύγετε από τη μέση, θέλω να βλέπω!
     Αλλά ένα σύννεφο που τον άκουσε του φώναξε θυμωμένο:
     - Μπα; Το φως σου δεν φτάνει παντού;
     - Φτάνει, είπε εκείνος.
     - Ε, τότε ας φτάσει και η ματιά σου. Άσε μας ήσυχους να κλάψουμε με την ησυχία μας.
     Πώς μου μιλάει έτσι; σκέφτηκε ο ήλιος, αλλά ύστερα άρχισε να προβληματίζεται. Μήπως και το φως του δεν έφτανε παντού, αφού δεν μπορούσε να δει τη γη; Μήπως τα σύννεφα τελικά ήταν πιο δυνατά από εκείνον;
     Γύρισε τη ματιά του γύρω, αλλά δεν είδε κανέναν να τον ρωτήσει. Βλέπετε, δεν είχε άλλους φίλους από τα σύννεφα. Ξαφνικά ένιωσε μεγάλη μοναξιά. Του ήρθε να κλάψει. Αλλά αν έκλαιγε, ποιος θα τα έβλεπε τα δάκρυά του; Ποιος θα στεκόταν δίπλα του να τον παρηγορήσει; Ένιωσε ότι ήταν πολύ μικρός, τόσος δα.
     Έκανα λάθος, σκέφτηκε. Πόσο εγωιστής είμαι! Και πόσο χαζός, ταυτόχρονα! Πώς μπόρεσα να πιστέψω ότι είμαι ο πιο δυνατός;
     - Σύννεφα, φώναξε, φίλοι μου, συγγνώμη!
     Αλλά τα σύννεφα έκλαιγαν ακόμη.
     - Συγγνώμη, φώναξε πιο δυνατά, συγχωρέστε με, δεν έπρεπε να σας πω όσα σας είπα! Είστε οι μόνοι μου φίλοι, ελάτε να παίξουμε, ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ!
     Ένα συννεφάκι τον άκουσε. Και ύστερα κι άλλο ένα. Σε λίγο, όλα τα συννεφάκια είχαν σταματήσει το κλάμα και είχαν στήσει αυτί.
     - Συγγνώμη, φώναζε ο ήλιος, θέλω να ξαναγίνουμε φίλοι, είχατε δίκιο, ήμουν εγωιστής!
     - Τι λέτε να κάνουμε; ρώτησε ένα σύννεφο. Να τον συγχωρήσουμε;
     - Κι αν το ξανακάνει; είπε ένα άλλο.
     - Σας παρακαλώ, φώναζε ο ήλιος γεμάτος απελπισία.
     - Θα μας ξαναφερθείς έτσι άσχημα; τον ρώτησαν.
     - Όχι, όχι, δεν θα το ξανακάνω, θα προσέχω πώς μιλάω, είστε οι καλύτεροί μου φίλοι, είπε εκείνος. Δώστε μου μια ευκαιρία να επανορθώσω.
     Πολλοί νομίζουν ότι τα σύννεφα είναι κακά, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Τα συννεφάκια σκούπισαν τα μάτια τους και απλώθηκαν σιγά-σιγά, ανοίγοντας κενά στον ουρανό. Τον είχαν συγχωρήσει τον ήλιο.
     Η γη φάνηκε από κάτω, πλυμένη και λαμπερή. Τι όμορφη που ήταν! Ο ήλιος χάρηκε πολύ που την ξαναείδε. Το χαμόγελό του έφτασε μέχρι τα αυτιά του.
     Ένα παιδάκι κοίταξε στον ουρανό.
     - Μαμά, φώναξε, κοίτα: βγήκε ο ήλιος! Πόσο πολύ λάμπει!
     Αλλά ο ήλιος δεν το άκουσε. Ήταν πολύ ψηλά στον ουρανό και, επιπλέον, ήταν απασχολημένος: έπαιζε κρυφτό με τους αγαπημένους του φίλους.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Άνευ αντικειμένου




     Άλλη μια ωραία, καθημερινή μέρα. Ξυπνάς πρωί-πρωί, σηκώνεσαι, ετοιμάζεσαι γρήγορα και φεύγεις από το σπίτι σχεδόν τρέχοντας. Πάλι άργησες να φύγεις, αλλά θα το αναπληρώσεις τρέχοντας σαν την αστραπή. Και δωσ'του να χτυπάνε τα πόδια σου στην άσφαλτο, κάνοντας πλατς! πλατς!, καθώς από φόβο μη σου βγει κανένα παπούτσι, αναγκάζεσαι να διατηρείς μια μέτρια ταχύτητα και να πατάς όλη την πατούσα στο οδόστρωμα.
     - Δε φοράς τα κατάλληλα παπούτσια για τρέξιμο! σου φωνάζουν τα πόδια σου, καθώς χτυπιούνται εναλλάξ στην άσφαλτο. 
     Αλλά εσύ προσποιείσαι ότι κουφάθηκες. Και συνεχίζεις να τρέχεις. Ευτυχώς που είναι κατηφόρα.
     - Η κατηφόρα επιβαρύνει τα γόνατα! σου φωνάζουν τα γόνατά σου. Να μας καταστρέψεις θέλεις; Δεν είσαι πια παιδάκι. 
     Αλλά εσύ συνεχίζεις. Είπαμε, έχεις αργήσει. Περνάς τρέχοντας τους δρόμους, τον έναν μετά τον άλλον. Ευτυχώς, είναι ακόμα πολύ πρωί και η κίνηση δεν είναι πολύ έντονη. Τα σπίτια είναι κλειστά τα περισσότερα. Κάποιες πόρτες γκαράζ ανοίγουν, και κάποια αυτοκίνητα ξεπροβάλλουν από μέσα. Τα πουλιά στα δέντρα ξεκινούν, δειλά-δειλά, το πρωινό τους τραγούδι. Κουράγιο, όπου να'ναι φτάνεις.
     Στο βάθος φαίνεται ο σταθμός του μετρό. Κοιτάς το ρολόι σου, προλαβαίνεις. Ηρεμείς λίγο, κόβεις ταχύτητα, αλλά δεν εφησυχάζεις. Πρέπει να φτάσεις στην αποβάθρα εγκαίρως.
     Φτάνεις στην είσοδο του σταθμού και με γρήγορο βήμα μπαίνεις μέσα. Αρχίζεις να κατεβαίνεις τις κυλιόμενες σκάλες. Μπροστά σου μια κινούμενη ανθρώπινη νησίδα. Κοινώς, ένας από αυτούς τους τύπους που στέκονται και μπλοκάρουν με τον όγκο τους τη διέλευση των υπολοίπων. Αναγκαστικά σταματάς, και περιμένεις με αγωνία να φτάσετε στη βάση της σκάλας. Κοιτάς το ρολόι σου. Πρέπει να βιαστείς, όπου να'ναι θα φτάσει ο συρμός.
     Επιτέλους, φτάνετε κάτω. Προσπερνάς βιαστικά την ανθρώπινη νησίδα και προσπαθείς να τρέξεις. Αλλά κάτι περίεργο συμβαίνει. Δεν μπορείς να επιταχύνεις. Κάθε σου βήμα θαρρείς και σε αφήνει εκεί που ήσουν. Αχ, αυτά τα γυαλιστερά πατώματα!
     Δε γίνεται, σκέφτεσαι, πώς θα τρέξω;
     - Χρειάζεσαι πατίνια, όχι παπούτσια! φωνάζουν και τα δυο παπούτσια σου μαζί. 
     Αυτή τη φορά τα ακούς, δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς. Περιορίζεσαι να περπατάς, όσο πιο γρήγορα γίνεται και, αργά και μεθοδικά, γλιστράς προς τις επόμενες σκάλες.
     Ξαφνικά, ακούς έναν ήχο: έρχεται ο συρμός! Πρέπει να βιαστείς! Έλα, μερικά βήματα ακόμη και θα βρεθείς στο βασίλειο του αγυάλιστου πατώματος, εκεί όπου δεν χρειάζεται να ξέρεις πατινάζ. Βιάσου!
     Πλησιάζεις στην κορυφή της σκάλας, ενώ ο συρμός ακούγεται να ξεφυσάει καθώς έχει μόλις σταματήσει και ανοίγει τις πόρτες του. Πατάς το πόδι σου στο πρώτο σκαλί. Τρέξε! Τρέξε! Ωχ! Ωχ! φωνάζουν τα πόδια σου, μαζί με τα γόνατά σου. Πιιιιιιιιιιιιιπ! ακούγεται από το συρμό.
     Τέσσερα σκαλιά ακόμα, τρία, δύο, ένα... μερικά μέτρα....φσσσσσττττ! και οι πόρτες κλείνουν. Ο συρμός απομακρύνεται αργά και με μεγαλοπρέπεια, σαν κύκνος μέσα σε λίμνη. Κοιτάς τον πίνακα. Επόμενος συρμός σε 8 λεπτά.
     Μένεις στη θέση σου, σαν δρομέας που έχασε τη νίκη επάνω στο νήμα. Και το μόνο που μπορείς να σκεφτείς είναι: τσάμπα το τρέξιμο!

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Να ζεις

     

     Να ζεις. Να ανασαίνεις. Να γελάς, να κλαις, να νιώθεις. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να σκέφτεσαι, να ονειρεύεσαι. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να μιλάς, να ακούς, να τραγουδάς. Να ακούς. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να τρως, να γεύεσαι. Να πίνεις, να γεύεσαι. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να περπατάς με παπούτσια, να περπατάς ξυπόλητος. Να τρέχεις μόνος, να τρέχεις με παρέα. Να χορεύεις με μουσική, να χορεύεις χωρίς μουσική. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να ταξιδεύεις. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να μυρίζεις τα λουλούδια, να μυρίζεις την βροχή, να μυρίζεις το φρεσκοψημένο ψωμί. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να βλέπεις τον ήλιο, να βλέπεις τα αστέρια, να βλέπεις όνειρα. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να ακούς τα τζιτζίκια, να ακούς τις βροντές. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να κολυμπάς στην πισίνα, να κολυμπάς στη θάλασσα. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να αγαπάς, να μισείς, να λατρεύεις, να αντιπαθείς. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να αγκαλιάζεις, να χαϊδεύεις. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να απογοητεύεσαι, να ελπίζεις. Να νιώθεις άνθρωπος.
     Να ζεις. Να ξυπνάς. Να κοιμάσαι. Να ξυπνάς. Να κοιμάσαι.
     Να μην σκέφτεσαι. Να μην ονειρεύεσαι. Να μιλάς. Να τρως. Να ακούς. Να βλέπεις. Να τρέχεις. Να τρέχεις. Να δουλεύεις, να μη δουλεύεις. Να κλαις. Να κλαις. Να περπατάς, να σέρνεσαι. Να σέρνεσαι. Να ανασαίνεις. Να μη νιώθεις. Να μη νιώθεις. Να νιώθεις σκουπίδι.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Εναλλακτική πραγματικότητα



     Μια φορά κι έναν καιρό, στο βασίλειο της Μυροχώρας, όπου όλοι οι κάτοικοι μοσχομύριζαν καθαριότητα και σαπούνι, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Είχαν προσπαθήσει πάρα πολύ και είχαν δοκιμάσει όλα τα γιατροσόφια που τους είχαν πει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
     Ο βασιλιάς ήταν πολύ στενοχωρημένος που δεν θα αποκτούσε διάδοχο και όλο κάπνιζε, και το βράδυ, όταν η βασίλισσα κοιμόταν και δεν τον έβλεπε, έκλαιγε και μούσκευε όλα τα μαντήλια του, εκείνα με το βασιλικό μονόγραμμα επάνω. Και η βασίλισσα λυπόταν πολύ που δεν μπορούσε να ευχαριστήσει το βασιλιά της και, επιπλέον, που δε θα είχε και εκείνη μία πριγκηπισσούλα - κατά προτίμηση - να της πλέκει κοτσιδάκια τα μακριά μαλλάκια της. Ώρες ολόκληρες καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρό της και παρακαλούσε, πότε τον ήλιο - την ημέρα - πότε το φεγγάρι - τη νύχτα, να της στείλουν ένα παιδάκι. Αλλά και ο ήλιος και το φεγγάρι, είχαν άλλες δουλειές σοβαρότερες να κάνουν.
     Μια μέρα, έτυχε να περνάει από εκείνα τα μέρη μια γριά μάγισσα, που όταν άκουσε το πρόβλημα του βασιλικού ζευγαριού ζήτησε αμέσως να τους δει.
     - Εγώ μπορώ να το λύσω το πρόβλημά σας, είπε στο βασιλιά, αφού γονάτισε και έσκυψε μέχρι που η μακριά της μύτη ακούμπησε στο πάτωμα.
     - Αλήθεια; ρώτησε ο βασιλιάς όλο ελπίδα. Αν με βοηθήσεις και αποκτήσω έναν ωραίο, έξυπνο και δυνατό γιο, θα σε γεμίσω χρυσάφι, της είπε.
     - Να μου δώσεις μονάχα το δαχτυλίδι με τη μεγάλη πέτρα που φοράς στο δάχτυλό σου, του είπε η μάγισσα και έτσι έκλεισε η συμφωνία.
     Η μάγισσα έβγαλε μέσα από το σακούλι της ένα μάτσο με βότανα και είπε στο βασιλιά να πίνει δύο ποτήρια την ημέρα. Ύστερα, έφυγε από το παλάτι λέγοντας ότι θα ξαναγύριζε σε μερικούς μήνες για την πληρωμή της.
     Ο βασιλιάς ξεκίνησε αμέσως τη θεραπεία, αν και τα βότανα της μάγισσας μύριζαν πολύ άσχημα. Έπινε δύο ποτήρια την ημέρα και ύστερα από λίγες βδομάδες - θαύμα! - η βασίλισσα έμεινε έγκυος!
     Πολλοί είπαν ότι ήταν ψέμα, ότι η βασίλισσα είχε απλώς πρήξιμο, αλλά έκαναν λάθος. Η κοιλιά της μεγάλωνε συνέχεια, μέχρι που, εννέα μήνες μετά, γέννησε ένα πανέμορφο αγοράκι. Τότε εμφανίστηκε και η μάγισσα για την αμοιβή της και ο βασιλιάς, όλος χαρά, της χάρισε το δαχτυλίδι του με τη μεγάλη πέτρα.
     Ο μικρός πρίγκηπας ήταν το πιο όμορφο και το πιο έξυπνο παιδάκι που μπορεί κανείς να φανταστεί, και όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφος, όλο και πιο δυνατός, όλο και πιο έξυπνος. Αλλά είχε ένα πρόβλημα: δεν άντεχε τη μυρωδιά του σαπουνιού. Κάθε φορά που τον έκαναν μπάνιο οι βασιλικές καμαριέρες, εκείνος γινόταν κατακόκκινος και έβγαζε σπυράκια.
     Ο βασιλιάς έστειλε να φωνάξουν τη μάγισσα και εκείνη, όταν άκουσε το πρόβλημα, του είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα καθώς ήταν παρενέργεια από τα βρωμερά βοτάνια που του είχε δώσει για να πιει. Τον συμβούλεψε, δε, να μην ανησυχεί και ότι δεν ήταν και τόσο σημαντικό. Και, εδώ που τα λέμε, δίκιο είχε. Μόνο που ο πρίγκηπας λάτρευε τη μυρωδιά του κρεμμυδιού, του σκόρδου, του κουνουπιδιού, όλες εκείνες τις μυρωδιές, δηλαδή, που οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν αγαπούν ιδιαίτερα.
     Τα χρόνια περνούσαν και ο πρίγκηπας έφτασε σε ηλικία γάμου. Και, καθώς ήταν πολύ ωραίος και δυνατός, όλες οι πριγκήπισσες των γύρω βασιλείων ήθελαν να τον παντρευτούν. Άρχισαν, λοιπόν, οι σύμβουλοι του παλατιού να προξενεύουν στο νεαρό πρίγκηπα τη μία πριγκήπισσα μετά την άλλη. Και ήταν όλες τους πανέμορφες: άλλη κατάξανθη σαν τα καλοκαιρινά στάχυα, άλλη μελαχρινή με παχιές πλεξούδες σαν καραβόσκοινα, άλλη με αγγελική φωνή, όλες ήταν αξιαγάπητες και ο πρίγκηπας δεν ήξερε ποια να πρωτοδιαλέξει.
     Όμως, υπήρχε ένα πρόβλημα: μόλις ο πρίγκηπας δεχόταν να δει μια πριγκήπισσα και βρισκόταν μαζί της στο βασιλικό σαλόνι, με το που η πριγκήπισσα πλησίαζε λίγο πιο κοντά του, εκείνος έκανε "πιφ", σηκωνόταν και έφευγε.
     - Δεν την μπορώ, έλεγε στους συμβούλους, αυτή βρωμάει!
     - Μα, μεγαλειότατε, ίσα-ίσα που μοσχοβολάει σα γιασεμί!
     - Αποκλείεται να την παντρευτώ, δεν την αντέχω! Φέρτε μου την επόμενη!
     Ερχόταν η επόμενη πριγκήπισσα την επόμενη μέρα, κάθονταν στο βασιλικό σαλόνι, έσκυβε η πριγκήπισσα κάτι να του πει πιο εμπιστευτικό, "πιφ" έκανε εκείνος και εξαφανιζόταν.
     - Τι μου τη φέρατε αυτήν την πριγκήπισσα; ρωτούσε εκνευρισμένος. Βρωμάει από ένα χιλιόμετρο μακριά.
     - Μα, μεγαλειότατε, μυρίζει σαν κανέλλα!
     - Δε θέλω να ακούσω τίποτα, να φύγει! έλεγε εκείνος.
     Και η παρέλαση των υποψήφιων πριγκηπισσών συνεχιζόταν.
     Ήταν και μια πριγκήπισσα που, μόλις είδε τον πρίγκηπα μπροστά της στο βασιλικό σαλόνι, τον ερωτεύτηκε τόσο, που όταν της είπαν ύστερα ότι ο πρίγκηπας την είχε απορρίψει, πήγε να πεθάνει από τον καημό της.
     - Μην στενοχωριέσαι, της έλεγε η μητέρα της, δε χάθηκε ο κόσμος. Υπάρχουν και άλλοι πολλοί πρίγκηπες. Θα σου βρούμε έναν ακόμα καλύτερο.
     - Εγώ δε θέλω άλλον, αυτόν θέλω! έλεγε και έκλαιγε η πριγκήπισσα.
     Μάταια προσπάθησαν να την κάνουν να αλλάξει γνώμη. Εκείνη είχε αποφασίσει να τον παντρευτεί, ο κόσμος να χαλούσε. Έτσι, έβαλε έναν άνθρωπό της στο παλάτι να μάθει γιατί είχε απορριφθεί και όταν έμαθε την ιδιαιτερότητα του πρίγκηπα, πήρε μια μεγάλη απόφαση.
     - Δε θα πλυθώ απόψε, είπε στην πριγκηπική της καμαριέρα. Και φέρε μου κρεμμύδια, πολλά κρεμμύδια!
     Η καμαριέρα έφερε τα κρεμμύδια, και η πριγκήπισσα τα πήρε και τρίφτηκε με αυτά.
     - Και τώρα, οδηγήστε με ξανά στον πρίγκηπα! είπε.
     Ο πρίγκηπας θεώρησε περίεργο να ξαναδεί μια πριγκήπισσα που είχε απορρίψει, αλλά της έδωσε μια ευκαιρία ακόμη. Έτσι, όταν βρέθηκαν οι δυο τους στο βασιλικό σαλόνι, προσπάθησε να είναι ευγενικός. Όταν, όμως, πάλι τον πλησίασε λίγο η πριγκήπισσα, πάλι εκείνος έκανε "πιφ".
     Η πριγκήπισσα γύρισε στο παλάτι στενοχωρημένη, αλλά αποφασισμένη για μεγαλύτερες θυσίες.
     - Ούτε απόψε θα πλυθώ, είπε στην πριγκηπική της καμαριέρα, που την κοιτούσε λίγο περίεργα. Και φέρε μου σκόρδα, πολλά σκόρδα!
     Έτσι και έκανε η καμαριέρα, και η πριγκήπισσα τρίφτηκε και με τα σκόρδα. Και πάλι πήγε στον πρίγκηπα, και πάλι εκείνος έκανε "πιφ", ύστερα από λίγο.
     - Μην επιμένεις, της είπε, να προσπαθείς, το ξέρω, είμαι λίγο περίεργος, αλλά δεν μπορείς να κερδίσεις μια θέση στην καρδιά μου. Εντάξει, μυρίζεις λίγο καλύτερα τώρα, αλλά και πάλι δεν την αντέχω τη μυρωδιά σου. Επιπλέον, εγώ θέλω μια γυναίκα χοντρή, και εσύ είσαι πολύ αδύνατη. Πώς θα σταθείς πλάι μου; Λυπάμαι, μην επιμένεις.
     Και έφυγε από το βασιλικό σαλόνι. Όμως, δεν ήξερε με τι επίμονη πριγκήπισσα τα είχε βάλει.
     Εκείνο το βράδυ, η πριγκήπισσα έκανε νέα ανακοίνωση.
     - Δε θα πλυθώ ποτέ ξανά, είπε στην καμαριέρα της. Και φέρε μου φαγητό, πολύ φαγητό!
     Έτσι κι έγινε, και η πριγκήπισσα χόντρυνε πολύ και έγινε στρογγυλή σα μία μπάλα. Επίσης, σταμάτησε να πλένεται και άρχισε σιγά-σιγά να μυρίζει σα βρωμερό βοτάνι. Όταν, λοιπόν, έγινε όσο πιο χοντρή και όσο πιο βρωμερή μπορούσε να γίνει, ζήτησε και πάλι ακρόαση από τον πρίγκηπα. Και εκείνος, που ακόμη δεν είχε βρει την εκλεκτή της καρδιάς του, αποφάσισε να τη δεχτεί για μια τελευταία φορά.
     Και πήγε η πριγκήπισσα στο παλάτι και όλοι έκαναν μεγάλο χώρο να περάσει, και όχι μόνο από σεβασμό. Και μόλις μπήκε η πριγκήπισσα στο σαλόνι και την είδε ο πρίγκηπας, στρογγυλή-στρογγυλή σαν κεφάλι γραβιέρας, κάτι σκίρτησε μέσα του. Και όταν έσκυψε προς το μέρος του, τάχα να ισιώσει τις πιέτες του φορέματός της, τότε ήταν που ο πρίγκηπας την αγάπησε.
     - Αυτή είναι η γυναίκα που θα παντρευτώ, είπε, και όλοι δόξασαν το Θεό που βρέθηκε επιτέλους η νύφη.
     Οι γάμοι έγιναν γρήγορα και στο τραπέζι του γάμου σερβιρίστηκε άφθονο κουνουπίδι και κρεμμυδόσουπα, και είχαν και τζατζίκι για ορεκτικό.
     Και έζησαν όλοι καλά και εμείς καλύτερα. Κι αν αναρωτηθεί κανείς πώς μου ήρθε αυτό το παραμύθι, είναι επειδή σήμερα στο μετρό συνάντησα μια τέτοια πριγκήπισσα ακριβώς. Και εμφανισιακά και οσφρητικά. Δύο στα δύο. Τον πρίγκηπα μόνο δεν είδα, αλλά ας υποθέσουμε ότι την περίμενε κάπου στον Άγιο Ιωάννη, αφού εκεί κατέβηκε. Να θυμηθώ να του ανάψω ένα κεράκι.

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Πολιτική χειραφέτηση


     Όταν πρωτοακούστηκαν οι φήμες, το λιοντάρι δεν έδωσε σημασία. Ούτε όταν οι φήμες συνεχίστηκαν έδωσε. Να, όμως, που ήρθε το τέλος της βασιλείας του. Ήταν μια μέρα συνηθισμένη, ούτε πολύ κρύα, ούτε πολύ ζεστή. Κι όμως, ήταν μια μέρα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
     Τα ζώα μαζεύτηκαν όλα μαζί και απαίτησαν από το λιοντάρι να πάψει να το παίζει αφεντικό.
     - Θέλουμε δημοκρατία, είπαν.
     - Και τι θα πει "δημοκρατία"; ρώτησε εκείνο, που ήθελε να κερδίσει λίγο ακόμα χρόνο στον θρόνο.
     - Είναι το πολίτευμα του μέλλοντος, είπαν με ένα στόμα όλα μαζί. Τέρμα πια η βασιλεία, όλοι έχουμε δικαίωμα στην εξουσία!
     Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε το λιοντάρι, τι να κάνει που οι άλλοι ήταν πάρα πολλοί και δεν μπορούσε να τα βάλει με όλους μαζί; Αναγκάστηκε να αποδεχτεί τη μοίρα του. Έτσι, μέσα σε δυνατούς πανηγυρισμούς, το πολίτευμα των ζώων άλλαξε.
     - Και τώρα τι κάνουμε; ήταν η επόμενη ερώτηση.
     - Μα, θα ψηφίσουμε, φυσικά, είπε η κουκουβάγια που ήξερε τα πάντα. Θα κάνουμε εκλογές. Όποιος θέλει να κυβερνήσει, ας το δηλώσει εδώ και τώρα, αν και το πιο σωστό θα ήταν να κυβερνήσω εγώ, καθότι σοφή.
      - Μωρέ τι μας λες; ρώτησε η αλεπού. Πού ακούστηκε να κυβερνούν οι σοφοί; Το είδες πουθενά να συμβαίνει;
     Η κουκουβάγια δεν το είχε δει και σώπασε.
     - Εγώ λέω, είπε η γάτα, να ψηφίσετε εμένα. Είμαι η πιο κατάλληλη. Άλλωστε και οι Αιγύπτιοι, που ήταν πανέξυπνοι, είχαν καταλάβει την ανωτερότητά μας. Όλες οι γάτες στην αρχαία Αίγυπτο απολάμβαναν ένα σωρό τιμές...
     - Α, όχι άλλα αιλουροειδή! πετάχτηκε ο ελέφαντας. Νομίζω ήρθε ο καιρός να κυβερνήσω εγώ. Είμαι μεγαλόσωμος, δυνατός, ατρόμητος, θα υπερασπιστώ τα ζώα μέχρι...ΜΑΜΑ ΜΟΥ!
     - Σιγά τον ατρόμητο! είπε ο ποντικός και γέλασε δυνατά, βλέποντας τον ελέφαντα να τρέμει από το φόβο του. Ψηφίστε καλύτερα εμένα, που με φοβούνται μέχρι και οι ελέφαντες, για να μη μιλήσω και για τους ανθρώπους. Ψηφίστε με να νιώσετε ασφαλείς.
     Εκείνη την ώρα, μια γάτα που βρισκόταν εκεί κοντά έκανε μια χαπ! και τον βούτηξε τον ποντικό. Ποτέ ξανά δεν ακούστηκε η φωνή του.
     - Η λύση είναι μία, πετάχτηκε και η αρκούδα. Ψηφίστε εμένα. Ούτε ποντίκια φοβάμαι, ούτε ανθρώπους. Είμαι δυνατή και θα σας προστατέψω, χωρίς αμφιβολία.
     - Θα μας προστατεύεις και το χειμώνα; πετάχτηκε η χελώνα. Ή θα εξαφανιστείς όπως εξαφανίζεσαι με τα πρώτα χιόνια;
     - Ναι, ναι, τι να σε κάνουμε αν κοιμάσαι το μισό χρόνο; είπαν και τα υπόλοιπα ζώα και η αρκούδα επέστρεψε στη θέση της ντροπιασμένη.
     - Εμένα θα πρέπει να ψηφίσετε, είπε τότε η χελώνα. Είμαι επίμονη και πετυχαίνω όλους τους στόχους μου. Όλος ο κόσμος ξέρει ότι η προ-προ-προ-προ-προ-προγιαγιά μου νίκησε το λαγό στο τρέξιμο.
     - Ναι, πετάχτηκε και ο λαγός, μια φορά κέρδισε η χελώνα και το έκαναν θέμα. Όλες τις άλλες φορές κέρδιζε ο λαγός, κανείς δεν είπε τίποτα.
     - Δεν ακούω τίποτα, είπε και ο λύκος. Αν υπάρχει κάποιος που έχει τα προσόντα να κυβερνήσει, αυτός είμαι εγώ. Και μόνο στο άκουσμα του ονόματός μου οι άλλοι λουφάζουν. Συνδέομαι με δεσμούς αίματος με το λύκο της Κοκκινοσκουφίτσας από την πλευρά του πατέρα μου και με το λύκο των τριων γουρουνιών από την πλευρά της μητέρας μου. Ο δε λύκος των επτά κατσικιών είναι δεύτερος ξάδερφος του πατέρα μου. Αν θέλετε προστασία, η λύση είναι μία: λύκος.
     - Και σιγά τα πρόσωπα που μας φέρνεις για παράδειγμα! είπε η αλεπού. Από την πλευρά της μητέρας σου φυσάτε χωρίς αποτέλεσμα, και από την πλευρά του πατέρα σου και του ξαδέρφου του πεθαίνετε από πνιγμό.
     - Φήμες, είπε ο λύκος και αποσύρθηκε ανάμεσα στα γέλια των υπόλοιπων ζώων, και κυρίως των κατσικιών και των γουρουνιών.
     - Ενώ, αν ψηφίσετε εμένα, είπε η αλεπού, θα υπερασπιστώ τα δικαιώματά σας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
     - Και σιγά μην μπορούμε να σου έχουμε εμπιστοσύνη! είπε το κοράκι. Η προ-προ-προ-γιαγιά σου δεν ήταν που έπαιρνε το φαγητό από το στόμα των άλλων;
     - Ψηφίστε εμένα, είπε η νυχτερίδα, που έχω συγγένεια με τον δράκουλα των Καρπαθίων. Δεν πρόκειται να σας πειράξει κανείς, όσο θα κυβερνάω εγώ.
     - Βρε, άντε κοιμήσου, της είπε μια χήνα, που είχες αϋπνίες και ήρθες εδώ να διασκεδάσεις! Εμείς θέλουμε κυβερνήτη σοβαρό. Εγώ, πάντως, αν θέλετε να με ψηφίσετε, σας πληροφορώ ότι γνωρίζω προσωπικά τον Μάρτιν, τη χήνα του Νιλς Χόλγκερσον.
     - Γιατί δεν ψηφίζετε εμένα; είπε ο βάτραχος. Θα είμαι καλός κυβερνήτης.
     - Άσ'τα αυτά, κρυφοβασιλικέ, είπε η κουκουβάγια. Το λες για να σε ψηφίσουμε και ύστερα να μεταμορφωθείς σε βασιλιά και πάλι να έχουμε βασιλεία. Εμείς θέλουμε δημοκρατία, δη-μο-κρα-τί-α!
     Τα αίματα είχαν ανάψει πολύ. Λίγο-πολύ, όλοι ήθελαν να γίνουν αρχηγοί.
     - Μήπως να γινόμουν εγώ κυβερνήτης; ρώτησε το μυρμήγκι.
     - Είσαι με τα καλά σου; φώναξαν τα άλλα ζώα. Πρώτον, είσαι πολύ μικρόσωμο για κυβερνήτης και, δεύτερον, αν κυβερνήσεις εσύ θα μας στρώσεις στη δουλειά! Γύρνα πίσω στη φωλιά σου.
     - Σκεφτείτε ξανά τη δική μου υποψηφιότητα, είπε και η κουκουβάγια.
     - Ποτέ! είπαν τα ζώα. Δεν φτάνει που τα ξέρεις όλα και γι'αυτό έχεις ύφος, αν γίνεις και κυβερνήτης θα ξιπαστείς περισσότερο. Εσύ, το πολύ-πολύ, να αναλάβεις το υπουργείο παιδείας.
     - Και ποιος θα κυβερνήσει τελικά; Κανένας δεν είναι κατάλληλος.
     - Μήπως να κυβερνούσα εγώ; είπε τότε το λιοντάρι. Έχω εμπειρία και θα κυβερνήσω σωστά. Ψηφίστε εμένα.
     - Ναι, αλλά αν σε ψηφίσουμε δε θα είσαι βασιλιάς, είπαν τα ζώα. Θα είσαι εκλεγμένος ηγέτης και ως τέτοιος θα πρέπει να φέρεσαι.
     - Κανένα πρόβλημα, είπε το λιοντάρι.
     Και έτσι, αυτή τη συνηθισμένη μέρα, την όχι πολύ κρύα, ούτε πολύ ζεστή, το λιοντάρι θα τη θυμόταν για πάντα ως τη μέρα που ανέλαβε δημοκρατικά την κυβέρνηση των ζώων. Δεν άλλαξε τίποτα από ό,τι έκανε ως τότε. Συνέχισε να διοικεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μόνο που τώρα, κάθε τέσσερα χρόνια επαναλαμβανόταν η ίδια συζήτηση, μέχρι να τον ξαναψηφίσουν τα υπόλοιπα ζώα.
     Και, έτσι, τα ζώα απόκτησαν δημοκρατία. Τουλάχιστον, έτσι λένε.

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Αλλαγή θέσης


    
     Το πρόβλημα ξεκινάει από το πρωί. Τότε είναι και που παθαίνεις το πρώτο σοκ: η πόρτα του μπάνιου εξαφανίστηκε!
     Έντρομος, προσπαθείς να καταλάβεις τι έχει γίνει. Όλα φαίνονται να είναι στη θέση τους, η μπαλκονόπορτα, η πόρτα του δωματίου, το κρεβάτι δίπλα από την μπαλκονόπορτα, εσύ επάνω στο κρεβάτι, η πόρτα του μπάνιου όμως πού έχει πάει;
     Δεν μπορεί, σκέφτεσαι, οι πόρτες δεν εξαφανίζονται έτσι. Ποτέ δε διάβασες κάποια τέτοια είδηση στην εφημερίδα, ούτε άκουσες κάτι τέτοιο να έχει συμβεί. Κι όμως το γεγονός παραμένει: η πόρτα του μπάνιου σου δεν είναι εκεί που ήταν.
     Πού μπορεί να έχει πάει μια πόρτα μπάνιου; Και, πρώτα-πρώτα, γιατί να φύγει; Μήπως της συνέστησαν ιαματικά λουτρά με λάδι; Μα αφού δεν έτριζε, ήταν και συρόμενη! Μήπως δεν τα πήγαινε καλά με την άλλη πόρτα του δωματίου; Ή, μήπως, με την μπαλκονόπορτα; Οι μπαλκονόπορτες τείνουν να είναι ξιπασμένες, επειδή έρχονται σε επαφή με τον έξω κόσμο. Λες να τσακώθηκαν οι δυο τους και γι'αυτό να έφυγε η πόρτα του μπάνιου;
     Τέλος πάντων, αν έφυγε, έφυγε. Αλλά τώρα, πώς θα μπεις στο μπάνιο; Είναι ένα αντικειμενικό πρόβλημα. Η πόρτα, όσο να'ναι, πρόσφερε έναν τρόπο εισόδου...
     Μήπως θα πρέπει να ψάξεις για κάποιο μυστικό πέρασμα στον τοίχο; Κάποιο πέρασμα που εμφανίζεται αν πεις "άνοιξε σουσάμι"; Και ποιος είπε ότι το "άνοιξε σουσάμι" λειτουργεί σαν πασπαρτού; Αν υπάρχει μαγική φράση θα είναι κάποια άλλη.
     Είναι, τελικά, πολύ χρήσιμη μια πόρτα μπάνιου. Και η σκέψη ότι πίσω από τον τοίχο υπάρχει ένα μπάνιο, σου κάνει εντονότερη την ανάγκη να το επισκεφτείς...
     Και, ξαφνικά, ανάμεσα στις τόσες εναλλακτικές υποθέσεις που μπορεί να υπάρχουν, ξεπροβάλλει σαν τον ήλιο η μόνη σωστή - και ουχί εναλλακτική - υπόθεση: η πόρτα του μπάνιου ποτέ δεν έφυγε από τη θέση της, είναι εκεί ακριβώς που θα έπρεπε να είναι. Είναι στην είσοδο του μπάνιου, το οποίο βρίσκεται έξω από το δωμάτιό σου.
     Βλέπεις, δεν βρίσκεσαι πια στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου βρισκόσουν τις τελευταίες μέρες, έχεις πια επιστρέψει στο δικό σου δωμάτιο, παρόλο που το μυαλό σου προφανώς αρνείται να ακολουθήσει το σώμα σου.
     Και μαζί με τη συνειδητοποίηση της γεωγραφικής σου θέσης, έρχεται και η συνειδητοποίηση της χρονικής, την οποία ακολουθεί το επόμενο και μεγαλύτερο σοκ: πρέπει να πας στη δουλειά! Αυτό κι αν είναι σοκ!

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Σε μια λίμνη, μια φορά

   
  
     - Γεια σου! είπε ο κύκνος.
     - Γεια σου! του απάντησε ο κολλητός του.
     - Όλα καλά; ρώτησε.
     - Όλα καλά, απάντησε ο άλλος.
     - Πάμε μια βόλτα; πρότεινε.
     - Πάμε μια βόλτα, συμφώνησε ο άλλος.
     Με αργές, όλο χάρη κινήσεις, ο κύκνος άρχισε να γλιστράει στη λίμνη. Ο φίλος του, όλο χάρη και εκείνος, τον ακολουθούσε, χωρίς στιγμή να μένει πίσω.
     - Ωραία είναι εδώ, είπε ο κύκνος.
     - Ωραία είναι εδώ, είπε ο φίλος του.
     Συνέχισαν τη βόλτα τους ώρα πολλή. Και, κάποια στιγμή ο κύκνος ένιωσε μια λιγούρα.
     - Πείνασα, είπε.
     - Πείνασα, είπε και ο φίλος του.
     - Ας φάμε.
     - Ας φάμε.
     Στη στιγμή, ο κύκνος βούτηξε το κεφάλι του στη λίμνη. Το ίδιο έκανε και ο άλλος. Δευτερόλεπτα μετά, και οι δυο είχαν στο ράμφος τους από ένα χορταράκι.
     - Ωραίο χορταράκι βρήκες, είπε ο κύκνος.
     - Ωραίο χορταράκι βρήκες, του είπε και ο φίλος του.
     - Όχι, το δικό σου είναι καλύτερο.
     - Όχι, το δικό σου είναι καλύτερο.
     - Το δικό σου!
     - Το δικό σου!
     - Μην επιμένεις, θέλεις να τσακωθούμε;
     - Μην επιμένεις, θέλεις να τσακωθούμε;
     Ο κύκνος άρχισε να θυμώνει πραγματικά.
     - Με κοροϊδεύεις; ρώτησε.
     - Με κοροϊδεύεις; ρώτησε και ο άλλος.
     - Όχι, εσύ με κοροϊδεύεις!
     - Όχι, εσύ με κοροϊδεύεις!
     - Όχι, εσύ!
     - Όχι, εσύ!
     Α, αυτό πήγαινε πολύ!
     - Τώρα θα δεις! είπε ο κύκνος και βούτηξε το κεφάλι του στη λίμνη.
     - Τώρα θα δεις! είπε και ο άλλος και έκανε το ίδιο.
     Όμως, με το που βούτηξε το κεφάλι του στο νερό, ο άλλος κύκνος είχε εξαφανιστεί. Έψαξε από εδώ, έψαξε από εκεί, πουθενά ο κολλητός του.
     Έβγαλε το κεφάλι του έξω από το νερό για να πάρει ανάσα, να'σου τον πάλι ο φίλος του να τον κοιτάζει σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
     - Α, εδώ είσαι;
     - Α, εδώ είσαι;
     - Ε, δεν υποφέρεσαι, είπε και ξαναβούτηξε αμέσως, πριν καλά-καλά ο άλλος ολοκληρώσει την φράση του.
     Αλλά πάλι, ο άλλος είχε εξαφανιστεί.
     - Πώς το κάνεις αυτό; ρώτησε όταν έβγαλε το κεφάλι του από το νερό και είδε τον άλλον να τον κοιτάζει.
     - Πώς το κάνεις αυτό; τον ρώτησε και ο άλλος.
     - Α, εσύ δε βάζεις μυαλό, είπε και ξαναβούτηξε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
     Αλλά όσο κι αν έψαξε, πάλι δεν βρήκε τον άλλον.
     - Τι κάνεις εκεί; ρώτησε ένας πελεκάνος που περνούσε από εκεί κοντά.
     - Να, είπε εκείνος, θέλω να δείρω έναν κύκνο, αλλά όλο μου κρύβεται και δεν μπορώ να τον βρω.
     - Ποιον κύκνο θέλεις να δείρεις; ρώτησε ο πελεκάνος.
     - Να, αυτόν, είπε και έδειξε τον άλλο κύκνο, που τώρα τον έδειχνε και εκείνος σε έναν άλλο πελεκάνο.
     - Μα, χαζός είσαι; τον ρώτησε ο πελεκάνος. Ο άλλος κύκνος είσαι εσύ!
     - Τι βλακείες είναι αυτές; είπε ο κύκνος. Εγώ είμαι εδώ, δεν μπορώ να είμαι και εκεί!
     - Κι όμως, σου λέω, ότι αυτό που μου έδειξες ήταν απλώς η αντανάκλασή σου.
     - Δεν ξέρεις τι λες! είπε θυμωμένος ο κύκνος. Ξέρω πολύ καλά τι βλέπω, και θα σου το αποδείξω αμέσως. Θα τον πιάσω και θα τον φέρω εδώ, μπροστά σου. Και τότε να δω τι θα μου πεις!
     - Μα... ξεκίνησε να λέει ο πελεκάνος, αλλά ο κύκνος είχε ήδη ξαναβουτήξει.
     Ο πελεκάνος αναστέναξε. Αν ο άλλος είναι χαζός και επιμένει στη χαζομάρα του, τι μπορείς να του κάνεις εσύ; Αργά, αργά, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε ψηλά, πάνω από τη λίμνη.
     Και ο κύκνος, ακόμα ψάχνει.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Φαύλος κύκλος



      - Ωχ! φώναξε ο λαγός καθώς γλίστρησε, έπεσε και χτύπησε πάνω στη φουντωτή ουρά του.
     Μα πώς έπεσε; Αχά, ποιος έριξε τα νερά στο δρόμο;
     - Θα σου κάνω μήνυση! φώναξε στη νυφίτσα, που εκείνη την ώρα σφουγγάριζε το μπαλκόνι της.
     - Γιατί; ρώτησε εκείνη.
     - Εσύ φταις που έπεσα! Σφουγγαρίζεις και ρίχνεις τα νερά κάτω. Έτσι γλίστρησα και έπεσα.
     - Μωρέ, τι μας λες; είπε η νυφίτσα, θιγμένη. Ας πρόσεχες!
     - Δε φτάνει που έγινες η αιτία να χτυπήσω, ζητάς και τα ρέστα, είπε ο λαγός. Θα σου δείξω εγώ! Αστυνομία! φώναξε.
     - Τι συμβαίνει; είπε ο ασβός ο αστυνομικός που εκείνη την ώρα κατά τύχη περνούσε από εκεί κοντά.
     - Η κυρία από εδώ - ο Θεός να την κάνει κυρία, δηλαδή - έριξε νερά στο δρόμο και γλίστρησα και έπεσα.
      - Μόνος του έπεσε, φώναξε η νυφίτσα από το μπαλκόνι, μην τον ακούτε. Δεν πρόσεχε και γλίστρησε. Τόσος κόσμος περνάει, γιατί δεν γλίστρησε κανένας άλλος παρά μόνο αυτός;
     - Υπάρχει κανένας μάρτυρας; ρώτησε ο αστυνομικός.
     - Εγώ, κύριε αστυφύλακα, φώναξε ο ποντικός. Ήμουν ακριβώς απέναντι όταν έπεσε ο λαγός και τα είδα όλα.
     - Τι είδες, δηλαδή;
     - Είδα το λαγό να τρέχει, και ύστερα να γλιστράει και να πέφτει.
     - Τρέχατε; ρώτησε το λαγό ο αστυνομικός.
     - Ναι, είπε εκείνος, αλλά πώς να μην τρέχω όταν με κυνηγάει η αλεπού; Εκείνη φταίει που έτρεχα!
     - Τον κυνηγούσε η αλεπού; ρώτησε ο αστυνομικός τον ποντικό.
     - Δεν ξέρω, εγώ δεν την είδα την αλεπού.
     - Φωνάξτε την αλεπού, είπε ο αστυνομικός. Θέλω να την ανακρίνω.
     Ύστερα από λίγο, εμφανίστηκε η αλεπού.
     - Δεν καταλαβαίνω τι με θέλετε, είπε.
     - Κυνηγούσατε το λαγό τώρα πριν από λίγο;
     - Όχι βέβαια, γιατί να τον κυνηγήσω;
     - Ψέματα λέει! πετάχτηκε ο λαγός. Αφού έτρεχε στο κατόπι μου.
     - Κύριε αστυφύλακα, δεν ξέρω τι σας είπαν, όμως εγώ δεν έτρεχα πίσω από το λαγό.
     - Και πίσω από τι τρέχατε;
     - Από τίποτα, απλώς έκανα την πρωινή μου γυμναστική. Από πότε απαγορεύεται το πρωινό τζόκινγκ;
     Η αλήθεια ήταν ότι δεν απαγορευόταν.
     - Ώστε δεν τον κυνηγούσατε το λαγό;
     - Φυσικά και όχι.
     - Κάνετε τζόκινγκ κάθε πρωί;
     - Όχι, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω πάρει μερικά κιλά και η αρκούδα συνέχεια σχολιάζει τη σιλουέτα μου. Έπρεπε να χάσω τα κιλά και να την κάνω να σταματήσει να με σχολιάζει. Γι'αυτό τρέχω κάθε πρωί. Για να αδυνατίσω.
     Αλήθεια ήταν, άραγε;
     - Άρα η αρκούδα φταίει που έπεσα, πετάχτηκε ο λαγός. Αν δεν σχολίαζε τη σιλουέτα της αλεπούς, εκείνη δε θα έτρεχε και εγώ δε θα είχα γλιστρήσει.
     - Φωνάξτε την αρκούδα! είπε ο αστυνομικός.
     Η αρκούδα ήρθε μασουλώντας μία κερήθρα.
     - Τι με θέλετε; ρώτησε.
     - Εσείς σχολιάζετε τη σιλουέτα της αλεπούς;
     - Φυσικά, αλλά το κάνω για το καλό της. Άκουσα την πρόεδρο της λέσχης μας, την καμηλοπάρδαλη, να λέει ότι, αν συνεχίσει έτσι, θα πρέπει να την αποβάλουν από τη λέσχη.
     - Φωνάξτε την καμηλοπάρδαλη! είπε ο αστυνομικός.
     Η καμηλοπάρδαλη ήρθε καμαρωτή-καμαρωτή και όλοι στραβολαίμιασαν για να τη δουν.
     - Τι με θέλετε; ρώτησε.
     - Γιατί θέλετε να αποβάλετε την αλεπού από τη λέσχη; Επειδή έχει παχύνει;
     - Όχι μόνο γι'αυτό, είπε εκείνη. Η μαϊμού τις προάλλες μου έλεγε ότι αν παραμείνει η αλεπού στη λέσχη θα χάσουμε τις κρατικές επιχορηγήσεις. Το είδε στην τηλεόραση, στην εκπομπή του γάτου του δημοσιογράφου.
     - Άρα ο γάτος φταίει που έπεσα, είπε ο λαγός. Αυτός ο κακούργος διαδίδει ότι θα χαθούν οι κρατικές επιχορηγήσεις αν παραμείνει η αλεπού στη λέσχη, και έτσι η αλεπού αναγκάστηκε να αρχίσει τις δίαιτες και τις γυμναστικές.
     - Φωνάξτε το γάτο! είπε ο αστυνομικός.
     - Γιατί με φωνάξατε; ρώτησε εκείνος και άνοιξε το μαγνητοφωνάκι του.
     - Γιατί διαδίδετε ότι θα χαθούν οι κρατικές επιχορηγήσεις αν η αλεπού παραμείνει στη λέσχη;
     - Διότι είναι αλήθεια. Μου το είπε έγκυρη πηγή από μέσα από τη Βουλή.
     - Ποια έγκυρη πηγή;
     - Ο κλητήρας που δουλεύει στη Βουλή μου το είπε. Μου είπε ότι το νομοσχέδιο το είδε ο ίδιος με τα ίδια του τα μάτια.
     - Άρα εκείνος ξεκίνησε ουσιαστικά τις φήμες που οδήγησαν στο πέσιμό μου, είπε ο λαγός.
     - Φωνάξτε τον σκύλο τον κλητήρα! είπε ο αστυνομικός.
     - Τι θέλετε; ρώτησε εκείνος, όταν έφτασε.
     - Γιατί διαδώσατε την πληροφορία ότι θα κοπούν οι κρατικές επιχορηγήσεις αν η αλεπού παραμείνει στη λέσχη;
     - Και τι φταίω εγώ που θα κοπούν οι κρατικές επιχορηγήσεις; Γιατί δε ρωτάτε τον τράγο το βουλευτή που πρότεινε το νομοσχέδιο;
     - Α, τον άτιμο! είπε αγανακτισμένος ο λαγός.
     - Αυτό θα κάνω, είπε ο αστυνομικός. Φέρτε τον τράγο το βουλευτή.
     Ο βουλευτής ήρθε με το πάσο του, μασουλώντας αργά ένα μάτσο χόρτα.
     - Τι θα θέλατε από εμένα; ρώτησε. Όχι κάποια χάρη, ελπίζω.
     - Γιατί προτείνατε το νομοσχέδιο για τις κρατικές επιχορηγήσεις που θα οδηγούσε στην αποβολή της αλεπούς από τη λέσχη;
     - Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε, εγώ απλώς ακολούθησα τη συμβουλή του γραμματέα μου του λύκου...
     - Φέρτε το λύκο! φώναξε ο αστυνομικός.
     - Ορίστε, ήρθα, είπε ο λύκος όταν έφτασε. Τι με θέλετε;
     - Γιατί συμβουλέψατε τον τράγο το βουλευτή να προτείνει το νομοσχέδιο που θα έκοβε τις κρατικές επιχορηγήσεις, αν η αλεπού παρέμενε στη λέσχη;
     - Επειδή η αλεπού έπρεπε να αποβληθεί από τη λέσχη. Πάντα έρχεται αργά στις συνελεύσεις και συνέχεια μιλάει με το διπλανό της.
     - Είναι αλήθεια αυτό; ρώτησε ο αστυνομικός την αλεπού.
     - Ε, η αλήθεια είναι ότι αργώ λίγο, και μετά αναγκάζομαι να ρωτάω το διπλανό μου τι είπαν. Αλλά δεν φταίω εγώ που αργώ. Εγώ ξεκινάω κανονικά από το σπίτι μου, αλλά κάθε φορά συναντάω κάποιο εμπόδιο στον δρόμο. Παντού έχει παρκαρισμένα αυτοκίνητα, που κλείνουν τον δρόμο και δεν μπορώ να περάσω. Αλλά, βλέπετε, κανένας δεν τους γράφει, για να πληρώσουν πρόστιμο και να συμμορφωθούν στη συνέχεια. Αν ο τροχονόμος έκανε σωστά τη δουλειά του, ποτέ δε θα αργούσα στις συνελεύσεις.
     - Ποιος είναι ο τροχονόμος; Φωνάξτε μου τον τροχονόμο! είπε ο αστυνομικός.
     - Εγώ είμαι ο τροχονόμος, είπε ο λαγός χαμηλόφωνα.
     Τα ζώα σκόρπισαν σιγά-σιγά, το καθένα για να πάει στη δουλειά του, και ο λαγός έμεινε μόνος, με τις ευθύνες του. Και με την πονεμένη ουρά του.