Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Νεοφερμένη σωτηρία


     Χαρές και πανηγύρια στη Χώρα της πίσω βεράντας. Και αυτό, επειδή επαληθεύτηκε η προφητεία. Και, συνεπώς, επειδή έφτασε η σωτηρία.
     Η γριά, τσιγγάνα μάγισσα, που διάβασε φύλλο-φύλλο όλες τις παλάμες της Χώρας, το είπε καθαρά: Η μαύρη κατάρα του Λιμού θα φύγει μόνο με νέο αίμα. Και μπορεί αυτό να ακούγεται λίγο ανατριχιαστικό και να φέρνει στο μυαλό ανθρωποθυσίες στο φως του φεγγαριού, όμως αυτό που εννοούσε η τσιγγάνα ήταν ότι κάποιος νεοφερμένος θα έδιωχνε το κακό.
     Στο μεταξύ, κάπου μακριά, στη Χώρα των φυτωρίων, ο σωτήρας της πίσω βεράντας ζούσε ανέμελος. Ή, μάλλον, ζούσε ανέμελη. Επειδή ήταν μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά. Είχε καταγωγή από την Βραζιλία, από εκεί που το αίμα ρέει στις φλέβες στο ρυθμό της σάμπα, που τα κορμιά σμιλεύονται στις ατέλειωτες, αμμουδερές παραλίες, και που τα μεγαλύτερα μυστικά κρύβονται στις ζούγκλες του Αμαζονίου, αποφεύγοντας με επιμονή την επικοινωνία με τον έξω κόσμο.
     Βέβαια, η ανέμελη κοπέλα δεν είχε γνωρίσει τη χώρα καταγωγής της. Ήταν αυτό που λένε "παιδί μεταναστών". Και όσο και αν το ήθελε, δεν ήταν στο χέρι της να επιλέξει πού θα ζούσε.
     Στη Χώρα των φυτωρίων, τα παιδιά των μεταναστών μεγαλώνουν όλα μαζί σε κοινόβια, ξυπνάνε μαζί, τρώνε μαζί, πίνουν μαζί και κοιμούνται μαζί. Και καθώς μεγαλώνουν, κάποια από αυτά - τα μεγαλύτερα - επιλέγονται για να ταξιδέψουν. Και πάλι ταξιδεύουν πολλά μαζί. Μαζί διασχίζουν τις θάλασσες, μαζί παθαίνουν ναυτίες, μαζί φτάνουν στον προορισμό τους, μέχρι που, άλλα χέρια, χέρια άγνωστα και πολύ διαφορετικά από εκείνα που τα μεγάλωσαν - άπονα χέρια, τις ξενιτειάς τα χέρια - τα στέλνουν - λίγα-λίγα αυτή τη φορά - στον τελικό τους προορισμό, μια βεραντοχώρα ή μια κηποχώρα.
     Έτσι, λοιπόν, μεγάλωνε και η ανέμελη κοπέλα, στο κοινόβιο όπου είχε βρεθεί από τη γέννησή της, και όσο μεγάλωνε τόσο πιο όμορφη γινόταν. Και έφτασε και ο δικός της καιρός να κάνει το μακρινό της ταξίδι. Και μπήκε σε αεροπλάνο. Και ταξίδεψε πάνω από τα σύννεφα. Και ήταν πολύ ωραία εκεί. Και ύστερα το αεροπλάνο προσγειώθηκε, και την ανέμελη κοπέλα την πήγαν σε μια άλλη χώρα φυτωρίου, μαζί με μερικές από τις φίλες της, και όλες μαζί τραγουδούσαν τα πρωινά, όταν τις έβλεπε ο ήλιος, τον οποίο τον ήξεραν πολύ καλά, και ο οποίος πηγαίνει παντού.
     Και ήρθε ένα άγνωστο χέρι, χέρι γυναικείο, και έπιασε την ανέμελη κοπέλα και την χώρισε από τις φίλες της. Και την πήγε σε μια βεραντοχώρα. Και αυτή η χώρα ήταν η Χώρα της πίσω βεράντας. Και το χέρι την έβαλε εκεί, σε μια θέση περίοπτη. Και η κοπέλα ήταν στην αρχή διστακτική, καθώς δεν γνώριζε κανέναν από τους άλλους κατοίκους της χώρας.
     Μα και οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν λίγο διστακτικοί στην αρχή, όταν την γνώρισαν. Και πρώτα-πρώτα, επειδή η νεοφερμένη δε μιλούσε την γλώσσα. Όμως, η βραζιλιάνα καλλονή είχε ένα τόσο εγκάρδιο χαμόγελο, που σιγά-σιγά, οι ενδοιασμοί άρχισαν να κάμπτονται. Και οι κάτοικοι της Χώρας της πίσω βεράντας άρχισαν και εκείνοι να της χαμογελούν. Και εκείνη άρχισε να νιώθει πιο άνετα, ιδιαίτερα όταν είδε ότι στη Χώρα της πίσω βεράντας υπήρχε άφθονο φαγητό και νερό. Και τεντώθηκε και απλώθηκε και το χαμόγελό της άνθισε.
     Και φωτίστηκε η χώρα, και όλοι ένιωσαν ότι η κατάρα της κακιάς μάγισσας - αυτής που είχε γίνει η αιτία να χαθεί πάνω στο άνθος της ηλικίας του ο πανσές - επιτέλους θα έφευγε.
     - Καλώς ήρθες! φώναξαν όλοι οι κάτοικοι με μια φωνή.
     - Obrigada, είπε η βραζιλιάνα.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Δίλημμα


         
         
                                                                         
     Βαριά κατάρα έπεσε στη χώρα της πίσω βεράντας. Και ήταν μια κατάρα που όμοιά της δεν υπήρχε.
     Την είχε ρίξει μια κακιά μάγισσα, μία από εκείνες που καβαλάνε σκουπόξυλα και πετάνε το βράδυ, όταν έχει πανσέληνο. Και που ζουν σε μια σκοτεινή σπηλιά, παρέα με ένα κακιασμένο κοράκι, και που βράζουν συνέχεια μαγικά φίλτρα σε ένα μεγάλο καζάνι, και που έχουν και ένα χοντρό βιβλίο γεμάτο μαγικά ξόρκια.
     Μία τέτοια μάγισσα, λοιπόν, πετούσε ένα βράδυ στον ουρανό με το σκουπόξυλό της και είδε μία όμορφη βεράντα. Υπήρχαν πολλά και ωραία λουλούδια στη βεράντα και η μάγισσα ζήλεψε. Δεν άντεχε τόση ομορφιά, την πονούσαν τα μάτια της.
     - Τώρα θα δούμε αν θα συνεχίσει η βεράντα να είναι το ίδιο ωραία, είπε όλο κακία.
     Και από την τσέπη της έβγαλε ένα μικρό μπουκαλάκι. Και στο μπουκαλάκι υπήρχε ένα μαύρο υγρό. Η μάγισσα το άνοιξε και άδειασε μερικές σταγόνες πάνω από τη βεράντα. Ύστερα έφυγε γελώντας χαιρέκακα.
     Και την άλλη μέρα που ξύπνησε ο κόσμος - και η βεράντα μαζί - ένα μυρωδάτο θυμάρι είχε ξεραθεί! Μάταια το πότιζαν και προσπαθούσαν να το συνεφέρουν. Εκείνο δε συνήλθε ποτέ. Και η γλάστρα του έμεινε κενή.
     Όχι για πολύ, όμως, επειδή στη θέση του θυμαριού φυτεύτηκαν δύο πολύχρωμοι και καμαρωτοί πανσέδες. Ήταν κίτρινοι και μωβ, και αμέσως φάνηκε ότι θα ήταν οι πρωταγωνιστές της βεράντας.
     Κι όμως, νέο θανατικό έπεσε στη βεράντα ύστερα από δυο βδομάδες: ο ένας πανσές ξεράθηκε. Τι να συνέβαινε, άραγε; Να ζήλευε ο ένας πανσές τον άλλο και από την πολλή τη ζήλεια να έπαθε ό,τι έπαθε; Να τον μάτιασαν τα υπόλοιπα λουλούδια της βεράντας, που έβλεπαν πόσο όμορφος ήταν;
     Πάντως, ο πανσές που απόμεινε θέριεψε και φούντωσε και απλώθηκε σε όλη την γλάστρα, και γέμισε λουλούδια, και φαινόταν ότι τίποτα δεν τον τρόμαζε. Και σήκωνε καμαρωτός στον ήλιο κάθε πρωί τα λουλούδια του και ήταν χάρμα οφθαλμών να τον βλέπεις.
     Ούτε, όμως, και αυτός ο πανσές γλίτωσε από την κατάρα της μάγισσας. Και ένα ωραίο πρωί χλώμιασε, τα κοτσανάκια του λύγισαν και τα λουλούδια του έγειραν αποκαμωμένα.
     Πάει, λοιπόν, και αυτός ο πανσές και, απ'ό,τι φαίνεται, το θανατηφόρο φίλτρο της μάγισσας έπεσε όλο στη συγκεκριμένη γλάστρα.
     Και το ερώτημα είναι το εξής: Να αποπειραθώ να φυτέψω κάτι άλλο εκεί ή να εγκαταλείψω κάθε προσπάθεια;

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Αποκαθιστώντας την αλήθεια


     Από μικρή μου άρεσαν ιδιαίτερα κάποιοι μύθοι. Ο μύθος του πύργου της Βαβέλ ήταν ένας από αυτούς. Θύμωνα κιόλας, που ο Θεός είχε κάνει τους ανθρώπους να μιλούν τόσες διαφορετικές γλώσσες και σκεφτόμουν πόσο καλύτερα θα ήταν όλα, αν υπήρχε μόνο μία ομιλούμενη γλώσσα. Μεγαλώνοντας, βέβαια, κατάλαβα ότι ακόμα και στην ίδια γλώσσα χωράνε ουκ ολίγες παρανοήσεις...
     Το γεγονός είναι, πάντως, ότι ο μύθος κάτι μου έλεγε. Και πολύ το έψαξα το θέμα. Και τελικά ανακάλυψα ότι η πραγματική ιστορία είναι αρκετά διαφορετική.
     Η Βαβέλ, λοιπόν, ήταν μια κοπέλα με μαύρα, σγουρά μαλλιά, ρόδινα μάγουλα και δύο μάτια διαφορετικών χρωμάτων. Το ένα της μάτι ήταν τσαχπίνικο και καστανό, το άλλο της μάτι ήταν αθώο και γαλάζιο. Η Βαβέλ ήταν μοναχοκόρη ενός πλούσιου άρχοντα, που την είχε μην βρέξει και μην στάξει. Για τα ρούχα της της αγόραζε τα πιο φίνα υφάσματα και τα παπούτσια της ήταν από τα πιο μαλακά δέρματα.
     Ο άρχοντας υπεραγαπούσε την κόρη του, και όσο εκείνη μεγάλωνε τόσο εκείνος θλιβόταν που θα ερχόταν η ώρα να την αποχωριστεί, όταν εκείνη θα παντρευόταν. Με τρόμο σκεφτόταν την ώρα που κάποιο νέο και γεροδεμένο παληκάρι θα έβαζε τη Βαβέλ στα καπούλια του δυνατού του αλόγου, και καλπάζοντας γοργά θα την έπαιρνε μακριά.
     - Τι να κάνω, σκεφτόταν, για να την κρατήσω για πάντα κοντά μου;
     Και πολύ στενοχωριόταν που δεν έβρισκε λύση στο πρόβλημά του.
     Όμως, ένα βράδυ, εκεί που κοιμόταν, ο άρχοντας την βρήκε τη λύση: θα έφτιαχνε έναν πύργο για την κόρη του, και θα της τον έδινε για προίκα. Και ο πύργος θα ήταν τόσο ωραίος, που κανένας δε θα ήθελε να τον αποχωριστεί. Έτσι, ακόμα και όταν παντρευόταν, η κόρη του θα έμενε στον πύργο της και δε θα έφευγε ποτέ μακριά.
     Πολύ χαρούμενος με την ιδέα του, ο άρχοντας πήγε σε έναν αρχιτέκτονα.
     - Θέλω να μου σχεδιάσεις τον πιο όμορφο πύργο που μπορείς, του είπε. Θέλω τα καλύτερα υλικά. Για τα λεφτά μη σε νοιάζει, υπάρχουν άφθονα.
     Το επιχείρημα αυτό ήταν αρκετό για να δώσει κίνητρο στον αρχιτέκτονα, και εκείνος άρχισε να σχεδιάζει μανιωδώς. Και σχεδίασε έναν πύργο πανέμορφο, που όμοιός του δεν υπήρχε πουθενά. Σχεδίασε μαρμάρινες σκάλες, και πόρτες ξυλόγλυπτες, και όμορφες καμάρες, και μεγάλα παράθυρα, και ισχυρές επάλξεις, και δροσερά κελάρια, και ψηλοτάβανες, ευρύχωρες αίθουσες χορού, και φωτεινά δωμάτια, και εξώστες με απαράμιλλη θέα... Και όταν το είδε το σχέδιο ο άρχοντας, δάκρυσε από τη χαρά του. Και έδωσε τη συγκατάθεσή του, και πολλά σακιά με χρυσά φλουριά, για να ξεκινήσουν οι εργασίες.
     - Σε πόσο καιρό θα τελειώσει; ρώτησε τον αρχιτέκτονα.
     - Σε τρία χρόνια, του είπε εκείνος.
     Και ο αρχιτέκτονας προσέλαβε έναν εργολάβο. Και του έδωσε τα σχέδια και του είπε να αναλάβει το έργο. Και του έδωσε πολλά σακιά με φλουριά, για να φτιάξει εκείνον τον καταπληκτικό πύργο.
     Και ο εργολάβος ξεκίνησε. Όμως, σκέφτηκε να κάνει οικονομία, για να του περισσέψουν περισσότερα φλουριά. Και γιατί να βάλει τα καλύτερα μάρμαρα ή τα καλύτερα ξύλα ή τις καλύτερες πέτρες, αφού μπορούσε να χρησιμοποιήσει και πιο φτηνά υλικά; Έτσι κι αλλιώς, το σχέδιο παρέμενε το ίδιο.
     Και προσέλαβε και εργάτες, για να κάνουν τη δουλειά. Αλλά δεν πήρε όποιους κι όποιους, πήρε εργάτες ανειδίκευτους. Και δεν τους προσέλαβε με κανονικό μισθό και ασφάλιση, όχι, τους προσέλαβε δίνοντάς τους από ένα χρυσό φλουρί στον καθένα. Τι να τα κάνουν, εξάλλου, τα πολλά φλουριά άνθρωποι που δεν είχαν χαρτιά και κρύβονταν και από την αστυνομία;
     Βέβαια, υπήρχε κι ένα μικρό πρόβλημα. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν από διαφορετικές χώρες και δε μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Έτσι, η συνεννόηση ήταν δύσκολη. Και έγιναν πολλά λάθη στο ανακάτεμα της λάσπης, και στο χτίσιμο και στα πάντα.
     Πέρασαν τα τρία χρόνια και ο άρχοντας πήγε στον αρχιτέκτονα.
     - Έτοιμος ο πύργος; ρώτησε.
     - Έτοιμος ο πύργος; ρώτησε ο αρχιτέκτονας τον εργολάβο.
     Όχι, δεν ήταν έτοιμος ο πύργος. Το έδαφος είχε αποδειχτεί πολύ σκληρό και είχαν καθυστερήσει πολύ για να σκάψουν τα θεμέλια. Επιπλέον, χρειάζονταν κι άλλα φλουριά, επειδή είχαν σπάσει όλες οι τσάπες.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο αρχιτέκτονας.
     Άλλα τρία χρόνια. Αφού το έργο ήταν ακόμα στα θεμέλια. Και, να μην ξεχνάμε, χρειάζονταν και άλλα φλουριά.
     Στο μεταξύ, η Βαβέλ, μεγάλωνε και ομόρφαινε, και ένα-ένα, άρχισαν να έρχονται προξενιά από όλα τα γύρω βασίλεια. Τα καλύτερα παληκάρια διεκδικούσαν τις μεταξένιες της μπούκλες, τα δίχρωμά της μάτια και τα ροδαλά της μάγουλα. Ήταν όλοι τους ένας κι ένας. Και η Βαβέλ δυσκολεύτηκε πολύ μέχρι διαλέξει ποιον θα παντρευόταν.
     - Μόνο πως ο γάμος δεν μπορεί να γίνει ακόμη, είπε ο άρχοντας στον τυχερό. Θα πρέπει πρώτα να τελειώσει ο πύργος.
     - Σε πόσο καιρό; ρώτησε εκείνος.
     - Σε τρία χρόνια, απάντησε ο άρχοντας.
     Και ο γαμπρός έφυγε με την υπόσχεση να γυρίσει σε τρία χρόνια. Και η Βαβέλ άρχισε να υφαίνει το πέπλο του νυφικού της, όπως ήταν το έθιμο σε εκείνα τα μέρη. Και ο εργολάβος συνέχισε τις εργασίες.
     Και πέρασαν κι άλλα τρία χρόνια. Και ο γαμπρός επέστρεψε. Αλλά ο πύργος δεν ήταν έτοιμος.
     - Τι πρόβλημα υπάρχει; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Τι πρόβλημα υπάρχει; ρώτησε ο αρχιτέκτονας.
     Υπήρχαν κάτι κατασκευαστικά λάθη που είχε χρειαστεί να διορθωθούν, κάποιες πόρτες που δεν είχαν μπει, κάποια παράθυρα που είχαν μπει εκεί που δεν έπρεπε να μπουν, κάποιοι τοίχοι που είχαν γκρεμιστεί, καθώς δεν είχε φτιαχτεί σωστά η λάσπη. Στο μεταξύ, είχαν ακριβύνει και τα υλικά και χρειάζονταν κι άλλα φλουριά.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Πόσο καιρό ακόμα; ρώτησε ο αρχιτέκτονας.
     Άλλα τρία χρόνια. Υπήρχαν ακόμα πολλά να γίνουν. Και, να μην ξεχνάμε, χρειάζονταν και άλλα φλουριά.
     Και ο άρχοντας έδωσε κι άλλα φλουριά, και οι εργασίες συνεχίστηκαν και η Βαβέλ συνέχισε να υφαίνει το πέπλο του νυφικού της, και επειδή της είχε τελειώσει το μετάξι χρειάστηκε να της φέρουν κι άλλο.
     Και πέρασαν άλλα τρία χρόνια και ο γαμπρός ξαναγύρισε. Αλλά πάλι ο πύργος δεν ήταν έτοιμος. Και πάλι είχαν υπάρξει προβλήματα στην κατασκευή και πάλι χρειάστηκαν κι άλλα φλουριά και πάλι δόθηκε παράταση. Και η Βαβέλ συνέχισε να υφαίνει και τώρα το πέπλο της είχε γίνει πάρα πολύ μακρύ.
     Και ούτε ύστερα από άλλα τρία χρόνια είχε ετοιμαστεί ο πύργος. Και τη Βαβέλ είχε αρχίσει να την πονάει η πλάτη της από τον αργαλειό, αλλά συνέχιζε να υφαίνει, αφού έτσι ήταν το έθιμο. Και ο γαμπρός ξαναγύρισε άπραγος στο σπίτι του. Και ο άρχοντας έδωσε κι άλλα φλουριά για να συνεχιστεί ο πύργος, που τώρα είχε φτάσει στον πρώτο όροφο, αλλά συνέχεια παρουσίαζε κακοτεχνίες που έπρεπε να διορθωθούν. Και ακρίβαιναν και τα υλικά...
     Και πέρασαν πολλά χρόνια ακόμη. Και ο γαμπρός ήρθε και έφυγε πολλές φορές. Και άρχισε να κουράζεται από το πήγαινε-έλα. Και τη Βαβέλ την πονούσε η πλάτη της, αλλά εκείνη συνέχιζε να υφαίνει. Και το πέπλο της είχε γίνει τόσο μακρύ, που έφτανε για να τυλίξει γύρω-γύρω όλο το βασίλειο, μαζί με τον πύργο, που ακόμα δεν είχε τελειώσει. Και ο άρχοντας συνέχισε να δίνει φλουριά για να συνεχιστεί το έργο.
     Και πέρασαν κι άλλα χρόνια. Και τα μαλλιά του γαμπρού ασπρίσανε και άρχισαν να τον πονάνε οι κλειδώσεις του. Και δεν μπορούσε πια να ανεβαίνει στο άλογο. Και της Βαβέλ η πλάτη πιάστηκε τελείως και άρχισε να καμπουριάζει και να μην βλέπει και τόσο καλά. Και ο πύργος ακόμα δεν είχε τελειώσει. Και ο άρχοντας άρχισε να αναρωτιέται πώς με τόσα φλουριά που είχε δώσει δεν είχε καταφέρει να φτιάξει ακόμα εκείνον τον πύργο. Και αποφάσισε ότι ίσως θα έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι η Βαβέλ θα έφευγε μακριά.
     Και έδωσε τη συγκατάθεσή του για να γίνει ο γάμος, και ο γαμπρός έφτασε με μια άμαξα και η νύφη χρειάστηκε όλες τις κοπέλες του βασιλείου για να της κρατάνε το πέπλο. Και έγινε ο γάμος, αλλά ο γαμπρός και η νύφη δεν χόρεψαν στη δεξίωση, λόγω ρευματισμών. Και ύστερα, το ευτυχές ζευγάρι έφυγε για την πατρίδα του γαμπρού.
     Και έμεινε ο άρχοντας στενοχωρημένος και ο πύργος ατελείωτος.
     Και έζησαν αυτοί καλά και ο εργολάβος καλύτερα.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Σε τόνους του πορτοκαλί

 

      Την είδα σήμερα, την πορτοκαλί γυναίκα. Έκανε βόλτα, ντυμένη στα πορτοκαλί, σπρώχνοντας ένα πορτοκαλί καροτσάκι, όπου μέσα καθόταν το πορτοκαλί μωρό της, επίσης ντυμένο στα πορτοκαλί. Φαινόταν πολύ ήρεμη, και μάλλον χαρούμενη, η πορτοκαλί γυναίκα.
     Είναι τυχερή, η πορτοκαλί γυναίκα. Δεν είναι ούτε ξινή και στριμμένη, σαν τη μητέρα της, την κίτρινη γυναίκα, ούτε ευέξαπτη και επιθετική, σαν τον πατέρα της, τον κόκκινο άντρα. Είναι ισορροπημένη, σε γενικές γραμμές, η πορτοκαλί γυναίκα.
     Όταν ήταν μικρή, η μητέρα της, η κίτρινη γυναίκα, που της άρεσε η λεμονάδα, οι μπανάνες και τα κίτρινα τυριά, την έντυνε στα κίτρινα και στόλιζε τα μαλλιά της με μαργαρίτες, προσπαθώντας να την κάνει να της μοιάζει. Ήταν γκρινιάρα η μητέρα της, η κίτρινη γυναίκα.
     Ο πατέρας της, από την άλλη μεριά, ο κόκκινος άντρας, θύμωνε και άναβε και κόρωνε, όταν έβλεπε τις προσπάθειες της γυναίκας του να κάνει το παιδί να της μοιάζει, αντί να μοιάζει σε εκείνον. Σε εκείνον άρεσαν πολύ τα κοκκινιστά φαγητά, που τα συνόδευε πάντα με ντοματοσαλάτα και κόκκινο κρασί, και τρελλαινόταν για φράουλες, κεράσια και καρπούζι. Επίσης, λάτρευε τις ταυρομαχίες. Ήταν όμως ευέξαπτος ο πατέρας της, ο κόκκινος άντρας.
     Και ήταν και επίμονος, ο κόκκινος άντρας. Αγόραζε κόκκινα φουστάνια και κόκκινα παπούτσια, και κόκκινα σκουφιά για την κόρη του, και την έβαζε να τα φοράει, ακόμα κι αν έξω έκανε ζέστη και έσκαγε ο τζίτζικας. Τον λοξοκοιτούσε η γυναίκα του, η κίτρινη γυναίκα, και κρυφά τάιζε το παιδί σουφλέ τυριών και λέμον πάι. Και ο κόκκινος άντρας το έβαζε να τρώει παντζάρια και να πίνει βυσσινάδα.
     Η πορτοκαλί γυναίκα, που τότε ήταν ακόμα πορτοκαλί κορίτσι, ήταν πολύ καλόβολη και προσπαθούσε να ικανοποιήσει και τους δυο της τους γονείς. Έτρωγε και το σουφλέ των τυριών και τα κοκκινιστά, έπινε λεμονάδες και βυσσινάδες, έτρωγε μπανάνες και φράουλες, φορούσε κίτρινα φορέματα και κόκκινα παπούτσια, έβαζε μαργαρίτες και κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά... Όμως, με τίποτα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τους γονείς της. Δεν ήξερε και η ίδια τι προτιμούσε, να μοιάσει στον έναν ή να μοιάσει στον άλλον...
     Και όμως, μια μέρα που ο ήλιος ήταν κατακίτρινος και έλαμπε, και η κόκκινη τριανταφυλλιά ήταν γεμάτη κατακόκκινα τριαντάφυλλα, η πορτοκαλί γυναίκα, που ήταν πορτοκαλί κορίτσι, κατάλαβε ότι δεν ήταν ούτε κίτρινη σαν τη μητέρα της, ούτε κόκκινη σαν τον πατέρα της. Συνειδητοποίησε ότι εκείνη ήταν πορτοκαλί, και ότι πιο πολύ από όλα της άρεσε να πίνει πορτοκαλάδα, να τρώει καρότα και κολοκυθόσουπα, πορτοκαλόπιτα, βερύκοκα και σορμπέ μάνγκο.
     Γνώρισε, λοιπόν, τον εαυτό της, η πορτοκαλί γυναίκα, και από τότε αποφάσισε ότι θα ήταν μόνο πορτοκαλί. Μάταια συνέχισαν να προσπαθούν οι γονείς της να την πάρουν ο καθένας με το μέρος του. Εκείνη έμεινε πιστή στον εαυτό της.
     Και μεγάλωσε η πορτοκαλί γυναίκα, και έφτασε σε ηλικία γάμου. Και το σκέφτηκε πολύ καλά το πράγμα. Και δεν ήθελε το παιδί της να είναι ούτε κίτρινο, ούτε κόκκινο. Έψαξε, λοιπόν, και βρήκε έναν άντρα πορτοκαλή. Και ο άντρας εκείνος ήταν από κόκκινη μητέρα και κίτρινο πατέρα, αλλά αυτό καθόλου δεν πείραζε, αφού εκείνος ήταν πορτοκαλής.
     Και παντρεύτηκαν οι δυο τους σε μια πορτοκαλί εκκλησία, την ώρα ενός πορτοκαλί ηλιοβασιλέματος. Και πήγαν να ζήσουν σε ένα σπίτι με πορτοκαλί παντζούρια και κουρτίνες.
     Και όταν γεννήθηκε το παιδί τους, του πήραν ένα πορτοκαλί καρότσι και ρούχα πορτοκαλί, και του έδιναν να πίνει πορτοκαλάδα και να τρώει φρουτόκρεμες από βερύκοκα. Και το παιδί ήταν πάντα χαμογελαστό, που είχε δυο πορτοκαλί γονείς.
     Και η πορτοκαλί γυναίκα πήγαινε πολλές βόλτες το πορτοκαλί μωρό της, μέσα στο πορτοκαλί του καρότσι. Και όταν το ηλιοβασίλεμα ήταν πορτοκαλί, οι δυο τους γίνονταν ένα με το ηλιοβασίλεμα.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Θα σε θυμάμαι

     

     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για το παχύ σου μουστάκι και το χαμόγελό σου. Για τα κίτρινα από το τσιγάρο δόντια σου. Θα σε βρίσκω πάντα στα καστανόξανθα μαλλιά και τα παχιά μουστάκια.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνες τις φορές που έβγαζες τη μάσκα και σταματούσες τη δουλειά για να με χαιρετήσεις. Θα σε βρίσκω πάντα στη μυρωδιά του βερνικιού, στην σκόνη των επίπλων.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το σάντουιτς που μου είχες φέρει μια φορά, έτσι, χωρίς λόγο. Θα σε βρίσκω πάντα στη γεύση της μαγιονέζας και του κέτσαπ.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για τα βράδυα που φάγαμε έξω. Για τη φορά που κάναμε Πάσχα μαζί. Για το καλοκαίρι που κάναμε διακοπές μαζί. Θα σε βρίσκω πάντα στα μικρά μεζεδοπωλεία, στη μαγειρίτσα, σε εκείνη την παραλία με τα χοντρά βότσαλα.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνη την άδεια μπαταρία αυτοκινήτου, που μας έκανε να το σπρώχνουμε στον δρόμο για ώρες. Θα σε βρίσκω πάντα στα μικρά, χαμηλά αυτοκίνητα.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το απόγευμα που είχες χάσει, προσπαθώντας να βρεις πώς παιζόταν το παιχνίδι που μας είχες αγοράσει. Θα σε βρίσκω πάντα σε εκείνο το επιτραπέζιο παιχνίδι.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το απόγευμα, που περνώντας έξω από το σπίτι σου σε είδα να λύνεις σταυρόλεξο και ανέβηκα να σε χαιρετήσω. Θα σε βρίσκω πάντα στα σταυρόλεξα, με τα γυαλιά σου στηριγμένα χαμηλά στη μύτη.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνη τη φωτογραφία που δεν έβγαλες, τότε που δεν είχες πια μύτη, για να μη χαλάσεις, όπως είπες, τη φωτογραφία. Θα σε βρίσκω πάντα σε εκείνη τη φωτογραφία, που τους έχει όλους εκτός από εσένα.
     Θα σε θυμάμαι πάντα. Για εκείνο το τραπεζάκι που μου χάρισες. Μα πιο πολύ θα σε θυμάμαι για εκείνο το τραπέζι που δε σου έκανα ποτέ, παρόλο που σου το υποσχέθηκα. Συγγνώμη!

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Ένας χρόνος και μια μέρα




      Πέρασε κιόλας ένας χρόνος από όταν ξεκίνησα αυτό το μπλογκ, έτσι, για πλάκα, και από απλή περιέργεια. Κακώς, θα πει κάποιος, και οι Άγγλοι θα συμφωνήσουν. Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, θα πουν, καθώς θα βουτάνε το μπισκοτάκι τους στο αχνιστό τους τσάι.
     Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα πώς θα πήγαινε, και ούτε φανταζόμουν ότι θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω επί έναν ολόκληρο χρόνο. Σκοπός μου ήταν να γράφω ιστορίες με έναυσμα μια λέξη. Μέγα λάθος! Μέχρι στιγμής, δεν έγραψα ούτε μία ιστορία με αυτόν τον τρόπο. Μετά σκέφτηκα ότι θα προτιμούσα να γράφω ιστορίες αστείες και περίεργες, ιστορίες μιας πειραγμένης καθημερινότητας, κάτι που από μόνο του αποκαλεί πρόκληση. Από αυτές έγραψα αρκετές.
     Βέβαια, δεν είναι εύκολο να δημουργείς ιστορίες με τα πιο απλά και τετριμμένα υλικά. Υπήρξαν πολλές στιγμές που το μυαλό μου κόλλησε, που δεν είχα καμιά ιδέα. Υπήρξαν στιγμές που δεν είχα όρεξη ούτε δύναμη να σκεφτώ. Όμως, υπήρχε και ένα ακόμα σοβαρότερο πρόβλημα: υπήρχαν και αναγνώστες. Και για το μεγαλύτερο μέρος αυτών ευθύνομαι εγώ η ίδια, αφού εγώ τους προσκάλεσα. Υπήρξαν όμως και κάποιοι άλλοι, που επισκέφτηκαν το μπλογκ με εντελώς δική τους πρωτοβουλία.
     Τώρα θα ακουστώ λίγο παλαβή, όμως η ύπαρξη αναγνωστών δημιουργεί πίεση. Πώς θα μπορούσα να αφήσω χωρίς καθόλου ιστορίες τον αναγνώστη που διαβάζει το μπλογκ μου μόλις μερικά λεπτά αφότου αναρτήσω κάποιο κείμενο; Πώς; Μήπως το μπλογκ μου αποτελεί μια αχτίδα φωτός στη ζωή αυτών των δύο, τριών, δέκα ανθρώπων; Και αν προστεθεί και ενδέκατος αναγνώστης τι θα κάνω; Και κάπου εδώ καβαλάς ένα καλάμι και αρχίζεις να καλπάζεις. Κλάπα κλοπ! Κλάπα κλοπ!
     Αν είναι κάτι που δε θέλω να κάνω, είναι να ψωνιστώ. Και αν είναι κάτι που θέλω να κάνω, είναι να έχω πολλές, πάρα πολλές, άπειρες ιδέες με ιστορίες για να τις μοιραστώ με αυτούς τους δύο, τρεις, δέκα ανθρώπους (ίσως και με τον ενδέκατο).
     Εύχομαι, λοιπόν, στο μπλογκ μου να συνεχίσει να τροφοδοτείται τακτικά με ιστορίες και με θετική ενέργεια, την οποία όλοι την έχουμε ανάγκη. Επίσης, του ζητάω να με συγχωρήσει που εχθές ξέχασα τα γενέθλιά του και του υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω να τα ξαναθυμηθώ του χρόνου, σε έναν χρόνο και μία μέρα από σήμερα. Και ίσως εκείνη τη μέρα, αντί ευχών, να έχω να του χαρίσω μια διασκεδαστική ιστορία.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Ευφορία στην εφορία;

 

      Τι κάνουμε στην εφορία; Τακτοποιούμε τις οικονομικές μας υποθέσεις με το κράτος, θα πει κάποιος. Πληρώνουμε τις οφειλές μας, θα πει άλλος. Ταλαιπωρούμαστε, θα πει κάποιος τρίτος.
     Ο,τιδήποτε από αυτά σωστό είναι, φυσικά. Και, κυρίως, το τρίτο είναι που συμβαίνει συνήθως. Περιμένουμε σε τεράστιες ουρές, μέχρι να ανακαλύψουμε ότι μας έχουν υποδείξει λάθος, ξαναπεριμένουμε σε άλλες ουρές, ανεβαίνουμε σκαλιά, πηγαίνουμε από γραφείο σε γραφείο, μαζεύουμε υπογραφές και σφραγίδες, κάνουμε γνωριμίες...
     Μέρα εφορίας ήταν για εμένα σήμερα. Οπότε, ήμουν προετοιμασμένη για όλα τα παραπάνω. Επίσης, ήμουν προετοιμασμένη για ο,τιδήποτε θα μπορούσαν να μου ζητήσουν, προκειμένου να με εξυπηρετήσουν.
     Όμως, τελικά, δεν ήταν απλώς μια μέρα εφορίας, ήταν μια μέρα εκπαίδευσης. Έμαθα, λοιπόν, πολλά πράγματα.
     Πρώτα-πρώτα, έμαθα όλα τα προβλήματα υγείας των υπαλλήλων, μέχρι να αρχίσουν να εξυπηρετούν το κοινό. Έμαθα τι καιρό έκανε στον δρόμο της επιστροφής εχθές, για ποια προϊόντα φημίζονται κάποια μέρη της Ελλάδας και πόσοι ήταν οι υποψήφιοι στις εκλογές σε διάφορες περιφέρειες.
     Έμαθα τη διαφορά θεωρίας και πράξης, καθώς θεωρητικά η εξυπηρέτηση του κοινού ξεκινούσε στις 8, αλλά στην πράξη ξεκινούσε στις 8 και 10. Τι περίμενα κι εγώ, στην Αγγλία ήμαστε;
     Άλλο πράγμα που έμαθα ήταν ότι το να πάρεις μια απάντηση σε μια ερώτηση δε σημαίνει ότι έλυσες και το πρόβλημά σου. Ανακάλυψα ότι τελικά μάλλον είναι υποχρεωτικό να περιμένεις αρχικά σε λάθος ουρά, προτού σε στείλουν στη σωστή, και ότι αυτό μπορεί να συμβεί πάνω από μία φορά.
     Έμαθα για πολλοστή φορά πόσο αποδοτικό είναι το σύστημα της παράκαμψης της ουράς μέσω μιας αρχικής ερώτησης, η οποία ακολουθείται από καταιγισμό ερωτήσεων, επίδειξη διαφόρων άσχετων χαρτιών και άφθονη ροή δακρύων. Φυσικά, βοηθάει αν είσαι μεγάλης ηλικίας.
     Έκανα μία επιθεώρηση όλων των χώρων της εφορίας, καθώς πήγαινα από γραφείο σε γραφείο, και βρήκα ότι οι χώροι παραμένουν οι ίδιοι. Στις διαδρομές μου μέσα στο κτίριο συναντήθηκα αρκετές φορές με τους ίδιους ανθρώπους, πράγμα που με έκανε να αισθανθώ μια οικειότητα με το χώρο. Ένιωσα μια απέραντη αγάπη για όλους τους ομοιοπαθείς.
     Επίσης διαπίστωσα ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον κόσμο που μοιάζουν με καρτούν και ότι, απ'ό,τι φαίνεται, η εφορία έχει προσλάβει ένα σημαντικό αριθμό τέτοιων ανθρώπων, γεγονός που με έκανε να διασκεδάσω πολύ. Παρατήρησα ότι τα πάντα λειτουργούν σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι του προηγούμενου αιώνα, που είναι γεμάτο ελατήρια και γρανάζια, τα περισσότερα από τα οποία έχουν σπάσει.
     Τέλος, αποδείχτηκε ότι τελικά μπορείς να ξεμπερδέψεις από την εφορία σε λιγότερο από μία ώρα, αν είσαι από τους πρώτους φορολογούμενους που θα πάνε το πρωί, και αν τη συγκεκριμένη μέρα η εφορία δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη κίνηση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μπορείς να ξεμπερδέψεις παίρνοντας και επιστροφή χρημάτων!
     Ύστερα από όλα αυτά, φεύγοντας από την εφορία, δεν μπόρεσα τελικά να μην αισθανθώ μια μεγάλη ευφορία!

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Απρόσμενος ακροβάτης



      Ε, λοιπόν, όσο περίεργο κι αν φαίνεται, σήμερα ήμουν στενοχωρημένη. Δηλαδή, περισσότερο στενοχωρημένη ήμουν εχθές, αλλά και σήμερα δε θα έλεγα ότι πετούσα από τη χαρά μου.
     Η μέρα δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Η αλήθεια είναι ότι βαριόμουν κιόλας. Βέβαια, πρέπει να το πω αυτό, από μόνη της η μέρα δεν είχε τίποτα το δυσάρεστο. Ο ουρανός ήταν καθαρός, είχε ήλιο, η θερμοκρασία ήταν ιδανική, όλα καλά ήταν. Τι να το κάνεις, όμως, όταν το εσωτερικό σου μικροκλίμα έχει διαταραχτεί;
     Ίσως γι'αυτό, λοιπόν, το σύμπαν φρόντισε να με διασκεδάσει. Και σκέφτηκε να μου στείλει έναν ακροβάτη.
     Ναι, ξέρω, ακούγεται τρελλό - ακροβάτης κατ'οίκον; -, όμως έτσι έγινε. Για να τον δω δεν χρειάστηκε να φύγω από το σπίτι μου. Δεν χρειάστηκε να στηθώ σε κάποια ουρά για να βγάλω εισιτήριο. Δεν χρειάστηκε καν να βγάλω εισιτήριο. Δεν χρειάστηκε να στριμωχτώ σε άβολα καθίσματα και να υποστώ ψηλούς που δε σε αφήνουν να δεις, χοντρούς που σε στριμώχνουν απειλητικά, ενοχλητικούς - γενικά - θεατές.
     Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να βάλω μπουγάδα.
     Τώρα - θα πει κανείς - μας δουλεύεις. Τι χρειαζόταν η μπουγάδα, για να στήσεις το σκοινί για τον ακροβάτη;
     Α, όχι, δεν χρειάστηκε να του δώσω σκοινί, είχε το δικό του. Και μάλιστα ήταν ιδιαίτερα μακρύ, και από νήμα πολύ ανθεκτικό και ελαφρύ ταυτόχρονα.
     Αν χρειάστηκε να βάλω μπουγάδα, ήταν επειδή θα έπρεπε να την απλώσω. Και ακόμα περισσότερο, ήταν επειδή στη συνέχεια θα έπρεπε να την μαζέψω.
     Επειδή τότε τον είδα. Και τότε έκανε το νούμερό του.
     Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι στην αρχή τρόμαξα λίγο. Ήταν που δεν περίμενα να τον δω. Επιπλέον, στην αρχή δεν κατάλαβα ότι επρόκειτο για ακροβάτη. Θεώρησα ότι ήταν απλώς ένας απρόσκλητος επισκέπτης. Και εκείνος τρόμαξε, για να πούμε και του στραβού το δίκιο. Ούτε εκείνος περίμενε να με δει. Και ας ήταν με δική του πρωτοβουλία που συναντηθήκαμε.
     Το αρχικό σάστισμα κράτησε πολύ λίγο. Μέχρι να συνειδητοποιήσω περί τίνος επρόκειτο, ο ακροβάτης έριξε το σκοινί του και μετεωρίστηκε κάτω από την κρεμασμένη μου μπουγάδα. Ο άνεμος φυσούσε ελαφρά και το σκοινί με τον ακροβάτη χόρευε απαλά. Ίσα που πρόλαβα να δω το νούμερο. Ύστερα ο ακροβάτης εξαφανίστηκε.
     Προσπάθησα να δω πού είχε πάει. Δεν κατάφερα να δω τίποτα. Ούτε το σκοινί του φαινόταν, ούτε εκείνος. Και εγώ έμεινα με την απορία: άραγε, αφέθηκε να παρασυρθεί από τον αέρα, ή απλώς πήδηξε στο κενό;
     Ποτέ δε θα μάθω τι απέγινε εκείνη η μικρή, γκρίζα αραχνούλα...

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Μητρικοί διάλογοι

    

      - Ο γιατρός θα σας δεχτεί σε λίγο, είπε η νοσοκόμα στην κοκκινομάλλα.
     Εκείνη χαμογέλασε και, ασυνείδητα, χάιδεψε τη φουσκωμένη της κοιλιά.
     - Κι εσύ στο μήνα σου είσαι; τη ρώτησε η γκριζομάλλα, που καθόταν δίπλα της.
     - Ναι, είπε και ξαναχαμογέλασε.
     - Έχεις δει το φύλο; ξαναρώτησε η γκριζομάλλα.
     - Όχι, είπε εκείνη. Με τον άντρα μου αποφασίσαμε ότι δε μας ενδιαφέρει το φύλο. Τι αγόρι, τι κορίτσι, ίδια είναι και τα δύο. "Γερά να'ναι, κι ό,τι να'ναι", έτσι δε λένε;
     - Έτσι είναι, είπε και η άλλη. Εγώ έχω κι από τα δύο και, σε βεβαιώνω, δεν έχουν καμία διαφορά. Είτε αγόρια είτε κορίτσια, τα παιδιά είναι παίδεμα.
     - Α, έχεις κι άλλα παιδιά; ρώτησε η κοκκινομάλλα.
     - Ναι, τέσσερα.
     - Τέσσερα; Μπράβο, να σου ζήσουν!
     - Ευχαριστώ. Εσένα είναι η πρώτη σου εγκυμοσύνη;
     - Ναι.
     - Έχεις άγχος;
     - Ε, όσο να'ναι...
     - Έτσι έχουμε όλες. Η αλήθεια είναι ότι είναι μια δύσκολη εμπειρία, αλλά το αποτέλεσμα πάντα σε αποζημιώνει.
     - Ναι... είπε η κοκκινομάλλα, αλλά δε φάνηκε να το πολυπιστεύει.
     - Έτσι είναι, θα το δεις, είπε η γκριζομάλλα και πάλι.
     - Ο άντρας σου πώς την αντιμετωπίζει την εγκυμοσύνη σου; ρώτησε η κοκκινομάλλα για να αλλάξει λίγο συζήτηση.
     - Τι πρόβλημα να'χει εκείνος; Άσε που είναι ναυτικός και ταξιδεύει συνέχεια. Πολύ σπάνια τον βλέπω.
     - Αλήθεια; Και πώς μπορείς;
     - Αχ, φιλενάδα, οι άντρες είναι μπελάς, όλες το ξέρουν. Καλύτερα να τον βλέπω αραιά και πού παρά να τον έχω συνέχεια στα πόδια μου.
     - Δε συμφωνώ, είπε η κοκκινομάλλα.
     - Άσε με να μαντέψω: νιόπαντρη;
     Η κοκκινομάλλα κατέβασε ντροπαλά το κεφάλι.
     - Έτσι εξηγείται, είπε η γκριζομάλλα. Κάτσε να περάσει λίγος καιρός και τα ξαναλέμε.
     - Δε νομίζω να αλλάξω γνώμη, απάντησε η κοκκινομάλλα. Με τον άντρα μου αγαπιόμαστε πολύ και δεν αντέχει ο ένας μακριά από τον άλλο.
     - Ναι, πετάχτηκε και μια μαυρομάλλα με μια άσπρη τούφα, που επίσης περίμενε το γιατρό, το έχουμε υπόψη μας. Όλη η γειτονιά έχει να το λέει: τον Ιανουάριο δεν μπορούσαμε να κλείσουμε μάτι από τη φασαρία που κάνατε.
     - Ε, άμα ευχαριστιέσαι, πρέπει και να το δείχνεις...
     - Κι άλλοι ευχαριστιούνται, αλλά δεν το κάνουνε θέμα... μουρμούρισε η μαυρομάλλα.
     Η κοκκινομάλλα την αγνόησε.
     - Και πού είναι τώρα ο άντρας σου; τη ρώτησε η γκριζομάλλα.
     - Α, έχει πάει να δει τη μάνα του, που είναι άρρωστη.
     - Και δεν μπορούσε να έρθει μαζί σου στο γιατρό;
     - Ξέρεις, η μάνα του ζει στην Άγκυρα.
     - Τούρκος είναι;
     - Ναι.
     - Α, δε μου αρέσουν καθόλου οι Τούρκοι. Είναι πολύ τριχωτοί.
     - Δεν έχεις δίκιο, απάντησε η κοκκινομάλλα. Η τρίχα στον άντρα είναι σέξι.
     Η γκριζομάλλα δεν είπε τίποτα. Είναι πασίγνωστο ότι οι κοκκινομάλλες φημίζονται για το φλογερό τους ταμπεραμέντο. Εξάλλου, περί ορέξεως...
     - Ο γιατρός θα σας δεχτεί τώρα, είπε η νοσοκόμα στην κοκκινομάλλα, που σηκώθηκε με κόπο.
     - Αν δε σε ξαναδώ, καλή λευτεριά, της είπε η γκριζομάλλα.
     - Επίσης, απάντησε εκείνη.
     Και μπήκε στο γραφείο του γιατρού, κουνώντας την όμορφη ουρά της.
       
      Αρκετές εβδομάδες αργότερα, οι δυο τους ξανασυναντήθηκαν.
          - Πόσο δίκιο είχες! είπε η κοκκινομάλλα στην γκριζομάλλα. Ζωή να'χουνε, μου έχουν βγάλει το λάδι τα παιδιά μου.
     - Και πού είσαι ακόμη, της είπε η γκριζομάλλα. Περίμενε να μπούνε στην εφηβεία και θα δεις.
     - Μα ήδη έχουν μπει, είπε η κοκκινομάλλα. Ξεχνάς πόσος καιρός πέρασε από όταν συναντηθήκαμε στο γιατρό;
     - Α, ναι, δίκιο έχεις, είπε και η γκριζομάλλα. Και τα δικά μου τα κυνηγάω όλη την ώρα. Πού πας παιδί μου; φώναξε σε ένα γκρίζο γατάκι, που εκείνη την ώρα περνούσε τον δρόμο.
     - Πάω βόλτα με τους φίλους μου, είπε εκείνο.
     - Να προσέχεις στον δρόμο, οι οδηγοί τρέχουν...
     - Ναι, καλά, το ξέρω, μου το έχεις ξαναπεί. Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι έχω μεγαλώσει πια;
     - Και πειράζει που νοιάζομαι για εσένα;
     - Δεν χρειάζεται, προσέχω.
     - Αχ, αυτό το παιδί θα με πεθάνει, είπε η γκριζομάλλα. Και πού θα πάτε;
     - Όπου θέλουμε, να μη σε νοιάζει! της είπε αυθάδικα εκείνο.
     - Να προσέχεις, παιδί μου, μην πλησιάζεις τους αγνώστους και μην τυχόν και κανένας σου δώσει τίποτα να φας και το πάρεις, κυκλοφορούν και φόλες, με ακούς, παιδί μου; Να προσέχεις, είπα!
     - Ωχ, βρε μαμά! είπε το γατάκι καθώς απομακρυνόταν βιαστικά.
     - Έτσι είναι, αναστέναξε η γκριζομάλλα. Τα γεννάς, τα μεγαλώνεις, και όλα αυτά γιατί;
     - Το αποτέλεσμα σε αποζημιώνει, μου είχες πει τότε στο γιατρό, είπε η κοκκινομάλλα. Εξάλλου, και εμένα τα ίδια μου κάνουν, μην ανησυχείς.
     - Σιγά την αποζημίωση, είπε η γκριζομάλλα. Και ύστερα σου λένε ότι μάνα είναι μόνο μία.
     Η κοκκινομάλλα δεν είπε τίποτα. Το ίδιο σκεφτόταν και εκείνη.
     Ξαφνικά, στην άκρη του δρόμου εμφανίστηκε το γκρίζο γατάκι. Ερχόταν τρέχοντας, λες και κάποιος το κυνηγούσε.
     - Το παιδί μου, είπε η γκριζομάλλα, ποιος το κυνηγάει το παιδί μου;
     - Μαμά! φώναξε εκείνο. Μαμά!
     Γεμάτη αγωνία έτρεξε προς το μέρος του. Και μόλις πλησίασε, το γατάκι έπεσε επάνω της.
     - Νιάου, της είπε ναζιάρικα, συγγνώμη που το ξέχασα. Χρόνια πολλά, μαμά!
     Και με τη ροζ γλωσσίτσα του άρχισε να της γλείφει το πρόσωπο.
     - Σε ευχαριστώ, παιδάκι μου, είπε συγκινημένη η γκριζομάλλα.
     Γύρισε προς την κοκκινομάλλα.
     - Είδες, λοιπόν, που είχα δίκιο; της είπε. Το αποτέλεσμα σε αποζημιώνει!

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Πασχαλινά αυγά

     


     Στον Ειρηνικό Ωκεανό, υπάρχει ένα μικρό νησί, το νησί του Πάσχα. Είναι το πιο απομονωμένο νησί του κόσμου, αλλά και ένα από τα πιο γνωστά. Πολλές φωτογραφίες του υπάρχουν, με τους μεγάλους, πέτρινους φρουρούς του, τα μοάι, που, βλοσυροί και παραταγμένοι στη σειρά, είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν το νησί τους με κάθε κόστος.
     Το νησί του Πάσχα ονομάστηκε έτσι επειδή ανακαλύφτηκε την ημέρα του Πάσχα, από έναν Ολλανδό θαλασσοπόρο, που προφανώς δεν είχε φαντασία για να του δώσει κάποιο καλύτερο όνομα. Αυτό το ξέρουν όλοι.
     Αυτό που δεν ξέρουν όλοι, όμως, είναι ότι το νησί του Πάσχα είναι, κατά σύμπτωση, το πραγματικό νησί του Πάσχα. Με άλλα λόγια, είναι το νησί όπου παράγονται τα πασχαλινά αυγά. Και δεν εννοώ τα αυγά που τα βάφουμε και τα ζωγραφίζουμε, εννοώ τα ωραία, λαχταριστά, σοκολατένια αυγά.
     Στο νησί του Πάσχα ζουν χιλιάδες πασχαλινά κουνέλια. Και τα πασχαλινά κουνέλια δεν είναι όπως τα κανονικά κουνέλια. Δηλαδή μοιάζουν, έχουν μεγάλα αυτιά και φουντωτή ουρίτσα, και τα μπροστινά τους δόντια πετάνε. Όμως, αυτά τα κουνέλια είναι πολύ πιο μεγάλα και γεννάνε αυγά. Μάλιστα, δεν είναι αστείο, είναι τα μόνα κουνέλια που γεννάνε αυγά. Και τα αυγά των πασχαλινών κουνελιών είναι τα πραγματικά πασχαλινά αυγά.
     Βέβαια, αυτό είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αφού δεν υπάρχει ούτε μία φωτογραφία πασχαλινού κουνελιού παγκοσμίως. Όμως, όσο περίεργο κι αν φαίνεται, είναι αλήθεια πέρα ως πέρα. Και οι κάτοικοι του νησιού το γνωρίζουν πολύ καλά. Απλώς δεν το λένε σε κανέναν, γιατί δε θέλουν να τους κλέψει κανένας τα πασχαλινά τους κουνέλια.
     Τα πασχαλινά κουνέλια είναι νυκτόβια και δεν εμφανίζονται τη μέρα. Εξάλλου, υπάρχουν και τα μοάι και τα πασχαλινά κουνέλια, είναι γνωστό, φοβούνται τα μοάι. Τα πασχαλινά κουνέλια, λοιπόν, βγαίνουν μόνο τη νύχτα. Και τότε είναι που χοροπηδάνε δεξιά κι αριστερά, και παίζουν και κυλιούνται στα χορτάρια.
     Τα πασχαλινά κουνέλια ζουν γύρω από τα τρία ηφαίστεια του νησιού του Πάσχα. Και τα ηφαίστεια βγάζουν πυκνό καπνό, και κανείς δεν μπορεί να δει τι υπάρχει μέσα. Λένε, λοιπόν, ότι υπάρχει καυτή και κατακόκκινη λάβα, αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Το βράδυ, που ο καπνός αραιώνει πολύ, η αλήθεια αποκαλύπτεται και όποιος μπορεί να δει βλέπει ότι μέσα στα ηφαίστεια αυτά κοχλάζει σοκολάτα! Και γύρω από τα ηφαίστεια μοσχομυρίζει κακάο!
     Εκεί, λοιπόν, γύρω από τα ηφαίστεια με την καυτή σοκολάτα, ζουν τα πασχαλινά κουνέλια, και τρώνε μόνο τα λουλούδια του σοκολατόχορτου, ενός χόρτου που φυτρώνει στους πρόποδες των ηφαιστείων και που μόνο το βράδυ ανθίζει, και πίνουν μόνο νερό από τις πηγές που βρίσκονται κοντά στον κρατήρα των ηφαιστείων.
     Τα πασχαλινά κουνέλια μοιάζουν με τα άλλα και σε κάτι ακόμα: γεννοβολάνε συνέχεια. Αλλά, όπως είπαμε, τα πασχαλινά κουνέλια γεννάνε αυγά. Έτσι, οι πρόποδες των τριων ηφαιστείων του νησιού του Πάσχα είναι γεμάτοι πασχαλινά αυγά. Και τα αυγά αυτά είναι σοκολατένια, ως επί το πλείστον. Όσα αυγά δεν είναι σοκολατένια είναι τα αυγά από τα οποία, ύστερα από λίγες μέρες, θα βγουν τα καινούργια πασχαλινά κουνέλια. Τα υπόλοιπα είναι σκέτη, λαχταριστή σοκολάτα.
     Ειδικοί αυγοσυλλέκτες ανεβαίνουν προσεκτικά στις πλαγιές των ηφαιστείων με φακούς, τις νύχτες που δεν έχει φεγγάρι, και μαζεύουν τα σοκολατένια αυγά σε μεγάλα σακίδια που κουβαλάνε στις πλάτες τους. Είναι πολύ δύσκολη δουλειά, επειδή δεν θέλουν τα τρομάξουν τα πασχαλινά κουνέλια, και επιπλέον πρέπει να διαλέξουν τα αυγά προσεκτικά, μήπως κατά λάθος πάρουν κάποιο από τα αυγά που έχει μέσα κουνελάκι.
     Σε μια μεγάλη, υπόγεια αποθήκη μαζεύουν όλα τα πασχαλινά αυγά. Και εκεί, οι αυγοσυσκευαστές, που έχουν δώσει βαρύ όρκο να μην αποκαλύψουν ποτέ τη θέση της υπόγειας αποθήκης, τα συσκευάζουν και τα τυλίγουν με όμορφα χαρτιά ή υφάσματα, και τους βάζουν κορδέλες και φιόγκους και στολίδια κάθε λογής. Ύστερα, με απόλυτη μυστικότητα και πάλι, τα φορτώνουν σε ειδικά αεροπλάνα και τα στέλνουν σε όλο τον κόσμο.
     Σοκολατένια αυγά βρίσκει κανείς παντού, λίγα όμως είναι τα πραγματικά πασχαλινά αυγά, αυτά που έρχονται από το νησί του Πάσχα. Και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, επειδή υπάρχουν και οι απομιμήσεις. Και εγώ τις τελευταίες μέρες ψάχνω να βρω ένα γνήσιο πασχαλινό αυγό και δεν βρίσκω. Και όχι τίποτ'άλλο, το Πάσχα είναι σε δυο μέρες.
     Βοήθεια, συνάνθρωποι! Το βασίλειό μου για ένα πασχαλινό αυγό!

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Ποιος φταίει



Μπορεί να φταίει που εγώ συχνά χαμογελάω,
και δεν αφήνω να φανεί πως μέσα μου πονάω.
"Όχι", μου λέει μια φωνή, "είναι γνωστό ως τ'αστέρια,
αυτό που φταίει αληθινά είναι τα κρύα σου χέρια."

Μπορεί να φταίει που πρόθυμα τους γύρω μου βοηθάω,
ενώ εγώ σχεδόν ποτέ βοήθεια δε ζητάω.
"Όχι", μου ξαναλέει η φωνή, "είναι γνωστό ως τ'αστέρια,
αυτό που φταίει αληθινά είναι τα κρύα σου χέρια!"

Μπορεί να φταίει πως εγώ δικαιολογώ τους πάντες,
που δέχομαι επίθεση από γυναίκες κι άντρες.
"Μα, δε με ακούς", λέει η φωνή, "είναι γνωστό ως τ'αστέρια,
αυτό που φταίει αληθινά είναι τα κρύα σου χέρια!"

Μπορεί να φταίει που φέρομαι με ευγένεια περίσσια,
που οι άλλοι μου επιτίθενται, χωρίς αιδώ, στα ίσια.
Μου ουρλιάζει η φωνή στ'αυτιά, "είναι γνωστό ως τ'αστέρια,
αυτό που φταίει αληθινά είναι τα κρύα σου χέρια!"

Κι όμως αυτό που είναι σωστό, μα και γνωστό ως τ'αστέρια,
δεν είναι πως είναι ένοχα τα κρύα μου τα χέρια.
Είναι αυτό που γράφτηκε στα κύματα της άμμου,
πως για όλα είναι ένοχη μόνο η ζεστή καρδιά μου.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Υπερωρίες

    




     Η Πίπη ξύπνησε μια μέρα και είχε βαρεθεί τα πάντα. Κυρίως, είχε βαρεθεί τον εαυτό της. Ή, μάλλον, καλύτερα, είχε βαρεθεί τους πάντες. Ή, μάλλον, δεν ήξερε ακριβώς τι είχε βαρεθεί. Πάντως, βαριόταν αφόρητα.
     Εκείνη η μέρα, λοιπόν, που η Πίπη ξύπνησε και βαριόταν, ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Μια μέρα, δηλαδή, που ο ήλιος ανέτειλε στην ανατολή, που τα σκυλάκια έκαναν Γαβ! Γαβ!, οι γατούλες Νιάου! Νιάου!, και όχι το αντίθετο, που η θάλασσα ήταν μπλε και τα φύλλα των δέντρων πράσινα.
     Και όμως, εκείνη ακριβώς τη συνηθισμένη μέρα, η Πίπη αποφάσισε ότι ήταν η μέρα που θα άλλαζε τα πάντα.
     - Τέρμα, είπε. Η Πίπη το καλό παιδί δεν υπάρχει πια.
     Και έπλεξε τα κοτσιδάκια της πιο σφιχτά από κάθε άλλη φορά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Ο καθρέφτης της χαμογέλασε και εκείνος.
     - Τέρμα, είπε και αυτός. Το βλέπω καθαρά ότι είσαι μια άλλη Πίπη.
     Τώρα, εδώ που τα λέμε, αυτό δεν ήταν και τόσο αλήθεια, κι αν ο καθρέφτης είχε μύτη, την Πίπη θα την είχε τρυπήσει στα σίγουρα. Όμως, ο καθρέφτης αυτός δεν είχε μύτη και έτσι τίποτα δεν έγινε.
     Η Πίπη είχε αποφασίσει να αλλάξει, βέβαια, αλλά η αλήθεια ήταν ότι είχε απλώς αποφασίσει να θυμηθεί ποια ήταν. Και αυτό, επειδή εδώ και πολύ καιρό είχε αποφασίσει να μην προκαλεί, και είχε σταματήσει να κάνει βόλτες με το ιπτάμενο κρεβάτι της και να σηκώνει ψηλά το πιτσιλωτό της άλογο. Άσε που ντυνόταν πολύ πιο συντηρητικά.
     - Ας δούμε, λοιπόν, τι θα πρέπει να αλλάξω ακριβώς, είπε στον εαυτό της η Πίπη, που της άρεσε να αναλύει τα πάντα με λεπτομέρεια.
     Αλλά, τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, είδε ότι δεν έπρεπε να αλλάξει τίποτα επάνω της. Το αντίθετο, οι άλλοι έπρεπε να αλλάξουν.
     - Τι χαζή που είμαι μερικές φορές, είπε και γέλασε.
     Τι θα έπρεπε, λοιπόν, να αλλάξει; Ώρες ολόκληρες έσπασε το κεφάλι της. Ήρθε το μεσημέρι, το στομάχι της γουργούριζε παραπονιάρικα, αλλά εκείνη δεν εγκατέλειψε τους προβληματισμούς της. Ήρθε και το βράδυ, και μόνο τότε η Πίπη πήρε την απόφασή της.
     - Πρέπει να βρω ένα μεγάλο κουτί με καπάκι, είπε.
     Και την επόμενη μέρα έψαξε και βρήκε ένα μεγάλο, μεταλλικό κουτί, τόσο μεγάλο, που χωρούσε άνετα έναν άνθρωπο.
     - Και τώρα, ας το φτιάξουμε, είπε και πάλι.
     Και έβαλε στο κουτί απ’έξω μια μεγάλη πινακίδα με στρογγυλά, όμορφα γράμματα.
     - Και τώρα, ας το τοποθετήσουμε και ας περιμένουμε.
     Και έβαλε το κουτί όρθιο, με το καπάκι ανοιχτό, σε ένα δρόμο από όπου περνούσε πολύς κόσμος.
Ο κόσμος περνούσε και έβλεπε το κουτί, έβλεπε και την πινακίδα και κοντοστεκόταν. «Είσαι ο πιο έξυπνος; Απόδειξέ το» έλεγε η πινακίδα.
     Δεν άργησε να μπει ο πρώτος. «Κλείστε την πόρτα» έλεγε μια άλλη πινακίδα που υπήρχε μέσα. Ο άνθρωπος έκλεισε την πόρτα, δηλαδή το καπάκι του κουτιού.
     Όμως, τίποτα δε γινόταν και ο άνθρωπος βαρέθηκε. Αλλά όταν προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, είδε ότι δεν άνοιγε. Είχε παγιδευτεί. Μάταια προσπαθούσε και φώναζε, κανένας δεν τον άκουγε.
     Και έπεσε το βράδυ. Ο κόσμος στον δρόμο αραίωσε πολύ και στο τέλος σταμάτησε. Και τότε εμφανίστηκε η Πίπη. Με τα δυνατά της χέρια σήκωσε το κουτί ψηλά και το μετέφερε λίγο πιο πέρα, όπου το ιπτάμενο κρεβάτι της την περίμενε, δεμένο σε μια κολώνα της ΔΕΗ. Η Πίπη φόρτωσε το κουτί επάνω στο ιπτάμενο κρεβάτι, ανέβηκε επάνω και έλυσε το σκοινί. Και το κρεβάτι άρχισε να ανεβαίνει ψηλά, ψηλά, όλο και πιο ψηλά.
     Κάποιοι που κοίταζαν στον ουρανό θαυμάζοντας το ολόγιομο φεγγάρι, είδαν το ιπτάμενο κρεβάτι να χάνεται ψηλά στον ουρανό, αλλά νόμιζαν ότι είχαν παραισθήσεις, και κανείς δεν το ανέφερε την επόμενη μέρα. Κι όμως, το επόμενο πρωί, το μεγάλο κουτί ξαναεμφανίστηκε στον δρόμο. Και πάλι δεν άργησε να γεμίσει.
     Έτσι έγινε και η Πίπη άρχισε τις μεταφορές. Και έναν-έναν, άρχισε να απομακρύνει από τη γη όλους τους ηλίθιους. Αλλά οι ηλίθιοι στη γη είναι πολλοί και τελειωμό δεν έχουν. Αλλά και η Πίπη είναι ακούραστη και κάθε βράδυ το ιπτάμενο κρεβάτι της χάνεται στο διάστημα. Και είναι και αποφασισμένη η Πίπη. Δε θα σταματήσει αν δεν τους εξαφανίσει όλους. Και τότε, θα μπορέσει να ξαναγίνει ο εαυτός της.
     Για να αποκτήσει αυτή η ιστορία happy end.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Απρόσκλητοι επισκέπτες




     Είναι αλήθεια ότι δεν την περίμενα. Και για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, εκτός από απρόσκλητη ήταν και ανεπιθύμητη. Βέβαια, ήρθε και πολύ διακριτικά, τόσο, που δεν την κατάλαβα όταν πρωτοήρθε. Κι αν με ρωτήσει κανείς, δεν μπορώ να του πω πότε ήρθε και μου θρονιάστηκε. Μόνο πότε την πρωτοείδα θυμάμαι.
     Ήταν μια μέρα πριν από αρκετά χρόνια, όταν τη συνάντησα τυχαία, αραγμένη νωχελικά, σαν να μη συνέβαινε τίποτα.
     - Εσύ εδώ; ρώτησα έκπληκτη.
     - Γεια σου, μου είπε τσαχπίνικα, αποφεύγοντας να απαντήσει στην ερώτησή μου.
     - Δε σε περίμενα, είπα εγώ.
     - Τυχαία ήρθα, απάντησε. Μην ανησυχείς, όμως, δε θα ενοχλήσω. Ούτε που θα το καταλάβεις ότι είμαι εδώ.
     Και μου χαμογέλασε αυτάρεσκα.
     Της επέτρεψα να μείνει. Εξάλλου, κάπου μέσα μου το ήξερα ότι δεν μπορούσα να κάνω και αλλιώς. Το ήξερα ότι είχε έρθει αποφασισμένη να μείνει.
     Πρέπει να της αναγνωρίσω, πάντως, ότι τον κράτησε το λόγο της. Δε με ενόχλησε καθόλου, μόνο τυχαία συναντιόμασταν πού και πού. Όπως το είχε πει: ούτε που την ένιωθα την παρουσία της.
     Όμως, μια μέρα με περίμενε μια έκπληξη.
     - Τι συμβαίνει εδώ; τη ρώτησα.
     - Πιστεύω να μη σε πειράζει, μου είπε με εκείνο το γνωστό πλέον χαμόγελό της, αλλά ένιωθα μοναξιά. Θεώρησα, λοιπόν, καλό να αναζητήσω μια παρέα. Εσύ, έτσι κι αλλιώς, δεν ασχολείσαι μαζί μου.
     Έτσι γνώρισα και την αδερφή της, που ήρθε και εκείνη και θρονιάστηκε για τα καλά. Και για αρκετό καιρό τις συναντούσα τυχαία, πότε τη μία, πότε την άλλη, πότε και τις δυο μαζί. Τι καλόβολος άνθρωπος που είμαι, τελικά!
     Η παρέα τους δεν άργησε να μεγαλώσει.
     - Από εδώ η κολλητή της αδερφής μου, μου είπε μια μέρα που τις τσάκωσα και τις τρεις να κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα.
     Και για να μη διαμαρτυρηθώ, πρόσθεσε:
     - Μην ανησυχείς, είναι πολύ ήσυχη, ούτε που θα το καταλάβεις ότι είναι εδώ.
     Το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να αναστενάξω.
     Από τότε, αναστέναζα κάθε φορά που έβλεπα την παρέα τους να ενισχύεται με χήρες θείες, ορφανές ξαδέρφες, αδελφικές φίλες, κουμπάρες και κάθε λογής νέες, απρόσκλητες επισκέπτριες. Έπαψα πια να τις συναντώ τυχαία, τις συναντούσα κάθε μέρα, και κάθε μέρα μου φαινόταν ότι γίνονταν περισσότερες. Άρχισα να προσπαθώ διακριτικά να τις μετρήσω και να εκτιμήσω το μέγεθος της εισβολής. Αλλά ούτε μια φορά δεν τα κατάφερα, όλο και κάποια μου ξέφευγε. Και ξανάρχιζα το μέτρημα από την αρχή.
     Ίσως να είμαι υπερβολική, το ξέρω. Σε τελευταία ανάλυση, κανένας δεν κινδύνεψε από μερικές άσπρες τρίχες. Έλα, όμως, που τις βλέπω κάθε μέρα στον καθρέφτη!

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Φτου, ξελευτερία!


 

      - Εννέα εκατομμύρια εννιακόσιες ενενήντα εννέα χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα έξι, εννέα εκατομμύρια εννιακόσιες ενενήντα εννέα χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα επτά, εννέα εκατομμύρια εννιακόσιες ενενήντα χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα οκτώ, εννέα εκατομμύρια εννιακόσιες ενενήντα εννέα χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα εννέα, δέκα εκατομμύρια, φτου και βγαίνω!
     Το κοριτσάκι ξεκόλλησε το πρόσωπό του από τα χέρια του και τα χέρια του από τον τοίχο, όπου είχε ακουμπήσει για να τα φυλάξει. Έκανε μια γρήγορη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του: δεν κουνιόταν τίποτα. Ωραία, λοιπόν, είχαν κρυφτεί όλοι. Έστρωσε το λουλουδάτο φορεματάκι του και το τίναξε να φύγουν οι σκόνες, έσφιξε λίγο ακόμη τις χοντρές πλεξούδες του και ξεκίνησε το ψάξιμο.
     Και να που δεν άργησε να βρει τον πρώτο:
     - Φτου, λουλούδια της αμυγδαλιάς!
     Και τα βιαστικά λουλούδια της αμυγδαλιάς έχασαν.
     - Θα σας βρω όλους, είπε το κοριτσάκι.
     Από παντού ακούγονταν ψίθυροι:
     - Τι έγινε; Τι έγινε;
     - Η Άνοιξη βρήκε τα λουλούδια της αμυγδαλιάς.
     - Ε, καλά να πάθει, αφού δεν μπορεί να κρατηθεί!
     - Πού είναι τώρα;
     - Σσσστ, ησυχία, πλησιάζει!
     - Μη με σπρώχνεις!
     - Αργούμε ακόμα; Έχω πιαστεί.
     - Φτου, φύλλα της μουριάς! ακούστηκε ξανά η Άνοιξη, καθώς εντόπισε δύο μικρά φυλλαράκια που μόλις είχαν αρχίσει να φαίνονται στον κορμό μιας μουριάς.
     - Τι έγινε; ξανάρχισαν οι ψίθυροι.
     - Βρήκε και τα φύλλα της μουριάς.
     - Αλήθεια; Κρίμα!
     - Ησυχία, θα μας ακούσει!
     - Πήγαινε πιο πέρα, με πατάς!
     - Εσύ να πας πιο πέρα, εδώ δε χωράμε όλοι.
     - Βρε παιδιά, κάντε ησυχία, θα μας βρει!
     - Φτου, φύλλα της πασχαλιάς! είπε χαρούμενη η Άνοιξη, που είχε βρει τα φύλλα της πασχαλιάς, που ξεμύτιζαν δειλά-δειλά.
     - Βρήκε και την πασχαλιά; ακούστηκε ένας ψίθυρος.
     - Ναι, την βρήκε, ησυχία!
     - Φτου, λουλούδια της γαζίας! ξαναείπε η Άνοιξη.
     - Φτου, φύλλα της μπουκαμβίλιας! ξαναείπε προτού προλάβουν να κρυφτούν τα κοκκινωπά φυλλαράκια μιας μπουκαμβίλιας.
     Και ένα και δυο, η Άνοιξη σιγά-σιγά τα ανακάλυψε όλα τα φύλλα και όλα τα λουλούδια. Και τώρα δεν έμενε κρυμμένο κανένα. Και η Άνοιξη χοροπηδούσε πέρα-δώθε και τραγουδούσε χαρούμενη, που κέρδισε και αυτό το κρυφτό.
     - Κέρδισα, κέρδισα! φώναζε. Σας βρήκα όλους, δε μου ξέφυγε κανένας!
     Και τότε ήταν που από την άκρη του ουρανού, πετώντας γρήγορα σαν αστραπή, έφτασε ένα χελιδόνι.
     - Φτου, ξελευτερία για όλους! φώναξε το χελιδόνι καθώς έσκιζε τον αέρα με την κομψή κορμοστασιά του.
     - Ζήτω! φώναξαν τα φύλλα και τα λουλούδια.
     Και η Άνοιξη έχασε. Και καθόλου δεν της άρεσε αυτό.
     - Παίζουμε ξανά; ρώτησε.
     - Του χρόνου πάλι! φώναξαν τα φύλλα και τα λουλούδια. Τώρα, δεν την ξαναπατάμε!

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Αδελφικοί ανταγωνισμοί



  

      - Είμαι ο καλύτερος, είπε ο Ιανουάριος, και χάιδεψε το περιποιημένο του γένι. Ο πιο έξυπνος, ο πιο όμορφος, ο πιο δυνατός.
     - Νομίζεις, του απάντησε αυθάδικα ο Μάρτιος.
     - Δε νομίζω, είμαι σίγουρος, ανταπάντησε εκείνος.
     - Εγώ, πάλι, γιατί νομίζω ότι είμαι πολύ καλύτερός σου; τον ρώτησε ο Μάρτιος και τον κοίταξε με περιφρόνηση.
     - Ε, εντάξει, παιδιά, καλοί είστε και οι δύο, είπε ο Φεβρουάριος, που εκείνη την ώρα έμπαινε κουτσαίνοντας στο δωμάτιο.
     - Εσένα δε σου πέφτει λόγος, του είπε ο Μάρτιος.
     - Μα δεν υπάρχει λόγος να τσακώνεστε.
     - Δε σε ρωτήσαμε.
     Ο Ιούνιος διέκοψε το διάβασμά του και έξυσε το ξανθό του κεφάλι.
     - Τι θα γίνει; ρώτησε. Πάλι θα φωνάζετε εσείς οι δύο; Προσπαθώ να συγκεντρωθώ και δε με αφήνετε!
     - Κάθε φορά η ίδια ιστορία, είπε και ο Οκτώβριος, καθώς χτένιζε τα πυκνά, καστανά του μαλλιά και θαυμαζόταν μπροστά στον καθρέφτη.
     - Μάθε, αγαπητέ μου, ότι δεν είσαι όσο δυνατός νομίζεις, συνέχισε ο Μάρτιος, αδιαφορώντας για τα σχόλια των υπολοίπων. Εγώ είμαι πολύ πιο δυνατός. Ή, μήπως νομίζεις ότι επειδή είσαι μεγαλύτερος είσαι και πιο δυνατός;
     - Δε νομίζω να χρειάζεται και απόδειξη για τη δύναμή μου, απάντησε ο Ιανουάριος και χασμουρήθηκε. Ποιος άλλος είναι τόσο δυνατός που να μπορεί να φυσάει τόσο παγωμένο αέρα; Ποιος άλλος είναι τόσο δυνατός, που να μπορεί να σφίγγει τα σύννεφα τόσο πολύ, ώστε να βγάζουν χιόνι;
     - Και σιγά μη δεν μπορεί και άλλος, είπε ο Μάρτιος. Και εγώ μπορώ να το κάνω αυτό.
     - Σιγά μην μπορείς, τον προκάλεσε ο Ιανουάριος.
     - Μπορώ, είπε ο Μάρτιος.
     - Μαμά, φώναξε ο Φεβρουάριος, ο Ιανουάριος και ο Μάρτιος πάλι τσακώνονται.
     Έφτασε και η Εποχή του Χειμώνα, φορώντας ένα χοντρό, μάλλινο φόρεμα.
     - Δεν ντρέπεσαι; ρώτησε το Μάρτιο. Ο Ιανουάριος είναι μεγαλύτερός σου, δείξε λίγο σεβασμό.
     - Εσύ να μην ανακατεύεσαι, και δεν είσαι η μάνα μου, της απάντησε αναιδώς ο Μάρτιος.
     - Εμ, βέβαια, αυτά είναι τα αποτελέσματα όταν το παιδί το αφήσεις πολύ ελεύθερο, είπε θυμωμένη η Εποχή του Χειμώνα: όταν μεγαλώνει δε σέβεται κανέναν!
     - Ο Μάρτιος είναι μια χαρά παιδί, είπε και η Εποχή της Άνοιξης, που μπήκε εκείνη την ώρα στο δωμάτιο, φορώντας ένα πολύχρωμο, λουλουδάτο φόρεμα. Ο Ιανουάριος είναι αυτός που έχει καβαλήσει το καλάμι.
     - Ο γιος μου είναι πρώτης τάξης, διαμαρτυρήθηκε η Εποχή του Χειμώνα. Ο δικός σου είναι ατίθασος και ασεβής.
     - Κορίτσια, ηρεμήστε, μπήκε στη μέση η Εποχή του Καλοκαιριού, φορώντας ένα ψάθινο καπέλο. Αφήστε τα παιδιά να βρουν την άκρη μόνα τους. Τι ανακατεύεστε; Μεγάλα παιδιά είναι.
     Οι δυο Εποχές σταμάτησαν και την κοίταξαν.
     - Μαμάκηδες! ακούστηκε από κάποιον - μάλλον ήταν ο Μάιος, που ήταν πολύ σκανταλιάρης.
     - Μαμά, άσε με να καθαρίσω μόνος μου, είπε στη μάνα του ο Ιανουάριος.
     - Μην ανακατεύεσαι, βρε μαμά, είπε και ο Μάρτιος στη δικιά του μάνα. Ξέρω εγώ πώς θα τον κάνω να παραδεχτεί το λάθος του.
     - Δεν είναι ωραίο πράγμα να τσακώνεστε πάντως, είπε η Εποχή του Καλοκαιριού. Τι παράδειγμα δίνετε στους μικρότερους; Εξάλλου, αδέρφια είστε. Μπορεί να έχετε διαφορετικές μανάδες, αλλά ο πατέρας σας είναι ο ίδιος.
     Αλήθεια, τι θα έλεγε ο Χρόνος αν τα μάθαινε αυτά; Τι θα έλεγε αν μάθαινε ότι οι γιοι του τσακώνονταν μεταξύ τους σαν τον σκύλο με τη γάτα; Σίγουρα δε θα το ενέκρινε. Α, όχι, εκείνος δεν τα σήκωνε αυτά. Θα τους τιμωρούσε αυστηρά, αν το μάθαινε. Θα τα έβαζε και με τις μανάδες τους, που τους έκαναν τα χατήρια και τους κακομάθαιναν.
     - Ο Μάρτιος να τ'ακούει αυτά, που με προκαλεί, είπε βαριεστημένα ο Ιανουάριος. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, ξέρω τι αξίζω.
     - Πόσο στοίχημα πας ότι εγώ είμαι πιο δυνατός; είπε και ο Μάρτιος, που ήταν πολύ ξεροκέφαλος.
     - Όσο θες, είπε ο Ιανουάριος και κάθησε αναπαυτικά στον καναπέ. Αν αποδείξεις ότι είσαι πιο δυνατός, θα σε παραδεχτώ.
     - Θα δεις, λοιπόν, είπε ο Μάρτιος. Θα δεις ότι και εγώ είμαι δυνατός, θα δεις ότι και εγώ μπορώ να φυσάω παγωμένο αέρα, ότι και εγώ μπορώ να σφίξω τα σύννεφα μέχρι να βγάλουν χιόνι.
     - Μα τι λες, παιδί μου; μπήκε στη μέση η μαμά του. Σκέψου λίγο τα καημένα τα φυτά.
     - Δε με νοιάζει.
     - Σκέψου τα λουλούδια, που έχουν κιόλας μπουμπουκιάσει.
     - Δε με ενδιαφέρει.
     - Σκέψου τα καινούργια φυλλαράκια, που μόλις έχουν βγει και είναι ακόμα λεπτά και τρυφερά...
     - Ας πρόσεχαν... Λοιπόν, πάει το στοίχημα;
     - Πάει, είπε ο Ιανουάριος.
     - Τώρα θα δείτε όλοι πόσο δυνατός είμαι, είπε ο Μάρτιος.
     Και μια και δυο, άρχισε να φυσάει και να ξεφυσάει κρύο αέρα. Και έπιασε ένα σύννεφο και άρχισε να το ζουλάει. Και από την πολλή προσπάθεια το πρόσωπό του κοκκίνησε. Και τα ποντίκια του φούσκωσαν. Και όλο και πιο πολύ το έσφιγγε το καημένο το σύννεφο. Και τα φυτά το ένιωσαν ότι κάτι άλλαξε στον αέρα. Και μετάνιωσαν που φούσκωσαν τα μπουμπούκια τους και που έβγαλαν τα πρώτα τους φύλλα.
     Και ο Μάρτιος συνεχίζει να σφίγγει το σύννεφο. Και αν δεν βγάλει χιόνι δεν πρόκειται να το αφήσει από τα χέρια του. Θα του δείξει αυτός του Ιανουαρίου. Θα τους δείξει ολονών. Και η θερμοκρασία όλο και πέφτει.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Σαν ζάχαρη



      Ήταν μια φορά και έναν καιρό μια μικρή, όμορφη χώρα, όπου πάντα είχε ήλιο και ποτέ δεν έβρεχε. Οι κάτοικοί της ήταν πρόσχαροι και ευγενικοί, και είχαν ηλιοκαμένη επιδερμίδα και φωτεινό χαμόγελο.
     Σε αυτή τη χώρα, λοιπόν, έφτασε ένας πολύ περίεργος άνθρωπος. Και ήταν πολύ περίεργος, όχι επειδή ήταν κάτασπρος σαν το χιόνι, ούτε επειδή ήταν σοβαρός και αγέλαστος, αλλά επειδή φορούσε καπέλο και κρατούσε ομπρέλα.
     - Τι περίεργος άνθρωπος! είπαν όταν τον πρωτοείδαν. Και τι περίεργο πράγμα είναι αυτό που κρατάει!
     Από όπου περνούσε ο περίεργος άνθρωπος, όλοι γύριζαν και τον κοίταζαν, και στη συνέχεια τον σχολίαζαν μεταξύ τους. Μα, δεν ήταν πάρα πολύ άσπρο το δέρμα του; Εμ, φυσικά και ήταν, αφού ήταν συνέχεια καλυμμένος με εκείνο το τεράστιο καπέλο, που δεν το φορούσε στο κεφάλι, αλλά το κρατούσε σταθερά πάνω από αυτό. Τι περίεργο καπέλο, αλήθεια!
     Ο περίεργος άνθρωπος δεν πρόσεχε τα σχόλια, και συνέχιζε να κυκλοφορεί παντού κρατώντας την ανοιχτή του ομπρέλα. Δεν την έκλεινε ποτέ, ακόμα και σε εσωτερικούς χώρους την κρατούσε ανοιχτή.
     - Μήπως είναι μόδα στο εξωτερικό; αναρωτήθηκαν οι γυναίκες, που πάντα είχαν μια ευαισθησία σε αυτό το θέμα.
     - Σιγά, έλεγαν οι άντρες, τι μόδα και κουραφέξαλα; Ο τύπος είναι λοξός!
     Ο περίεργος άνθρωπος είχε κεντρίσει και το ενδιαφέρον των παιδιών, που ως γνωστόν είναι πολύ πιο εκδηλωτικά από τους μεγάλους.
     - Τι είναι αυτό που κρατάς; τον ρώτησε ένα παιδάκι μια μέρα που τον είδε στο πάρκο, καθισμένο σε ένα παγκάκι, να διαβάζει εφημερίδα.
     - Ομπρέλα, είπε ο περίεργος άνθρωπος και συνέχισε το διάβασμά του.
     Ομπρέλα! Η άγνωστη αυτή λέξη διέτρεξε τη χώρα από άκρη σε άκρη. Αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Γιατί, λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός δεν έκλεινε ποτέ αυτήν την ομπρέλα, να τον δει λίγο ο ήλιος, να πάρει λίγο χρωματάκι, που ήταν άσπρος σαν το χιόνι; Αλλά κανένας δεν του είπε τίποτα, και όλοι περιορίζονταν να τον κοιτάνε και να τον σχολιάζουν.
     - Τι τη θέλεις την ομπρέλα; τον ρώτησε το ίδιο παιδάκι, στο ίδιο πάρκο, μια άλλη μέρα, που ο περίεργος άνθρωπος καθόταν στο ίδιο παγκάκι και διάβαζε την εφημερίδα του.
     - Είναι για τη βροχή, είπε εκείνος και συνέχισε το διάβασμα.
     Για τη βροχή, λοιπόν! Ναι, αυτή τη λέξη την ήξεραν, είχαν διαβάσει ότι σε άλλες χώρες έβρεχε, δηλαδή έπεφτε νερό από τον ουρανό, σε αυτήν όμως τη χώρα ο ουρανός ήταν ολόστεγνος, μήπως θα έπρεπε να την κλείσει την ομπρέλα του; Καταντούσε γελοίο, μέχρι και μέσα στο θέατρο την κρατούσε ανοιχτή!
     Όμως εκείνος δεν άλλαζε τη συνήθειά του και συνέχιζε να κουβαλάει την ανοιχτή του ομπρέλα παντού.
     Πέρασε λίγος καιρός και ο περίεργος άνθρωπος με την ανοιχτή του ομπρέλα άρχισε να εκνευρίζει τους ηλιοκαμένους κατοίκους της ηλιόλουστης χώρας. Τελικά ήταν πολύ ψηλομύτης! Επέμενε να κρατάει την ομπρέλα του ανοιχτή, ίσα-ίσα για να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Γιατί δεν την έκλεινε, επιτέλους;
     - Γιατί δεν την κλείνεις την ομπρέλα σου, άνθρωπέ μου; του φώναξε μια μέρα κάποιος που δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Εδώ δεν βρέχει ποτέ, ΠΟ-ΤΕ!
     Εκείνος δεν είπε τίποτα, και συνέχισε να περπατάει με την ανοιχτή του ομπρέλα.
     - Τι αναίσθητος! είπε μια γυναίκα που είδε την σκηνή. Ούτε που γύρισε να δει ποιος του μίλησε!
     Όμως, η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος με την ομπρέλα καθόλου αναίσθητος δεν ήταν. Το αντίθετο μάλιστα. Και ο μόνος λόγος που δεν είχε εξηγήσει σε κανέναν γιατί κρατούσε την ομπρέλα του ανοιχτή, ήταν επειδή η εξήγηση ήταν πολύ περίεργη: ο άνθρωπος με την ομπρέλα ήταν στην πραγματικότητα φτιαγμένος από ζάχαρη! Ναι, δεν αστειεύομαι, ήταν ολόκληρος φτιαγμένος από ζάχαρη, γι'αυτό και ήταν άσπρος σαν το χιόνι. Μέχρι και στις φλέβες του, ζαχαρόνερο έτρεχε. Γι'αυτό και φοβόταν υπερβολικά τη βροχή, και γι'αυτό και κρατούσε την ομπρέλα του μονίμως ανοιχτή.
     Μήπως, όμως, οι άνθρωποι γύρω του είχαν δίκιο; Μήπως έπρεπε να την κλείσει αυτήν την ομπρέλα; Όσο καιρό βρισκόταν σε αυτήν τη χώρα, δεν είχε βρέξει ούτε μια μέρα. Ο καιρός ήταν πάντα καλός και ο ήλιος έλαμπε κάθε μέρα. Δεν ήθελε και να προκαλεί... Και έτσι, τελικά την πήρε την απόφασή του. Και μια ωραία, ηλιόλουστη μέρα, όπως τόσες και τόσες άλλες που είχαν προηγηθεί, ο ζαχαρένιος άνθρωπος έκλεισε την ομπρέλα του.
     Η είδηση διέτρεξε τη χώρα από άκρη σε άκρη. Επιτέλους, ο περίεργος άνθρωπος έκλεισε την ομπρέλα, το είχε πάρει απόφαση. Ποτέ πια δεν θα ξανάβλεπαν την ανοιχτή ομπρέλα να κυκλοφορεί στον δρόμο. Από εδώ και πέρα, ο περίεργος άνθρωπος δε θα ξεχώριζε πια. Βέβαια, ήταν και αυτό το κάτασπρο χρώμα της επιδερμίδας του... αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. Και η ζωή ξαναπήρε τους φυσιολογικούς της ρυθμούς.
     Ο ζαχαρένιος άνθρωπος συνήθισε γρήγορα χωρίς ομπρέλα και πολύ σύντομα άρχισε να την αφήνει στο σπίτι του. Ένας-ένας, οι άλλοι άνθρωποι άρχισαν να τον πλησιάζουν για να τον γνωρίσουν και σιγά-σιγά, απόκτησε πολλούς φίλους. Άρχισε να διασκεδάζει πάρα πολύ και κάθε τρεις και λίγο οι φίλοι του τον καλούσαν σε πάρτυ. Εκείνος αποφάσισε να ανταποδώσει τις τόσες περιποιήσεις και τους κάλεσε στο σπίτι του.
     - Ακόμα την έχεις αυτήν την ομπρέλα; τον ρώτησε ένας φίλος του, όταν την είδε ακουμπισμένη σε μια γωνία.
     Αλήθεια, τι την ήθελε ακόμα αυτήν την ομπρέλα; αναρωτήθηκαν και οι υπόλοιποι. Δεν είχε καταλάβει ότι σε εκείνη τη χώρα δεν έβρεχε ΠΟΤΕ;
     - Εντάξει, είπε εκείνος, θα την πετάξω.
     Και την πέταξε.
     Πέρασε καιρός, και η ζωή στη μικρή, όμορφη χώρα συνέχισε να κυλάει ήρεμα. Ο ήλιος έβγαινε κάθε πρωί και το φεγγάρι κάθε βράδυ, τα πουλιά κελαηδούσαν, τα λουλούδια άνθιζαν, τα παιδιά έπαιζαν, οι μεγάλοι δούλευαν...
     Ήρθε όμως μια μέρα διαφορετική από τις άλλες. Εκείνη τη μέρα σηκώθηκε δυνατός αέρας, τόσο δυνατός που έκανε τα πεσμένα φύλλα να χορεύουν και τα μακριά μαλλιά των κοριτσιών να μπερδεύονται. Αλλά και στον ουρανό τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Σύννεφα μεγάλα και μικρά, παρασυρμένα από τον αέρα, γέμισαν τον ουρανό από άκρη σε άκρη. Και καθώς ο αέρας δεν σταματούσε, τα σύννεφα παρασύρονταν πότε από τη μια, πότε από την άλλη, και συγκρούονταν μεταξύ τους. Και από τις πολλές συγκρούσεις, δεν άργησαν να πέσουν οι πρώτες ψιχάλες.
     - Βρέχει! είπαν έκπληκτοι οι άνθρωποι.
     - Βρέχει! είπε έντρομος ο ζαχαρένιος άνθρωπος. Πού είναι η ομπρέλα μου;
     Αλλά την ομπρέλα του την είχε πετάξει, και άλλη ομπρέλα στη χώρα δεν υπήρχε. Και η βροχή συνεχιζόταν.
     - Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι μου, είπε και άρχισε να τρέχει.
     - Πού πας; του φώναξαν οι φίλοι του.
     Αλλά εκείνος δεν είχε χρόνο ούτε να τους απαντήσει.
     Μια ολόκληρη μέρα ο αέρας συνέχισε να φέρνει σύννεφα στον άλλοτε γαλάζιο ουρανό, και το νερό συνέχισε να ποτίζει την άλλοτε ηλιόλουστη χώρα. Οι άνθρωποι γύρισαν στα σπίτια τους μούσκεμα. Τα σύννεφα δεν άφησαν το φεγγάρι να δει τις καμινάδες της χώρας, που κάπνιζαν, καθώς οι άνθρωποι είχαν ανάψει τα τζάκια τους για να στεγνώσουν τα βρεγμένα τους ρούχα.
     Την επόμενη μέρα ο ουρανός είχε ξαναβρεί το χρώμα του. Τα σύννεφα είχαν φύγει μακριά και ο αέρας δε φυσούσε πια. Οι άνθρωποι ξαναπήγαν στις δουλειές τους, στεγνοί και χαρούμενοι. Και όταν έφτασε το βράδυ, βγήκαν να διασκεδάσουν. Αλλά, πού ήταν ο φίλος τους; Μήπως ήταν άρρωστος; Αποφάσισαν να πάνε στο σπίτι του να τον βρουν.
     Το σπίτι του ήταν σκοτεινό, και τα παράθυρα ακόμα ανοιχτά. Άρχισαν να τον φωνάζουν, αλλά δεν πήραν καμιά απάντηση. Χτύπησαν την πόρτα πολλές φορές, αλλά δεν ήταν κανένας μέσα.
     - Λέτε να έφυγε; ρώτησε ένας.
     - Χωρίς να μας πει τίποτα; αναρωτήθηκε ένας άλλος.
     - Πάμε να φύγουμε, είπε ένας τρίτος.
     - Προσοχή να μην πατήσετε τα νερά, είπε και ένας τέταρτος.
     Και αλήθεια, εκεί μπροστά στην είσοδο του σπιτιού υπήρχε μια λακούβα γεμάτη νερό, που έλαμπε στο φως του φεγγαριού.
      - Ωχ, βράχηκα, είπε ένας που δεν πρόσεξε και πάτησε μέσα στο νερό.
     - Ας πρόσεχες! του είπαν οι άλλοι.
     Και κανείς δεν έμαθε ποτέ πως το νερό εκείνο ήταν γλυκό. Σαν ζάχαρη.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Βροχερής βόλτας συνέχεια

   Φαίνεται πως της άρεσε της πασχαλίτσας ο δυόσμος μου. Σήμερα την ξαναείδα, ακριβώς στην ίδια θέση με εχθές, να λιάζεται. Μήπως θέλει να γίνει η μασκότ της βεράντας;


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Βροχερή βόλτα

 

      - Μα γιατί να μην πάω βόλτα; είπε η πασχαλίτσα.
     - Δεν είδες τι καιρό κάνει έξω; απάντησε η μαμά της.
     - Μα αφού μου το υποσχέθηκες! Είπες ότι όταν έρθουν τα γενέθλιά μου θα με αφήσεις να βγω μόνη μου! Ορίστε, τα γενέθλιά μου ήρθαν!
     - Ναι, αλλά τον είδες τον καιρό έξω; Κι αν χαθείς μέσα στην βροχή;
     - Δε θα χαθώ.
     - Άσε να φτιάξει ο καιρός και βγαίνεις τότε.
     - Μα σήμερα είναι τα γενέθλιά μου! Τότε γιατί το έφτιαξα το κόκκινο φόρεμα;
     - Είπα όχι! είπε η μαμά της, που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται με την τόση επιμονή της μικρής.
     - Εγώ θα βγω!
     - Να κάτσεις εδώ! Αλλιώς θα το πω στον πατέρα σου.
     - Δε με νοιάζει, να το πεις σε όποιον θες!
     - Στο δωμάτιό σου είπα!
     Η πασχαλίτσα κατέβασε τις κεραίες της και πήγε στο δωμάτιό της. Τι αδικία να σου υπόσχονται κάτι και ύστερα να μη σου το δίνουν!
     Απ'έξω ακουγόταν το σιγανό τραγούδι της βροχής. Πλιτς! Πλιτς! Έπρεπε να βρέχει ακριβώς σήμερα; Σήμερα, που ήταν τα γενέθλιά της; Οι φίλες της, όλες είχαν πάει βόλτα μόνες τους, εκείνη πότε θα πήγαινε;
     - Θα το σκάσω, είπε με πείσμα. Θα κάνω μια μικρή βόλτα και κανείς δε θα το καταλάβει.
     Φόρεσε το κόκκινο φόρεμά της, κοίταξε να δει αν οι βούλες έπεφταν στα σωστά σημεία, και αφού είδε ότι όλα ήταν εντάξει, βγήκε προσεκτικά έξω.
     - Επιτέλους, ελεύθερη! είπε.
     Περπάτησε λίγο και αφού απομακρύνθηκε αρκετά από τη φωλιά της, άνοιξε τα φτερά της και άρχισε να πετάει. Γύρω της, ένας χορός από σταγόνες. Ευτυχώς, η βροχή δεν ήταν πολύ δυνατή. Η πασχαλίτσα ήταν πολύ προσεκτική και απόφευγε τις σταγόνες της βροχής με μαεστρία. Τι υπερβολική που ήταν η μαμά της! Ορίστε, αφού μια χαρά τα κατάφερνε. Τώρα θα είχε και εκείνη να πει στις φίλες της για την πρώτη της βόλτα.
     - Θα σκάσουν από τη ζήλια τους, σκέφτηκε. Καμιά τους δεν έχει κάνει βόλτα στη βροχή.
     Η βροχή γύρω της συνέχιζε το χορό της. Η πασχαλίτσα συνέχισε να αποφεύγει τις σταγόνες της για λίγο ακόμα. Όμως, ξαφνικά, η βροχή δυνάμωσε και οι σταγόνες πύκνωσαν και έγιναν μεγαλύτερες. Η πασχαλίτσα σκέφτηκε ότι είχε έρθει η ώρα να γυρίσει στο σπίτι της. Εκείνη ακριβώς την στιγμή μια σταγόνα έπεσε ακριβώς επάνω της και την έκανε να χάσει την ισορροπία της για λίγο.
     - Πάει το φόρεμά μου, βράχηκε, είπε στενοχωρημένη.
     Πλατς! Άλλη μια σταγόνα έπεσε επάνω της. Η πασχαλίτσα παρατρίχα να πέσει κάτω.
     - Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι γρήγορα, σκέφτηκε.
     Αλλά προς τα πού ήταν το σπίτι της; Η πυκνή βροχή δεν την άφηνε να δει. Οι κεραίες της είχαν θολώσει. Με το ζόρι κατάφερε να φτάσει σε ένα μπαλκόνι και ίσα που πρόλαβε να ανέβει επάνω σε ένα φύλλο.
     - Θα περιμένω να σταματήσει η βροχή, είπε η πασχαλίτσα, που άρχισε να σκέφτεται ότι η μαμά της ίσως είχε δίκιο τελικά.
     Αλλά η βροχή δεν σταματούσε. Και έτσι η πασχαλίτσα έμεινε επάνω στο φύλλο. Και εκεί την είδα εγώ, το μεσημέρι που βγήκα στη βεράντα. Και το μόνο που μπόρεσα να της κάνω ήταν να μην την ταρακουνήσω πολύ, καθώς έκοβα τα αρωματικά φυλλαράκια του δυόσμου όπου καθόταν.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Σκέψεις του (πρωινού) δρόμου



      Όταν βγήκα από το σπίτι μου σήμερα το πρωί για να πάω στη δουλειά, η μέρα δε φαινόταν ιδιαίτερα ευοίωνη. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκριζογάλανα σύννεφα και έκανε ψύχρα. Παρ'όλ'αυτά ήταν ένας πανέμορφος ουρανός.
     Τα σύννεφα, με τους αχνούς τους χρωματισμούς και την απαλή τους κίνηση τράβηξαν την προσοχή μου. Ήταν λες και κάποιος εκεί επάνω ζωγράφιζε με χρώματα ακουαρέλας. Κάτω στη γη, από την άλλη, δεν υπήρχε χώρος για ακουαρέλα. Εδώ οι γραμμές ήταν πιο ξεκάθαρες, πιο κοφτές. Δεξιά και αριστερά μου, σπίτια διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, δέντρα μικρά ή μεγάλα, άλλα γυμνά, άλλα με πυκνό φύλλωμα και άλλα με μπουμπουκάκια που άνοιγαν δειλά-δειλά.
     Μπροστά μου βρισκόταν ένας ζωγραφικός πίνακας, χωρίς αμφιβολία. Αλλά κάτι καμαρωτά κυπαρίσσια σε ένα πεζοδρόμιο και μερικές φουντωτές νεραντζιές σε ένα άλλο με έκαναν να θυμηθώ την παιδική μου ηλικία. Τότε που οι γονείς μου μου έμαθαν πώς να φτιάχνω ανάγλυφα, ζωγραφιστά δέντρα με ρύζι, κόλλα και νερομπογιές. Θυμήθηκα τι όμορφα που είχαν γίνει εκείνα τα δέντρα. Έμοιαζαν πολύ με τις νεραντζιές του πεζοδρομίου.
     Και ως δια μαγείας - ίσως και επειδή διέσχιζα μια παλιά μου γειτονιά -, η θύμηση των ζωγραφισμένων ρυζόδεντρων της παιδικής μου ηλικίας, έφερε για παρέα της και ένα σωρό άλλες αναμνήσεις. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που έκανα, τις χειροτεχνίες που μας έβαζαν να κάνουμε στο σχολείο και στις οποίες πολλές φορές μας βοηθούσαν οι γονείς μας, δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία να περάσουμε ποιοτικό χρόνο μαζί τους. Θυμήθηκα το δύσκολο πρωινό μου ξύπνημα, αλλά και την τόσο ευχάριστη διαδρομή προς το σχολείο, καθώς ο δρόμος γέμιζε από τα παιδιά με τις μαμάδες τους που τα συνόδευαν.
     Και όλα αυτά τα σπίτια που τώρα φαίνονται σοβαρά, που ίσως δε μένουν μέσα παιδιά για να πάνε στο σχολείο, πόσο χαρούμενα φαίνονταν τότε, όταν άνοιγαν οι αυλόπορτες και ξεχύνονταν έξω τα παιδιά, ένα-ένα, δυο-δυο ή και περισσότερα, κουβαλώντας τις σχολικές τους τσάντες! Πόσο πιο όμορφα ήταν τα σπίτια τότε, έτσι κι αλλιώς! Μονοκατοικίες, διώροφα ή τριώροφα, σπανιότερα συναντούσες και καμιά πολυκατοικία. Και το κάθε σπίτι με τον κήπο του, γεμάτο λουλούδια ή πιο λιτό, ή με την αυλή του με το τσιμέντο ή, μερικές φορές, μωσαϊκό. Ενώ τώρα...
     Και πόσα παιχνίδια, στην αυλή ή στον δρόμο! Χωρίς πολλά μέσα, αλλά με μόνη κινητήρια δύναμη την παιδική φαντασία. Και την ανεξάντλητη τρεχαλοενέργεια, που δεν ενοχλούσε τους γονείς, καθώς και εκείνοι ήταν πιο γεμάτοι από τη ζωή τους και πιο ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους από ό,τι είναι σήμερα.
     Ένα σχολικό λεωφορείο πέρασε λίγο πιο κάτω. Γεμάτο παιδιά, που ξυπνάνε από τα χαράματα, ετοιμάζονται, παίρνουν την σχολική τους τσάντα και πηγαίνουν στο σχολείο. Περνάνε όλο το πρωινό τους εκεί, τρώνε κιόλας, και το απόγευμα, κατάκοπα, μεταφέρονται από το ίδιο σχολικό στο σπίτι τους, για να διαβάσουν, να γράψουν, να κάνουν και άλλα, εξωσχολικά μαθήματα, αθλητισμό, μουσική, ξένες γλώσσες, και το βράδυ να πέσουν εξαντλημένα στο κρεβάτι τους μέχρι τα επόμενα χαράματα που θα ξανασηκωθούν για να πάνε στο σχολείο.
     Δε νομίζω να τα ζηλεύω αυτά τα παιδιά. Ίσα-ίσα που τα λυπάμαι και λίγο. Δε θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν ούτε το ένα τρίτο των όσων ζήσαμε εμείς οι παλιότεροι. Ήδη, τα περισσότερα από αυτά δεν γνωρίζουν καν από πού προέρχεται η τροφή μας και σίγουρα υπάρχουν παιδιά που πιστεύουν ότι η τροφή μας έρχεται έτοιμη, συσκευασμένη σε κενό αέρος.
     Και αν πει κανείς για δημιουργία, πώς να την αναπτύξουν τα σημερινά παιδιά, όταν έχουν συνηθίσει για το καθετί που ακούνε να βλέπουν μια έτοιμη εικόνα στον υπολογιστή; Πώς θα μπορούν αύριο να δημιουργήσουν κάτι από το τίποτα; Παλιά δεν χρειαζόταν να κεντρίσει κάποιος ιδιαίτερα τη φαντασία των παιδιών. Τώρα, μέχρι και αυτή χρειάζεται υποβοήθηση. Και δωσ'του να προσπαθούν οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί...
     Έφτασα στο μετρό και άρχισα να κατεβαίνω τις κυλιόμενες σκάλες, νιώθοντας τις σκέψεις μου να με βαραίνουν σαν έναν βαρυστομαχιασμένο ελέφαντα. Είναι τόσο δύσκολο πράγμα η φαντασία, τελικά; Φταίει η ζωή γενικά ή οι επιλογές του καθενός ειδικά; Θυμήθηκα την εικόνα του πρωινού ουρανού και τα καμαρωτά κυπαρίσσια. Θυμήθηκα ξανά τα δεντράκια από βαμμένο ρύζι. Πιο μπροστά μου, ένας ηλικιωμένος, ντυμένος με ένα γκρι κουστούμι, περπατούσε καμαρωτός. Στο βάθος ακούστηκε ο συρμός που πλησίαζε. Τάχυνα το βήμα μου και τον προσπέρασα. Στο πέτο του είχε βάλει ένα λουλούδι από κίτρινο γιασεμί... όπως πιθανώς θα έκανε και στα νιάτα του.
     - Αντισταθείτε, ήταν σαν να μου έλεγε.
     Και ένιωσα τον ελέφαντα να πετάει μακριά...

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Νυχτερινές λιγούρες

    


      - Δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, είπε η νύχτα. Θα κάνω δίαιτα!
     Η αλήθεια είναι ότι είχε παχύνει λίγο. Τι λίγο, δηλαδή, που συνέχεια χρειαζόταν να φαρδαίνει το φόρεμά της για να της κάνει; Οι αστερισμοί όλο και απομακρύνονταν μεταξύ τους. Η Μεγάλη και η Μικρή Άρκτος είχαν πολλές μέρες να ιδωθούνε. Ο Ζυγός όλο και έγερνε, στην προσπάθειά του να δει τον Σκορπιό, και του Υδροχόου του είχε αδειάσει η στάμνα εντελώς, καθώς έγερνε περισσότερο από το συνηθισμένο, προσπαθώντας να αποφύγει τα μυτερά κέρατα του Αιγόκερου.
     Η νύχτα, λοιπόν, ξεκίνησε τη δίαιτα και την ακολουθούσε με αυστηρότητα. Δεν έτρωγε τίποτα, εκτός από λίγη ασημόσκονη και δεν έπινε τίποτα άλλο εκτός από δροσοσταλίδες. Η δίαιτα άρχισε γρήγορα να δίνει τα πρώτα της αποτελέσματα, και η νύχτα είδε με χαρά της ότι το φόρεμά της άρχισε να μην την στενεύει.
     Όμως, τι θα ήταν η ζωή χωρίς πειρασμούς; Και ο πειρασμός της νύχτας δεν ήταν άλλος από το φεγγάρι, που σαν ολοστρόγγυλο κεφάλι γραβιέρας, βολτάριζε πέρα-δώθε κάτω από τη μύτη της. Και τι ωραίο που ήταν, και πώς μοσχομύριζε! Της νύχτας της έτρεχαν τα σάλια, αλλά αντιστεκόταν με αποφασιστικότητα.
     - Κι αν έτρωγα μια μπουκίτσα; άρχισε να σκέφτεται ύστερα από λίγο. Τι θα πείραζε;
     Αλήθεια, τι θα πείραζε μια τόση δα μπουκίτσα; Δε λέω, καλή ήταν η ασημόσκονη και υγιεινή επίσης, αλλά και το φεγγαράκι ήταν τόσο κίτρινο και λαχταριστό...
     - Μόνο μια μπουκίτσα, είπε και χραπ! έκοψε ένα κομματάκι φεγγάρι. Μμμμμμμμμ! έκανε απολαμβάνοντας τη νόστιμη μπουκίτσα, καθώς έλιωνε στο στόμα της, πλημμυρίζοντάς το με ένα υπέροχο άρωμα.
     - Αυτό ήταν, είπε και αναστέναξε.
     Και το φεγγάρι συνέχισε τις βόλτες του.
     Την επόμενη μέρα (δηλαδή την επόμενη νύχτα), το φεγγάρι ξαναβγήκε στο σεργιάνι. Μια μικρή δαγκωνιά στο πλάι του μαρτυρούσε την αταξία της νύχτας, η οποία το κοίταζε επίμονα. Κι αν δοκίμαζε λίγο ακόμη; Τι θα πείραζε; Και χραπ! πάει άλλη μια μπουκίτσα.
     - Μμμμμμμ! ακούστηκε στον ουρανό από άκρη σε άκρη.
     Το φεγγάρι συνέχισε τη βόλτα του, διπλοδαγκωμένο αλλά το ίδιο λαχταριστό όπως πριν. Μήπως να δοκίμαζε άλλη μια μπουκίτσα; Αλλά όχι, έπρεπε να συγκρατηθεί.
     Κι όμως, τίποτα δεν ήταν δυσκολότερο για τη νύχτα από το να συγκρατηθεί, αφού είχε δοκιμάσει το πεντανόστιμο φεγγάρι. Κι έτσι, η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Και το φεγγάρι σιγά-σιγά γέμισε δαγκωματιές παντού και άρχισε να μικραίνει, και να μικραίνει, και να μικραίνει... Και να που έφτασε να γίνει μια τόση δα λεπτή φετούλα, που ίσα-ίσα διακρινόταν στον σκοτεινό ουρανό.
     Η νύχτα είδε έκπληκτη ότι το φόρεμά της άρχισε και πάλι να την στενεύει. Παρά τρίχα να της πεταχτεί και κουμπί, τόσο πολύ είχε παχύνει.
     - Καλά να πάθω, είπε. Τι το ήθελα το φεγγάρι αφού ξέρω ότι έχει τόσες θερμίδες; Δε θα ξαναφάω ποτέ.
     Και ξανάρχισε τη δίαιτα με φανατισμό και προσήλωση. Έλα όμως που το φεγγάρι ξαναστρογγύλεψε και άρχισε να κάνει βόλτες κάτω από τη μύτη της! Και προτού το καταλάβει, η νύχτα άρχισε να ξερογλείφεται και πάλι.
     Κι αν έτρωγε μια μπουκίτσα;