Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Ηρωική αδυναμία

 

      "Ο χορός κάνει καλό", σου λένε. "Ο χορός δίνει υγεία", σε διαβεβαιώνουν. Τότε, γιατί ξύπνησες ύστερα από μια βραδυά χορού με πόνους στους αστραγάλους;
     Βέβαια, είναι αλήθεια, δεν είσαι πια παιδάκι. Είναι αλήθεια ότι τα έχεις τα χρονάκια σου, και οι κλειδώσεις σου κάνουν "κρακ-κρακ" και λαχανιάζεις στις ανηφόρες, και - ας είμαστε ειλικρινείς - είναι καιρός που τις ανηφόρες τις αποφεύγεις όπως ο διάβολος το λιβάνι. Όμως, τι στο καλό, τόσος πόνος στους αστραγάλους;
     Χωρίς να το θέλεις, σου έρχεται στο μυαλό ο Αχιλλέας. Και εκείνος εκεί πονούσε. Εντάξει, όχι στους αστραγάλους ακριβώς, λίγο πιο πέρα, μια φτέρνα ευαίσθητη είχε και την πλήρωσε με τη ζωή του. Και εσύ έχεις δύο αστραγάλους, και πονάνε και οι δυο.
     Μεγαλοφυείς οι αρχαίοι. "Παν μέτρον άριστον", έλεγαν. Πώς, λοιπόν, να επιβιώσει ένας θνητός σαν τον Αχιλλέα, χωρίς να ξεπεραστεί το μέτρο; Τον φαντάζεσαι μπροστά σου, ψηλό, γεροδεμένο, με ατσάλινα μπράτσα, ατρόμητο, γενναίο (αχ!), ένα ανθρώπινο υπερόπλο, τέλειο σχεδόν, αν εξαιρέσεις αυτό το μικρό τμήμα του σώματος, αυτή την φτέρνα την ύπουλη. Και τι ακραίο, στα όρια του αστείου, ένας ολόκληρος ήρωας, άτρωτος στα βέλη του εχθρού, να πεθαίνει από ένα μόνο βέλος επιδέξια ριγμένο, ενώ ο οποιοσδήποτε άλλος το μόνο που θα πάθαινε στη θέση του θα ήταν ένας βαρύς τραυματισμός. Ε, διάολε, δεν του τρύπησε την καρδιά το βέλος, την φτέρνα του τρύπησε!
     Όμως, ποιοι είμαστε εμείς να αμφισβητήσουμε ολόκληρο Όμηρο; Έτσι κι αλλιώς, όταν οι αρχαίοι έλεγαν κάτι, εννοούσαν συνήθως κάτι άλλο, ακόμα βαθύτερο. Έτσι, η Αχίλλειος πτέρνα έγινε συνώνυμη της κάθε είδους αδυναμίας που ο καθένας μας έχει. Και μήπως αλήθεια δεν είναι ότι ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του αδύνατο σημείο;
     Περπατάς, λοιπόν, στον δρόμο, ανάμεσα από δεκάδες άλλους Αχιλλείς, αρσενικούς και θηλυκούς, και καθώς περπατάς νιώθεις έντονα ότι ο καθένας από αυτούς περπατάει με τη δική του μικρή, ευαίσθητη φτέρνα. Να, εκείνος εκεί ο νεαρός θέλει να περνιέται για σπουδαίος, περπατάει με ύφος και στυλ, κρατώντας το χαρτοφύλακά του λες και περιέχει το μυστικό της αιώνιας ζωής, ενώ μέσα του ποιος ξέρει πόσες ανασφάλειες τον κατατρώνε. Και εκείνη εκεί η κοπέλα, ισορροπεί επάνω στα ψηλοτάκουνά της, προσπαθώντας να κρύψει τη δικιά της φτερνίτσα, που μπορεί κάλλιστα να είναι η ανασφάλειά της για το μικρό της ύψος. Εκείνος εκεί ο κύριος παριστάνει συνεχώς τον έξυπνο, ενώ μέσα του γνωρίζει ότι δεν είναι και κανένας φωστήρας, και ο άλλος πιο πέρα παριστάνει τον γυναικοκατακτητή, αν και έχει φάει ουκ ολίγες χυλόπιτες.
     Και πηγαίνουν οι Αχιλλείς στον δρόμο, περήφανοι και καμαρωτοί, χωρίς αυτό διόλου να τους κάνει άτρωτους, καθώς υπάρχει εκείνη η άτιμη η φτέρνα, έτοιμη να τους προδώσει στην πρώτη επίθεση. Και είναι έντονη η αντίθεση του γενναίου, άτρωτου ήρωα με την ταπεινή, αδύναμη φτέρνα. Ίσως επειδή οι αρχαίοι ήθελαν να μας πουν ότι όσο δυνατότερο το θηρίο, τόσο ευκολότερα πέφτει. Ο Αχιλλέας προδόθηκε από την φτέρνα του, ο Γολιάθ σκοτώθηκε από μία ταπεινή πετρούλα, τα σαγόνια του κροκόδειλου, καθώς λένε, έχουν μεγάλη δύναμη όταν κλείνουν, αλλά καθόλου δύναμη για να ανοίξουν. Κανένας δεν είναι ανίκητος, ούτε καν ο δυνατότερος από όλους. Και αυτό είναι, αν μη τι άλλο, ένα ενθαρρυντικό μήνυμα.
     Παίρνουμε, λοιπόν, παραμάσχαλα τις ανασφάλειές μας και προχωράμε προσπαθώντας να επιβιώσουμε, ελπίζοντας ότι η δικιά μας φτέρνα θα γλιτώσει από τα βέλη. Προχωράμε και ελπίζουμε. Όποια, όμως, κι αν είναι η αδύναμη φτέρνα του καθενός, ένα πράγμα πρέπει να θυμόμαστε: εκτός από τους Αχιλλείς, στη ζωή υπάρχουν και οι Πάρηδες, ακροβολισμένοι παντού τριγύρω, που σκοπό έχουν να εντοπίσουν τις ευαίσθητες φτέρνες και να τους επιτεθούν με τα βέλη τους. Και αλίμονο στον Αχιλλέα που θα βρεθεί στο στόχαστρο του Πάρη. Είναι χαμένος από χέρι. Ή, μάλλον, από φτέρνα.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Αναμνηστική φωτογραφία



      - Κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3. Κάντε ησυχία!
     Τα άλλα πρόβατα υπάκουσαν.
     - Ήρθαμε εδώ, συνέχισε το πρόβατο νούμερο 3, για να διασκεδάσουμε, να περάσουμε ωραία, και να γιορτάσουμε το γεγονός της έλευσης του νέου χρόνου.
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     - Ωραία είναι εδώ, γαβ! είπε το πρόβατο νούμερο 2.
     - Ναι, συμφώνησε, το πρόβατο νούμερο 7, ωραία είναι, αλλά δεν ξσσσσέρω αν θα μασςςςςςςςςς ικανοποιήσσσσσσσσει το μενού... το βλέπω λίγο περιορισσσσσσσσσσσσσσμένο. Τέλοςςςςςςς πάντων, το μενού είναι το λιγότερο, αςςςςς καθήσσσσσσσσσσσσουμε, είπε και σύρθηκε μέχρι την καρέκλα του.
     - Η αλήθεια είναι, είπε το πρόβατο νούμερο 8, ότι λίγο τυράκι θα ήταν μία εξαιρετική πρόταση, και στην προφορά της λέξης "τυράκι" τα μουστάκια του τρεμοπαίξανε ελαφρά.
     Ήταν προφανές ότι του άρεσε πολύ το τυρί.
     - Και κανένα κοτοπουλάκι δε θα ήταν κακό, πρόσθεσε η προβατίνα νούμερο 5, ενώ μάζευε τη φουντωτή, κόκκινη ουρά της για να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 1.
     - Αούουουοουυου! φώναξε όλο ενθουσιασμό το πρόβατο νούμερο 9. Ήρθε το πρώτο πιάτο!
     - Ζήτω! φώναξαν όλα τα πρόβατα μαζί.
     Και έπεσαν όλα με τα μούτρα στο πρώτο πιάτο, που ήταν μια σαλάτα με μαρούλι.
     - Γαβ! Γαβ! φώναξε το πρόβατο νούμερο 2. Δεν τραγουδάμε και το τραγούδι του μαντριού;
     - Ναι, είπαν όλα τα πρόβατα με ένα στόμα, το τραγούδι του μαντριού, το τραγούδι του μαντριού!
     Και με αυτά τα λόγια, ξεκίνησαν να τραγουδάνε:
    
     "Είμαστε δέκα πρόβατα πολύ αγαπημένα,
     περνάμε πάντοτε καλά γιατί είμαστε καλά παιδιά
     και το μαντρί μας δεν είναι σαν κανένα.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!

     Εμπρός, λοιπόν, όλο μπροστά, τραβάμε με τραγούδι
     και ο δεσμός πάντα βαστά, πολλή η αγάπη στην καρδιά
     και το μαντρί μας, όμορφο σαν λουλούδι.
     Τι ωραία, τι καλά, κι όλοι μας περνάμε ωραία,
     τι ωραία, τι καλά, κάνουμε καλή παρέα!"

     - Ζήτω! φώναξαν γεμάτα ενθουσιασμό.
     Και πάνω στην ώρα ήρθαν και τα υπόλοιπα φαγητά: αχνιστή βρουβόσουπα, τσουκνιδόπιτα με φτιαχτό φύλλο, βλήτα γιαχνί και λαχανοντολμάδες με γέμιση κολοκυθόσπορου! Τα πρόβατα έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό, και δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από τις μασέλες τους, που ανεβοκατέβαιναν και μασούσαν χωρίς σταματημό. Ήπιαν και μπόλικο κρασί από σχοινόπρασσο, και ήρθαν στο κέφι.
     Και άρχισε η μουσική, και σηκώθηκαν να χορέψουν. Και εκεί το γλέντι άναψε.
     - Αγαπημένε μου φίλε, έλα να χορέψουμε μαζί! είπε το πρόβατο νούμερο 7 στο πρόβατο νούμερο 8.
     - Έρχομαι, καλέ μου φίλε, απάντησε το πρόβατο νούμερο 8.
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν, και το πρόβατο νούμερο 7 σερνόταν με ιδιαίτερη χάρη, είναι αλήθεια, αλλά και το μουστάκι του προβάτου νούμερο 8 τρεμούλιαζε τόσο χαριτωμένα...
     - Ας τσουγκρίσουμε, κικιρίκου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 3.
     - Στην υγειά σου, φίλε μου! είπε η προβατίνα νούμερο 5 και τσούγκρισε το ποτήρι της, ενώ η φουντωτή, κόκκινη ουρά της χόρευε στο ρυθμό της μουσικής.
     - Έλα να χορέψουμε, γλυκιά μου, της είπε το πρόβατο νούμερο 9.
     - Πολύ ευχαρίστως, του είπε αυτή και χαμογέλασε, δείχνοντας τα λαμπερά της δόντια.
     - Αούουουουουουου! φώναξε το πρόβατο νούμερο 9. Αδειάστε την πίστα, να χορέψω με την υπέροχή μου ντάμα!
     Και αγκαλιάστηκαν και χόρεψαν οι δυο τους με πάθος, μόνο που η προβατίνα έπρεπε συνέχεια να προσέχει την ουρά της να μην της την πατήσει το πρόβατο νούμερο 9, που το είχε παρασύρει η μουσική και έκανε τη μία φιγούρα μετά την άλλη.
     - Τι ωραία που περνάμε, νιάου! είπε η προβατίνα νούμερο 4 και έριξε μια λάγνα ματιά προς το πρόβατο νούμερο 8, το οποίο κοκκίνησε λίγο.
     Και ήρθε και το επιδόρπιο. Και έπεσαν με τα μούτρα στην τάρτα με γλυκόριζα και στο σορμπέ με φρούτα του δάσους, και πασαλείφτηκαν τα μουσούδια τους.
     - Ωραίο ήταν, είπε το πρόβατο νούμερο 7 ενώ γλειφόταν με τη διχαλωτή του γλώσσα.
     - Ναι, γαβ! γαβ!, συμφώνησε το πρόβατο νούμερο 2. Ήταν όλα εξαιρετικά. Αν είχαν κόκαλα, θα τα έγλειφα ευχαρίστως.
     - Βρε, παιδιά, φώναξε τότε ξαφνικά, το πρόβατο νούμερο 10, να βγάλουμε φωτογραφία, να θυμόμαστε για πάντα αυτή την όμορφη γιορτή.
     - Ναι, ναι, φωτογραφία! φώναξαν όλα μαζί.
     Και ήρθε ο φωτογράφος του μαγαζιού, και τα πρόβατα στήθηκαν για τη φωτογραφία δίπλα-δίπλα, και μάζεψαν ό,τι ουρές περίσσευαν και έστρωσαν τα μουστάκια τους, και χαμογέλασαν πλατιά. Και άστραψε το φλας, και βγήκε η φωτογραφία, και ήταν πολύ επιτυχημένη, τόσο, που δε φαινόταν ποια πρόβατα ήταν τα αληθινά και ποια τα ψεύτικα.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Πάρτυ γενεθλίων



      Ο μικρός δράκος ήταν δυστυχισμένος. Από το πρωί που είχε ξυπνήσει δεν είχε σταματήσει να κλαίει. Καυτά δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά του και ύστερα έσταζαν στο πάτωμα κάνοντας πλιτς! πλιτς! Μία παρέα από δέκα μυρμήγκια παρά τρίχα να πνιγούν στη λιμνούλα που δημιουργήθηκε από τα δάκρυά του. Ευτυχώς που το καλοκαίρι είχαν μάθει κολύμπι, στο κάμπινγκ που είχαν πάει για διακοπές.
     - Μην κλαις, παιδί μου, έλεγε η μαμά του στο μικρό δράκο, θα πρηστούν τα μάτια σου και δε θα βγεις καλός στις φωτογραφίες.
     - Δε με νοιάζει, έλεγε εκείνος και συνέχιζε να κλαίει.
     - Μην κλαις και θα σου φτιάξω το φαγητό που σου αρέσει, δρακόσουπα με ραπανάκια.
     - Δε με νοιάζει, δε θα φάω! φώναζε και δώσ'του κλάμα.
     - Μην κλαις και δε θα σου δώσω το δώρο σου, και είναι τόσο ωραίο!
     - Δε με νοιάζει, δε θέλω δώρα!
     - Μην κλαις και το απόγευμα θα έρθουν οι φίλοι σου...
     - Δε με νοιάζει, δεν έχω φίλους!
     Μάταια η μαμά δράκαινα προσπαθούσε να παρηγορήσει το μοναχογιό της, εκείνος ήταν απαρηγόρητος. Η μαμά δράκαινα δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Μια τέτοια μέρα, μέρα γενεθλίων και ο γιος της να είναι τόσο στενοχωρημένος!
     Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν αυτό, όμως ήταν η πρώτη φορά που ο μικρός δράκος δεν ήθελε να κάνει πάρτυ γενεθλίων. Και ο λόγος; Ήταν απλός: δεν μπορούσε να σβήσει τα κεράκια. Μάταια φυσούσε και ξεφυσούσε, τα κεράκια αντί να σβήνουν άναβαν περισσότερο.
     Στα πρώτα του γενέθλια κανένας δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Μικρός είναι, είπαν, και δεν ξέρει ακόμα πώς να σβήνει τα κεριά. Δεν έχει μάθει πώς φυσάνε. Όταν, όμως, στα δεύτερα γενέθλιά του, τα δύο κεράκια της τούρτας άναψαν ολόκληρα μέχρι που κάηκαν τελείως, άρχισαν να το σχολιάζουν. Ναι, εντάξει, πέρυσι ήταν μικρός και δεν ήξερε, φέτος όμως;
     Άλλο ένα πάρτυ γενεθλίων έφτασε και ο μικρός δράκος ξαναδοκίμασε να σβήσει τα κεράκια. Άδικος κόπος. Αυτή τη φορά, ίσως επειδή φύσηξε πιο δυνατά, όχι μόνο κάηκαν τα κεριά, άρπαξε και η τούρτα από επάνω και από άσπρη που ήταν έγινε κατάμαυρη. Το δωμάτιο γέμισε καπνό και χρειάστηκε να ανοίξουν τα παράθυρα. Και ήταν χειμώνας και έξω έκανε κρύο. Μεγάλη αποτυχία εκείνο το πάρτυ.
     Και μήπως υπήρξε και κανένα πάρτυ γενεθλίων που να είναι επιτυχημένο; Κάθε φορά, όταν πήγαινε να φυσήξει, όσο προσεκτικά και αν φυσούσε, δεν κατάφερνε να σβήσει τα κεριά. Και κάθε φορά το πάρτυ διαλυόταν και τα άλλα παιδιά έφευγαν βιαστικά. Σε δύο περιπτώσεις, εκτός από την τούρτα, πήραν φωτιά και τα κωνικά καπελάκια που η μαμά του είχε αγοράσει για να φορέσουν οι μικροί καλεσμένοι.
     Έτσι, λοιπόν, αυτή τη φορά ο μικρός δράκος αποφάσισε ότι δεν ήθελε να κάνει πάρτυ γενεθλίων. Γιατί να το κάνει, άλλωστε, αφού δεν μπορούσε να σβήσει τα κεριά της τούρτας; Κάποια παιδιά είχαν ήδη αρχίσει να τον κοροϊδεύουν. Και, ο καημενούλης, ήταν πολύ ευαίσθητος και δεν άντεχε τα πειράγματα.
     Όμως οι μαμάδες είναι πολύ έξυπνα πλάσματα και μπορούν να βρουν λύση σε όλα τα προβλήματα. Έτσι, η μαμά δράκαινα είχε μια καταπληκτική ιδέα και γι'αυτό κλείστηκε στην κουζίνα και δεν άφησε κανέναν να μπει εκεί. Όταν, ύστερα από μερικές ώρες, τελείωσε και βγήκε έξω, πήρε τηλέφωνο στις εφημερίδες και κάλεσε μερικούς δημοσιογράφους. Ύστερα, αφού οι δημοσιογράφοι υποσχέθηκαν ότι θα πήγαιναν στο πάρτυ γενεθλίων του γιου της, πήγε στο δωμάτιό του να του αναγγείλει τα νέα.
     - Φέτος θα κάνεις το καλύτερο πάρτυ, του είπε.
     - Δε θέλω πάρτυ, σου είπα, είπε εκείνος.
     - Σε παρακαλώ, είπε η μαμά δράκαινα, καν'το για εμένα.
     - Όχι.
     - Μα θα περάσεις ωραία, θα το δεις...
     - Δε θέλω, είπα!
     - Κάνε μου αυτή τη χάρη, είπε η μαμά δράκαινα, και αν και αυτό το πάρτυ δε σου αρέσει, δε θα σου κάνω άλλο, το υπόσχομαι.
     Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, και ο μικρός δράκος δεν μπόρεσε να αρνηθεί.
     Έτσι, λοιπόν, η μαμά στόλισε το σπίτι και ο μικρός δράκος φόρεσε τα καλά του τα ρούχα, αυτά από δέρμα φιδιού που τόσο του πήγαιναν.
     - Κλείσε τα μάτια σου, του είπε η μαμά του, καθώς τον οδηγούσε στο σαλόνι, όπου βρίσκονταν ήδη οι δημοσιογράφοι.
     Ο μικρός δράκος υπάκουσε.
     - Άνοιξέ τα τώρα και φύσα, είπε η μαμά του.
     Ο μικρός δράκος άνοιξε τα μάτια του, και τι να δει; Μπροστά του ήταν ένα μεγάλο πυρέξ. Στο πυρέξ υπήρχε μια βελούδινη, κίτρινη κρέμα, που ήταν σκεπασμένη από ένα στρώμα λαμπερή, κρυσταλλική ζάχαρη.
     - Πού είναι η τούρτα; ρώτησε.
     - Φύσα! του είπε η μαμά του.
     Και τότε, ο μικρός δράκος φύσηξε. Και από το στόμα του βγήκε φωτιά, όπως πάντα. Και η φωτιά έπεσε επάνω στη ζάχαρη, που άναψε κατευθείαν. Και η ζάχαρη έκανε φουσκαλίτσες, πολλές, μικρές φουσκαλίτσες και άλλες, μεγαλύτερες, και το χρώμα της σκούρυνε, και ύστερα κρύωσε απότομα και έγινε μια ωραία, λαχταριστή, καφεκόκκινη καραμέλα.
     - Α! φώναξαν γεμάτοι θαυμασμό οι δημοσιογράφοι. Αυτή είναι η μεγαλύτερη κρεμ μπρουλέ που έχουμε δει! Και τι πρωτότυπος τρόπος παρασκευής!
     Και δωσ'του να βγάζουν φωτογραφίες και να αναβοσβήνουν τα φλας και έφαγαν όλοι από την κρεμ μπρουλέ, που ήταν πεντανόστιμη, και την επόμενη μέρα όλος ο κόσμος μιλούσε για το πάρτυ γενεθλίων του μικρού δράκου και όλοι ήθελαν να είναι εκεί. Και από τότε, ο μικρός δράκος δεν ξαναέκλαψε τη μέρα των γενεθλίων του, αλλά περίμενε αυτή τη μέρα με ανυπομονησία, όπως με ανυπομονησία την περίμεναν και όλοι οι υπόλοιποι, καθώς σκέφτονταν τη θεσπέσια κρεμ μπρουλέ της μαμάς δράκαινας και τους έτρεχαν τα σάλια.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Και με το φως του λύκου πηγαινοέρχονται



      Αγέλες λύκων παντού. Και κοπάδια κουκουβάγιες. Και νυχτερίδες. Και αρουραίοι. Τρέχουν και κρύβονται πολύ πριν βγει ο ήλιος. Κρύβονται προτού οι πρώτες ακτίνες τρυπήσουν τα σκοτάδια της νύχτας. Προτού κελαηδήσουν τα πρωινά πουλιά.
     Αγέλες λύκων παντού. Με τα μάτια να γυαλίζουν, τα δόντια τους σφιγμένα. Περπατούν στο σκοτάδι βιαστικά, έτοιμοι να αμυνθούν ή να επιτεθούν, αν χρειαστεί. Έτοιμοι να γρυλίσουν, δείχνοντας απειλητικά τα μυτερά τους δόντια.
     Αγέλες λύκων παντού. Πολλοί μαζί, αλλά ο καθένας μόνος του. Τι σημασία έχει που ανήκουν στο ίδιο είδος; Ο καθένας είναι για τον εαυτό του, χωρίς την πολυτέλεια να νιώθει τον εαυτό του.
     Αγέλες λύκων παντού. Χωμένοι σε σκοτεινά υπόγεια ή ανήλιαγα ισόγεια, σε γυάλινα ή πέτρινα κουτιά, δεν έχει σημασία. Δεμένοι εκεί μέσα με αλυσίδες αόρατες. Με αλυσίδες πολύ δυνατές.
     Αγέλες λύκων παντού. Και μένουν κλεισμένοι μέσα όλη τη μέρα. Και ακούνε μακριά, πολύ μακριά, τον αέρα που φυσάει, ακούνε την βροχή που πέφτει, νιώθουν τον ήλιο που ζεσταίνει τον αέρα. Αλλά μένουν κλεισμένοι εκεί. Όλη τη μέρα. Όλη τη μέρα.
     Αγέλες λύκων παντού. Που μόνο όταν αρχίσει να πέφτει ξανά το σκοτάδι, μόνο τότε βγαίνουν από τις κρυψώνες τους. Μόνο τότε πατάνε το πόδι τους στο κρύο πεζοδρόμιο. Μόνο τότε σηκώνουν τα μάτια τους στον ουρανό, και περιμένουν να βγει το φεγγάρι. Και όταν βγει το φεγγάρι, τότε μόνο, καμιά φορά, τους πιάνει μια μελαγχολία. Και τότε ουρλιάζουν προς το μέρος του, επειδή...
     Επειδή τότε μόνο, τότε, νιώθουν κάτι μέσα τους να δονείται. Και είναι ο εαυτός τους, αυτός ο ξεχασμένος τους εαυτός που τους φωνάζει, τι κάνεις; είσαι λύκος! ΕΙΣΑΙ ΛΥΚΟΣ! είσαι ένα με το φεγγάρι, το φεγγάρι είναι η πατρίδα σου, εσύ δε γεννήθηκες για τη γη, είσαι φτιαγμένος από φεγγαρόσκονη... Ουρλιάζουν οι λύκοι, λάμπει το φεγγάρι. Ουρλιάζουν οι λύκοι, δονείται το σύμπαν.
     Και ύστερα, είτε ούρλιαξαν είτε όχι, οι λύκοι αποσύρονται. Κρύβονται μέσα στη φωλιά τους, περιμένοντας το επόμενο λυκαυγές, εκείνη τη μαγική ώρα που το σκοτάδι ακόμα βασιλεύει, για να μπορούν άνετα όλοι οι λύκοι να ξαναβγούνε για να πάνε στις φυλακές τους...


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Βιογραφικό σημείωμα

  

      - Ουά! έκλαψε ο νέος χρόνος τον Ιανουάριο, όταν γεννήθηκε.
     - Τι χαριτωμένο! είπαν όλοι.
     Οι Μοίρες μαζεύτηκαν γύρω από την κούνια του για να το μοιράνουν.
     - Να'ναι γερό και καλότυχο, είπαν και οι τρεις.
     - Αγκού! είπε ο νεογέννητος χρόνος.
     Ήταν πράγματι ένα πανέμορφο μωρό, στρουμπουλό και ροδαλό. Και ήταν και πολύ χαμογελαστό. Χαμογελούσε και φώτιζε το προσωπάκι του. Και κάτω στη γη είχε καλοκαιρία και όλοι μιλούσαν για τις υπέροχες αλκυονίδες μέρες...
     Πολύ σύντομα, ο νέος χρόνος άρχισε να μπουσουλάει και κατά το Μάρτιο άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα. Όμως ήταν ακόμα αδέξιος και, πότε έπεφτε κατά λάθος επάνω στον κουβά με το χιόνι και τον αναποδογύριζε, με αποτέλεσμα να χιονίζει ξαφνικά στη γη, πότε έπεφτε επάνω στη σακούλα με τους ανέμους, με αποτέλεσμα να ανοίγει η σακούλα και οι άνεμοι να το σκάνε και άντε να τους μαζέψεις...
     Όμως, ο χρόνος όλο και μεγάλωνε και σύντομα στάθηκε για τα καλά στα δυο του πόδια. Και άρχισε τις βόλτες στη γη και όλα ήθελε να τα μάθει, και του άρεσαν τα λουλούδια και τα ανθισμένα δέντρα και τα πουλιά που κελαηδούνε, και η Άνοιξη είχε έρθει και η γη έγινε μια απέραντη παιδική χαρά.
     Αλλά όλα κάποια στιγμή τελειώνουν, ακόμα και το παιχνίδι. Έφτασε το καλοκαίρι. Ο χρόνος ήταν πια ένας νέος, γοητευτικός άντρας, με ωραίο παράστημα. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι σταμάτησε να του αρέσει η διασκέδαση... Άρχισε να διασκεδάζει τα βράδια και να ξενυχτάει, και ξεχνούσε φυσικά να σβήνει τα φώτα νωρίς, και έτσι η μέρα κρατούσε πολύ και η νύχτα πολύ λίγο.
     Ο καιρός περνούσε πολύ γρήγορα. Σύντομα ήρθε το φθινόπωρο. Ο χρόνος τώρα είχε μεγαλώσει αρκετά. Οι κλειδώσεις του είχαν αρχίσει να τον ενοχλούν με την υγρασία και δεν προλάβαινε να τα φροντίζει όλα. Πότε κιτρίνιζαν τα φύλλα, πότε έπεφταν από τα δέντρα, πότε ξεσφιγγόταν το σκοινί που κρατούσε κλειστό το σακί με τους ανέμους, επειδή δεν είχε πολλή δύναμη για να το σφίξει, και ξέφευγε κάποιος άνεμος, πότε έφευγαν τα πουλιά και πήγαιναν μακριά χωρίς εκείνος να πάρει χαμπάρι... Πάνε πια οι κραιπάλες του καλοκαιριού. Τώρα ο χρόνος ήταν σοβαρός.
     Έτσι έφτασε και ο Δεκέμβριος και μπήκε ο χειμώνας. Ο χρόνος πια ήταν ένας σεβάσμιος παππούλης με άσπρα μαλλιά και αρθριτικά. Δεν μπορούσε πια να τρέχει στα λιβάδια, ούτε να διασκεδάζει μέχρι αργά. Το μόνο που έκανε ήταν να περπατάει σέρνοντας τα βήματά του, αλλά ακόμα και αυτό τον κούραζε αφάνταστα. Επίσης, τον έπαιρνε συχνά ο ύπνος, και ξεχνούσε να ανάψει τα φώτα, με αποτέλεσμα η μέρα να κρατάει λίγο και η νύχτα πάρα πολύ. Ήταν που ξεχνούσε κιόλας, λόγω ηλικίας...
     Και ξαφνικά, μια μέρα, τον φώναξε ο μπαμπάς του, ο Αέναος Χρόνος και του είπε: όπως ξέρεις, σε λίγες μέρες θα πρέπει να αποσυρθείς. Όπου να'ναι θα γεννηθεί ο αδερφός σου, ο επόμενος χρόνος.
     Ο γέρος χρόνος τον άκουσε με δυσκολία, καθώς με τον καιρό είχε γίνει και βαρήκοος. Κούνησε το κεφάλι του αργά-αργά.
     - Το ξέρεις, φυσικά, συνέχισε ο Αέναος Χρόνος, ότι προτού φύγεις, θα πρέπει να συμμαζέψεις. Δεν είναι σωστό για το νέο βρέφος να βρει τη γη ακατάστατη.
     Ο γέρος χρόνος ξανακούνησε το κεφάλι.
     - Πρέπει να παραδεχτείς ότι ήσουν αρκετά ζωηρός και απρόσεκτος, είπε ο Αέναος Χρόνος.
     Ο γέρος χρόνος δε μίλησε.
     - Είναι αλήθεια ότι η γη είναι πολύ ακατάστατη. Γι'αυτό, πριν να φύγεις θα πρέπει να την συγυρίσεις, το ακούς; Αλλιώς, θα σε τιμωρήσω παραδειγματικά.
     Ο Αέναος Χρόνος ήταν πολύ σοβαρός όταν τα έλεγε αυτά. Προφανώς τα εννοούσε.
     Ο γέρος χρόνος άρχισε τότε να μαζεύει. Αλλά πόσα πράγματα θα έπρεπε να μαζέψει! Η γη ήταν γεμάτη σκουπίδια, βρώμικη πολύ, δε θα προλάβαινε τη γέννηση του νέου χρόνου. Και μην ξεχνάμε ότι έτρεμαν τα χέρια του και δεν μπορούσε να κάνει και πολύ προσεκτική δουλειά.
     Οι μέρες περνούσαν, η τελευταία μέρα του χρόνου πλησίαζε, τα περιθώρια στένευαν. Ο γέρος χρόνος δεν είχε και πολλές επιλογές. Αποφάσισε να πλύνει τη γη επειγόντως. Και δωσ'του να ρίχνει νερά και να σφουγγαρίζει, και να αδειάζει τους κουβάδες με τη βροχή απανωτά επάνω στη γη.
     - Δεν προλαβαίνω, σκεφτόταν κάθε φορά που άδειαζε έναν κουβά.
     Και τα νερά έπεφταν πάνω στη γη, και το μετεωρολογικό δελτίο, που είχε καταλάβει πού το πήγαινε ο γέρος χρόνος, μιλούσε για βροχές.
     - Πρέπει να καθαρίσω, έλεγε ο γέρος χρόνος. Αλλιώς θα τιμωρηθώ.
     Και το πλύσιμο της γης συνεχιζόταν. Και απ'όσο ξέρω, ακόμα συνεχίζεται.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Άγια Νύχτα

    

      Ο Άη-Βασίλης έδεσε το έλκηθρό του σε μία κολώνα.
     - Θα κάνω μια βόλτα, είπε στους ταράνδους του. Να είσαστε φρόνιμοι.
     Η πόλη έμοιαζε έρημη, καθώς ήταν βράδυ και έκανε κρύο. Ένιωσε τα πόδια του παγωμένα. Τι είχε συμβεί; Ο Άη-Βασίλης έβγαλε τη μία μπότα, ύστερα έβγαλε και την άλλη. Όπως το είχε φανταστεί. Οι κάλτσες του είχαν τρυπήσει. Ποιος την άκουγε τώρα τη γυναίκα του! Πάντα του έλεγε να κόβει τα νύχια των ποδιών του για να μην τρυπάει τις κάλτσες του. Τι θα της έλεγε τώρα;
     Ξαναφόρεσε τις μπότες του και ξεκίνησε τη βόλτα του. Είχε ακόμα πολύ χρόνο στη διάθεσή του, το ρολόι τσέπης του είχε έδειχνε ακόμα 17 Δεκεμβρίου. Τι ωραία ιδέα που την είχε, να έρθει νωρίτερα φέτος! Κανένας δεν τον περίμενε, έτσι όλοι θα χαίρονταν διπλά, όταν θα έπαιρναν τα δώρα τους. Και πόσα δώρα είχε φέρει! Ήταν σίγουρος ότι φέτος θα ήταν οι καλύτερες γιορτές. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. Ήταν πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του.
     Έκανε πολύ κρύο, και παρόλο που ήταν συνηθισμένος από το κρύο που έκανε επάνω στο έλκηθρο, τυλίχτηκε σφιχτά στο γκρίζο του πανωφόρι από μαλλί ταράνδου. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήθελε να τον γνωρίσουν, αν τύχαινε και τον έβλεπε κανένας.
     Μια γάτα που είχε ξαπλώσει στο καπό ενός αυτοκινήτου τον κοίταξε. Νιάου! είπε και τύλιξε την ουρά της γύρω από το σώμα της.
     Η πόλη ήταν φωτισμένη. Παντού υπήρχαν φωτισμένα καταστήματα με στολισμένες βιτρίνες. Ωραίες που ήταν οι βιτρίνες! Αλλά, τι ήταν αυτό; Άλλο πάλι και τούτο! Σχεδόν σε κάθε βιτρίνα υπήρχε και ένας Άη-Βασίλης. Μα, πώς γινόταν αυτό; Αφού εκείνος ήταν μόνο ένας.
     - Α, σκέφτηκε, πόσο με αγαπάνε οι άνθρωποι! Έχουν βάλει παντού τα ομοιώματά μου. Πόσο χαίρομαι, που τους έφερα τόσα πολλά δώρα!
     Κοίταξε την αντανάκλασή του σε μια βιτρίνα και χαμογέλασε ξανά.
     - Καλή προσπάθεια, σκέφτηκε, αλλά το πρωτότυπο είναι πάντα το καλύτερο!
     Μια κοπέλα πέρασε από κοντά του με βιαστικά βήματα. Ο Άη-Βασίλης γύρισε το κεφάλι του από την άλλη για να μην τον αναγνωρίσει, και προσποιήθηκε ότι χάζευε τη βιτρίνα. Ήταν ένα μαγαζί με παιχνίδια: κούκλες, αυτοκινητάκια, αρκουδάκια, επιτραπέζια... "Τα καλύτερα δώρα θα τα βρείτε εδώ", έλεγε μια πινακίδα.
     - Θα μου το πάρεις το βραχιόλι; ρωτούσε η κοπέλα κάποιον αόρατο άνθρωπο. Στα αυτιά της κρατούσε ένα ακουστικό, μιλούσε στο κινητό της. Δεν είναι και τόσο ακριβό! Θα μου το πάρεις; Αχ, σε ευχαριστώ, είσαι ο καλύτερος του κόσμου!
     Ο Άη-Βασίλης προχώρησε πιο κάτω. Δυο αγόρια έτρεχαν πάνω στα πατίνια τους. Έκανε στην άκρη για να γλιτώσει, καθώς τα δυο παιδιά έτρεχαν γρήγορα.
     - Καλά, είπε το ένα αγόρι στο άλλο, φοβερά τα πατίνια σου!
     - Εσένα τι θα σου πάρουν για την Πρωτοχρονιά; ρώτησε το άλλο.
     - Έχω ζητήσει έναν υπολογιστή.
     - Αααα! έκανε το αγόρι, γεμάτο θαυμασμό. Καλή ιδέα. Και εγώ υπολογιστή θα ζητήσω.
     Σε ένα μπαλκόνι απέναντι, ένας φωτισμένος Άη-Βασίλης χαμογελούσε. Δυο γυναίκες πλησίαζαν. Και οι δύο κρατούσαν τσάντες στα χέρια τους.
     - Βιάσου! έλεγε η μία στην άλλη. Δε θα προλάβουμε. Πρέπει να προλάβω να τα αγοράσω.
     - Μα τόσο ωραία είναι; ρωτούσε η άλλη.
     - Δεν έχεις ιδέα, απάντησε η πρώτη. Είναι τα πιο ωραία παπούτσια που έχω δει. Και ταιριάζουν τέλεια με το φόρεμα που αγόρασα τις προάλλες. Θα σκάσουν όλες στο ρεβεγιόν, όταν τα δουν. Ελπίζω, μόνο, να τα έχουν στο νούμερό μου. Έλα, βιάσου!
     Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε. Μία ψυχρή ριπή αέρα τον έκανε να ανατριχιάσει. Τα δάχτυλά του μέσα στις μπότες του είχαν παγώσει για τα καλά. Έστριψε στη γωνία και συνέχισε. Δυο άντρες ήταν μπροστά σε μια βιτρίνα και χάζευαν.
     - Αυτή είναι που σου έλεγα, έλεγε ο ένας. Είναι, μεν, μεγάλη, αλλά φαντάσου πώς θα φαίνονται οι αγώνες σε μια τέτοια οθόνη!
     Ο άλλος δεν είπε τίποτα, αλλά κούνησε το κεφάλι του.
     Ο Άη-Βασίλης τυλίχτηκε πιο σφιχτά στο πανωφόρι του. Το κρύο στην πόλη ήταν τσουχτερό.
     Με γρήγορα βήματα προχώρησε και πέρασε απέναντι.
     - Έλα, έλεγε ένα παιδάκι κλαίγοντας στη μαμά του, παρ'το μου!
     - Μα δεν είναι ωραίο, του έλεγε εκείνη. Να μη σου πάρω καλύτερα αυτό;
     - Όχι, εγώ θέλω εκείνο! επέμενε το παιδί.
     - Να σου πάρω ένα ποδήλατο;
     - Όχι.
     - Να σου πάρω μια μπάλα;
     - Όχι.
     - Να σου πάρω εκείνο το αυτοκινητάκι;
     - Όχι, είπα!
     - Καλά, παιδί μου, να το γράψεις στον Άη-Βασίλη να σου το φέρει.
     - Ναι, θα του το γράψω. Και θα του γράψω να μου φέρει και ένα τηλεκατευθυνόμενο ελικόπτερο, και το αυτοκίνητο του Μπάτμαν, και το σπαθί του Ζορό!
     Ο Άη-Βασίλης αναστέναξε και συνέχισε το δρόμο του. Η καρδιά του ήταν κάπως βαριά. Κοσμήματα, ρούχα, παιχνίδια... Κάθησε σε ένα παγκάκι. Το ρολόι τσέπης του έλεγε ακόμα 17 Δεκεμβρίου.
     Μια κοπέλα πέρασε από μπροστά του, φορώντας ψηλοτάκουνες, μαύρες μπότες. Όλα επάνω της φαίνονταν καινούργια: οι μπότες, η κοντή φούστα, η τσάντα, μέχρι και το μαλλί της καινούργιο φαινόταν.
     - Ε, όχι και να κάτσουμε μέσα, χρονιάρες μέρες! έλεγε στο κινητό της. Γιατί το αγόρασα το φόρεμα; Αν νομίζεις ότι θα την βγάλεις έτσι φτηνά, γελάστηκες, καημένε μου. Φέτος θέλω κόσμημα, και μάλιστα μονόπετρο! Αρκετό καιρό με τραβολογάς από εδώ και από εκεί. Και μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ήρθε η ώρα να ορίσεις ημερομηνία γάμου. Και ούτε να το διανοηθείς ότι δε θα πάμε μήνα του μέλιτος. Θα πάμε, και μάλιστα θα πάμε στο εξωτερικό, σε πεντάστερο ξενοδοχείο με θερμαινόμενη πισίνα, γυμναστήριο και μασάζ. Δε με μεγάλωνε εμένα η μάνα μου για να συμβιβαστώ με έναν ψωροξενώνα σε κάποιο παλιοχώρι! Το ακούς;
     Άλλο τίποτα δεν πρόλαβε να ακούσει ο Άη-Βασίλης, αλλά ήταν αρκετό. Ένιωσε πολύ κουρασμένος, δεν είχε κουράγιο να σηκωθεί από το παγκάκι. Αλλά έπρεπε. Με κόπο σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου είχε αφήσει το έλκηθρο.
     Το βρήκε όπως το είχε αφήσει. Οι τάρανδοι μασούλαγαν αργά τα χόρτα που είχαν φάει το μεσημέρι. Ο Ρούντολφ φτερνίστηκε. Η μύτη του ήταν λίγο πιο κόκκινη από ό,τι συνήθως. Μάλλον είχε κρυώσει.
     - Αψού! ξαναέκανε ο Ρούντολφ.
     Ο Άη-Βασίλης άνοιξε το σάκο του. Ήταν τόσο γεμάτος, που κόντευε να σκιστεί. Και είχε μέσα τόσα πράγματα: πλατιά χαμόγελα, ανοιχτές αγκαλιές, απαλά χάδια, ζουμερά φιλιά, αγάπη, φιλία, καλή τύχη, αισιοδοξία, χαρά... Τόσα πράγματα, και όλα θα πήγαιναν χαμένα. Άδικα είχαν δουλέψει υπερωρίες όλοι οι βοηθοί του για να τα ετοιμάσουν. Κανένας δεν τα χρειαζόταν αυτά τα δώρα. Άδικα είχε έρθει.
     Απογοητευμένος, άδειασε το σάκο στο πεζοδρόμιο. Μεμιάς, ο αέρας γέμισε από χαμόγελα και αγκαλιές και χάδια και φιλιά και τόσα πολλά, άχρηστα δώρα. Η πόλη πνίγηκε στην αγάπη, τη χαρά, την αισιοδοξία. Ο Άη-Βασίλης ανέβηκε στο έλκηθρο και ξεκίνησε το ταξίδι του για το σπίτι.
     Ήταν την χρονιά που ο Άη-Βασίλης δεν ήρθε καθόλου.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Στον κύριό μου με αγάπη

 
     Η γνωριμία μας ανάγεται στα παλιά τα χρόνια. Εκείνα, που εγώ ήμουν ακόμα εύπλαστο ζυμαράκι, έτοιμο να γίνει ό,τι έβαζε ο νους του ανθρώπου. Έφτασα στα χέρια σου. Και εσύ έβαλες όλη σου την τέχνη. Με έπλασες με αγάπη, υπομονή και τέχνη. Και ύστερα έφυγα από κοντά σου. Έφτασα στα χέρια άλλων, καλύτερων ή χειρότερων, δεν έχει σημασία. Όμως, σε βεβαιώνω, καλύτερος για εμένα δεν ήταν κανείς.
     Χαθήκαμε. Χρόνια ολόκληρα πέρασαν προτού ξανασυναντηθούμε. Τυχαία. Και άλλα τόσα χρόνια ξαναπέρασαν μέχρι την επόμενη συνάντησή μας. Και ύστερα άλλα τόσα. Και σήμερα συναντηθήκαμε ξανά.
     Θα το έχεις καταλάβει, βέβαια, ότι χαίρομαι αφάνταστα κάθε φορά που σε βλέπω. Και αυτό επειδή είσαι ένας από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους. Είτε το θέλεις, είτε όχι, ένα κομμάτι της καρδιάς μου σου ανήκει. Από τότε σου ανήκε, και ποτέ δεν έπαψε να είναι δικό σου.
     Παρ'όλ'αυτά, δεν σου είπα όσα ήθελα. Δε σου είπα τίποτα, για να είμαι ειλικρινής. Ούτε το πόσο σημαντικός υπήρξες για εμένα, ούτε το πόσο σε αγαπώ. Βασίζομαι στη διαίσθησή σου, αλλά πόσα μπορεί να καταλάβει ένας άντρας;
     Αν σου έλεγα όσα έχω στην καρδιά μου, θα σου έλεγα πόσο πολύ σε αγαπώ. Θα σου έλεγα ότι μου αρέσουν οι μαντολινάτες, μόνο και μόνο επειδή εσύ έπαιζες μαντολίνο. Θα σου έλεγα ότι λατρεύω τη Ναύπακτο, επειδή είναι ο τόπος όπου γεννήθηκες. Θα σου έλεγα ότι ένας από τους στόχους μου στη ζωή είναι να είσαι εσύ περήφανος για εμένα.
     Θα σου έλεγα, επίσης, πόσο ευλογημένη νιώθω που βρέθηκες εσύ στη ζωή μου. Και πως τα μάτια μου πλημμυρίζουν δάκρυα όταν σκέφτομαι πόση αγάπη μου έδωσες. Θα σου έλεγα ότι όλα τα ποτάμια του κόσμου και όλες οι θάλασσες του κόσμου, δεν μπορούν να γεμίσουν την ψυχή μου, όπως τη γέμισες εσύ.
     Όμως, τίποτα από όλα αυτά δε σου είπα, καμία φορά από όσες συναντηθήκαμε. Περιορίστηκα να σε χαιρετήσω εγκάρδια, να σου πω πόσο πολύ χάρηκα που σε είδα, αλλά το πόσο πολύ σε αγαπώ σου το είπα ποτέ;
     Εύχομαι να ξανασυναντηθούμε. Και την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε, εύχομαι να έχω την ετοιμότητα να σου πω όλα αυτά που φυλάω στην ψυχή μου τόσα χρόνια. Εύχομαι να μπορέσω να σε ευχαριστήσω για τα όσα μου έδωσες, να σε ευχαριστήσω μόνο και μόνο που υπάρχεις. Εύχομαι να μπορέσω να δώσω κάτι από εσένα σε όσους ανθρώπους με περιβάλλουν.
     Δε θα σε ξεπληρώσω ποτέ για όσα έκανες για εμένα, σου χρωστάω την ίδια την ψυχή μου. Και μέσα από αυτήν την ψυχή την υποθηκευμένη για πάντα, σε ευχαριστώ και εύχομαι να είσαι πάντα καλά, δάσκαλέ μου πολυαγαπημένε!

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Τρεις ευχές

    
     - Αχ! φώναξε η καρακάξα.
     - Τι συνέβη; ρώτησε η καρδερίνα.
     - Το τακούνι μου, πιάστηκε το τακούνι μου στη σχάρα του υπονόμου!
     - Στάσου, είπε και η αηδόνα, να σε βοηθήσουμε.
     Και μια και δυο, οι δύο φίλες έτρεξαν δίπλα της. Η καρδερίνα έπιασε το πόδι της καρακάξας και άρχισε να το τραβάει, ενώ η αηδόνα την κρατούσε για να μην πέσει.
     Έλα, όμως, που το τακούνι της καρακάξας είχε πιαστεί για τα καλά στη σχάρα του υπονόμου. Η καημένη η καρδερίνα ίδρωνε και ξεϊδρωνε, αλλά δεν κατάφερνε τίποτα. Έτυχε, λοιπόν, να περνάει από εκεί ένας κούκος σωματαράς που ήταν και ιππότης, και προθυμοποιήθηκε να τις βοηθήσει. Έπιασε το πόδι της καρακάξας, έδωσε μια και - ωπ! - το πόδι της καρακάξας μαζί με το παπούτσι απελευθερώθηκαν στην στιγμή.
     - Ευχαριστώ πολύ, είπε η καρακάξα.
     - Δεν κάνει τίποτα, είπε εκείνος και απομακρύνθηκε σφυρίζοντας ικανοποιημένος.
     Και τότε, οι τρεις φίλες το είδαν: ο δυνατός κούκος είχε καταφέρει να ξεκολλήσει από τη θέση της μέχρι και την σχάρα. Και όχι μόνο αυτό. Κάτω από την σχάρα, στο πλάι του υπονόμου συγκεκριμένα, κάτι γυάλιζε.
     - Τι είναι αυτό; είπε η καρακάξα, που το μάτι της έλαμψε μόλις είδε το γυαλιστερό αντικείμενο.
     - Α, ένα λυχνάρι! είπε έκπληκτη η καρδερίνα.
     - Φερ'το εδώ, δικό μου είναι, εγώ το είδα πρώτη, είπε η καρακάξα.
     Καμία από τις άλλες δύο δεν έφερε αντίρρηση.
     - Τι να θέλει ένα λυχνάρι εδώ; αναρωτήθηκε η καρακάξα. Αχ, για δες τι βρώμικο που είναι! Στάσου να το καθαρίσω λιγάκι.
     Και άρχισε να το τρίβει με τα φτερά της για να το καθαρίσει. Εκεί, λοιπόν, που η καρακάξα καθάριζε το λυχνάρι με επιμονή, τσαφ! ο τόπος γέμισε καπνό, και μόλις ο καπνός διαλύθηκε, εμφανίστηκε ένα τζίνι, όπως τα τζίνια των παραμυθιών!
     - Ένα τζίνι! είπαν και οι τρεις φίλες μαζί.
     - Σκλάβος σας, είπε το τζίνι και υποκλίθηκε. Σας ευχαριστώ πολύ που με απελευθερώσατε. Είχα πιαστεί, τόσα χρόνια εκεί μέσα.
     Οι τρεις φίλες δεν είπαν τίποτα.
     - Για τη χάρη που μου κάνατε, συνέχισε το τζίνι, θα σας κάνω από μια χάρη στην καθεμία. Θα σας δώσω την ευκαιρία να ζήσετε στον κόσμο των ανθρώπων και να πραγματοποιήσετε τα όνειρά σας.
     Καταπληκτικό! Τι τύχη ήταν αυτή; Καλά-καλά δεν το πίστευαν.
     - Εγώ, είπε δειλά-δειλά η αηδόνα, θα ήθελα να γίνω τραγουδίστρια. Αν γίνεται, βέβαια, πρόσθεσε.
     - Εννοείται, είπε το τζίνι και με ένα χτύπημα των δαχτύλων του η αηδόνα μεταμορφώθηκε σε κοπέλα.
     - Ευχαριστώ πολύ, είπε και απομακρύνθηκε, αφού αποχαιρέτησε τις φίλες της. Θα τα ξαναπούμε, φώναξε από μακριά.
     - Εσύ; ρώτησε το τζίνι την καρδερίνα. Τι θα ήθελες να γίνεις;
     - Για να είμαι ειλικρινής δεν το είχα σκεφτεί, είπε εκείνη. Θα μπορούσα να το σκεφτώ και να απαντήσω αργότερα;
     - Φυσικά, είπε το τζίνι. Κρατήστε το λυχνάρι, και όταν θα έχετε αποφασίσει τρίψτε το και θα έρθω αμέσως.
     - Θα το κρατήσω εγώ μέχρι τότε, είπε η καρακάξα και το πήρε στα χέρια της. Έτσι κι αλλιώς, εγώ το είδα πρώτη.

     Ύστερα από μερικές μέρες, η αηδόνα-κοπέλα γύρισε και πήγε να βρει τις φίλες της.
     - Δε θα το πιστέψετε, κορίτσια, είπε, αλλά μόλις έφτασα στην πόλη, πήγα στη Λυρική Σκηνή για να ζητήσω δουλειά, και μόλις με άκουσε ο μαέστρος μου πρότεινε να δουλέψω εκεί! Ξεκινάω παραστάσεις την επόμενη βδομάδα, και μάλιστα θα έχω τον πρωταγωνιστικό ρόλο! Το φανταζόσασταν ποτέ;
     - Μπράβο, της είπαν οι άλλες δύο, είμαστε περήφανες για εσένα.
     - Νομίζω ότι κατάλαβα τι θέλω να γίνω, είπε και η καρδερίνα. Έχεις μαζί σου το λυχνάρι; ρώτησε την καρακάξα.
     Φυσικά και το είχε μαζί της η καρακάξα. Το έτριψαν λίγο, και προτού ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους, το τζίνι βρισκόταν μπροστά τους.
     - Ξέρω τι θέλω να γίνω, είπε η καρδερίνα. Θέλω κι εγώ να γίνω τραγουδίστρια. Μπορώ;
     - Τίποτα πιο εύκολο, είπε το τζίνι και χτύπησε τα δάχτυλά του.
     Στην στιγμή, η καρδερίνα μεταμορφώθηκε σε κοπέλα.
     - Γεια σας, κορίτσια, είπε στις άλλες δύο. Πάω να βρω την τύχη μου. Θα τα πούμε σύντομα, ελπίζω.
     - Εσύ ξέρεις τι θέλεις να γίνεις; ρώτησε το τζίνι την καρακάξα.
     - Θέλω να το σκεφτώ λίγο ακόμα, είπε εκείνη.
     - Όπως νομίζεις, είπε το τζίνι. Ξέρεις πώς να με καλέσεις.

     Πέρασαν μερικές μέρες ακόμη και η καρδερίνα-κοπέλα γύρισε και πήγε να βρει τις φίλες της.
     - Κορίτσια, είμαι πάρα πολύ τυχερή! είπε χαμογελώντας μέχρι τα αυτιά. Όταν έφτασα στην πόλη, έτυχε να με ακούσει ένας κυνηγός ταλέντων. Πήγα στο στούντιο, έκανα ένα δοκιμαστικό και αμέσως υπόγραψα συμβόλαιο με δισκογραφική! Αύριο θα βγάλω τον πρώτο μου δίσκο και από τον επόμενο μήνα ξεκινάω περιοδεία. Είμαι πολύ ευτυχισμένη!
     - Μπράβο, της είπαν οι άλλες δύο, συγχαρητήρια!
     - Εσύ δεν έχεις αποφασίσει τι θέλεις να γίνεις; ρώτησαν την καρακάξα.
     - Θέλω να το σκεφτώ λίγο ακόμα, είπε εκείνη. Είναι μόνο μία η ευκαιρία και δε θέλω να πάει χαμένη.

     Γύρισε στο σπίτι της εκνευρισμένη. Άκου τύχη, κύριέ μου, και οι δυο φιλενάδες της έγιναν κιόλας μεγάλες και τρανές: η μία πρωταγωνίστρια της όπερας και η άλλη μουσικό είδωλο. Και να σκεφτεί κανείς ότι το λυχνάρι το είχε δει εκείνη πρώτη!
     - Δε δικαιούμαι γι'αυτό μια καλύτερη τύχη; αναρωτήθηκε.
     - Φυσικά, απάντησε στον εαυτό της.
     Και μια και δυο, πήρε το λυχνάρι στα χέρια της και άρχισε να το τρίβει. Τσαφ! έκανε το λυχνάρι και το τζίνι εμφανίστηκε μπροστά της.
     - Αποφάσισες; τη ρώτησε.
     - Ναι, είπε εκείνη. Θέλω να γίνω τραγουδίστρια.
     - Είσαι σίγουρη; τη ρώτησε το τζίνι.
     - Και βέβαια είμαι σίγουρη, είπε εκείνη. Θέλω να γίνω πετυχημένη, σαν τις φίλες μου.
     - Μα οι φίλες σου έχουν ωραία φωνή, είπε το τζίνι.
     - Και η δικιά μου ωραία είναι, αποκρίθηκε η καρακάξα ενοχλημένη. Είσαι ή δεν είσαι τζίνι;
     - Φυσικά και είμαι.
     - Ε, τότε, κάνε με τραγουδίστρια και μη μου κόβεις την τύχη μου, είπε αποφασιστικά.
     - Όπως θέλεις, είπε το τζίνι και χτύπησε τα δάχτυλά του.
     Στην στιγμή η καρακάξα μεταμορφώθηκε σε κοπέλα.
     - Καλή επιτυχία, της ευχήθηκε το τζίνι, καθώς απομακρυνόταν.

     Η καρακάξα-κοπέλα πήγε κατευθείαν στην πόλη και εκεί άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Μόλις, όμως, άνοιγε το στόμα της να τραγουδήσει, όλοι την απέρριπταν με διάφορες δικαιολογίες. Ούτε στην όπερα την πήραν, ούτε την έκαναν μουσικό είδωλο, ούτε καν σε χορωδία μαζί με άλλους δεν την έβαλαν. Η καρακάξα-κοπέλα απογοητεύτηκε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Συνέχισε να ψάχνει, και μια μέρα βρέθηκε στον δρόμο της ο άνθρωπος που θα αναγνώριζε της αξία της.
     - Μου κάνεις, της είπε μόλις την άκουσε. Έχεις την ιδανική φωνή, αυτό ακριβώς που χρειάζομαι. Σε προσλαμβάνω!
     Η καρακάξα ήταν πολύ χαρούμενη, αλλά μόνο για λίγο. Βλέπετε, η δουλειά που της έδωσαν ήταν λαχειοπώλης.
     - Μα εγώ είμαι τραγουδίστρια, διαμαρτυρήθηκε.
     - Την έχεις ακούσει τη φωνή σου; τη ρώτησε το αφεντικό της. Δεν είναι κατάλληλη για τίποτα άλλο, παρά μόνο για τελάλης.
     - Μα... ξεκίνησε να λέει εκείνη.
     - Δεν έχει "μα". Ή λαχειοπώλης ή να ψάξεις αλλού δουλειά. Διάλεξε.
     Έτρεξε η καρακάξα στο σπίτι της και βρήκε το λυχνάρι. Το έτριψε με βία και όταν εμφανίστηκε το τζίνι, του είπε, όλο παράπονο:
     - Σου είπα να με κάνεις τραγουδίστρια, αλλά εσύ δε με έκανες. Τις φίλες μου τις έκανες επιτυχημένες τραγουδίστριες, και εμένα με έκανες τελάλισσα. Είσαι πολύ άδικο, εγώ είδα πρώτη το λυχνάρι, εγώ θα έπρεπε να είμαι η πιο επιτυχημένη!
     - Κάνεις λάθος, της είπε το τζίνι, εγώ το μόνο που έκανα ήταν να σας μεταμορφώσω σε κοπέλες. Οι φίλες σου έγιναν τραγουδίστριες από μόνες τους, επειδή είχαν καλή φωνή. Τι φταίνε εκείνες που εσύ δε διάλεξες σωστά και δεν κοίταξες τι προσόντα έχεις προτού αποφασίσεις, παρά αποφάσισες με βάση τις δικές τους επιλογές; Εγώ, αν θυμάσαι καλά, προσπάθησα να σε προειδοποιήσω.
     - Είναι άδικο, είπε ξανά η καρακάξα. Αν δεν μπορείς να με κάνεις τραγουδίστρια, τότε κάνε με ξανά πουλί.
     - Λυπάμαι, αλλά κανείς δεν μπορεί να πάρει την ευχή του πίσω. Και κακώς με ενόχλησες. Γεια σου.
     Και - τσαφ! - το τζίνι εξαφανίστηκε.
     Έμεινε, λοιπόν, η καρακάξα μόνη της, και - μη έχοντας άλλη επιλογή - δέχτηκε τη δουλειά που της πρότειναν. Και όποιος δε με πιστεύει ότι έτσι έγιναν τα πράγματα, αρκεί να πάει στον σταθμό του τρένου στην Ομόνοια. Θα δει την καρακάξα καθισμένη εκεί, να πουλάει λαχεία και να φωνάζει "Λαχεία! Λαχείειειειεια! Λαχείειειειεια!"

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Πρωινός μονόλογος

     


      Φτου, να πάρει! Το ξυπνητήρι ήταν αυτό; Τι ώρα είναι; Κιόλας; Ξύπνα! Ώρα να σηκωθείς! Ωραία που είναι, όμως, στο κρεβάτι! Και ζεστά! Άκου τον αέρα πώς φυσάει έξω! Ποιος βγαίνει έξω στο κρύο; Και νυστάζω κιόλας... Αλλά δε θα κοιμηθώ... Όμως, τι ωραία που θα ήταν αν δεν έπρεπε να σηκωθώ! Άκου, άκου τον αέρα... Τι ζεστά που είναι εδώ... Ας κλείσω λίγο τα μάτια... αλλά δε θα κοιμηθώ. Πρέπει να σηκωθώ, δυστυχώς. Και να βγω έξω, που φυσάει και κάνει κρύο. Ίσως να βρέχει κιόλας. Ναι, άκου: πλιτς! πλιτς! Βρέχει. Δεν το είπα εγώ; Και θα είναι γεμάτοι νερά οι δρόμοι, και θα πρέπει να προσέχω πού πατάω, και θα κάνει και κρύο... Ωραία είναι εδώ... αλλά θα πρέπει να σηκωθώ. Πρέπει να ανοίξω τα μάτια και να σηκωθώ. Νιώθω ακόμα κουρασμένη. Λίγος ύπνος ακόμα δε θα με έβλαπτε. Τι κρίμα που πρέπει να σηκωθώ! Και μέσα στο σπίτι θα κάνει κρύο, σε σχέση με το κρεβάτι. Σίγουρα. Ενώ εδώ μέσα είναι τόσο ζεστά! Θα πρέπει, όμως, να σηκωθώ. Δεν είναι και Κυριακή, ή Σάββατο, να έχω την πολυτέλεια να χουζουρέψω. Ναι, αν ήταν Κυριακή ή Σάββατο, όλα θα ήταν διαφορετικά. Θα καθόμουν στο κρεβάτι και θα άκουγα την βροχή και τον αέρα απέξω, ενώ μέσα στο κρεβατάκι μου θα ήταν τόσο ωραία! Και δε θα χρειαζόταν να σηκωθώ άρον άρον για να βγω έξω στο κρύο! Ενώ τώρα θα πρέπει να σηκωθώ. Και να ντυθώ καλά. Έξω ο αέρας θα είναι κρύος. Σκέψου πόσο θα παγώσει το πρόσωπό μου στον αέρα! Μπρρρρ! Ανατρίχιασα. Εδώ μέσα είναι καλά. Είναι ωραία και ζεστά. Μακάρι να μπορούσα να μεταφέρομαι μέσα σε μια θερμοκάψουλα, και να κουβαλάω μαζί μου, όπου κι αν πάω, αυτή την ωραία θερμοκρασία. Μακάρι να μην χρειαζόταν να σηκωθώ, πρέπει όμως. Το ιδανικότερο θα ήταν να είχα έναν κλώνο. Θα έστελνα εκείνον στη δουλειά και εγώ θα χουζούρευα. Σαν να ήταν Κυριακή. Ή Σάββατο. Ωραία θα ήταν. Βέβαια, θα είχε κι ο κλώνος δικαιώματα. Εξάλλου, δε θα ήταν δίκαιο να πηγαίνει μόνο εκείνος στη δουλειά. Θα έπρεπε να βρούμε ένα σύστημα. Μια μέρα εγώ, μια μέρα εκείνος. Ναι, έτσι θα ήταν πιο δίκαιο (πρέπει να σηκωθώ). Και θα είχε κι άλλες ανάγκες, ο κλώνος. Θα έπρεπε να τρώει, να ντύνεται... Με ένα μισθό θα έπρεπε να βολευτούν δύο. Σαν να ήμουν παντρεμένη. Παντρεμένη με τον εαυτό μου. Ε, τι να κάνουμε; Ας κάνουμε και μια θυσία. Σε τελευταία ανάλυση, με αυτόν τον τρόπο θα γλιτώσω ένα σωρό πρωινά ξυπνήματα (πρέπει να σηκωθώ). Θα παίρνω το πρωινό μου στο κρεβάτι... και απέξω θα λυσσομανάει ο αέρας, θα πέφτει η βροχή... αλλά εμένα δε θα με νοιάζει (άνοιξε τα μάτια). Ας είναι καλά ο κλώνος (άνοιξε τα μάτια, τώρα!)... Μμμμ... ωραία που είναι (ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ!)... ζεστά... (ΤΩΡΑ, ΕΙΠΑ!) τι έγινε; Τι ώρα είναι; Τι; Πήγε κιόλας τόσο αργά; Έπρεπε να έχω σηκωθεί... αλλά είναι τόσο ωραία εδώ! Λίγο ακόμη... αλλά δε θα κοιμηθώ...

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

R.I.P.

 

      Η μύγα κοίταξε το πτώμα που ήταν στον καναπέ: στόμα ελαφρά ανοιχτό, μάτια εντελώς κλειστά.
     - Βζουτ! έκανε καθώς κατευθύνθηκε προς το στόμα του πτώματος, περνώντας ξυστά δίπλα από το αυτί του.
     - Ξουτ! έκανε το πτώμα, τινάζοντας το χέρι του.
     Η μύγα απομακρύνθηκε γρήγορα και όταν βρέθηκε ψηλά, κάθησε επάνω στο φωτιστικό και ξανακοίταξε. Το πτώμα ήταν ακίνητο.
     - Η ιδέα μου θα ήταν, σκέφτηκε.
     - Βζουτ! έκανε και πάλι, ορμώντας με φόρα στο δεξί ρουθούνι του πτώματος.
     Ένιωσε ένα ελαφρύ ρεύμα αέρα, καθώς πλησίαζε.
     - Ουστ από δω! έκανε το πτώμα, και κούνησε το χέρι του και πάλι.
     Άρα, το πτώμα δεν ήταν και τόσο πτώμα, τελικά. Η μύγα πήρε μια τρομάρα!
     Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα, καθώς το πτώμα - που δεν ήταν πτώμα, όπως είπαμε - σηκώθηκε από τον καναπέ και όρθωσε το ανάστημά του. Ήταν πολύ ψηλό, τουλάχιστον ένα μέτρο και εβδομήντα εκατοστά ύψος. Ένα ολόκληρο τέρας, δηλαδή.
     - Τώρα θα δεις, παλιόμυγα! είπε θυμωμένο το τέρας και άρχισε να κυνηγάει τη μύγα.
     Αλλά αυτή ήταν πολύ έξυπνη και όλο του ξέφευγε.
     - Έλα εδώ! φώναζε το τέρας, αλλά αυτή δεν του έδινε σημασία.
     Το τέρας εξοπλίστηκε με μια πετσέτα και άρχισε να μαστιγώνει με αυτήν τον αέρα.
     - Θα σου δείξω εγώ, είπε και άρχισε να ψάχνει σε όλο το σπίτι.
     Αλλά η μύγα είχε κρυφτεί ψηλά, επάνω στο ψυγείο.
     - Φουπ! έκανε η πετσέτα επάνω στο ψυγείο, αλλά η μύγα πρόλαβε να το σκάσει, χωρίς να πάθει το παραμικρό.
     - Βζουτ! έκανε και πέταξε πιο πέρα, στον πάγκο της κουζίνας.
     - Φουπ! έκανε η πετσέτα επάνω στον πάγκο της κουζίνας.
     - Βζουτ! έκανε η μύγα και πέταξε επάνω στο ντουλάπι.
     - Φουπ! έκανε η πετσέτα επάνω στο ντουλάπι.
     - Βζουτ! βζουτ! βζουτ! έκανε η μύγα και άρχισε να κάνει βόλτες μέσα στην κουζίνα.
     - Φουπ! φουπ! φουπ! έκανε η πετσέτα, καθώς στριφογύριζε στον αέρα.
     - Βζουτ! έκανε και η μύγα και κάθησε στο τζάμι του παραθύρου.
     - Πού είσαι; φώναζε το τέρας, έλα εδώ!
     Αλλά η μύγα καθόταν ήσυχα-ήσυχα στο τζάμι. Μάταια το τέρας κοιτούσε δεξιά και αριστερά. Δεν την έβλεπε πουθενά. Κοίταζε στα ντουλάπια, στους τοίχους, στο τραπέζι της κουζίνας, προσπαθούσε να αφουγκραστεί το πέταγμά της, αλλά δεν κατάφερε να την εντοπίσει.
     - Για να δεις με τι μύγα έχεις να κάνεις! φώναξε η μύγα, καθώς είχε ξεθαρρέψει.
     Αλλά το τέρας δεν την άκουσε.
     - Δεν ακούς που σου μιλάω; ξαναφώναξε.
     Σιωπή.
     - Ε, σε εσένα μιλάω! φώναξε με όλη της τη δύναμη, αλλά και πάλι το τέρας δεν την άκουσε.
     - Είμαι η πιο έξυπνη, τελικά, είπε η μύγα στον εαυτό της. Τόση ώρα και ακόμα να με εντοπίσει το τέρας.
     Η μύγα ήταν πολύ χαρούμενη που είχε κοροϊδέψει το τέρας. Βέβαια, εκείνο δεν την είχε πάρει είδηση και συνέχιζε να ψάχνει σε όλο το σπίτι. Να, τώρα κοιτούσε στο υπνοδωμάτιο, - αν είναι δυνατόν, θα πήγαινε ποτέ η μύγα σε ένα τόσο βαρετό δωμάτιο;
     Η κουζίνα ήταν άδεια.
     - Ευκαιρία για παιχνίδι, είπε η μύγα και άρχισε να πετάει πέρα-δώθε και πάνω-κάτω.
     - Φαπ! έκανε η πετσέτα, καθώς το τέρας είχε επιστρέψει στην κουζίνα, χωρίς η μύγα να το πάρει είδηση. Φαπ, έκανε ξανά και η μύγα βρέθηκε στο πάτωμα.
     Ησυχία επικράτησε στο σπίτι. Ούτε βζουτ, ούτε φουπ, ούτε τίποτα. Μόνο ησυχία.
     Το τέρας άφησε την πετσέτα στην πλάτη μιας καρέκλας και χασμουρήθηκε. Ύστερα, πήγε και ξαναξάπλωσε στον καναπέ. Και τα πτώματα έγιναν δύο, ένα στον καναπέ, και ένα στο πάτωμα της κουζίνας.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Ανοδική πορεία

    

      - Όλα πηγαίνουν καταπληκτικά, είπε ο βασιλιάς από το στολισμένο μπαλκόνι του. Έχουμε μπει σε έναν καλό δρόμο, έχουμε ξεκινήσει να ανεβαίνουμε τον δρόμο της επιτυχίας!
     - Ζήτω!!!! φώναξε ο λαός.
     - Σε λίγο καιρό θα επιστρέψουμε στις καλές μέρες. Κάτω από τη δική μου ηγεσία θα ξεκινήσουμε μία μακρόχρονη πορεία ανάπτυξης και προόδου!
     - Ζήτω!!!!! ξαναφώναξε ο λαός.
     Όλα πήγαιναν μια χαρά, πράγματι. Όλοι είχαν εντυπωσιαστεί με την πρόοδο της χώρας, οι εφημερίδες σε όλον τον κόσμο το έλεγαν, είχαν γίνει άλματα προς το σωστό δρόμο, όλα έδειχναν ότι είχαν αρχίσει να ξεπερνιούνται οι δυσκολίες του προηγούμενου καιρού. Όλα τα στατιστικά ήταν εξαιρετικά, τα διαγράμματα ήταν ανοδικά, τα νούμερα αύξαιναν μέρα με τη μέρα. Ήταν σαφές ότι έπρεπε να συνεχίσουν ό,τι έκαναν.
     - Αύριο θα πάρω μερικά μέτρα ακόμη, σκέφτηκε ο βασιλιάς. Πρέπει να επιταχύνουμε τη διαδικασία προόδου.
     Βέβαια, υπήρχαν κάποιοι που αντιδρούσαν, που έλεγαν ότι τα στατιστικά δεν ήταν σωστά, και ότι εν πάσει περιπτώσει, εκτός από τα στατιστικά υπήρχε και η πραγματικότητα, που καθόλου δε συμφωνούσε με αυτά.
     - Αντιδραστικά στοιχεία, είπε ο βασιλιάς. Αν δεν τους αρέσει, ας φύγουν.

     - Πηγαίνουμε πολύ καλά, είπε ο βασιλιάς από το μπαλκόνι του ύστερα από λίγο καιρό και πάλι.
     - Ζήτω!! φώναξαν οι άνθρωποι γύρω του.
     - Έχουμε ήδη αρχίσει να βλέπουμε την πρόοδο.
     - Ζήτω!!! ξαναφώναξαν όλοι.
     Τι διθυραμβικές κριτικές που έρχονταν από όλες τις άκρες του κόσμου! Πόσο ωραία πήγαιναν όλα! Τι εκπληκτικά πράγματα που έδειχναν τα στατιστικά! Ήταν μεγάλος ηγέτης, δε χωρούσε αμφιβολία.
     - Μπράβο μου! είπε ο βασιλιάς μπροστά στον καθρέφτη. Είμαι ο καλύτερος βασιλιάς που υπάρχει. Αύριο θα πάρω κανα-δυο μέτρα ακόμη.
     Και πάλι όμως έφταναν κάποιες φωνές στα αυτιά του. Φωνές που δεν του άρεσαν καθόλου. Έλεγαν ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν πήγαινε καλά και ότι όχι μόνο πρόοδος δεν είχε επέλθει, αλλά η δυστυχία απλωνόταν παντού, σαν ένα μαύρο σύννεφο, και έριχνε την σκιά της σε όλη τη χώρα.
- Δε θα σταματήσουν να συκοφαντούν τη χώρα; σκέφτηκε ο βασιλιάς. Όποιος νομίζει ότι θα βρει καλύτερα αλλού, ας φύγει. Εγώ δεν κρατάω κανέναν με το ζόρι.

     - Οι καλύτερες μέρες είναι εδώ, είπε ο βασιλιάς ύστερα από λίγο καιρό.
     - Ζήτω! φώναξαν οι άνθρωποι γύρω του.
     - Οι παλιές, κακές μέρες, ανήκουν πια στο παρελθόν!
     - Ζήτω! ξαναφώναξαν όλοι.
     Σαν να του φάνηκαν λιγότεροι οι άνθρωποι αυτή τη φορά. Τι είχε γίνει; Αχάριστοι! Ύστερα από όσα είχε κάνει για αυτούς, ήταν αυτή συμπεριφορά; Τα στατιστικά το έδειχναν ξεκάθαρα: η χώρα ευημερούσε. Να δεις που τον φθονούν για τις επιτυχίες του. Οι δυσκολίες πρέπει να χαλυβδώνουν τον άνθρωπο. Αυτό θα κάνει κι εκείνος. Σήμερα κιόλας, θα πάρει και άλλα μέτρα. Θα ενισχύσει την ανάπτυξη ακόμα περισσότερο. Θα φτιάξει στατιστικά, που όμοιά τους δεν θα έχουν ξαναπαρουσιαστεί. Και τότε θα δουν όλοι. Κι αν σε κάποιους δεν αρέσει, ας φύγουν. Έτσι κι αλλιώς, δεν τους έχει ανάγκη. Αυτός χρειάζεται ανθρώπους να τον βοηθάνε με τα στατιστικά.

     - Τα καταφέραμε! είπε ο βασιλιάς ξανά, ύστερα από λίγο καιρό.
     - Ζήτω! φώναξαν καμιά δεκαριά άνθρωποι που ήταν εκεί.
     - Τα στοιχεία το δείχνουν πέραν πάσης αμφιβολίας. Οι δείκτες ανάπτυξης έχουν εκτιναχθεί στα ύψη. Οι κόποι μας ανταμείφθηκαν.
     - Ζήτω! ξαναφώναξαν οι δέκα άνθρωποι.
     Μα, γιατί τόσος λίγος κόσμος ήταν παρών σε αυτήν την τόσο σημαντική ομιλία του; Πού ήταν οι υπόλοιποι;
     Ο βασιλιάς αποσύρθηκε στα δωμάτιά του. Πήρε τα στατιστικά στα χέρια του. Ήταν καλύτερα από όσο μπορούσε να φανταστεί. Όλα, λοιπόν, πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα.
     - Ξέρω τι έγινε, σκέφτηκε ύστερα από λίγο. Η μεγάλη ευημερία τους έκανε να ξεχάσουν ότι σήμερα θα μιλούσα. Κακώς το ξέχασαν, φυσικά. Θα έπρεπε να αναγνωρίζουν τις ευεργεσίες που τους γίνονται.
     Βέβαια, πάλι ακούστηκαν κάποιες φωνές ότι η χώρα είχε βουλιάξει σε τέλμα και ότι οι περισσότεροι ζούσαν στην ανέχεια. Τι επίμονοι άνθρωποι! Αφού βλέπουν την πρόοδο, εκείνοι επιμένουν να τον διαβάλλουν!
     Δεν πάει άλλο. Την επόμενη φορά, θα μαζέψει όλα τα στατιστικά και θα τους τα τρίψει στα μούτρα. Να δουν αυτοί, που τον περιγελούν όπου κι αν βρίσκονται.

     - Η χώρα ξεπέρασε τις δυσκολίες, είπε ο βασιλιάς από το μπαλκόνι του την επόμενη φορά.
     - Ζήτω! φώναξαν οι τρεις άνθρωποι που ήταν εκεί.
     - Έχω εδώ τα στατιστικά που αποδεικνύουν περίτρανα αυτά που λέω. Και όποιος θέλει... μα πού είναι ο κόσμος;
     Οι τρεις άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ύστερα, σήκωσαν τους ώμους σε ένδειξη απορίας.
     - Δεν μπορώ να μιλάω μόνο για τρεις ανθρώπους, είπε ο βασιλιάς. Να έρθει ο κόσμος εδώ, που θέλω να του μιλήσω. Σε τελευταία ανάλυση, είμαι ο βασιλιάς!
     Οι τρεις άνθρωποι σκόρπισαν δεξιά και αριστερά. Ο βασιλιάς έμεινε μόνος του να περιμένει.
     Ο πρώτος που επέστρεψε δεν είχε καλά νέα.
     - Πήγα στα εργοστάσια, είπε, και δεν βρήκα κανέναν. Τα εργοστάσια είχαν κλείσει και οι εργάτες είχαν φύγει.
     - Έφυγαν; Πού πήγαν;
     - Κάποιοι στο εξωτερικό, κάποιοι άλλοι πέθαναν από την πείνα.
     Εκείνη την ώρα έφτασε και ο δεύτερος.
     - Πήγα στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, είπε, και δεν βρήκα κανέναν. Είχαν κλείσει όλα, αφού δεν υπήρχαν καθηγητές και δάσκαλοι, ούτε φοιτητές και μαθητές.
     - Πώς δεν υπήρχαν; Πού πήγαν;
     - Κάποιοι στο εξωτερικό, οι υπόλοιποι πέθαναν.
     - Με δουλεύετε, είπε ο βασιλιάς. Μα τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η χώρα ευημερεί. Τι είδους αστείο είναι αυτό;
     Εκείνη την ώρα έφτασε ο τρίτος.
     - Βρήκα έναν άνθρωπο, είπε λαχανιασμένος.
     - Έναν; ρώτησε ο βασιλιάς έκπληκτος.
     - Ναι, έναν ζητιάνο έξω από το παλάτι.
     - Έναν ζητιάνο έξω από το παλάτι; Και τι κάνει εκεί;
     - Ζητιανεύει, αλλά δεν υπάρχει κανείς να τον βοηθήσει. Για να είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι όπου να'ναι θα πεθάνει.
     - Δεν πειράζει, τι να κάνουμε, φέρ'τον, είπε ο βασιλιάς.
     - Δε θέλει να έρθει. Λέει ότι προτιμάει να πεθάνει έξω από το παλάτι, παρά μέσα σε αυτό.
     - Μα, τι μου λέτε; Δηλαδή, δεν υπάρχει κανείς να ακούσει αυτά που έχω να πω;
     - Υπάρχουμε εμείς, μεγαλειότατε. Και θα μείνουμε κοντά σας, ό,τι κι αν γίνει.
     - Μα τι μπορούν να μου κάνουν τρεις άνθρωποι;
     - Τώρα μας χρειάζεστε περισσότερο από ποτέ, είπε ο ένας. Τώρα είναι που δεν πρέπει να χαλάσουν με τίποτα τα στατιστικά. Μην ξεχνάτε, εμείς οι τρεις είμαστε αυτοί που τα φτιάχνουν.
     Τα στατιστικά, βέβαια, τα είχε ξεχάσει.
     - Μα πώς δεν το κατάλαβα ότι συνέβαινε αυτό; Αφού τα στατιστικά ήταν μια χαρά. Δεν είναι σωστά τα στατιστικά;
     Οι τρεις άνθρωποι έσκυψαν επάνω στα στατιστικά και άρχισαν τους υπολογισμούς.
     - Σωστά είναι, είπε ο πρώτος.
     - Σωστά είναι, είπε ο δεύτερος.
     - Σωστά είναι, είπε και ο τρίτος.
     Και τότε, τι είχε γίνει; Εκείνη την ώρα έφτασε μέσα στο παλάτι ο γελωτοποιός του βασιλιά.
     - Α, υπάρχει και ο γελωτοποιός! φώναξε γεμάτος ανακούφιση ο βασιλιάς. Γελωτοποιέ, πες ένα αστείο να γελάσω.
     - Το αστείο, μεγαλειότατε, είπε ο γελωτοποιός, δεν θα το πω εγώ. Το αστείο το λέτε εσείς εδώ και τόσο καιρό. Τα στατιστικά ήταν σωστά, ναι, και όμορφα, και ανοδικά, και οι τρεις άνθρωποι που σας περιστοιχίζουν τα έφτιαξαν με περισσή μαεστρία, όμως ξέχασαν ένα στατιστικό, και αυτό είναι το σπουδαιότερο.
     - Και ποιο είναι αυτό;
     - Ο αριθμός του πληθυσμού, μεγαλειότατε. Πότε ακριβώς καταλάβατε ότι ο πληθυσμός μειώθηκε;
     Ο βασιλιάς σκέφτηκε λίγο.
     - Μα όλα τα στατιστικά συμπεριελάμβαναν το 100% του πληθυσμού, έτσι δεν είναι;
     Κοίταξε τους τρεις ανθρώπους. Εκείνοι κούνησαν το κεφάλι πάνω-κάτω, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι έτσι ήταν.
     - Ποιο ήταν το σύνολο του πληθυσμού όμως, το έλεγαν;
     Ο βασιλιάς δεν θυμόταν κάτι τέτοιο.
     - Ποιο ήταν το σύνολο του πληθυσμού; ρώτησε τους τρεις ανθρώπους.
     Εκείνοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία.
     - Θα σας πω εγώ, είπε ο γελωτοποιός. Το σύνολο του πληθυσμού ήταν πάντα τέσσερα: η μεγαλειότητά σας και οι τρεις στατιστικολόγοι, κανείς άλλος.
     - Και εσύ; ρώτησε ο βασιλιάς. Εσύ δεν ανήκεις στον πληθυσμό;
     - Εγώ; Κάθε άλλο. Εγώ ήμουν από τους πρώτους που έπαψαν να ανήκουν στον πληθυσμό. Μην ξεχνάτε, εγώ είμαι ο γελωτοποιός. Και το γέλιο έχει εξοριστεί από αυτήν τη χώρα προ πολλού.
     - Μα αφού είσαι εδώ, είπε ο βασιλιάς.
     - Ναι, αλλά όχι για πολύ. Φεύγω. Έτσι κι αλλιώς, αν έμενα θα χαλούσα τα στατιστικά. Βλέπετε, αν με υπολογίσετε και εμένα στον πληθυσμό, αυτόματα θα βγει προβληματικό το 20% του πληθυσμού. Και δεν το θέλουμε αυτό, έτσι δεν είναι;
     Ο βασιλιάς έμεινε άφωνος να κοιτάζει τον γελωτοποιό να απομακρύνεται. Ύστερα, γύρισε στους τρεις στατιστικολόγους και τους είπε να φτιάξουν νέα διαγράμματα και να βγάλουν νέα στατιστικά. Χωρίς τον γελωτοποιό, εννοείται.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Πρρρρτ!


     Τι ωραία που είναι να ξυπνάς το πρωί για να πας στη δουλειά! Και πόσο ωραιότερο ακόμα είναι όταν το παίρνεις απόφαση ότι έχεις αργήσει και ότι θα πας καθυστερημένος, και αποφασίζεις να εκμεταλλευτείς τα δέκα λεπτά που απομένουν μέχρι να έρθει ο επόμενος συρμός του μετρό!
     Τότε, μειώνεις την ταχύτητά σου και αποφασίζεις να περπατήσεις χαλαρά, μέσα στους ήσυχους ακόμα δρόμους. Και περπατώντας αργά παρατηρείς τα σπίτια δεξιά και αριστερά, και θαυμάζεις τους κήπους με τα όμορφα λουλούδια, και βλέπεις τις γάτες που έχουν βγει στον δρόμο και έχουν σκαρφαλώσει στους κάδους των σκουπιδιών, και ακούς τα πουλιά που κι αυτά έχουν ξυπνήσει, και βλέπεις τη θάλασσα στο βάθος, και ένα μεγάλο πλοίο στη θάλασσα, και το καμπαναριό μιας εκκλησίας που φαίνεται λίγο πιο μπροστά από τη θάλασσα...
     Όλα είναι όμορφα το πρωί, που είναι φρέσκα. Και σκέφτεσαι ότι την επόμενη φορά που θα πάρεις άδεια θα ξυπνήσεις μια μέρα νωρίς για να κάνεις μια πρωινή βόλτα με την ησυχία σου. Βέβαια, το ξέρεις μέσα σου ότι δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Όταν παίρνεις άδεια συνήθως κοιμάσαι μέχρι αργά.
     Η απουσία ανθρώπων ή έστω, η περιορισμένη τους παρουσία στον δρόμο, σε κάνει να σκεφτείς για πολλοστή φορά, πόσο όμορφος είναι ο κόσμος χωρίς το ανθρώπινο είδος, παρόλο που και εσύ ανήκεις σε αυτό. Ο χρόνος που έχεις στη διάθεσή σου - μένουν ακόμα πέντε λεπτά - μοιάζει σαν ένα μπαλόνι που διαστέλλεται. Νιώθεις ελεύθερος.
     Το γεγονός ότι σε πήρε ο ύπνος και άργησες να φύγεις από το σπίτι, που είχε ως αποτέλεσμα να χάσεις το συρμό (που - μεταξύ μας - ίσως και να τον προλάβαινες, αν έτρεχες τόσο όσο στο τέλος να φτάσεις ξέπνοος στην αποβάθρα) σου έκανε ένα δώρο δέκα λεπτών. Δώρο ανεκτίμητο, αν σκεφτεί κανείς ότι κατά τη διάρκεια αυτών των ευλογημένων δέκα λεπτών κατάφερες να νιώσεις άνθρωπος.
     Ένα αίσθημα ευφορίας σε πλημμυρίζει και οσφραίνεσαι απολαυστικά τον αέρα, έστω και για αυτά τα δέκα λεπτά. Αέρας ελευθερίας. Και τόσο πολύ ευφραίνεσαι που - πρρρτ! - μέχρι που μπορείς να αφήσεις και μια πορδή. Πρρρτ! μια πορδή ελευθερίας - μια κραυγή θα ξυπνούσε τον κόσμο.
     Και η πορδή ξεκινάει το αόρατο ταξίδι της στο σύμπαν, ως ωστικό κύμα που διαστέλλεται συνεχώς, και εσύ νιώθεις ότι έφτασες στο άκρον άωτον της ελευθερίας, ότι πιο ελεύθερος δε γίνεται να είσαι, η πορδή γίνεται η σημαία της πρωινής σου επανάστασης, "ναι, σιγά" θα πούνε μερικοί, "το μόνο που έλειπε σε αυτόν τον κόσμο ήταν μια ωδή στην πορδή", αλλά εσένα δε σε νοιάζει, εδώ έχουν γραφτεί ένα σωρό βιβλία για αιδοία, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, στη δική σου πορδή θα σταθούμε; Και σε τελευταία ανάλυση, ελεύθερος είσαι, τις λειτουργίες σου τις ορίζεις, έτσι γουστάρεις, βρε αδερφέ, και λογαριασμό δε δίνεις σε κανέναν.
     Αυτό ήταν. Μέσα σε αυτά τα δέκα λεπτά έγινες και επαναστάτης. Και πρρρτ! φτάνεις στο μετρό.
     Επανάσταση τέλος.

Αντιγραφή πρωτοτύπου

 
     Εκείνη μετρίου αναστήματος, μελαχρινή. Εκείνος κοντοπίθαρος, κοκκινόξανθος με σγουρά μαλλιά. Εκείνη γύρω στα 22. Εκείνος γύρω στα 4. Ήταν μάνα και γιός.
     Μπήκαν στο λεωφορείο οι δυο τους και εκείνη τον έβαλε να καθήσει. Εκείνος έκανε έναν ήχο σαν βουητό, δε μιλούσε. Μου έκανε εντύπωση ένα παιδί να μη μιλάει σε αυτή την ηλικία. Αλλά και το βουητό που άκουγα, ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας με τη μαμά του. Εκείνη, πάντως, δε φαινόταν να ενοχλείται, ούτε να ανησυχεί.
     Ο σταθερός, μονότονος ήχος που έβγαζε το παιδί ήταν αρκετά εκνευριστικός, τουλάχιστον για εμένα. "Κουράγιο, και όπου να'ναι θα ξεκινήσουμε", σκέφτηκα. "Όπου να'ναι, ο θόρυβος του λεωφορείου θα σκεπάσει το θόρυβο του παιδιού". Αλλά το λεωφορείο αργούσε να ξεκινήσει.
     Στο μεταξύ έφτασε το λεωφορείο μιας άλλης γραμμής, που επίσης με βολεύει. Κατέβηκα χωρίς να χάσω καιρό και ανέβηκα στο άλλο λεωφορείο. Βρήκα και θέση. Ωραία! Όπου να'ναι θα ξεκινούσε και θα πήγαινα στο σπιτάκι μου.
     Ξαφνικά, εκεί που καθόμουν αφηρημένη, συνειδητοποίησα ότι περιβαλλόμουν από έναν γνώριμο ήχο. Ήταν το παιδί με τη μαμά του. Δηλαδή, μόνο το παιδί ακουγόταν. Η μαμά δεν έκανε φασαρία, ήταν ήσυχη.
     Έβαλε το παιδί να καθήσει, δίπλα μου κατά σύμπτωση, και του είπε κάτι σε μια γλώσσα που δεν γνώριζα. Το παιδί της απάντησε. Ώστε μιλούσε. Βέβαια, ήταν αρκετά ζωηρό και ανήσυχο, και ομολογώ ότι έφαγα και μερικές σφαλιαρίτσες ξώφαλτσες, καθώς στριφογύριζε διαρκώς στο κάθισμά του. Τέλος πάντων.
     Γύρισα το κεφάλι μου και άρχισα να κοιτάζω έξω από το λεωφορείο, στο δρόμο. Είχα πολλά πράγματα στο μυαλό μου και αφαιρέθηκα. Συνήλθα απότομα από κάποιες αντρικές φωνές.
     Κοίταξα προς τα εκεί από όπου έρχονταν οι φωνές. Ήταν στην πίσω πόρτα του λεωφορείου. Ένας άντρας φώναζε στον οδηγό. Και τότε πρόσεξα ότι το παιδί δεν καθόταν πια δίπλα μου, και ότι η μητέρα του είχε το χέρι της πιασμένο στην πόρτα. Το παιδί ήταν από την άλλη μεριά της πόρτας, έξω από το λεωφορείο. Η μητέρα κρατούσε το χέρι του παιδιού και δεν το άφηνε, παρόλο που η πόρτα είχε κλείσει επάνω στο χέρι της.
     Ευτυχώς, ο οδηγός άκουσε τις φωνές και άνοιξε την πόρτα. Η γυναίκα, που δεν είχε αρθρώσει λέξη και δεν είχε βγάλει την παραμικρή φωνή, κατέβηκε από το λεωφορείο. Η πόρτα του λεωφορείου ξανάκλεισε και ξεκινήσαμε.
     Δεν ξέρω τι εντύπωση έκανε αυτή η σκηνή στους υπόλοιπους επιβάτες, όμως εμένα μου καρφώθηκε στο μυαλό η εικόνα της έντρομης μάνας που κρατάει όσο πιο σφιχτά μπορεί το χέρι του παιδιού της, ενώ ανάμεσά τους παρεμβάλλεται η ψυχρή πόρτα του λεωφορείου. Μου θύμισε τη Δημιουργία του Μιχαήλ Αγγέλου.
     Έτσι, όπως ο Θεός στον πίνακα του Μιχαήλ Αγγέλου απλώνει το χέρι προς το δημιούργημά του, τον Αδάμ, έτσι και αυτή η μάνα άπλωνε το χέρι προς το δικό της δημιούργημα, το παιδί της. Μόνο που εδώ υπήρχε και πόρτα στη μέση.
     Όταν η ζωή αντιγράφει την τέχνη. Ακόμα και με μια πόρτα ανάμεσα.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Προσεχώς

    

                                                                 ΠΡΑΞΗ Α

                                                              Σκηνή πρώτη

(Σε ένα γραφείο. Ένας υπάλληλος κάθεται στο γραφείο, που είναι γεμάτο με στοίβες από χαρτιά. Στο γραφείο υπάρχουν επίσης σφραγίδες, σε εμφανή θέση. Μπροστά του είναι μια γυναίκα, από πίσω της είναι διάφοροι άλλοι, η γνωστή ουρά. Στον τοίχο ένα ημερολόγιο, δείχνει την ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2025)

Γυναίκα: Καλημέρα.
Υπάλληλος: (βαριεστημένα) Ορίστε.
Γυναίκα: Ήρθα για να τακτοποιήσω μια οφειλή, δηλαδή να ξανατακτοποιήσω μια οφειλή του 2010, την οποία είχα τακτοποιήσει τότε, και στη συνέχεια ξανατακτοποίησα το 2013.
Υπάλληλος: Τι εννοείτε "τακτοποιήσατε";
Γυναίκα: Εννοώ ότι την τακτοποίησα. Το 2010 προσκόμισα στην υπηρεσία σας αποδεικτικά στοιχεία ότι η οφειλή δεν έπρεπε να πληρωθεί.
Υπάλληλος: Ωραία, και...;
Γυναίκα: Και ύστερα από τρία χρόνια μου ήρθε μια επιστολή από εσάς που έλεγε ότι οφείλω το τριπλάσιο ποσό και αν δεν το πληρώσω, το πρόστιμο θα δεκαπλασιαστεί και θα εισπραχθεί μέσω της Εφορίας...
Υπάλληλος: Α, κατάλαβα. Και τώρα τι θέλετε;
Γυναίκα: Μα το πλήρωσα το πρόστιμο.
Υπάλληλος: Το 2010;
Γυναίκα: Όχι, το 2010 προσκόμισα τα στοιχεία ότι δεν έπρεπε να πληρώσω.
Υπάλληλος: Και τότε γιατί το πληρώσατε στο τριπλάσιο το 2013;
Γυναίκα: Επειδή δεν είχα όρεξη να τραβιέμαι ξανά.
Υπάλληλος: Άρα μάλλον φταίγατε.
Γυναίκα: Τι μου λέτε τώρα;
Υπάλληλος: Τα γεγονότα, κυρία μου, μιλάνε τα γεγονότα... Τέλος πάντων, και τώρα τι θέλετε;
Γυναίκα: Έλαβα εχθές μια νέα επιστολή που με πληροφορούσε ότι δεν έχω τακτοποιήσει την οφειλή του 2010 και ότι θα πρέπει να πληρώσω δεκαπέντε φορές το πρόστιμο του 2010, αλλιώς θα εισπραχθεί στο δεκαπλάσιο μέσω της Εφορίας.
Υπάλληλος: (την κοιτάζει εμφανώς απορημένος)
Γυναίκα: Μα δεν καταλαβαίνετε; Το πρόστιμο το έχω ξαναπληρώσει!
Υπάλληλος: Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε. Η επιστολή που λάβατε εχθές, τι ημερομηνία έχει;
Γυναίκα: Τι σημασία έχει; Αφού το πρόστιμο το πλήρωσα το 2013!
Υπάλληλος: Μα αφού εσείς λέτε ότι δεν έπρεπε να το πληρώσετε καν.
Γυναίκα: Όχι, εντάξει, αφού το πλήρωσα, δεν τακτοποιήθηκε η οφειλή;
Υπάλληλος: Τι να σας πω; Αφού αμφισβητείτε το πρόστιμο, κάντε μας μια αίτηση, πάρτε αριθμό πρωτοκόλλου και καταθέστε την στο τμήμα αμφισβήτησης προστίμων.
Γυναίκα: Και θα λυθεί το θέμα;
Υπάλληλος: Α, αυτό δεν το ξέρω.
Γυναίκα: Τέλος πάντων, και σε πόσο καιρό θα ξέρω;
Υπάλληλος: Επειδή έχουμε έλλειψη προσωπικού, η διαδικασία θα αργήσει λίγο. Υπολογίστε 5-6 χρόνια.
Γυναίκα: 5-6 χρόνια; Μέχρι τότε το πρόστιμο θα έχει εισπραχθεί στο δεκαπλάσιό του από την Εφορία, δεν μπορώ να περιμένω τόσο...
Υπάλληλος: Τι να σας πω; Αν θέλετε, πληρώστε το πρόστιμο, κρατήστε την απόδειξη, και όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία ζητήστε τα χρήματά σας πίσω. (Κοιτάζει πίσω από τη γυναίκα) Ο επόμενος!

                                                            Σκηνή δεύτερη

(Το ίδιο γραφείο, με την ίδια διακόσμηση. Ο ίδιος υπάλληλος, η ίδια γυναίκα, λίγο πιο γερασμένοι. Το ημερολόγιο στον τοίχο δείχνει 18 Μαρτίου 2037)

Γυναίκα: Καλημέρα.
Υπάλληλος: (βαριεστημένα) Τι θέλετε;
Γυναίκα: Ήρθα επειδή έχω πρόβλημα με ένα πρόστιμο του 2010.
Υπάλληλος: Στο τμήμα παλαιών προστίμων, παρακαλώ!
Γυναίκα: Μα έλαβα προχθές μια επιστολή από εσάς, που έλεγε να τακτοποιήσω μια οφειλή του 2010, την οποία έχω τακτοποιήσει και ξανατακτοποιήσει δύο φορές, και ότι θα πρέπει να πληρώσω είκοσι επτά φορές το ποσό της αρχικής οφειλής, αλλιώς το ποσό θα εισπραχθεί στο δεκαπλάσιό του μέσω της Εφορίας.
Υπάλληλος: Και λοιπόν;
Γυναίκα: Τι "λοιπόν"; Αφού το έχω τακτοποιήσει το πρόστιμο, γιατί μου ξαναζητάτε τα λεφτά, και μάλιστα το εικοσιεπταπλάσιο ποσό;
Υπάλληλος: Η αρχική οφειλή πολλαπλασιάζεται με τα χρόνια, γι'αυτό.
Γυναίκα: Ναι, αλλά η οφειλή τακτοποιήθηκε.
Υπάλληλος: Αν τακτοποιήθηκε η οφειλή, τότε γιατί λάβατε επιστολή;
Γυναίκα: Αυτό αναρωτιέμαι και εγώ...
Υπάλληλος: Να μην αναρωτιέστε καθόλου. Για να λάβετε επιστολή θα πει ότι υπάρχει οφειλή. Και καλά θα κάνετε να την πληρώσετε σύντομα, για να μην εισπραχθεί μέσω της Εφορίας.
Γυναίκα: Μα τι μου λέτε; Εγώ την οφειλή την πλήρωσα το 2013. Και την ξαναπλήρωσα το 2025!
Υπάλληλος: Μήπως δεν την πληρώσατε αλλά νομίζετε ότι την πληρώσατε;
Γυναίκα: Θυμάμαι πολύ καλά, κύριε. Την πλήρωσα το 2013 και την ξαναπλήρωσα το 2025 και αφού την πλήρωσα έκανα και αίτηση για να μου επιστραφούν τα χρήματα που κατέβαλα το 2025, αφού το πρόστιμο το είχα πληρώσει από το 2013, αφήστε που είχε ήδη τακτοποιηθεί από το 2010.
Υπάλληλος: Και δε σας επέστρεψαν τα χρήματα;
Γυναίκα: Ακόμα περιμένω το πόρισμα της έρευνας.
Υπάλληλος: Ε, τότε θα πρέπει να πληρώσετε.
Γυναίκα: Να πληρώσω;
Υπάλληλος: Φυσικά. Ή προτιμάτε να εισπραχθεί μέσω της Εφορίας;
Γυναίκα: Και με τα λεφτά που πρέπει να μου επιστραφούν τι θα γίνει;
Υπάλληλος: Α, δεν ξέρω αν πρέπει να σας επιστραφούν... Εν πάσει περιπτώσει, κάντε μια συμπληρωματική αίτηση, πάρτε αριθμό πρωτοκόλλου και καταθέστε την στο τμήμα αμφισβήτησης συμπληρωματικών προστίμων. Να ξέρετε, όμως, ότι την υπόθεσή σας δεν θα την αναλάβουν, αν προηγουμένως δεν βγει το πόρισμα του τμήματος αμφισβήτησης προστίμων.
Γυναίκα: (αναστενάζει) Πόσο καιρό θα πάρει αυτό;
Υπάλληλος: Α, πού να ξέρω κι εγώ, εξαρτάται. Πάνω-κάτω 10 χρόνια να υπολογίζετε.
Γυναίκα: Δέκα χρόνια;
Υπάλληλος: Ο επόμενος!

                                                      Σκηνή τριακοστή έκτη

(Το ίδιο γραφείο, με την ίδια διακόσμηση. Ο ίδιος υπάλληλος, η ίδια γυναίκα, εμφανώς γερασμένοι και οι δυο. Το ημερολόγιο στον τοίχο δείχνει 4 Ιουλίου 2056)

Γυναίκα: (δυνατά) Καλημέρα.
Υπάλληλος: (την κοιτάζει)
Γυναίκα: Καλημέρα, είπα!
Υπάλληλος: Τρίτη είναι σήμερα, όχι Δευτέρα!
Γυναίκα: Έχω ένα πρόβλημα.
Υπάλληλος: Τι θέλετε;
Γυναίκα: Έλαβα εχθές μια επιστολή από εσάς που έλεγε να πληρώσω ένα πρόστιμο του 2010, το οποίο το έχω τακτοποιήσει μέχρι στιγμής τουλάχιστον πέντε φορές.
Υπάλληλος: Να πληρώσετε πρέπει. Δίπλα θα πάτε, στο τμήμα εισπράξεων.
Γυναίκα: Το συγκεκριμένο πρόστιμο το πλήρωσα το 2013 στο τριπλάσιο, το 2025 στο δεκαπενταπλάσιο, το 2037 στο εικοσιεπταπλάσιο, το 2042 στο τριακονταδιπλάσιο, το 2047 στο τριακονταπενταπλάσιο, και τέλος πάντων, ούτε και εγώ δεν ξέρω πόσα λεφτά έχω πληρώσει.
Υπάλληλος: Δεν ξέρετε πόσα είναι η πρώτη δόση; Δε λάβατε επιστολή; Το ποσό που λέει είναι η πρώτη δόση!
Γυναίκα: Μα τι μου λέτε; Εγώ έχω πληρώσει, σας λέω. Είπατε "πρώτη δόση"; Τι, θα υπάρξει και συνέχεια;
Υπάλληλος: Ε, εντάξει, τώρα υπερβάλλετε. Σιγά μην καταλήξετε να ζείτε στην ανέχεια με ένα μόνο πρόστιμο.
Γυναίκα: Μήπως δεν ακούτε καλά; Έχω κι εγώ κάποιο πρόβλημα, αλλά νομίζω ότι εσείς έχετε μεγαλύτερο.
Υπάλληλος: Το πρόστιμο είναι όσο πρέπει, δεν είναι μεγαλύτερο.
Γυναίκα: Υπάρχει κανείς άλλος εδώ;
(Εμφανίζεται ένας νέος υπάλληλος, ντυμένος ακριβώς όπως ο άλλος)
Νέος υπάλληλος: Τι θέλετε, κυρία;
Γυναίκα: Έχω εδώ μια επιστολή από την υπηρεσία σας που λέει ότι πρέπει να τακτοποιήσω ένα πρόστιμο του 2010...
Νέος υπάλληλος: Και εσείς γιατί το αφήνετε τόσα χρόνια;
Γυναίκα: Μα δεν το άφησα. Το τακτοποίησα το 2010, το 2013, το 2025, το 2037, το 2042, το 2047, και, γενικά, κάθε τρεις και λίγο το τακτοποιώ. Έχω επίσης καταθέσει πρωτοκολλημένες αιτήσεις να μου επιστραφούν τα χρήματα που καταχρηστικά εισπράξατε από εμένα, το 2013 στο τμήμα αμφισβήτησης προστίμων, το 2025 στο τμήμα αμφισβήτησης συμπληρωματικών προστίμων, το 2037 στο τμήμα αμφισβήτησης επαναληπτικών προστίμων, το 2042 στο τμήμα αμφισβήτησης χρονιζόντων προστίμων και το 2047 στο τμήμα αμφισβήτησης υπερβολικά χρονιζόντων προστίμων...
Νέος υπάλληλος: Δυστυχώς, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Το πρόστιμο θα πρέπει να το πληρώσετε, αλλιώς θα εισπραχθεί μέσω της Εφορίας.
Γυναίκα: Και πού θα πρέπει να κάνω αίτηση για να πάρω πίσω τα λεφτά μου;
Νέος υπάλληλος: Στο τμήμα αμφισβήτησης καταδικασμένων προστίμων.
Γυναίκα: Καταδικασμένων; Δηλαδή δε θα πάρω ποτέ τα λεφτά μου πίσω;
Νέος υπάλληλος: Δεν είπα αυτό.
Γυναίκα: Τέλος πάντων. Και πόσο θα περιμένω για να πάρω τα λεφτά μου πίσω;
Νέος υπάλληλος: Α, το συγκεκριμένο τμήμα δεν αργεί καθόλου...
Γυναίκα: Πάλι καλά...
Νέος υπάλληλος: Μόνο που προτού γνωμοδοτήσει εκείνο, θα πρέπει να έχουν γνωμοδοτήσει και όλα τα προηγούμενα. Ας υποθέσουμε 5-6 χρόνια το πρώτο, 10 το δεύτερο, άλλα δέκα το τρίτο, δεκαπέντε των χρονιζόντων και γύρω στα είκοσι των υπερβολικά χρονιζόντων... θα περιμένετε γύρω στα 60 χρόνια.
Γυναίκα: Μα, τι μου λέτε; Ακόμα δεν έχει γνωμοδοτήσει το πρώτο!
Νέος υπάλληλος: Α, τότε θα πρέπει να κάνετε αίτηση στο τμήμα επίλυσης καθυστερήσεων, προσκομίζοντας τις αποδείξεις κατάθεσης των δικαιολογητικών...
Γυναίκα: Κι άλλη αίτηση;
Νέος υπάλληλος: Ναι, κυρία, και βιαστείτε επειδή κλείνουν σε 10 λεπτά. Ο επόμενος!

                                                  Αυλαία (δε θα πέσει ποτέ)

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Παρά τρίχα

 
     Να μια καλή ιδέα: ταξίδι, όχι στο κέντρο της γης, αλλά διαμέσου της γης! Φοράμε τα αθλητικά μας παπούτσια, παίρνουμε το κατάλληλο λεξικό μαζί, ένα φακό, νερό και φαγητό, ανοίγουμε την καταπακτή, και αρχίζουμε να κατεβαίνουμε!
     Κρατιόμαστε με προσοχή από την σκάλα καθώς κατεβαίνουμε. Ένα πέσιμο εκεί μέσα θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Και εμείς δε θέλουμε να αυτοκτονήσουμε. Μόνο να βγούμε στην άλλη πλευρά θέλουμε.
     Μέσα είναι σκοτεινά. Το φως του φακού δεν αρκεί για να φωτίσει όλο το βάθος του τούνελ. Ευτυχώς, μπορεί να υπάρχουν και σιχαμένα έντομα εκεί μέσα, καλύτερα να μην τα δούμε. Και συνεχίζουμε να κατεβαίνουμε...
     Μα τι λέω; Στην εποχή της τεχνολογίας θα κατεβαίνουμε σκαλί-σκαλί, με φακούς και αθλητικά παπούτσια; Όχι, κύριοι, η τεχνολογία έχει προχωρήσει. Πηγαίνεις στην είσοδο της καταπακτής, πατάς ένα κουμπί και ανοίγει μηχανικά. Μπαίνεις μέσα, κάθεσαι (υπάρχουν και καθίσματα, φυσικά) και πατάς ένα κουμπί που βρίσκεται μέσα. Δεν υπάρχουν πολλά κουμπιά. Μόνο ένα. Η διαδρομή είναι μονόδρομος.
     Φυσικά, δεν είναι μία διαδρομή σύντομη. Θα χρειαστεί αρκετή ώρα, αλλά αυτό δεν είναι και τόσο δυσάρεστο. Μέσα στο θάλαμο υπάρχουν περιοδικά, βιβλία, μπορείς να ακούσεις μουσική, μέχρι και να τσιμπήσεις κάτι μπορείς, υπάρχει αυτόματος πωλητής. Δουλεύει με κάρτα, ευτυχώς που δεν την ξέχασες στο σπίτι.
     Μία οθόνη στον τοίχο σου δίνει πληροφορίες για τον καιρό, εκεί που πας. Ηλιοφάνεια, λέει, θερμοκρασία 23-30 βαθμούς Κελσίου. Εξαιρετικά! Να πας στη θάλασσα, άραγε; Φτου, να πάρει, ξέχασες να πάρεις μαζί το μαγιό σου!
     Δεν πειράζει, θα το θυμηθείς αύριο. Εξάλλου, έφτασες κιόλας. Ο θάλαμος σταματάει και η καταπακτή ανοίγει. Το φως πέφτει στα μάτια σου και σε τυφλώνει. Ο ήλιος φαίνεται να είναι πιο δυνατός στο νότιο ημισφαίριο. Ξέρεις, βέβαια, ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Απλώς, έμεινες αρκετή ώρα μέσα στο θάλαμο και το φως του δεν ήταν πολύ δυνατό.
     Από την τσέπη σου βγάζεις τον ηλεκτρονικό σου μεταφραστή. Σε ποια χώρα, είπαμε, είσαι; Πρέπει να ρυθμίσεις την γλώσσα. Α, εντάξει, Αυστραλία είναι, αγγλικά ξέρεις. Βάζεις το μεταφραστή στην τσέπη. Και τώρα τι κάνουμε; σκέφτεσαι.
     Αποφασίζεις να πας σε ένα πάρκο να αράξεις. Μόνο να απομνημονεύσεις τη διαδρομή μέχρι την καταπακτή, για όταν αποφασίσεις να επιστρέψεις.
Διαπιστώνεις ότι τελικά είσαι πολύ κοντά στη θάλασσα. Τι κι αν δεν έχω μαγιό μαζί μου; σκέφτεσαι. Μπορώ να βουτήξω τα πόδια μου. Φτάνεις στην παραλία και αρχίζεις να περπατάς στην αμμουδιά. Βγάζεις τα παπούτσια σου και προχωράς μέχρι να σκεπαστούν οι αστράγαλοί σου από το νερό.
     Μπρρρρρ! είναι κρύο, λες, και ξυπνάς από την ονειροπόληση, αφού αντί να βρίσκεσαι στο νότιο ημισφαίριο όπου ο καιρός είναι ζεστός και έχει φτάσει σχεδόν το καλοκαίρι, βρίσκεσαι κολλημένος στο βόρειο ημισφαίριο όπου ο χειμώνας πλησιάζει. Έξω έχει συννεφιά και φυσάει αρκετά. Η θερμοκρασία έχει πέσει. Και τα πόδια σου κρυώνουν λίγο, όχι όμως επειδή είναι βουτηγμένα μέχρι τον αστράγαλο στο νότιο Ειρηνικό ωκεανό, αλλά επειδή δε φοράς κάλτσες.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Αψού!


     Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα τούνελ. Και αυτό το τούνελ ήταν διπλής κατεύθυνσης, με δύο ρεύματα κυκλοφορίας, που χωρίζονταν μεταξύ τους από μία διαχωριστική νησίδα. Η κίνηση στο τούνελ ήταν συνεχής, και προς τις δυο κατευθύνσεις, και δεν σταματούσε ποτέ, ούτε καν όταν έπεφτε η νύχτα. Μέρα-νύχτα, αυτοκίνητα μπαινόβγαιναν συνέχεια, πότε ήσυχα και αθόρυβα, πότε κορνάροντας και κάνοντας φασαρία. Όλη αυτή η κίνηση ήταν, φυσικά, αναμενόμενη, καθώς το τούνελ βρισκόταν σε ένα κομβικό σημείο του οδικού δικτύου.
     Μια μέρα, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, το οδόστρωμα γέμισε νερά που έτρεχαν ακατάσχετα και έβγαιναν μέσα από το τούνελ. Έμοιαζε λες και είχε σπάσει κάποιος αγωγός. Ένα κινητό συνεργείο που κατέφθασε επί τόπου, δεν διαπίστωσε κάποια συγκεκριμένη βλάβη και περιορίστηκε στο άδειασμα του τούνελ από τα νερά με αντλίες, και στη συνέχεια στο σφουγγάρισμα του οδοστρώματος. Το μέτρο ήταν, προφανώς, προσωρινό, καθώς όσο κι αν τα αντλούσαν, τα νερά επανέρχονταν και ξαναγέμιζαν το τούνελ. Πάλι καλά που το πρόβλημα εντοπιζόταν περισσότερο στο ένα ρεύμα κυκλοφορίας.
     Αυτό, όμως, δεν ήταν το μόνο που συνέβη. Την επόμενη μέρα, τα νερά υποχώρησαν όσο ξαφνικά είχαν εμφανιστεί, ταυτόχρονα όμως δημιουργήθηκε μποτιλιάρισμα μέσα στο τούνελ. Το μποτιλιάρισμα αρχικά δημιουργήθηκε στο ένα ρεύμα κυκλοφορίας, σύντομα όμως επεκτάθηκε και στο άλλο. Η διέλευση από το τούνελ έγινε παντελώς αδύνατη.
     Συνεργεία επί συνεργείων κατέφθασαν στον τόπο του συμβάντος, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Πάνω που το πρόβλημα φαινόταν να λύνεται, το αμέσως επόμενο λεπτό το τούνελ παρέμενε το ίδιο απροσπέλαστο, όπως πριν. Δυστυχώς, δε φαινόταν φως στην άκρη του τούνελ.
     "Αδυναμία αποσυμφόρησης", έγραψαν οι τεχνικοί στο φύλλο ελέγχου που συμπλήρωσαν. Και έφυγαν για να επισκεφτούν και άλλα τούνελ στην ίδια κατάσταση. Βλέπετε, ήταν περίοδος αυξημένων μποτιλιαρισμάτων. Μάταια οι οδηγοί κορνάριζαν επίμονα και από τις δύο πλευρές του τούνελ. Το μόνο που κατάφερναν ήταν να ανοίγει πότε-πότε και για πολύ λίγο το ένα ρεύμα κυκλοφορίας. Και τότε, όλοι οι οδηγοί ορμούσαν μαζί και προσπαθούσαν να περάσουν, με αποτέλεσμα το αμέσως επόμενο λεπτό το μποτιλιάρισμα να γίνεται ακόμα χειρότερο.
     - Και τώρα τι κάνουμε; ρωτούσαν οι οδηγοί απεγνωσμένα. Θα ανοίξει το τούνελ καμιά φορά ή θα μείνουμε για πάντα εδώ να περιμένουμε;
     Ο αρχηγός της τροχαίας ήταν κατηγορηματικός.
     - Ναι, είπε, φυσικά και θα ανοίξει αλλά θα πρέπει να περιμένετε. Να περιμένετε και να κάνετε υπομονή. Το μποτιλιάρισμα θα φύγει. Όλα τα μποτιλιαρίσματα στο τέλος φεύγουν. Σε μια-δυο μέρες το πολύ το τούνελ θα δοθεί και πάλι στην κυκλοφορία. Ως τότε, υπομονή.
     Αυτό σκέφτομαι και εγώ. Υπομονή. Υπομονή, μέχρι να ξεβουλώσει το τούνελ. Αψού!

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Ένα σπίτι με ταμπεραμέντο



      Κάθε φορά που πηγαίνω στους γονείς μου, περνάω μπροστά από ένα συγκεκριμένο σπίτι. Τίποτα το ιδιαίτερο δε φαίνεται να έχει αυτό το σπίτι, κι όμως είναι ένα σπίτι ασυνήθιστο.
     Αν το κοιτάξει κανείς απ'έξω, θα δει ένα ισόγειο, μικρό σπιτάκι, άσπρο και απλό, με έναν κήπο γύρω-γύρω. Τίποτα το ασυνήθιστο. Τα παραθυρόφυλλά του είναι ξύλινα, βαμμένα με γκριζογάλανη λαδομπογιά και η πόρτα του είναι μια συνηθισμένη τζαμένια πόρτα. Ο κήπος του είναι επίσης συνηθισμένος, ούτε πολύ περιποιημένος, ούτε απεριποίητος. Έχει κάποιες τριανταφυλλιές και μερικά δεντράκια, και κάνει τεράστια αντίθεση με το ακριβώς διπλανό σπίτι, του οποίου ο κήπος είναι πλούσιος και τόσο επιθετικός, που έχει καταλάβει σχεδόν το μισό πεζοδρόμιο!
     Όσο συνηθισμένο, όμως, κι αν φαίνεται αυτό το σπίτι, τόσο ιδιαίτερο είναι. Και αυτό επειδή, το συγκεκριμένο σπίτι βρίζει! Όσες φορές κι αν περνάω απ'έξω, πάντα ακούγεται μια φωνή να βρίζει κάποια αόρατη σε εμένα γυναίκα. Και το καταλαβαίνω ότι πρόκειται για γυναίκα, επειδή οι βρισιές είναι γένους θηλυκού.
     - &%$^&%! φωνάζει. ^@#$#@! *&@&*^@!
     Την πρώτη φορά που το άκουσα, κοίταξα διακριτικά γύρω για να δω μήπως υπήρχε κάποια γυναίκα εκτός από εμένα, δεν υπήρχε όμως κανείς στον δρόμο. Έτσι κι αλλιώς, τέτοια ώρα λίγο δύσκολο να έχει πολλή κίνηση. Την Κυριακή το μεσημέρι συνήθως ο κόσμος ξεκουράζεται.
     - Τυχαίο θα ήταν, σκέφτηκα.
     Έλα, όμως, που και την επόμενη φορά που πέρασα απ'έξω ξανάκουσα βρισιές. Άρα, δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Σίγουρο ήταν, επίσης, ότι οι βρισιές δεν απευθύνονταν σε εμένα.
     - Θα είναι πολύ ενοχλητικό για τους γείτονες, σκέφτηκα.
     Την τρίτη φορά που πέρασα απ'έξω, ήμουν προετοιμασμένη.
     - Για να δούμε, σκέφτηκα, θα βρίζει και σήμερα;
     Και όπως το φανταζόμουν, ούτε εκείνη η μέρα αποτελούσε εξαίρεση. Το σπίτι έβριζε, και μάλιστα ήταν ιδιαίτερα θυμωμένο. Οι βρισιές του ακούγονταν δυνατότερες εκείνη τη μέρα. Τι να του είχε κάνει εκείνη η αόρατη γυναίκα;
     Σιγά-σιγά, το πέρασμά μου μπροστά από το συγκεκριμένο σπίτι πήρε τη μορφή ιεροτελεστίας. Ήταν σαν ένα παιχνίδι εξαγνισμού. Περνούσα, άκουγα τις βρισιές, και ύστερα εξαφανιζόταν από το ακουστικό μου πεδίο (δηλαδή εγώ εξαφανιζόμουν, αφού εγώ έφευγα). Το βράδυ, όταν περνούσα, το σπίτι ήταν ήσυχο, κοιμόταν.
     Μια Κυριακή, όμως, το σπίτι βουβάθηκε. Μάταια περίμενα να το ακούσω να βρίζει, αργοπορώντας επίτηδες να περάσω από μπροστά του. Από μέσα δεν ακουγόταν το παραμικρό. Να ήταν άρρωστο;
     Εξωτερικά δε φαινόταν διαφορετικό. Ούτε ο κήπος φαινόταν να έχει εγκαταλειφθεί.
     - Πόσο βαρετό είναι χωρίς τις βρισιές, σκέφτηκα.
     Και το ίδιο ξανασκέφτηκα την επόμενη Κυριακή που ξαναπέρασα από εκεί. Ο δρόμος έχασε για εμένα το ενδιαφέρον του από τότε που βουβάθηκε το σπίτι. Περνούσα και αισθανόμουν ότι κάτι το ουσιαστικό έλειπε από τη γειτονιά. Και ίσως και να έλειπε. Ήταν λες και το σπίτι είχε χάσει ξαφνικά την ψυχή του.
     Και πάνω που είχα αρχίσει να αποδέχομαι τη νέα κατάσταση, να'σου που το σπίτι ξανάρχισε να βρίζει! Τι χαρά ήταν αυτή που ένιωσα! Ήταν λες και γύριζε από μακρινό ταξίδι κάποιο αγαπητό μου πρόσωπο. Μου ήρθε να το χαιρετήσω!
     Όμως, συγκρατήθηκα. Δεν είναι σωστό, σκέφτηκα, να το διακόψω. Άσ'το να βρίσει με την ησυχία του! Άσ'το να εκφραστεί ελεύθερα!