Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Ιγκόγνιτο

     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε μια καμηλοπάρδαλη, που δεν έμοιαζε με τις άλλες. Κι αυτό επειδή, αντί να κάθεται απλώς και να μασουλάει νωχελικά τα φύλλα των δέντρων, εκείνη είχε και επιθυμίες ασυνήθιστες, επιθυμίες που κανένας πριν από αυτήν δεν είχε στη σαβάνα.
     - Είναι τρελλή αυτή η μικρή, έλεγαν οι άλλες καμηλοπαρδάλεις όταν την έβλεπαν να περνάει, με το λαιμό της τεντωμένο και το ονειροπόλο βλέμμα της να κοιτάζει ψηλά.
     Εκείνην, όμως, καθόλου δεν την ενοχλούσαν τα σχόλια. Βλέπετε, ήταν και λίγο αφηρημένη, οπότε δεν άκουγε τι έλεγαν οι άλλοι γι'αυτήν.
     Και μη φανταστείτε ότι ήταν περίεργη. Όχι, απλά πράγματα ήθελε να μάθει. Ήθελε - ας πούμε - να μάθει πού πηγαίνει ο ήλιος όταν δύει. Καθόταν, λοιπόν, με τις ώρες πριν από το ηλιοβασίλεμα και τεντωνόταν, και κοίταζε πέρα μακριά στον ορίζοντα, αλλά πού πάει ο ήλιος δεν έμαθε τελικά. Ή, ήθελε να μάθει τι είναι η θάλασσα, και πάλι τεντωνόταν για να δει πίσω από τα βουνά, όπου βρισκόταν η θάλασσα, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να τη δει τη θάλασσα και τελικά έμεινε με την απορία.
     Μέχρι που - δε θα το πιστέψετε - της ήρθε η ιδέα να δει πώς ζουν οι άνθρωποι στις πόλεις και να μπει στο μετρό. Έλα, όμως, που ήταν πολύ ψηλή και θα ξεχώριζε με τον μακρύ της λαιμό... Τι να κάνει; Τι να κάνει; 
      - Θέλω να πάω στην πόλη, είπε στο φίλο της, τον κολαούζο.
     - Τι να κάνεις; τη ρώτησε εκείνος.
     - Θέλω να μπω στο μετρό, του απάντησε.
     - Α, έκανε αυτός, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβε τι εννοούσε.
     Η καμηλοπάρδαλη αναστέναξε.
     - Τι συμβαίνει; τη ρώτησε ο κολαούζος, που ήταν καλός φίλος και νοιαζόταν για εκείνη.
     - Δεν μπορώ να πάω, είπε η καμηλοπάρδαλη και άρχισε να σιγοκλαίει.
     - Γιατί; Απαγορεύεται;
     - Όχι, είπε εκείνη και ξέσπασε σε λυγμούς, δεν μπορώ να πάω γιατί είμαι πολύ ψηλήηηηηηηη-ηηηηη-ηηηηηη!!!!
     - Και γιατί δεν πας να ρωτήσεις το γιατρό; Οι γιατροί τα ξέρουν όλα.
     Αυτό, βέβαια, είναι λάθος, αλλά τι να ξέρει κι αυτός; Ένας απλός κολαούζος ήταν. Πάντως, της καμηλοπάρδαλης της κόπηκε το κλάμα και αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του φίλου της.
     Ο γιατρός άκουσε το πρόβλημά της, την κοίταξε από εδώ, την κοίταξε από εκεί, της μέτρησε την πίεση, της έβαλε θερμόμετρο, την έβαλε να κάνει "Αααααα" για να εξετάσει το λαιμό της - αφού ανέβηκε στη φορητή σκάλα που είχε στο ιατρείο του, όλα καλά τα βρήκε.
     - Μία λύση υπάρχει για το πρόβλημά σου, της είπε.
     - Ποια; ρώτησε η καμηλοπάρδαλη.
     - Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, είπε εκείνος, μια μικρή επεμβασούλα. Αν όμως την κάνουμε, μετά δε θα μπορείς να ξαναγίνεις όπως ήσουν.
     - Δε με νοιάζει, απάντησε η καμηλοπάρδαλη, αρκεί να πάω στην πόλη και να μπω στο μετρό!
     Έτσι και έγινε και η καμηλοπάρδαλη μπήκε στο χειρουργείο, και όταν βγήκε ο λαιμός της ήταν πολύ πιο κοντός, και το ίδιο ήταν και η ίδια.
     - Τώρα θα χωράς στο μετρό, της είπε.
     Η καμηλοπάρδαλη δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει.
     Έφτιαξε, λοιπόν, τις βαλίτσες της, και μια και δυο πήγε στην πόλη. Και το πρώτο πράγμα που έκανε όταν πήγε στην πόλη ήταν να μπει στο μετρό. 
     Όλα της φαίνονταν ωραία και ήταν πολύ χαρούμενη. Βέβαια, ακόμη ήταν πολύ πιο ψηλή από τους περισσότερους ανθρώπους και έμοιαζε λίγο με τη Χιονάτη ανάμεσα στους νάνους, αλλά κανένας δεν κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα ήταν καμηλοπάρδαλη. Δηλαδή, όχι και κανένας...
     Την κατάλαβα εγώ. Μπήκαμε μαζί στο ίδιο βαγόνι - εκείνη μπροστά, εγώ πίσω - και παρ'όλη την επέμβαση, ίσα που την έφτανα στον ώμο. Το κεφάλι της λίγο απείχε από το ταβάνι, και τα καπούλια της ήταν στο ύψος του στήθους μου - δεν ξέρω, βέβαια, πού είχε κρύψει την ουρά της. Στην πλάτη της φαίνονταν ακόμα τα ράμματα από την επέμβαση, σαν να είχε στην πλάτη ένα φερμουάρ.
     Η καμηλοπάρδαλη κοίταζε γύρω της με ενδιαφέρον. Το βλέμμα της έπεσε και σε εμένα, αλλά εγώ προσποιήθηκα ότι δεν είχα καταλάβει ποια ήταν. Και, παρ'όλο που και οι άλλοι επιβάτες την κοιτούσαν σαν μαγνητισμένοι, είμαι σίγουρη ότι κανένας τους δεν κατάλαβε ότι ήταν καμηλοπάρδαλη.
     Κατέβηκε από το μετρό δύο στάσεις προτού κατέβω εγώ. Την είδα που κοντοστάθηκε λίγο, προσπαθώντας να προσανατολιστεί. Ύστερα, άρχισε να περπατάει αργά, νωχελικά προς την έξοδο. Αργά και νωχελικά, σαν καμηλοπάρδαλη. Τελικά, το περπάτημα είναι μεγάλος προδότης.

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Φόνος ή αυτοκτονία;



      "Πτώμα άγνωστης ταυτότητας βρέθηκε στη Χώρα της μπροστινής βεράντας. Το θύμα είναι γένους θηλυκού, ενήλικο, αρτιμελές, και βρέθηκε σκεπασμένο από ξερά φύλλα, στην εμβρυϊκή στάση. Η αστυνομία ερευνά αν πρόκειται για αυτοκτονία ή για εγκληματική ενέργεια. Όποιος γνωρίζει στοιχεία για την υπόθεση, παρακαλείται να επικοινωνήσει με τις Αρχές."
     Ε, ναι, λοιπόν, το ομολογώ! Μερικές φορές καθαρίζω τη βεράντα. Ιδού το έγκλημά μου, κύριοι! Αν άκουσα φωνές τα τελευταία βράδυα; Όχι, δεν άκουσα τίποτα, εκτός από τη φασαρία που έκαναν τα αυτοκίνητα, ο δρόμος έχει πολλή κίνηση, το είδατε και εσείς... Εξάλλου, κοιμάμαι βαριά και όταν κοιμάμαι δεν ακούω τίποτα. Ναι, φυσικά να το πιστέψετε, κοιμάμαι πολύ βαριά.
     Τι εννοείτε, αν συχνάζω στην μπροστινή βεράντα; Φυσικά και την επισκέπτομαι, δεν γνωρίζω να υπάρχει κάποιου είδους απαγόρευση... Ναι, και το βράδυ. Πότε ήταν η τελευταία φορά; Μα, την Τετάρτη, νομίζω... Βγήκα για να ποτίσω. Όχι, δεν άκουσα τίποτα. Πότισα και ύστερα μπήκα στο διαμέρισμα. Έκανε και λίγη ψύχρα, αν θυμάμαι καλά.
     Το θύμα φυσικά και δεν το γνώριζα, δεν το είχα συναντήσει ποτέ μου... Ε, καλά, μπορεί να κάνω και λάθος, μπορεί να είχαμε ξανασυναντηθεί κάπου, αλλά δεν συστηθήκαμε, οπότε δεν το γνώριζα. Όχι, δεν είχα προηγούμενα με κανέναν. Με την τύχη μου τα έχω μερικές φορές, μετράει;
     Εννοείται πως όχι, πού να τα βρω τα όπλα; Μαχαίρια φυσικά και έχω, πώς θα κόβω το φαγητό; Ναι, μόνο για να φάω τα χρησιμοποιώ, πού αλλού να τα χρησιμοποιήσω; Έχω και ένα κοπίδι, για να κόβω χαρτιά. Και ψαλίδι έχω, ναι. Και γουδί πέτρινο. Τι θα πει, τι να το κάνω; Τι το κάνει κανείς το γουδί; Για να φτιάχνω σκορδαλιά, ταραμοσαλάτα και σάλτσα πέστο! Στις 25 Μαρτίου την φτιάχνω την σκορδαλιά. Πέστο έχω φτιάξει μόνο μία φορά, δε μου άρεσε και πολύ, έχουν σημασία όλα αυτά;
     Για τα ξερά φύλλα γνώριζα, ναι. Τα είχα δει που είχαν μαζευτεί στη γωνία. Δεν είχα χρόνο να τα μαζέψω νωρίτερα. Όχι, την Τετάρτη που βγήκα να ποτίσω ήμουν πολύ κουρασμένη, δεν είχα όρεξη να μαζέψω τα ξερά φύλλα. Όχι, βέβαια, πού να ξέρω ότι υπήρχε το πτώμα από κάτω; Όχι, φυσικά, δεν το σκέπασα εγώ με τα φύλλα! Ναι, συνήθως εκεί στη γωνία μαζεύονται, έχουν ξαναμαζευτεί. Όχι, δεν έχω ξαναβρεί πτώμα κάτω από τα ξερά φύλλα στη γωνία, ήταν η πρώτη φορά. Τι με νοιάζει αν το πιστέψετε ή όχι;
     Δεν συνάντησα κανέναν άλλο στη βεράντα... Α, ναι! Βρήκα δύο άγνωστα έντομα που κρύβονταν σε μια από τις καρέκλες. Ναι, ζωντανά ήταν. Όχι, δεν τα σκότωσα. Τα έδιωξα, δεν είμαι δολοφόνος εγώ. Αν θέλετε, ψάξτε να τα βρείτε και να τα ρωτήσετε. Δεν βιαιοπράγησα καθόλου. 
     Αυτό είναι ψέμα, δεν τις σκότωσα. Λίγο νεράκι τους έριξα για να φύγουν. Αν είναι έτσι, πού είναι τα πτώματα; Σας λέω, είναι ζωντανές! Μάλλον θα έφυγαν όταν άλλαξε ο καιρός. Όσο έκανε ζέστη, όλο στη βεράντα τις έβρισκα! Και τώρα, δηλαδή, θα βρω τον μπελά μου επειδή δυο άχρηστες κατσαρίδες μου έκαναν καταγγελία;
     Θα τους κάνω κι εγώ! Δε με ξέρουν καλά εμένα! Τον καλύτερο δικηγόρο θα βρω! Για ποιο φόνο, κύριε, για να κάνω μήνυση στις κατσαρίδες που με κατηγόρησαν χωρίς το παραμικρό στοιχείο. Φόνος δεν υπάρχει. Να δείτε που η μέλισσα αυτοκτόνησε μόνη της. Εγώ είμαι αλλεργική στις μέλισσες, δεν τις πλησιάζω. Δεν το ήξερα, κύριε, ότι κάτω από τα ξερά φύλλα βρισκόταν μια νεκρή μέλισσα, το είπαμε αυτό... Έλεος πια, ποιος είναι ο προϊστάμενός σας; Θα φωνάξω τα κανάλια, θα δείτε εσείς... Από πού κι ως πού με αντιμετωπίζετε σαν δολοφόνο; Μία απλή μάρτυρας είμαι!
     Ναι, σιγά μην το λύσατε το μυστήριο... Εδώ χρειάζεται κάποιος καλός αστυνομικός, εσείς προφανώς δεν έχετε την εμπειρία. Φέρτε τον Πουαρώ, φέρτε τον Σέρλοκ Χολμς, δεν ξέρω ποιον θα φέρετε, αρκεί να λυθεί το μυστήριο, να βρω κι εγώ την ησυχία μου!

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Δεύτερη ζωή



      Πάντα σου άρεσαν οι ξένες γλώσσες, ποτέ όμως δεν είχες σκεφτεί ότι "Μία ξένη γλώσσα είναι μια δεύτερη ζωή". Μέχρι που είδες αυτή τη φράση γραμμένη σε μια διαφήμιση στον σταθμό του μετρό και πολύ προβληματίστηκες.
     Είναι αλήθεια, τώρα που το σκέφτεσαι, ότι κάθε μία από τις γλώσσες που γνωρίζεις βγάζει στην επιφάνεια έναν άλλο σου εαυτό. Άλλα πράγματα σου άρεσε να γράφεις στα αγγλικά, άλλα στα ισπανικά, άλλα στα πορτογαλικά. Στα αγγλικά προτιμούσες τις αστυνομικές ιστορίες, στα ισπανικά τα γράμματα με ιστορίες καθημερινής τρέλλας, στα πορτογαλικά τα παραμύθια. Στα ιταλικά δεν κατάλαβες ποτέ σου τι σου άρεσε να γράφεις, δεν ήταν και τόσο υψηλό το επίπεδό σου.
     Σου αρέσει όμως τόσο πολύ η ιδέα μιας δεύτερης ζωής, και μιας τρίτης, και μιας τέταρτης... Και δε σου αρέσει ιδιαίτερα που νιώθεις ότι όλες αυτές τις ζωές τις ζεις τελικά παράλληλα, ενώ θα προτιμούσες η διάρκειά τους να αθροίζεται...
     Φαντάσου, λοιπόν, ότι ξυπνάς το πρωί σαν Άγγλος, και τρως ένα αγγλικό πρωινό με μπέικον και αυγά (μπλιαχ! όχι και μπέικον με αυγά στο πρωινό!). Να το συνοδέψουμε με λίγο τσάι; Why not? Και μετά το πρωινό ξεκινάς να πας στη δουλειά, αλλά το λεωφορείο δεν έρχεται ακριβώς στην ώρα του, για να είσαι ειλικρινής, μάλλον έχουν φάει δρομολόγιο και περιμένεις σχεδόν είκοσι λεπτά (απαράδεκτο, oh, my God!), και μήπως τελικά δε ζεις στην Αγγλία; Μήπως, τελικά, ζεις τη ζωή του Πορτογάλου, μπακαλιάρο να φας το μεσημέρι, δεν είναι κακός ο μπακαλιάρος, και έρχεται το λεωφορείο, μα γιατί οι επιβάτες δεν μπαίνουν ένας-ένας πολιτισμένα στο λεωφορείο, παρά ορμάνε επάνω του σαν πρωτόγονοι κυνηγοί γύρω από το θήραμά τους, σου θυμίζουν λίγο Ινδία όλα αυτά, αλλά όχι, ινδικά δεν ξέρεις, δεν μπορεί να είναι Ινδία, και, τέλος πάντων, μπαίνεις στο λεωφορείο και πας στη δουλειά σου και δουλεύεις, δουλεύεις, δουλεύεις, και φτάνει το μεσημέρι, και βέβαια, είναι ώρα για σιέστα, αν είσαι Ισπανός, αλλά προφανώς ούτε Ισπανός είσαι, δεν βλέπεις να κοιμάσαι το μεσημέρι...
     Και αναρωτιέσαι, πού στα κομμάτια πήγαν αυτές οι δεύτερες ζωές, αφού η μία, αυτή η πρώτη που έχεις, δε σε αφήνεις να ζήσεις τις υπόλοιπες; Hellooooooo!!!! φωνάζεις, αλλά η αγγλική σου ζωή παίρνει το τσάι της κάπου στις όχθες του Τάμεση - it's tea time, βλέπεις -, ¡Holaaaaa! λες όσο πιο γλυκά μπορείς, αλλά η ισπανική σου ζωή την έχει αράξει σε ένα tapas bar και έχει βαρύνει από τα τάπας και τη σαγκρία, πού να έρχεται τώρα, Oláááá! καλείς, αλλά η πορτογαλική σου ζωή πίνει πόρτο και έχει πλαντάξει στο κλάμα ακούγοντας φάντο, πού να σε ακούσει εσένα, Ciao! κάνεις και μια απόπειρα με τα ιταλικά, τι στο καλό, ψυχή έχουν και αυτά, αλλά η ιταλική σου ζωή έχει πέσει με τα μούτρα στα τιραμισού και σιγά μην έρθει...
     Και όμως, το διάβασες πεντακάθαρα, μια ξένη γλώσσα είναι μια δεύτερη ζωή, και τώρα τι θα κάνεις που εσύ το πίστεψες, που περιμένεις τη δεύτερη ζωή να φανεί στη γωνία και αντί γι'αυτήν το μόνο που βλέπεις είναι τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα;
     - Γιατί; φωνάζεις στον ουρανό, αλλά απάντηση δεν παίρνεις. Σε καμία γλώσσα.

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Χαρτί και μελάνι

 

      - Είμαι καλύτερο από εσένα, είπε το τάμπλετ στο βιβλίο. Κοίτα πώς είσαι: χιλιοταλαιπωρημένο, τα φύλλα σου κιτρινισμένα, τσακισμένα... Ενώ εγώ, δες με, καμάρωσέ με: τέλειο, από άκρη σε άκρη!
     Το βιβλίο δεν απάντησε, αλλά κιτρίνισε λίγο ακόμα από ντροπή. Επειδή τα βιβλία, όταν ντρέπονται, κιτρινίζουν, δεν κοκκινίζουν.
     - Άσε το άλλο, συνέχισε το τάμπλετ. Πόσες ιστορίες τάχα μπορείς να πεις εσύ; Μία; Δύο; Τρεις; Δέκα; Εγώ έχω αποθηκευμένη μέσα μου ολόκληρη βιβλιοθήκη: τουλάχιστον διακόσιες ιστορίες μέχρι στιγμής και χωράω κι άλλες. Εμένα δεν μπορεί να με βαρεθεί κανείς. Ενώ εσένα...
     Το βιβλίο κιτρίνισε λίγο ακόμα. Αλήθεια ήταν. Μία ιστορία είχε όλη κι όλη και την έλεγε και την ξανάλεγε. Και είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που κάποιος θέλησε να τη διαβάσει.
     Το τάμπλετ σώπασε για λίγο και ύστερα συνέχισε.
     - Τόπο στα νιάτα, είπε. Ήρθε η ώρα όλοι εσείς οι ηλικιωμένοι να καθήσετε στο περιθώριο, πέρασε πια η εποχή σας, ο κόσμος προχωράει, έχει φτάσει στο φεγγάρι, έχει επισκεφτεί τον Άρη, πάει πια η εποχή του Χαλκού, η εποχή της τυπογραφίας έκανε πια τον κύκλο της και ήρθε η σειρά της να πεθάνει.
     Τα φύλλα του βιβλίου νότισαν ελαφρά, καθώς ένα δάκρυ κύλησε επάνω στο εξώφυλλό του. Αλλά και πάλι δεν είπε τίποτα.
     - Η θέση σου είναι σε ένα σκονισμένο ράφι βιβλιοθήκης, είπε το τάμπλετ και κορδώθηκε λίγο ακόμα. Μόνο η σκόνη του χρόνου θα σε διαβάζει πια. Όλα τα μάτια θα είναι στραμμένα σε εμένα, εσένα δε θα σου ρίχνουν ούτε μια ματιά.
     Κορδώθηκε κι άλλο.
     - Για να είμαι ειλικρινής, είπε, δεν καταλαβαίνω γιατί σε κρατάνε ακόμα σε αυτό το σπίτι. Αφού υπάρχω εγώ... Μάλλον θα φταίει που και αυτοί είναι ηλικιωμένοι. Έτσι είναι, οι παλιοί είναι πολύ διστακτικοί με τις νέες τεχνολογίες. Πού θα πάει, όμως; Δεν θα πεθάνουν και αυτοί; Τότε να σας δω, όλα εσάς τα απαρχαιωμένα συγγράμματα, με τα τυπογραφικά σας στοιχεία, με τα κιτρινισμένα φύλλα που μυρίζουν - πουφ! -, με τα τσακισμένα, τα μουτζουρωμένα, τα σκισμένα φύλλα, τότε να σας δω, που θα σας στείλουν στην ανακύκλωση, να καθαρίσει πια από εσάς ο τόπος...
     Το βιβλίο ένιωσε να διαλύεται, να χάνει τα φύλλα του.
     - Δε μιλάς, έτσι; ρώτησε το τάμπλετ. Αλλά, και να μιλήσεις, να πεις τι; Τι θα μπορούσες να αντιτάξεις σε όλα αυτά που είπα εγώ; Μήπως θα αρνηθείς την ηλικία σου, ή την εμφανή φθορά σου; Μήπως δεν το ξέρεις και εσύ πως τα ψωμιά σου τελείωσαν; Μήπ...
     Και έτσι, ξαφνικά, το τάμπλετ σώπασε. Το βιβλίο έμεινε σιωπηλό, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να συνεχιστούν οι μομφές, αλλά το τάμπλετ παρέμεινε πεισματικά σιωπηλό. Ήταν λες και κάποιος του είχε πάρει τη μιλιά.
     Εκείνη την στιγμή, κάποιος μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν ένα παιδάκι. Από πίσω του ακολουθούσε μία ηλικιωμένη γυναίκα.
     - Θέλεις να σου διαβάσω μια ιστορία; είπε η γιαγιά στο παιδί, καθώς έπιανε στα χέρια της το τάμπλετ.
     - Ναι! είπε όλο χαρά εκείνο.
     - Κάτσε, λοιπόν, και εγώ θα σου διαβάσω... μα τι έγινε; αναρωτήθηκε. Πάλι του τελείωσε η μπαταρία;
     Και έτσι ακριβώς ήταν, του τάμπλετ του είχε τελειώσει η μπαταρία.
     - Δεν πειράζει, είπε η γιαγιά και έπιασε στα χέρια της το βιβλίο. Έχω εδώ μια άλλη ιστορία, πολύ καλύτερη, που τη διάβαζα στον μπαμπά σου όταν και εκείνος ήταν στην ηλικία σου. Έλα να δεις που έχει κάνει και ζωγραφιές μέσα, να, κοίτα!
     Και το παιδάκι πήγε κοντά στη γιαγιά του και οι δύο μαζί άρχισαν να ξεφυλλίζουν τις κιτρινισμένες, ζωγραφισμένες σελίδες του βιβλίου, και να ανασαίνουν τη μυρωδιά του Χρόνου, που είχε ξεκουραστεί εκεί πολλές φορές στο παρελθόν.
     Την ίδια στιγμή, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, εκατοντάδες επίδοξοι συγγραφείς ονειρεύονταν βιβλία. Δεν ήταν βιβλία ηλεκτρονικά, δεν ήταν τάμπλετ, ήταν βιβλία φτιαγμένα από χαρτί και μελάνι, τοποθετημένα σε προθήκες βιβλιοπωλείων, σε ράφια βιβλιοθηκών, σε προσκεφάλια κρεβατιών.
     Και το τάμπλετ παρέμενε πεισματικά σιωπηλό...

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Για ένα μπλα-μπλα

  

      - Μπλα-μπλα-μπλα! είπε ο ένας καρδινάλιος.
     Και συνέχισε: Μπλαμπλαμπλα, μπλαμπλαμπλαμπλά!
     Μια μύγα, που ετοιμαζόταν να πετάξει προς ένα μισάνοιχτο στόμα, αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των λόγων του καρδιναλίου και παρέμεινε στη θέση της, μαύρη κουκίδα στον κιτρινωπό τοίχο. Τικ-τακ! έκαναν οι δείκτες ενός ρολογιού χειρός.
     - Μπλαμπλαμπλαμπλά, μπλα, μπλαμπλαμπλά, μπλα, μπλαμπλά, πήρε το λόγο ο δεύτερος καρδινάλιος.
     - Χα-χα-χα! έκαναν όλοι.
     Ήταν ένα αστείο μπλα-μπλα.
     Τικ-τακ, έκαναν ξανά οι δείκτες του ρολογιού.
     - Μπλα-μπλα, συνέχισε ο καρδινάλιος.
     Και ενώ το μπλα-μπλα συνεχιζόταν, πάρα πολλά ζευγάρια μάτια κοιτούσαν με προσήλωση, ενώ ένα σωρό μυαλά διατρέχονταν από άκρη σε άκρη από σκέψεις του τύπου:
     - Θα συνεχιστεί πολύ αυτό;
     - Ωραία παπούτσια! Πόσο να κάνουν, άραγε;
     - Τι ώρα αρχίζει ο αγώνας, είπαμε;
     - Ελπίζω ο άχρηστος ο άντρας μου να το βρήκε το φαγητό στο φούρνο.
     - Πω-πω, κοίτα το μαλλί εκείνης εκεί: ένα δάχτυλο έχει βγει η ρίζα. Να θυμηθώ να κλείσω ραντεβού στο κομμωτήριο.
     - Ωραίο το γκομενάκι. Να είναι ελεύθερο, άραγε;
     - Ένα προβατάκι, δύο προβατάκια...
     - Κλείδωσα;
     - Μια ωραία πεταλούδα...
     - Ζζζζζζζζ..........
     Πού και πού, κάποια μασελίτσα ανοιγόκλεινε αργά, νωχελικά. Πολλά ζευγάρια βλέφαρα ανοιγόκλειναν, ενώ η επιθυμία τους ήταν εμφανώς να παραμείνουν κλειστά. Τικ-τακ, ξαναέκαναν οι δείκτες του ρολογιού. Η μύγα αποφάσισε να πετάξει. Αρκετή ώρα είχε μείνει ακίνητη.
     Το λόγο πήρε και η καρδιναλίτσα.
     - Μπλα-μπλαμπλαμπλα,... άρχισε να μιλάει κι εκείνη.
     Ύστερα ξαναπήρε το λόγο ο δεύτερος καρδινάλιος. Το ακροατήριο συνέχιζε να κοιτάζει τον ομιλητή. Η μύγα βγήκε από την αίθουσα. Τικ-τακ, ξαναέκανε το ρολόι.
     Και τα "τικ-τακ" περνούσαν, και οι καρδινάλιοι μιλούσαν, και το κοινό αδημονούσε... Και όταν, επιτέλους, τελείωσαν οι ομιλίες, είχε κιόλας βραδυάσει και στο φούρνο του χρόνου ψηνόταν ήδη η επόμενη μέρα.
     Τικ-τακ! έκανε το ρολόι. Τόσα "τικ-τακ" περασμένα, τόσα λεπτά χαμένα, για πάντα. Χαμένα, για ένα μπλα-μπλα.

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Δύσκολα τα πράγματα

    

      Και η πολιορκία συνεχίζεται. Τώρα ο εχθρός εμφανίστηκε και στη Χώρα της πίσω βεράντας. Και πάλι η Πίπη χρησιμοποίησε τον υδροκαταπέλτη της, και πάλι η προσπάθειά της δεν είχε το παραμικρό αποτέλεσμα. Ή, μάλλον, είχε κάποιο αποτέλεσμα: τώρα η Πίπη βρίσκεται αποκλεισμένη στη Χώρα του διαμερίσματος και δεν τολμάει να επισκεφτεί ούτε τη Χώρα της μπροστινής βεράντας ούτε τη Χώρα της πίσω βεράντας.
     Και ο κλοιός στενεύει. Και η Πίπη το σκέφτεται σοβαρά να πάρει το κρεβάτι της και να πετάξει μακριά. Μέχρι, τουλάχιστον, να γίνει απολύμανση. Και, σίγουρα, προτού τα κατσαριδοστρατεύματα εισβάλουν και στη Χώρα του διαμερίσματος.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Σύνορα ερμητικά κλειστά

 

      Όλοι το ξέρουν ότι η Πίπη είναι ατρόμητη και όλοι θα ήθελαν να είναι όπως εκείνη.Κι αυτό, επειδή όλοι θα ήθελαν να πετάξουν ψηλά με το κρεβάτι τους, αλλά κανένας δεν το τολμά. Και όλοι φυσικά θα ήθελαν να κοιτάξουν τον ήλιο κατάματα, όπως έκανε πολλές φορές η Πίπη, αλλά φοβούνται μην τυφλωθούν.
     Η Πίπη δε φοβάται μην πέσει ή μη ζαλιστεί όταν πετάει στον ουρανό με το κρεβάτι της. Ούτε φοβάται μήπως την πουν ηλίθια όταν γελάει δυνατά, ούτε μήπως την πουν χοντρή όταν τρώει όλο το φαγητό της.
     Και μήπως φοβήθηκε όταν ταξίδεψε στη Χώρα των Τακουνοκρουστών; Καθόλου. Ίσα-ίσα που το διασκέδασε. Ή μήπως δεν ταξίδεψε ολομόναχη στη Χώρα των Ηδονολατρών; Και τι να πει κανείς για τότε που ταξίδεψε στη Χώρα των Βακαλαοφάγων; Ούτε τότε φοβήθηκε η Πίπη.
     Η Πίπη δε φοβάται να γράψει μια ιστορία, ούτε να την πει φοβάται. Και ούτε φοβάται μήπως κουραστεί από το περπάτημα. Ούτε να δοκιμάσει καινούργιες γεύσεις φοβάται η Πίπη.
     Κι όμως, ανάμεσα στα τόσα πράγματα που η Πίπη δε φοβάται, υπάρχει και κάτι που φοβάται: οι κατσαρίδες. Μπορείτε, λοιπόν, να φανταστείτε τι τρομάρα πήρε, όταν τις προάλλες, στη Χώρα της μπροστινής βεράντας εμφανίστηκε καμαρωτή-καμαρωτή μια κατσαρίδα.
     Τι να κάνει η καημένη η Πίπη; Σε αυτές τις περιπτώσεις ένα είναι το όπλο: ο υδροκαταπέλτης. Έπιασε, λοιπόν, το λάστιχο, άνοιξε την βρύση, και εκτόξευσε με μεγάλη δεξιοτεχνία ένα υδάτινο χαστούκι στην κατσαρίδα. Με όση δεξιοτεχνία, όμως, κι αν έριξε η Πίπη το υδάτινο χαστούκι, με την ίδια και ακόμα περισσότερη δεξιοτεχνία το απέφυγε η κατσαρίδα, που είχε πάρει παιδιόθεν μαθήματα ελιγμών. Και όχι μόνο αυτό, αλλά η συγκεκριμένη κατσαρίδα φαίνεται πως είχε πάρει και μαθήματα υποβρύχιας διαβίωσης, αφού αντί να φύγει μακριά, άρχισε να κινείται ζωηρά προς το μέρος της Πίπης, παρ'όλο το νερό που έπεφτε επάνω της!
     Έδωσε τότε άλλη μια η Πίπη και ξαναέριξε νερό στην κατσαρίδα, που αυτήν τη φορά κρύφτηκε πίσω από τις γλάστρες. Πού να ζυγώσει όμως η Πίπη; Κι αν η κατσαρίδα είχε πάρει και μαθήματα κατσαριδοκουνγκ-φου ή κατσαριδοζίου-ζίτσου; Όχι, η Πίπη δεν ήθελε καθόλου να διακινδυνεύσει μία τέτοιου είδους αναμέτρηση με το εξαγριωμένο τέρας.
     Άφησε, λοιπόν, τον υδροκαταπέλτη στη θέση του - με μεγάλο κόπο, είναι η αλήθεια, αφού η θέση του βρισκόταν κοντά στις γλάστρες - και στη συνέχεια εγκατέλειψε τη Χώρα της πλημμυρισμένης μπροστινής βεράντας, κλείνοντας βιαστικά τα σύνορά της με τη Χώρα του διαμερίσματος.
     Και έμεινε η Πίπη μέσα στο διαμέρισμα, και η κατσαρίδα βολτάριζε απ'έξω. Και είναι τώρα μερικές μέρες, που η κατσαρίδα εμφανίζεται κάθε βράδυ στη Χώρα της μπροστινής βεράντας, που η Πίπη στρέφει τον υδροκαταπέλτη εναντίον της χωρίς να καταφέρνει τίποτα, και που στο τέλος κλείνεται στη Χώρα του διαμερίσματος και αφήνει το πεδίο ελεύθερο στην κατσαρίδα.
     Μόνη ελπίδα της Πίπης τώρα είναι να βαρεθεί από μόνη της η κατσαρίδα και να φύγει. Και μέχρι να γίνει αυτό, ή μέχρι να γίνει ο εξορκισμός που λέγεται απολύμανση, τα σύνορα μεταξύ της Χώρας της μπροστινής βεράντας και της Χώρας του διαμερίσματος παραμένουν ερμητικά κλειστά.
     Τουτέστιν, απαγορεύονται αυστηρά οι διελεύσεις.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Με ή χωρίς αποδείξεις

    

      - Καλημέρα σας, θα ήθελα...
     - Προτού μου πείτε ό,τι θέλετε, κύριε, πάρτε σας παρακαλώ αυτό εδώ το έντυπο αίτησης και συμπληρώστε το.
     - Να το συμπληρώσω;
     - Μάλιστα.
     - Και τι να γράψω;
     - Να γράψετε αυτό που θέλετε.
     - Α, κατάλαβα.
     ......................................................
     - Το συμπλήρωσα το έντυπο, κύριε.
     - Το συμπληρώσατε; Α, πολύ ωραία. Για να δούμε... Μα εδώ δεν έχετε συμπληρώσει τι είδος είστε!
     - Τι εννοείτε;
     - Ορίστε, κύριε, εδώ, έπρεπε να βάλετε Χ στο τετραγωνάκι που λέει "ελέφαντας". Δεν χρειάζεται να σας το πω εγώ!
     - Μα αφού δεν είμαι ελέφαντας!
     - Όχι, κύριε, είστε ελέφαντας.
     - Είμαι εντελώς σίγουρος ότι δεν είμαι.
     - Μα τι λέτε, κύριε, δεν βλέπω εγώ ότι είστε ελέφαντας; Με κοροϊδεύετε;
     - Σας διαβεβαιώνω ότι δεν έχω τέτοιο σκοπό, αλλά, ειλικρινά, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ.
     - Δηλαδή θέλετε να πείτε ότι δεν ξέρω τι μου γίνεται;
     - Χωρίς να θέλω να σας προσβάλω...
     - Αρκετά, κύριε! Δεν θα ανεχτώ να συνεχίσετε να με κοροϊδεύετε! Σημειώστε το Χ στο τετραγωνάκι "ελέφαντας" να τελειώνουμε!
     - Μα πώς θα βάλω Χ σε αυτό το τετραγωνάκι, αφού δεν είμαι ελέφαντας;
     - Α, εσείς επιμένετε! Θεέ μου, τι σου έκανα και με βασανίζεις;
     - Το μόνο που θέλω...
     - Λοιπόν, ως εδώ και μη παρέκει! Αν συνεχίζετε να δηλώνετε ότι δεν είστε ελέφαντας, δεν έχω άλλη λύση από το να ζητήσω αποδείξεις.
     - Μα, βλέπετε να έχω μεγάλα αυτιά, που έχουν οι ελέφαντες;
     - Μεγάλα αυτιά; Και δηλαδή αυτά που έχετε τα θεωρείτε μικρά;
     - Ναι, είναι μεγάλα...
     - Να το!
     - ... αλλά είναι μεγάλα αυτιά ανθρώπου, όχι ελέφαντα!
     - Άλλη απόδειξη έχετε;
     - Φυσικά. Βλέπετε εσείς να έχω χαυλιόδοντες;
     - Και τι είναι αυτά τα δόντια που πετάνε από το στόμα σας, κύριε; Διακοσμητικά;
     - Και τώρα δηλαδή θα βρω τον μπελά μου για ένα ορθοδοντικό πρόβλημα; Στραβά είναι τα δόντια μου, κύριε, και πετάνε. Στραβά!
     - Είναι προφανές ότι αρνείστε να παραδεχτείτε το προφανές, κύριε.
     - Ποιο είναι το προφανές;
     - Ότι είστε ελέφαντας, φυσικά.
     - Άντε πάλι!...
     - Μα τι να πω κι εγώ... Τους χαυλιόδοντες τους λέτε ορθοδοντικό πρόβλημα, τα τεράστια αυτιά σας τα θεωρείτε φυσιολογικά...
     - Δεν είναι τεράστια τα αυτιά μου!
     - Σε λίγο θα μου πείτε ότι είστε και λεπτός σαν ένα φύλλο!
     - Δεν είπα ότι είμαι λεπτός...
     - Χοντρός είστε, κύριε, μην ντρέπεστε, ομολογήστε το, χοντρός σαν ελέφαντας!
     - Έχω λίγα παχάκια στην κοιλιά, αλλά αυτό είναι όλο... Σας ενοχλούν και τα παχάκια μου τώρα;
     - Ποια παχάκια, εδώ μιλάμε για παχύδερμο, κύριε!
     - Παχύδερμο, εγώ;
     - Ποιος άλλος; Θα συμπληρώσετε το Χ στο τετραγωνάκι να ξεμπερδεύουμε;
     - Δηλαδή, για να εξυπηρετηθώ θα πρέπει να βάλω Χ στο τετραγωνάκι;
     - Αυτό δε λέμε τόση ώρα;
     - Ωραία, λοιπόν, θα βάλω Χ στο τετραγωνάκι που λέει "λιοντάρι".
     - Μα αφού δεν είστε λιοντάρι!
     - Ούτε ελέφαντας είμαι, αλλά αν πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε δύο πράγματα που δεν είμαι, προτιμώ να διαλέξω το λιοντάρι.
     - Α, δεν θα συνεννοηθούμε...
     - Προς τι ο μέλλοντας, μήπως μέχρι τώρα συνεννοηθήκαμε;
     - Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί σας...
     - Μήπως να με εξυπηρετούσατε;
     - Δεν μπορώ να εξυπηρετώ άγνωστου είδους κόσμο, κύριε. Πρώτα πρέπει να δηλώσετε το είδος σας και μετά θα σας εξυπηρετήσω.
     - Και γιατί δεν κάνουμε το αντίθετο;
     - Ποιο αντίθετο;
     - Μέχρι τώρα μου ζητούσατε αποδείξεις ότι δεν είμαι ελέφαντας...
     - Αποδείξεις που ποτέ δεν προσκομίσατε...
     - Μπορείτε, τότε, να μου προσκομίσετε εσείς τις αποδείξεις ότι είμαι ελέφαντας;
     - Τις ποιες;
     - Τις αποδείξεις που έχετε εσείς και που αποδεικνύουν ότι εγώ είμαι ελέφαντας, έτσι δεν λέτε;
     - Εφόσον θέλετε αποδείξεις, θα τις έχετε...
     - Ανυπομονώ.
     - Λοιπόν, έχουμε και λέμε: πρώτη απόδειξη είναι τα μεγάλα αυτιά σας, δεύτερη οι χαυλιόδοντες - μη με διακόπτετε - και τρίτη ο μεγάλος σας όγκος.
     - Τα ίδια μου λέγατε και πριν αλλά ακόμα δε με έχετε πείσει.
     - Υπάρχει κι άλλη απόδειξη. Δώστε μου το χέρι σας.
     - Ορίστε.
     - Πότε ξεβάψατε τα νύχια σας;
     - Γιατί, πότε τα είχα βάψει;
     - Α, εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι σοβαρό...
     - Που δε βάφω τα νύχια μου;
     - Παραποίηση στοιχείων λέγεται αυτό που κάνατε, κύριε...
     - Που δεν έβαψα τα νύχια μου;
     - Που τα ξεβάψατε.
     - Μα δεν τα είχα βάψει ποτέ μου.
     - Δεν μπορεί.
     - Μα αφού σας το λέω. Γιατί θα έπρεπε να τα βάψω;
     - Μα όλοι οι ελέφαντες βάφουν τα νύχια τους!
     - Αυτοί που δουλεύουν σε τσίρκο. Φαντάζομαι ότι οι λιγότερο φιλάρεσκοι δεν θα τα βάφουν...
     - Νομίζω ότι με κοροϊδεύετε και πάλι. Γι'αυτό και ξεβάψατε τα νύχια σας, για να με μπερδέψετε. Αλλά δεν θα τον πετύχετε τον σκοπό σας...
     - Αυτό το βλέπω... Θα προσκομίσετε καμιά άλλη απόδειξη ή να βάλω Χ στο λιοντάρι; Όσο περνάει η ώρα, τόσο νιώθω τα μαλλιά μου να μακραίνουν και να φουντώνουν...
     - Και τι έχετε να πείτε για την προβοσκίδα σας;
     - Την προβοσκίδα μου;
     - Ναι, την προβοσκίδα σας. Εδώ σας θέλω!
     - Μήπως εννοείτε τη μύτη μου;
     - Την προβοσκίδα σας εννοώ.
     - Η πλάκα έχει και τα όριά της! Το ότι η μύτη μου είναι μεγάλη και μακριά δεν σας δίνει το δικαίωμα να την αποκαλέσετε "προβοσκίδα". Παρακαλώ να αναιρέσετε!
     - Δεν αναιρώ τίποτα!
     - Δεν έχω προβοσκίδα! ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΡΟΒΟΣΚΙΔΑ!
     - Α, θα με αναγκάσετε να φωνάξω τον προϊστάμενο.
     - Να φωνάξετε όποιον θέλετε, δε με νοιάζει!
     - Κύριε προϊστάμενε, μπορείτε να έρθετε σας παρακαλώ;
     - Ορίστε, τι συμβαίνει; Έχετε κάποιο πρόβλημα, κύριε; Δεν σας εξυπηρετούν σωστά; Γιατί δεν εξυπηρετείς σωστά τον κύριο Ελέφαντα;
     - Τον ποιον;
     - Εσάς, κύριε.
     - Θέλετε να πείτε ότι και εσείς νομίζετε ότι είμαι ελέφαντας;
     - Δεν το νομίζω, κύριε, είναι φως φανάρι ότι είστε ελέφαντας: μεγάλα αυτιά, μεγαλόσωμος, χαυλιόδοντες, προβοσκίδα... Τα νύχια σας μόνο είναι ξεβαμμένα, αλλά κατά τα άλλα έχετε όλα τα χαρακτηριστικά του ελέφαντα...
     - Δεν ξέρω τι να πω πια...
     - Πρόσφερες φυστικάκι στον κύριο Ελέφαντα;
     - Όχι, κύριε προϊστάμενε...
     - Ζώον! Πόσες φορές θα σου πω ότι πρέπει να περιποιούμαστε τον κόσμο; Μας συγχωρείτε, κύριε, να σας κεράσουμε ένα φυστικάκι;
     - Είμαι αλλεργικός στα φυστίκια, κύριε...
     - Μα τι μου λέτε; Θα είναι σοβαρό πρόβλημα για έναν ελέφαντα να μην μπορεί να φάει φυστίκια. Εγώ έχω δυσανεξία στη λακτόζη, καταλαβαίνω πόσο άσχημα θα αισθάνεστε...
     - Δεν έχετε ιδέα... τώρα αρχίζω να αποκτάω και δυσανεξία στους ανθρώπους.
     - Τέλος πάντων, τι θα πρέπει να γίνει για να τελειώνει αυτή η παρεξήγηση;
     - Να παραδεχτείτε ότι δεν είμαι ελέφαντας.
     - Τώρα, μεταξύ μας, μήπως δεν έχετε δίκιο;
     - Τι εννοείτε;
     - Ελάτε τώρα, δύο άνθρωποι σας λένε ότι είστε ελέφαντας και εσείς το αρνείστε, σας φαίνεται λογικό;
     - ...Ναι.
     - Ακούστε, θα σας μιλήσω εντελώς ελεύθερα, εξωυπηρεσιακά. Εγώ αποδέχομαι πλήρως το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση και το δικαίωμα των ανθρώπων στην αυτοδιαμόρφωση. Όμως, ας είμαστε λογικοί, βρίσκεστε εδώ τόση ώρα και απ'έξω υπάρχει κι άλλος κόσμος που περιμένει να εξυπηρετηθεί. Αν δεν σκέφτεστε εμάς, σκεφτείτε τουλάχιστον εκείνους. Τι πειράζει ένα Χ; Δείξτε μεγαλοψυχία ανάλογη του μεγέθους σας και βάλτε αυτό το ρημάδι το Χ!
     - Μα...
     - Ελάτε, ψυχικό θα κάνετε, και εγώ δε θα σας αφήσω έτσι, θα σας δώσω κουπόνια για δωρεάν μανικιούρ.
     - Μανικιούρ; Λέτε να κάνω μανικιούρ;
     - Και γιατί όχι; Να δείτε τι ωραία που θα σας ταιριάζει...
     - Κόκκινα θα τα βάψω, πάντα μου άρεσε το κόκκινο...
     - Είδατε που έρχεστε στα λόγια μου; Βάλτε τώρα ένα Χ.
     - Ορίστε.
     - Είδατε τι απλό που ήταν; Και τώρα, για να δούμε τι θέλετε... Μα εδώ ζητάτε... Λυπάμαι που θα σας το πω, κύριε, αλλά αυτό που θέλετε δεν θα το βρείτε εδώ.
     - Πώς;
     - Ναι, φοβάμαι πως έχετε κάνει λάθος στη διεύθυνση. Απέναντι πρέπει να πάτε.
     - Απέναντι;
     - Ναι, αλλά ακόμα κι έτσι μάλλον δεν θα μπορέσετε να κάνετε τη δουλειά σας...
     - Γιατί;
     - Επειδή δεν δέχονται ελέφαντες.
     - Πώς; Και τι θα κάνω εγώ τώρα;
     - Μήπως να πηγαίνατε για εκείνο το μανικιούρ;

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Κάτι κουρασμένα σαλιγκάρια


     - Ουφ, κουράστηκα! είπε το ένα σαλιγκάρι.
     - Ουφ, κι εγώ! είπε το δεύτερο.
     - Εσείς λυσσάξατε να κάνουμε όλον αυτόν τον δρόμο, είπε και το τρίτο.
     - Ας σταθούμε λίγο κάτω από αυτό το γεράνι για να ξεκουραστούμε, πρότεινε το μεγαλύτερο.
     Τα άλλα δύο δεν είπαν τίποτα, αλλά στάθηκαν κάτω από ένα μεγάλο φύλλο ενός γερανιού.
     - Μπορεί εμείς να είχαμε την ιδέα, ξαναέπιασε τη συζήτηση το ένα σαλιγκάρι, αλλά κι εσύ μόνος σου μας ακολούθησες.
     Αλήθεια ήταν αυτό.
     - Δε λέω, είπε εκείνο, αλλά δεν ξέρω αν άξιζε τελικά τον κόπο... Περπατάμε τόσον καιρό και ακόμα δεν έχουμε φτάσει εκεί που πρέπει.
     - Η αλήθεια είναι, πήρε το λόγο το πρώτο σαλιγκάρι, ότι ο δρόμος δεν ήταν καθόλου εύκολος. Θυμάστε εκείνη την άγρια γάτα που μας πήρε το κατόπι;
     Θυμούνταν.
     - Ή μήπως θυμάστε τον κατακλυσμό που παρά λίγο να μας πνίξει;
     Και αυτό το θυμούνταν.
     - Δεν περίμενα να κουραστώ τόσο πολύ, συνέχισε το πρώτο σαλιγκάρι. Πίστευα ότι η διαδρομή θα ήταν πιο άνετη.
     - Ε, αν δεν κουβαλούσες μαζί σου και το σπίτι, σίγουρα θα ήταν πιο άνετη, είπε το δεύτερο σαλιγκάρι.
     - Κι όχι τίποτ'άλλο, απάντησε εκείνο, πρόσφατα έκανα ανακαίνιση και άλλαξα όλη την επίπλωση με έπιπλα από μασίφ ξύλο.
     - Αμ' εγώ, είπε το δεύτερο, όχι μόνο έβαλα εντοιχισμένη κουζίνα, αλλά έβαλα και μόνωση στην οροφή... Αυτό κι αν είναι βάρος!
     - Για τη μόνωση δεν μπορώ να πω τίποτα, είναι αναγκαία. Σκέψου τι θα είχε συμβεί με τον κατακλυσμό αν δεν είχες μόνωση στην οροφή... Θα είχε πλημμυρίσει το σπίτι σου και τώρα όλα σου τα πράγματα θα είχαν καταστραφεί από το νερό. Όμως, για την εντοιχισμένη κουζίνα, νομίζω πως έκανες λάθος. Τόσο συχνά μαγειρεύεις που χρειάζεσαι και εντοιχισμένη κουζίνα; Με ένα φουρνάκι, πιστεύω, θα την έκανες τη δουλειά σου.
     - Μαγειρεύω όσο συχνά χρειάζεται, απάντησε το άλλο.
     - Ναι, καλά, είπε το πρώτο, έχω ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που κάπνιζε η καμινάδα σου.
     - Φυσικά, αφού δεν ψήνω στο τζάκι, ή στα κάρβουνα, μαγειρεύω με ηλεκτρισμό.
     - Να βάλεις φυσικό αέριο, είπε και το τρίτο που τόση ώρα δε μιλούσε. Εγώ έβαλα φυσικό αέριο και σώθηκα. Άσε που με το ίδιο σύστημα θερμαίνω και όλο το σπίτι. Παλιά, όλο το χειμώνα με πέθαιναν οι ρευματισμοί. Ενώ τώρα...
     - Ξεκουραστήκατε; ρώτησε το μεγαλύτερο σαλιγκάρι τα άλλα δύο. Μήπως να πηγαίναμε; Ίσως φτάσουμε στον προορισμό μας προτού βραδυάσει.
     - Και είναι τόσο ωραία εκεί; ρώτησε το ένα από τα άλλα δύο. Ρωτάω, επειδή και εκεί που μέναμε μια χαρά ήταν.
     - Είναι πολύ ωραία, σου λέω, απάντησε το πρώτο. Έχει δροσιά, έχει σκιά, είναι μακριά από κεντρικούς δρόμους, δε θα μας ενοχλήσει κανείς. Και, μεταξύ μας, πιστεύω ότι και οι άλλοι θα μετακομίσουν εκεί αργότερα. Οπότε, εμείς που θα έχουμε φτάσει πρώτοι θα έχουμε διαλέξει και τα καλύτερα πόστα...
     - Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, είπε και το τρίτο σαλιγκάρι.
     Και οι τρεις τους ξεκίνησαν ξανά το μακρύ τους δρόμο από τη μια πλευρά του κήπου στην άλλη...


Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Εκρηκτική ατμόσφαιρα




     Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή, ίσως περισσότερο ζεστή από όσο θα έπρεπε. Η αίθουσα ήταν γεμάτη καπνούς, τόσο που δύσκολα διακρινόταν η πινακίδα "ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ".
     - Οι ψήφοι καταμετρήθηκαν, ανακοίνωσε ο Βεζούβιος, ξεφυσώντας ελαφρά. Πρόεδρος, λοιπόν, για τα επόμενα τέσσερα χρόνια εκλέγεται η Αίτνα.
     - Αίσχος! ακούστηκε από τα πίσω καθίσματα.
     - Η Αίτνα, επαναλαμβάνω, θα είναι η πρόεδρος για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, είπε ο Βεζούβιος, ενώ προσπαθούσε να διακρίνει ανάμεσα στους καπνούς ποιος ήταν ο αναιδής που είχε διακόψει με τέτοια αγένεια την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εκλογών για το Σωματείο των Ενεργών Ηφαιστείων.
     - Το αποτέλεσμα είναι σικέ! ξανακούστηκε η φωνή και όλοι γύρισαν προς τα πίσω.
     - Ποιος είναι αυτός ο αναιδής; ρώτησε ο Βεζούβιος. Ποιος τολμά να διακόπτει με αυτόν τον τρόπο τη συνέλευση;
     - Εγώ! είπε ένα νεαρό ηφαίστειο.
     - Και ποιος είσαι εσύ;
     - Είμαι το Μπαρνταρμπούνγκα, είπε περήφανα εκείνο.
     - Είσαι μέλος του σωματείου; ρώτησε η Αγία Ελένη, κοιτάζοντας προσεκτικά τον κατάλογο των μελών.
     - Φυσικά και είμαι, απάντησε το Μπαρνταρμπούνγκα. Και μάλιστα είμαι από τα πιο ενεργά μέλη!
     - Πολύ αυθάδης είναι αυτός ο νεαρός, είπε το Κρακατάου, έτοιμο να εκραγεί από τα νεύρα του.
     - Ηρέμησε, συνάδελφε, είπε το Κιλαουέα, που ήταν ο ειρηνοποιός του σωματείου, οπαδός της φιλοσοφίας ζεν.
     - Μα πώς να ηρεμήσω; είπε το Κρακατάου. Δεν το ακούς πώς μιλάει;
     - Μα αφού έχω δίκιο, είπε το Μπαρνταρμπούνγκα. Είναι πασιφανές πως στις εκλογές δούλεψε το Ιταλικό λόμπι: Βεζούβιος, Αίτνα, Στρόμπολι... Τυχαίο είναι που στις τρεις τελευταίες εκλογές πάντα ένας από αυτούς τους τρεις βγαίνει πρόεδρος; Εκτός αν νοθεύτηκε το αποτέλεσμα...
     - Ντροπή! είπε η Αγία Ελένη και άρχισε να τρέμει από τα νεύρα της, ενώ τα χιόνια στο κεφάλι της άρχισαν να λιώνουν και να στάζουν στο πρόσωπό της. Τόσα χρόνια γραμματέας, ποτέ δεν υπήρξε η παραμικρή υπόνοια για νοθεία, και έρχεται ο κάθε παρείσακτος για να μας κατηγορήσει; Να ανακαλέσει αμέσως!
     - Δεν είμαι καθόλου παρείσακτος, είπε το Μπαρνταρμπούνγκα. Η τοπική οργάνωση της Ισλανδίας είναι από τις πιο ενεργές, αν δεν κάνω λάθος, και εγώ είμαι εγγεγραμμένο στα μητρώα της από όταν γεννήθηκα.
     - Τέλος πάντων, νεαρέ, είπε το Κιλαουέα, και τώρα τι θέλεις;
     - Επανακαταμέτρηση των ψήφων.
     - Αυτό είναι αδύνατο, οι ψήφοι κάηκαν κατά την καταμέτρηση, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών. Εξάλλου, και να μπορούσε να ξαναγίνει καταμέτρηση, τι νομίζεις ότι θα κέρδιζες;
     - Τις εκλογές.
     - Α, είπε το Πελέ, που μέχρι εκείνη την ώρα κάπνιζε χωρίς να δίνει σημασία, εδώ έχουμε να κάνουμε με πρωτοφανή μεγαλομανία. Αγαπητέ μου, συνέχισε να λέει, υποψήφιος δεν μπορεί να είναι κάποιος που δεν έχει να επιδείξει έντονη δραστηριότητα στο παρελθόν. Άρα, λυπάμαι που σου το λέω, αλλά δεν μπορείς να είσαι υποψήφιος.
     - Είμαι εξίσου ικανός με οποιονδήποτε άλλον εδώ μέσα, είπε το Μπαρνταρμπούνγκα, που είχε αρχίσει και θύμωνε πραγματικά. Και, επιτέλους, ήρθε η ώρα να αναλάβει τα ηνία κάποιος νέος.
     Πυκνοί καπνοί έβγαιναν μέχρι και από τα αυτιά του. Η ατμόσφαιρα έγινε πιο αποπνικτική, καθώς οι τόνοι είχαν ανέβει.
     - Συνάδελφοι, επενέβη το Κιλαουέα, προσπαθώντας να διατηρήσει την ηρεμία στην αίθουσα, εφόσον το Μπαρνταρμπούνγκα είναι μέλος έχει δικαίωμα να βάλει υποψηφιότητα. Άσχετα με το άν θα το ψηφίσει κανείς...
     - Είμαι ικανό και θα σας το αποδείξω εδώ και τώρα, είπε το Μπαρνταρμπούνγκα και άρχισε να κρατάει την ανάσα του. Τα μάγουλά του κοκκίνησαν και οι καπνοί που έβγαιναν μέχρι και από τα αυτιά του πύκνωσαν.
     Και τότε, οι κάτοικοι της Ισλανδίας έντρομοι κατάλαβαν ότι το μεγαλύτερο ηφαίστειο της χώρας είχε ξυπνήσει και ετοιμαζόταν να εκραγεί. Και άρχισαν να προετοιμάζονται για επικείμενη έκρηξη. Και άνοιξαν τους φακέλους με τα σχέδια επίλυσης μεγάλων κρίσεων και άρχισαν να μελετούν τα διάφορα ενδεχόμενα. Και απαγόρευσαν στα αεροπλάνα να πετούν από πάνω από το Μπαρνταρμπούνγκα και πολύ φοβούνταν μήπως το ηφαίστειο έκανε ένα "Μπαρνταρμπούνγκ!" και έσκαγε προτού προλάβουν να κάνουν κιχ.
     - Σας φαίνομαι αρκετά απειλητικό τώρα; ρώτησε το Μπαρνταρμπούνγκα τα μέλη του Σωματείου των Ενεργών Ηφαιστείων.
     Και οι καπνοί που έβγαζε ήταν τόσο πυκνοί, που μόνο η φωνή του ακουγόταν στην αίθουσα.
     - Εντάξει, μας έπεισες! είπε ο Βεζούβιος. Σταμάτα τώρα.
     - Να σταματήσω, αλλά θα με κάνετε πρόεδρο;
     - Το καταστατικό του σωματείου το απαγορεύει ρητά, είπε η Αγία Ελένη, αλλά μπορούμε να προκηρύξουμε νέες εκλογές, αν ο νέος πρόεδρος αποφασίσει να παραιτηθεί...
     - Καλά, είπε η Αίτνα, που δεν είχε μιλήσει μέχρι τότε, εγώ δεν έχω πρόβλημα να παραιτηθώ. Εξάλλου, έχω βαρεθεί και λίγο τα υψηλά αξιώματα. Αν ο νεαρός το θέλει τόσο πολύ, του την χαρίζω την προεδρία.
     - Δεν μπορείς να του τη χαρίσεις, είπε η Αγία Ελένη, θα πρέπει να γίνουν νέες εκλογές.
     - Εντάξει, τότε, ας γίνουν νέες εκλογές. Συμφωνούμε όλοι;
     Ακούστηκε ένα μουρμουρητό, το οποίο έμοιαζε με "ναι", οπότε προκηρύχθηκαν νέες εκλογές.
     Έτσι τώρα τα ενεργά ηφαίστεια διανύουν και πάλι προεκλογική περίοδο και το Μπαρνταρμπούνγκα προετοιμάζεται πυρετωδώς. Είναι αποφασισμένο να κερδίσει αυτή τη φορά. Φήμες λένε ότι έχει επιστρατεύσει και το Ισλανδικό λόμπι για να το βοηθήσει, αλλά ο νεαρός υποψήφιος το αρνείται κατηγορηματικά.
     Και ενώ το Σωματείο Ενεργών Ηφαιστείων περιμένει τις εκλογές, οι κάτοικοι της Ισλανδίας είδαν με χαρά ότι το Μπαρνταρμπούνγκα ηρέμησε λίγο. Έτσι ξεθάρρεψαν και αυτοί και άφησαν τα αεροπλάνα να πετούν από επάνω από το ηφαίστειο και πάλι.
     Ο Θεός να τους φυλάει, όμως, αν το Μπαρνταρμπούνγκα δεν κερδίσει τις εκλογές...

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Για μια ποδηλατάδα


     Κάθε άνθρωπος έχει τους φίλους του. Έτσι και η Πίπη έχει τους δικούς της φίλους. Και είναι όλοι τους πολύ καλά παιδιά, γι'αυτό και είναι φίλοι της Πίπης.
     Η Πίπη, λοιπόν, έχει μια φίλη πολύ καλή, την Ρίνα τη Μινωταυρίνα. Η Ρίνα έχει δύο τεράστιες πατούσες, που όταν περπατάει μπορεί να ισοπεδώσει ολόκληρα μυρμηγκοχωριά, και αγαπάει το διάβασμα και τις ωραίες συζητήσεις. Επίσης, της αρέσουν πολύ οι βόλτες.
     Γι'αυτό η Ρίνα αποφάσισε να πάρει ένα ποδήλατο. Αλλά τι ποδήλατο θα μπορούσε να πάρει; Ένα με μεγάλα πεντάλια, φυσικά, για να χωράνε τα πόδια της. Και τι άλλο; Να πάρει ποδήλατο πόλης ή ποδήλατο βουνού; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
     Η Ρίνα έχει πρόβλημα. Δηλαδή, εντάξει, ένα απλό ποδήλατο δε θα ήταν και τόσο κακή επιλογή, έλα όμως που η Μινωταυρίνα κάνει παρέα με την Πίπη, που έχει ένα ιπτάμενο κρεβάτι! Και πώς θα πηγαίνουν βόλτες οι δυο τους αν και η Ρίνα δεν πάρει ένα ιπτάμενο ποδήλατο;
     Και ψάχνει, και ψάχνει, και κανένας δεν πουλάει ιπτάμενα ποδήλατα.
     - Γιατί δεν παίρνεις ένα συνηθισμένο και να του κολλήσεις φτερά; τη ρωτάνε οι γνωστοί της.
     Αλλά τι ξέρουν αυτοί; Κι αν φυσήξει δυνατός αέρας και ξεκολλήσουν τα φτερά από το ποδήλατο;
     - Κι αν γεμίσεις το ποδήλατο μπαλόνια; την ξαναρωτάνε. Τότε δε θα πετάει το ποδήλατο;
     Αλλά της Ρίνας δεν της αρέσει η ιδέα ενός ποδηλάτου γεμάτου μπαλόνια...
     - Είσαι πολύ μυστήρια, της λένε. Δεν αξίζεις τη βοήθειά μας.
     Και φεύγουν. Και την αφήνουν στην ησυχία της, νομίζοντας πως είναι μυστήρια. Αλλά εκείνη κάθε άλλο παρά μυστήρια είναι. Απλώς, θέλει να μπορεί να πηγαίνει βόλτα με τη φίλη της, τόσο κακό είναι πια; Και όλο ψάχνει στα μαγαζιά με τα ποδήλατα, και κάθεται επάνω και τα δοκιμάζει, και όλα τα νιώθει να είναι τόσο πολύ κολλημένα στη γη! Μα πού κρύβεται το ιπτάμενο ποδήλατο;
     Φαίνεται, λοιπόν, ότι η Ρίνα δε θα βρει ποτέ το ποδήλατο που ψάχνει, και τελικά αναγκάζεται να αγοράσει ένα απλό, συνηθισμένο ποδήλατο. Όμως για όλα υπάρχει λύση. Και η Ρίνα, δεν το ξέρει κανένας, έχει μία μαγική σκόνη. Της την έδωσε μια γρια μάγισσα στην Ψυχρούπολη, όπου η Ρίνα είχε πάει για σεμινάρια δημιουργικού σχηματισμού λεξοφυσαλίδων.
     - Παρ'την, της είχε πει, και να την χρησιμοποιείς με μεγάλη προσοχή. Δεν είναι για όλες τις περιπτώσεις.
     Κι όμως, η Ρίνα νιώθει ότι τώρα είναι η κατάλληλη ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τη μαγική της σκόνη. Πάει, λοιπόν, στο ντουλάπι όπου την έχει φυλαγμένη σε ένα βάζο που κλείνει αεροστεγώς, ανοίγει το βάζο και με τα δυο της δάχτυλα πιάνει μια μικρή, πολύ μικρή ποσότητα σκόνης. Ύστερα πλησιάζει το απλό, συνηθισμένο ποδήλατο και του ρίχνει την σκόνη από πάνω. Και το απλό, συνηθισμένο ποδήλατο δεν είναι πια και τόσο συνηθισμένο!
     Η Ρίνα ξανακλείνει προσεκτικά το βάζο με τη μαγική σκόνη και ξαναπηγαίνει στο ποδήλατο. Τεντώνεται στις μύτες των τεράστιων ποδιών της και με αρκετή δυσκολία καταφέρνει να πιάσει την πίσω ρόδα του ποδηλάτου και να το τραβήξει προς τα κάτω. Ύστερα, παίρνει ένα χοντρό κορδόνι και το δένει σφιχτά στη ρόδα.
     Με άλλα λόγια, το απλό, συνηθισμένο ποδήλατο που αγόρασε η Ρίνα, με τη μαγική σκόνη της γριας από την Ψυχρούπολη έγινε ένα πρώτης τάξης ιπτάμενο ποδήλατο. Τώρα η Ρίνα έχει άλλο πρόβλημα: δεν πρέπει να αφήνει το ποδήλατο λυτό ούτε στιγμή, ειδικά αν έχει τα παράθυρα του σπιτιού ανοιχτά και έξω φυσάει.
     Όμως, από την άλλη, τώρα μπορεί να πηγαίνει βόλτες μαζί με την Πίπη. Και είναι ένα ωραίο θέαμα, όταν στον ουρανό εμφανίζονται το ιπτάμενο κρεβάτι της Πίπης μαζί με το ιπτάμενο ποδήλατο της Μινωταυρίνας. Ειδικά όταν δεν φυσάει.

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Ταξιδιωτικής επανάστασης συνέχεια

     Για όλα, φυσικά, υπάρχει και το αντίθετό τους. Σήμερα, χωρίς καθόλου να το θέλω, ταξίδεψα σε ένα τυροκομείο, γεμάτο, τυριά, τυροπήγματα, γιαούρτια και πρόβειο γάλα. Έχω μάλιστα την αίσθηση ότι στον χώρο που ταξίδεψα, εκτός από τα προϊόντα βρίσκονταν και τα πρόβατα που έδωσαν το γάλα. Επρόκειτο για τουλάχιστον 50 κεφάλια (προβάτων, όχι τυριών) Άτιμο πράγμα το οσφρητικό ταξίδι, τελικά. Θα περιοριστώ στα ταξίδια με τον καναπέ-χρονοταξιδευτή.

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Ταξιδιωτική επανάσταση


     Σήμερα έκανα μία σημαντική ανακάλυψη: ανακάλυψα ότι, εκτός από τον καναπέ-χρονοταξιδευτή έχω κι άλλο ταξιδιωτικό εργαλείο. Και όχι μόνο αυτό: ανακάλυψα ότι, σε αντίθεση με τον καναπέ - που τον έχω μόνο εγώ -, το ταξιδιωτικό αυτό εργαλείο το έχουν όλοι.
     Η ανακάλυψη έγινε τυχαία, όπως γίνονται όλες οι ανακαλύψεις. Ευτυχώς, βέβαια, που γι'αυτό δεν χρειάστηκε να μου πέσει τίποτα στο κεφάλι, όπως έγινε με τον Νεύτωνα. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να πάω στη δουλειά.
     Πήγαινα, λοιπόν, στη δουλειά το πρωί και για να μην αργήσω πήρα το τρόλεϊ, που περνούσε εκείνη την ώρα. Κατέβηκα στην επόμενη στάση και άρχισα να περπατάω. Και με το που στρίβω στην πρώτη γωνία, τσουπ! μεταφέρομαι ως δια μαγείας κάπου αλλού!
     - Βρε, τι έγινε; αναρωτιέμαι. Πώς βρέθηκα εδώ;
     Δεν άργησα να το ανακαλύψω. Η μυρωδιά του καφέ, όπως βγαίνει από την καφετιέρα, πλημμύριζε τον δρόμο, πλανιόταν πάνω από τα τραπεζάκια που περίμεναν κάποιον να τα τιμήσει με την παρουσία του, έμπαινε στα άλλα μαγαζιά εκεί γύρω που άνοιγαν σιγά-σιγά, έμπαινε και στα ρουθούνια μου. Και ήταν αυτή η γνώριμη μυρωδιά του καφέ, που όπως έμπαινε στα ρουθούνια μου, αυτόματα με μετέφερε σε ένα άλλο μέρος, όπου εγώ ως τουρίστρια περιδιάβαινα πρωί-πρωί, απολαμβάνοντας το όμορφο πρωινό.
     - Να, λοιπόν, σκέφτηκα, άλλος ένας θαυμάσιος τρόπος να ταξιδεύεις.
     Αρκεί, λοιπόν, να κλείσουμε τα μάτια και να μυρίσουμε μια γνώριμη μυρωδιά για να μεταφερθούμε εν ριπή οφθαλμού μίλια μακριά (ή ακόμα και δεκαετίες μακριά, το εργαλείο είναι χωροχρονικό, σαν τον καναπέ μου). Μόνη προϋπόθεση, να υπάρχουν στον εγκέφαλό μας ήδη καταγεγραμμένες μυρωδιές.
     Τώρα, βέβαια, πολλοί θα πουν: και σιγά την βλακεία! Όμως, αυτό θα το πουν μόνο αυτοί που δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Διότι εγώ, το λέω ξεκάθαρα, βλέπω πολύ πιο πέρα! Η ανακάλυψή μου αυτή θα σημάνει την αλλαγή των ταξιδιών και των ταξιδιωτικών γραφείων. Σε ένα όχι τόσο μακρινό μέλλον, τα ταξιδιωτικά γραφεία θα είναι πολύ διαφορετικά από ό,τι είναι σήμερα.
     Ας φανταστούμε λοιπόν τον κύριο Χι, ο οποίος θέλει να κάνει ένα ταξίδι. Απευθύνεται, φυσικά, σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο. Το ταξιδιωτικό γραφείο έχει μία διακριτική είσοδο, πολύ ζεν. Τα απολύτως απαραίτητα: Ένα μπονζάι, μία μικρή λιμνούλα με ένα χρυσόψαρο, όπου τρέχει συνέχεια νερό, και ένας ξύλινος μελωδός, από αυτούς που κουδουνίζουν ευχάριστα με την πνοή του αέρα.
     Ο κύριος Χι σπρώχνει απαλά την πόρτα και μπαίνει μέσα. Μια μικρή αίθουσα αναμονής, ένα γραφείο υποδοχής με έναν υπάλληλο και γύρω-γύρω κλειστές πόρτες. Στο χώρο ακούγεται απαλή μουσική. Ο κύριος Χι πλησιάζει στην υποδοχή. Ο υπάλληλος τον υποδέχεται ευγενικά.
     - Καλημέρα σας, τι θα μπορούσα να κάνω για εσάς;
     - Θα ήθελα να κάνω ένα ταξίδι.
     - Μα φυσικά, κύριε, βρίσκεστε στο κατάλληλο μέρος... Πρώτα, όμως, επιτρέψτε μου να ρωτήσω, σε περίπτωση που δεν είδατε την προειδοποιητική πινακίδα στην είσοδο: είστε άνω των 18; Έχετε αρκετές οσφρητικές εμπειρίες; Το γραφείο μας παρέχει υπηρεσίες μόνο σε οσφρητικά έμπειρους πελάτες.
     - Ναι, βέβαια, έχω αρκετές οσφρητικές εμπειρίες, έχω ξαναταξιδέψει στο παρελθόν.
     - Πολύ ωραία. Και τώρα θα θέλατε να μου πείτε πού θα θέλατε να ταξιδέψετε;
     - Σκέφτομαι έναν καλοκαιρινό προορισμό...
     - Θάλασσα; Λίμνη; Ποτάμι; Μήπως βουνό;
     - Θα προτιμούσα θάλασσα.
     - Φυσικά, κύριε. Και τι εποχή σκοπεύετε να ταξιδέψετε;
     - Καλοκαίρι, οπωσδήποτε καλοκαίρι.
     - Προτιμάτε τα τουριστικά μέρη, ή θα θέλατε καλύτερα μια ήσυχη παραλία;
     - Θα προτιμούσα μία ήσυχη παραλία.
     - Μάλιστα, έχουμε το ταξίδι που σας ενδιαφέρει. Πόσα χρήματα θα ήσαστε διατεθειμένος να πληρώσετε; Έχουμε το βασικό πρόγραμμα, αλλά έχουμε και το λουξ, με πολλά έξτρα.
     - Ποια είναι η διαφορά;
     - Το βασικό πρόγραμμα περιλαμβάνει μόνο την όσφρηση, το λουξ περιλαμβάνει και ακουστική εμπειρία. Επίσης, υπάρχει η δυνατότητα στρώματος νερού, αντί για το απλό κάθισμα του βασικού προγράμματος. Φυσικά, αυτό κοστίζει επιπλέον. Υπάρχουν επίσης ομαδικά προγράμματα, για όσους θέλουν μία εμπειρία λουξ, σε τιμή βασικού προγράμματος.
     - Ε, δε θα ήθελα να κοστίσει πολύ ακριβά, αλλά δεν μπορώ να μπω σε ομαδικό πρόγραμμα, δώστε μου το βασικό πρόγραμμα.
     - Πολύ καλά, κύριε. Μου δίνετε την κάρτα σας, παρακαλώ, για να κάνω την χρέωση του προγράμματος;
     - Ορίστε.
     Και ενώ ο υπάλληλος χρεώνει το ταξίδι στην κάρτα του κυρίου Χι, μία άλλη υπάλληλος εμφανίζεται.
     - Κυρία Ψι, της λέει ο υπάλληλος υποδοχής, οδηγήστε παρακαλώ τον κύριο Χι, στην αίθουσα 5.
     - Ακολουθήστε με, κύριε, λέει η κυρία Ψι.
     Ο κύριος Χι ακολουθεί την κυρία Ψι, η οποία ανοίγει την πόρτα αριθμός 5. Βρίσκονται σε ένα μικρό δωμάτιο, με χαμηλό φωτισμό και ένα αναπαυτικό κάθισμα. Στο χώρο ακούγεται μια πολύ απαλή μουσική.
     - Καθήστε αναπαυτικά και φορέστε το κάλυμμα οφθαλμών, λέει η κυρία Ψι. Το ταξίδι σας θα ξεκινήσει εντός ολίγου.
     Ο κύριος Χι κάθεται αναπαυτικά και φοράει ένα κάλυμμα στα μάτια του, ενώ η κυρία Ψι βγαίνει από το δωμάτιο και κλείνει την πόρτα. Το αμέσως επόμενο λεπτό, το δωμάτιο πλημμυρίζει από μία πολύ γνωστή μυρωδιά.
     - Αααα, ανασαίνει το ιώδιο ο κύριος Χι. Τι ωραία που είναι εδώ!
      Ξαπλώνεται ακόμα καλύτερα στο κάθισμά του και απολαμβάνει μία υπέροχη καλοκαιρινή μέρα στην παραλία. Η θάλασσα κυματίζει ελαφρά και ένα δροσερό αεράκι του χαϊδεύει το πρόσωπο.
     - Μακάρι να είχα λεφτά για το πρόγραμμα λουξ, σκέφτεται ο κύριος Χι. Τι ωραία που θα ήταν αν άκουγα και τα κυματάκια να σκάνε στην παραλία! Και ξαπλωμένος σε ένα στρώμα νερού, ακόμα καλύτερα!
     Αλλά και έτσι καλά είναι, πρόκειται για μια πολύ ευχάριστη εμπειρία. Θα έχει να μιλάει γι'αυτήν στο γραφείο. "Πού πήγες φέτος;" "Α, φέτος πήγα στη θάλασσα!" "Και πώς τα πέρασες;" "Πολύ ωραία, όλη την ώρα αραγμένος στην παραλία..." "Αχ, μπράβο, και του χρόνου να είσαι καλά να ξαναπάς!"
     Αυτά σκέφτεται ο κύριος Χι καθώς απολαμβάνει το ταξίδι του, και στα διπλανά δωμάτια άλλοι κύριοι και κυρίες Χι, ξαπλωμένοι αναπαυτικά, απολαμβάνουν τα δικά τους ταξίδια, σε βουνά, θάλασσες, πόλεις, χωριά... Και όλοι στο βάθος του μυαλού τους ευχαριστούν σιωπηλά τον εφευρέτη αυτών των ταξιδιών, δηλαδή εμένα!

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Βροχής παρενέργειες


     Όλος ο κόσμος το ξέρει ότι η αγαπημένη μου εποχή είναι η άνοιξη. Μέχρι που έχω και θεωρία γι'αυτό. Λατρεύω τον καλό καιρό, τα ανθισμένα λουλούδια, την επιστροφή των χελιδονιών. Δεν μου αρέσει το κρύο, το χιόνι και η βροχή, ιδιαίτερα όταν δεν βρίσκομαι μέσα στο προστατευμένο περιβάλλον του σπιτιού μου. Δεν μου αρέσει ο χειμώνας, παρ'όλο που έχω γεννηθεί χειμώνα.
     Υπάρχει όμως και άλλη μια εποχή του χρόνου που μου αρέσει πολύ: το φθινόπωρο, και πιο συγκεκριμένα, η αρχή του φθινοπώρου, με τα φύλλα που κιτρινίζουν, αλλά κυρίως, με τις ψιλές βροχούλες που νοτίζουν το χώμα και το κάνουν να μοσχοβολάει.
     Έτσι, εχθές το απόγευμα ήταν για μένα μια σκέτη απόλαυση. Κάθησα στη βεράντα μου και ανάσαινα τον μυρωδάτο αέρα, και στο μυαλό μου έρχονταν απανωτά ένα σωρό φθινοπωρινές μέρες, τότε που ήμουν μικρή και τα πρωτοβρόχια σηματοδοτούσαν την επιστροφή μου στο σχολείο. Επειδή το λάτρευα το σχολείο (και δε θέλω σχόλια περί "φυτών"). Τα πρωτοβρόχια σήμαιναν την επιστροφή μου στο σχολείο, με τους φίλους μου, με τα καινούργια βιβλία - που τα ξεφύλλιζα μέχρι την τελευταία σελίδα - , με τα καινούργια πράγματα που με περίμεναν να τα μάθω, άσχετα αν τώρα τα περισσότερα από αυτά τα έχω ξεχάσει...
     Και οι ευχάριστες εκπλήξεις δεν σταμάτησαν στην χθεσινή μέρα. Σήμερα το πρωί, άλλη ευχάριστη έκπληξη με περίμενε: ο ουρανός ήταν και πάλι γκρίζος και ψιχάλιζε, και η σκέψη μου ταξίδεψε κατευθείαν στα ταξίδια που έχω κάνει κάποιους Σεπτέμβριους της ζωής μου. Και ας είναι ακόμη Αύγουστος.
     Η αίσθηση ήταν τόσο έντονη, που δεν ένιωθα ότι πήγαινα στη δουλειά μου, αισθανόμουν σαν να πήγαινα να επισκεφτώ κάποιο μουσείο και να περιδιάβαινα τους νοτισμένους δρόμους μιας ξένης πόλης, όπου περπατούσαν ξένοι άνθρωποι, που μιλούσαν ξένες γλώσσες. Κι αυτό επειδή όσες φορές έχω ταξιδέψει Σεπτέμβριο, πάντα βρέχει τη μία από τις μέρες του ταξιδιού. Λες και το έχω κάνει τάμα.
     Κι όμως, όλες αυτές οι βροχές, οι ψιχάλες και οι μπόρες των ταξιδιών του Σεπτεμβρίου, συντέλεσαν ώστε το σημερινό πρωινό να μου φανεί τόσο όμορφο. Και κάθε φορά που κοίταζα έξω στον δρόμο, μεμιάς έπαυα να βρίσκομαι στην Αθήνα και ταξίδευα σε άλλα μέρη και σε άλλους καιρούς.
     Και θα το ομολογήσω, όσο παράξενο κι αν φαίνεται: παρακαλούσα να μην βγει ο ήλιος και όταν κατά το μεσημέρι βγήκε, πολύ στενοχωρήθηκα. Ποια; Εγώ, η λάτρης της ηλιοφάνειας. Μάλλον χρειάζομαι επειγόντως ένα ταξίδι...
 


Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου
                                                                                         

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Η ώρα του σκλάβου


     Σήμερα ανακάλυψα ότι ο καναπές μου είναι στην πραγματικότητα μία πρώτης τάξης χρονομηχανή. Δεν εξηγείται αλλιώς, πώς κοιμήθηκα επάνω του Δευτέρα και ξύπνησα Παρασκευή! Ή, μάλλον, για να ακριβολογήσω, αυτήν την αίσθηση είχα όταν ξύπνησα: ότι ήταν Παρασκευή. Έτοιμη ήμουν να κάνω το πρόγραμμα του Σαββάτου, όταν συνειδητοποίησα ότι ήταν ακόμα Δευτέρα βράδυ!
     Είναι προφανές, λοιπόν, ότι ο καναπές μου, αν δεν είναι χρονομηχανή, είναι τουλάχιστον μαγικός και, άρα, θα πρέπει να είμαι πολύ προσεκτική όταν αποκοιμιέμαι επάνω του. Θα πρέπει, για καλό και για κακό, να έχω δίπλα μου πάντα ένα ημερολόγιο, για να βρίσκω τη σωστή μέρα, όταν ξυπνάω. Και ίσως, ακόμα και έτσι, να χρειάζεται να διασταυρώσω την πληροφορία και με άλλες πηγές.
     Βέβαια, όταν το ξανασκέφτηκα, λίγο αργότερα - που είχα ξυπνήσει για τα καλά - είδα ότι ίσως η αιτία να ήταν πιο απλή, και τελικά σκέφτηκα ότι μάλλον έφταιγε η ζέστη.
     Επειδή είναι αλήθεια, κάνει ζέστη. Ζέστη που τη νιώθεις παντού τριγύρω, στον αέρα, στα αντικείμενα, στο δέρμα σου, παντού...
     Και αφού αναγνώρισα τη σοβαρότητα της κατάστασης, αποφάσισα να φέρω τον σκλάβο να μου κάνει αέρα. Ξέρω, ξέρω, έχω ζαλίσει τους πάντες με τα περί ελευθερίας και δημοκρατίας, αλλά ναι, το ομολογώ, έχω έναν σκλάβο. Η αλήθεια, δε, είναι ότι δεν τον αγόρασα εγώ από το σκλαβοπάζαρο, άλλος τον αγόρασε και μου τον πρόσφερε ως δώρο.
     Και να σκεφτεί κανείς ότι στην αρχή δεν τον ήθελα... Κι όμως, να που χρειάζεται ένας σκλάβος. Ξέρετε, από εκείνους που κρατάνε εκείνες τις τεράστιες βεντάλιες από φτερά και κάνουν αέρα δροσίζοντας τα αφεντικά. Ένας τέτοιος σκλάβος τελικά χρειάζεται.
     Φυσικά, προσπαθώ να μην τον πολυεκμεταλλεύομαι. Προσπαθώ να ζητάω τις υπηρεσίες του όσο πιο σπάνια γίνεται, αλλά σήμερα το αποφάσισα: ήρθε η ώρα του σκλάβου.
     Και μη φανταστείτε ότι ο σκλάβος μου είναι κανένας σωματαράς μαύρος, με κρίκο στο αυτί και τουρμπάνι. Όχι, όχι, αυτά μόνο στις ταινίες. Ο δικός μου ο σκλάβος είναι κοντούλης, νάνος θα έλεγε κανείς, και ανοιχτόχρωμος. Τη δουλειά του όμως την κάνει και αυτό είναι το σημαντικό.
     - Αέρα, παρακαλώ, του είπα όταν τον ανέβασα από την αποθήκη, όπου ήταν ξαπλωμένος.
     - Πόσο δυνατό; με ρώτησε.
     - Αρκετά, απάντησα.
     - Έτσι είναι καλά; ρώτησε.
     - Τέλεια! Αλλά μην κουνιέσαι πέρα-δώθε, να κάνεις αέρα σταθερά προς τη μεριά μου.
     - Μάλιστα, κυρία, μου είπε και επιδόθηκε στο έργο του.
     Και ο αέρας δρόσισε σχεδόν αμέσως. Αχ, τι απόλαυση! Να έχεις την ευχή μου, καλέ μου ανεμιστήρα!

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Νυχτερινές επιθέσεις


     Τελικά, είναι γεγονός. Η Χώρα της πίσω βεράντας είναι ένα πολύ επικίνδυνο μέρος. Ίσως είναι έτσι, επειδή δεν υπάρχει κανείς να τη φυλάει. Ίσως, πάλι, επειδή δεν έχει πολλή φασαρία. Όλος ο κόσμος ξέρει ότι τα άγρια ζώα αποφεύγουν τη φασαρία.
     Κι όμως, με μια πρώτη ματιά, η Χώρα της πίσω βεράντας φαίνεται ένα ειδυλλιακό μέρος. Βλάστηση, ησυχία... Ένα κομμάτι Παράδεισος, που έχει πέσει στη γη. Πουλάκια κελαηδάνε, τζιτζικάκια τερετίζουν, πεταλούδες πετούν αμέριμνες...
     Κι όμως, ανάμεσα στα φύλλα των φυτών, κρυμμένα πίσω από τις γλάστρες, τα άγρια ζώα κρύβονται, περιμένοντας να πέσει το σκοτάδι. Και έχουν τεράστια υπομονή, αφού ξέρουν ότι ένα μέρος της επιτυχίας τους οφείλεται στη μεταμφίεση και ένα άλλο στον αιφνιδιασμό. Ξέρουν πολύ καλά ότι πρέπει να γίνουν ένα με το περιβάλλον για να μην εντοπιστούν, για να μπορούν στη συνέχεια να αιφνιδιάσουν το θύμα τους.
     Άγριοι, αιμοδιψείς κυνηγοί, που κυνηγούν μεμονωμένα ή σε αγέλες. Και φυσικά, μόνο τα θηλυκά κυνηγούν, όπως συμβαίνει και με τα λιοντάρια. Μόνο τα θηλυκά είναι τόσο επικίνδυνα. Κρύβονται ανάμεσα στα φυλλώματα και περιμένουν ακίνητα, αμίλητα. Και μόνο όταν πέσει το σκοτάδι, μόνο τότε, βγαίνουν από τις κρυψώνες τους και επιτίθενται. Και εντοπίζουν το θύμα τους από την οσμή. Οσμίζονται το αίμα από μακριά. Και δεν τους τρομάζει το μέγεθος του θύματος, όσο πιο μεγάλο, τόσο το καλύτερο, αφού το φαγητό θα είναι αφθονότερο.
     Όλα αυτά η Πίπη τα ξέρει πολύ καλά. Ξέρει ότι υπάρχουν άγριοι κυνηγοί. Ξέρει ότι η Χώρα της πίσω βεράντας μπορεί να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνη. Και προσέχει. Και αποφεύγει τη Χώρα της πίσω βεράντας, όταν είναι βράδυ.
     Όμως εχθές, η βραδιά ήταν τόσο γλυκιά, η Χώρα της πίσω βεράντας φαινόταν τόσο ήσυχη, τόσο ακίνδυνη, τόσο ευχάριστη, που η Πίπη αποφάσισε να καθήσει εκεί. Ίσως να έφταιγε το ότι είχε αποφασίσει να διαβάσει λίγο, αντί να πετάει δεξιά κι αριστερά, όπως συνηθίζει.
     Και πήρε το βιβλίο της και κάθησε. Και άρχισε να διαβάζει. Και ήταν αρκετά διασκεδαστικό αυτό που διάβαζε. Από μακριά ακουγόταν το βουητό των αυτοκινήτων, αλλά τα τζιτζικάκια ήταν εκεί και τερέτιζαν χαλαρωτικά. Η Πίπη άπλωσε και τα πόδια της για να είναι πιο άνετα. Και συνέχισε να διαβάζει.
     Μέγα λάθος. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι, τα άγρια ζώα ξεθάρρεψαν και βγήκαν από τις κρυψώνες τους. Εντόπισαν χωρίς δυσκολία τον στόχο τους και του επιτέθηκαν χωρίς καθυστέρηση. Και όταν η Πίπη κατάλαβε ότι είχε γίνει ο στόχος των άγριων θηρίων της χώρας, ήταν πια αργά. Το μόνο που κατάφερε ήταν να επιστρέψει στη Χώρα του διαμερίσματος πληγωμένη.
     Και πάλι καλά που την γλίτωσε με μόνο δύο δαγκωματιές στα πόδια!