Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Walk like an Egyptian


      Περπατάς στον δρόμο. Βιάζεσαι να πας στη δουλειά σου. Το πεζοδρόμιο στενό. Με το ζόρι στριμώχνονται τα δεντράκια και μοιράζονται με τον πεζό τη μοναδική πλάκα του πεζοδρομίου. Αναγκαστικά, για να χωρέσεις και να διατηρήσεις την ταχύτητά σου χωρίς να χτυπήσεις, απλώνεις το ένα χέρι μπροστά, κρατάς το άλλο προς τα πίσω και γυρνάς και λίγο στο πλάι. Walk like an Egyptian.
     - Δεν είναι κατάσταση αυτή, σκέφτεσαι. Δε γίνεται να περπατάω με το πλάι. Ας κατέβω στον δρόμο.
     Ο δρόμος επίσης στενός, και επιπλέον "στρωμένος" κατά το ήμισυ με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Για να περπατήσεις, ουσιαστικά περπατάς στη μέση του δρόμου. Ευτυχώς που είναι πρωί και δεν έχει πολλή κίνηση. Όμως, να'το που ξεπροβάλλει ένα αυτοκίνητο, με σαφή πρόθεση να έρθει εναντίον σου. Με μικρή ταχύτητα, βέβαια, αλλά σε πλησιάζει. Τι να κάνεις; Κολλάς όσο γίνεται στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, γυρνάς λίγο στο πλάι, το ένα χέρι μπροστά, το άλλο πίσω... Walk like an Egyptian.
     Μπαίνεις στον σταθμό του μετρό. Επιτέλους, έφτασες. Πας να κατέβεις με τις κυλιόμενες και, επειδή βιάζεσαι, παίρνεις την αριστερή "λωρίδα", αυτή των βιαστικών. Έλα, όμως, που πάντα πιο μπροστά βρίσκεται είτε ένας πολύ χοντρός άνθρωπος που κλείνει τη δίοδο, είτε ένας πολύ αδύνατος που όμως έχει στηθεί στη μέση, σχεδόν ισαπέχοντας από τις κουπαστές, ίσως νιώθοντας ότι αν πλησιάσει πολύ στην κουπαστή θα σπάσει η φούσκα μέσα στην οποία συντηρεί την εμφανή αναισθησία του.
     Αν δεν είναι ένας, μπορεί να είναι δύο, οι οποίοι βρίσκουν στις κυλιόμενες σκάλες του μετρό τον ιδανικό χώρο για προβληματισμό και συζήτηση, ή μπορεί να είναι ένας με μια βαλίτσα, που για να μην αισθάνεται μόνη πρέπει να τη βάλει δίπλα του και όχι μπροστά του. Υπάρχουν, γενικά, διάφορα εμπόδια στο χώρο των κυλιόμενων του μετρό. Εσύ, όμως, βιάζεσαι. Δεν είσαι διατεθειμένος να αφήσεις τίποτα να σε εμποδίσει να προλάβεις το συρμό, που ακούγεται να πλησιάζει. Στριμώχνεσαι στην αριστερή πλευρά της σκάλας, και σιγά-σιγά, γυρνάς ελαφρά στο πλάι, το ένα χέρι μπροστά, το άλλο πίσω, έλα, τώρα το έμαθες: walk like an Egyptian.
     Φτάνεις στην αποβάθρα. Φτάνει ο συρμός. Ευτυχώς, πρόλαβες. Αλλά είναι γεμάτος κόσμο. Και τώρα, πώς θα μπεις που είναι μερικοί που έχουν βιδωθεί στη θέση τους και δε λένε να μετακινηθούν, προσπαθώντας να διατηρήσουν το βαγόνι μισοάδειο γύρω από αυτούς; No problem, ξέρεις: γυρνάς στο πλάι, χέρι μπρος, χέρι πίσω, walk like an Egyptian.
     Τα κατάφερες. Επί δέκα λεπτά στηρίζεις και στηρίζεσαι, σπρώχνεις και σπρώχνεσαι, ανταλλάσσεις και μερικά βλέμματα. Φτάνεις στον προορισμό σου. Πρέπει να βγεις. Έλα, όμως, που οι απέξω έχουν βιδωθεί μπροστά στην πόρτα, περιμένοντας να εξαφανιστούν από μόνοι τους οι απομέσα για να μπουν εκείνοι! Έλα, όλοι μαζί: γυρνάμε στο πλάι, χέρι μπρος, χέρι πίσω, ο ένας πίσω από τον άλλον, ανάμεσα από τους απέξω: Walk like an Egyptian, walk like an Egyptian, walk like an Egyptian!
     Καταφέρνεις, με τα χίλια ζόρια, να βγεις από το συρμό, να βγεις από τον σταθμό, να φτάσεις στη δουλειά σου. Και τότε το σκέφτεσαι: Να δεις που, τελικά, όλο αυτό το Αιγυπτιακό θα μου αφήσει κανένα κουσούρι!

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Λαθραία βόλτα


     Το φεγγάρι ξεφύσησε βαριεστημένο.
     - Τι βαρεμάρα! είπε και χασμουρήθηκε.
     Άλλη μια νύχτα ξεκινούσε. Άλλη μια βόλτα στον σκοτεινό ουρανό, να γυρνάει γύρω από τη γη, μέχρι να έρθει ο ήλιος και να πάρει τα ηνία. Δεν είχε διαλέξει σωστά. "Εύκολη δουλειά, χωρίς πολλές απαιτήσεις", του είχαν πει. "Τη νύχτα ο περισσότερος κόσμος κοιμάται. Ούτε χρειάζεται να προσπαθείς να φωτίσεις περισσότερο, ούτε τίποτα. Ενώ τη μέρα γίνεται χαμός."
     - Εντάξει, είχε πει, επιπόλαια, όπως αποδείχτηκε.
     Και ανέλαβε εκείνο τη νυχτερινή βάρδια και ο ήλιος την ημερήσια. Όμως, τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, δεν είχε διαλέξει και τόσο σωστά. Τη μέρα υπήρχε περισσότερο ενδιαφέρον. Το βράδυ ήταν όλα σκοτεινά και δεν έβλεπες σχεδόν τίποτα. Όλα είχαν σχεδόν το ίδιο χρώμα: σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο. Με λίγο κοκκινωπό, σκούρο μωβ στο βάθος του ορίζοντα. Ενώ τη μέρα...
     Είχε ακούσει ότι τη μέρα τα πάντα ξυπνούσαν και ότι η μέρα είχε πολύ περισσότερη φασαρία από τη νύχτα. Τα χρώματα, επίσης, ήταν πολύ περισσότερα. Πόσο θα ήθελε να δει τα χρώματα της ημέρας!
     Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, είχε ήδη επιχειρήσει να επισκεφτεί τη γη τη μέρα, αλλά είχε γίνει αντιληπτό από τους ουρανοφρουρούς και το είχαν επιπλήξει βαρύτατα. Αυτοί οι ουρανοφρουροί ήταν πολύ αυστηροί. Δεν την χάριζαν σε κανέναν. Αφού ένα αστέρι από τον αστερισμό του Τοξότη, που ξεχάστηκε ύστερα από επίσκεψη και βρέθηκε ανάμεσα στα αστέρια της Ανδρομέδας, τιμωρήθηκε με πρόστιμο και μηνιαία στέρηση των ουράνιων μετακινήσεων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο τέλος του μήνα, το εξόρισαν στον αστερισμό της μικρής Άρκτου, να κάνει αέρα στον Πολικό αστέρα!
     Όμως, όταν το φεγγάρι βάλει κάτι στο μυαλό του, δεν σταματάει μέχρι να το καταφέρει. Και αυτήν τη νύχτα, πρόσεξε κάτι ενδιαφέρον: ο ουρανός ήταν καλυμμένος με σύννεφα.
     - Το βρήκα! αναφώνησε όλο χαρά και έκανε τα νερά κάτω στη θάλασσα να χορεύουν. Θα περιμένω το πρωί και μόλις έρθει, θα κρυφτώ ανάμεσα στα σύννεφα και θα τα δω όλα, χωρίς εμένα να με δει κανένας.
     Με αυτές τις σκέψεις, το φεγγάρι συνέχισε τη μοναχική του βόλτα στον σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο ουρανό. Είδε τους φωτισμένους δρόμους, τα φανάρια, τα φώτα των αυτοκινήτων, τις φωτεινές επιγραφές των κέντρων διασκέδασης. Είδε τις νυχτερίδες, τις κουκουβάγιες, είδε τις νυχτοπεταλούδες. Μύρισε τα νυχτολούλουδα. Όλα εντάξει.
     Ένιωσε μεγάλη ταραχή καθώς περίμενε να έρθει η ώρα της επιχείρησης, αλλά όλα φαίνονταν να πηγαίνουν ρολόι. Στο βάθος, άρχισε να χαράζει η αυγή. Τα χρώματα του ουρανού πολλαπλασιάστηκαν. Γαλάζιο, ροζ και κίτρινο ανοιχτό, και άσπρο από τα σύννεφα, που έκαναν τη βόλτα τους αργά και νωχελικά, σφιχταγκαλιασμένα μεταξύ τους, καθώς ήταν όλα αδέρφια, παιδιά του ήλιου και της θάλασσας.
     - Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε το φεγγάρι και κρύφτηκε ανάμεσα στα σύννεφα.
     Τακτοποιήθηκε όσο πιο καλά μπορούσε και περίμενε να δει πώς ήταν η γη τη μέρα. Και είδε το φως να αλλάζει συνέχεια και είδε τους ανθρώπους που ξυπνούσαν και άκουσε τα πουλιά που κελαηδούσαν και είδε ότι το χρώμα της θάλασσας άλλαζε επίσης και από το θαυμασμό του έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
     - Τι έχανα τόσον καιρό, που δεν το τολμούσα! έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Σύννεφα, αδέρφια μου, μη με προδώσετε, σας παρακαλώ. Μείνετε εδώ, γύρω μου, και σφιχταγκαλιαστείτε. Κανένας δε θέλω να με δει.
     Κι όμως, αυτή του η επιθυμία διόλου δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς το είδε ένα παιδί. Και το παιδί όχι μόνο το είδε, αλλά πρόλαβε και το έβγαλε και φωτογραφία το φεγγάρι. Και τώρα τι να κάνει το καλό μας το φεγγάρι, που άμα το συλλάβουν οι ουρανοφρουροί, η φωτογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο στο δικαστήριο;


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Μονομαχίες


    
     Οι πρώτες βροχές του φθινοπώρου ήρθαν. Και ήρθε και η πρωινή δροσιά, και η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, και το χρώμα του πρωινού έγινε πιο σκοτεινό και οι μέρες μίκρυναν και συνεχίζουν να μικραίνουν... Σε λίγο το καλοκαίρι θα γίνει μια ανάμνηση.
     Μου αρέσει και το φθινόπωρο, ιδιαίτερα στην αρχή του. Πάντα μου άρεσε, κυρίως επειδή θα άνοιγε το σχολείο και θα έβλεπα τους φίλους μου ύστερα από ένα ολόκληρο καλοκαίρι ανεμελιάς και παιχνιδιών στον δρόμο. Πού αυτό το συναίσθημα τώρα πια... Τώρα αυτό που μου λείπει είναι το καλοκαίρι της ανεμελιάς. Η άδεια ίσα που φτάνει για να αρχίσεις να χαλαρώνεις και πάνω εκεί, τσουπ, πρέπει να γυρίσεις στη δουλειά. Ευλογημένα χρόνια της παιδικής ηλικίας!
     Τα περισσότερα παιδικά καλοκαίρια μου τα πέρασα στο σπίτι μου, υπήρξαν όμως και δύο που τα πέρασα στο χωριό της μαμάς μου. Χωράφια ατελείωτα, απόλυτη ελευθερία, πρόβατα, κότες, σκύλοι, γάτες, γαϊδούρια, απουσία τρεχούμενου νερού και ηλεκτρικού ρεύματος, βράδια χρωματισμένα από το αχνό, τρεμουλιαστό φως μιας μικρής λάμπας οινοπνεύματος, ένας ουρανός διάτρητος από αστέρια, βραδυνοί ήχοι από τριζόνια, μεσημεριανοί ήχοι από τζιτζίκια, κρύο το βράδυ, ζέστη τη μέρα, ο φούρνος με τα ξύλα, το ζυμωτό ψωμί, το πικάντικο τυρί του παππού, ο φροντισμένος κήπος της γιαγιάς...
     Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε! Το χωριό δεν είναι το ίδιο, φυσικά. Ο παππούς και η γιαγιά πια δεν υπάρχουν, ούτε το παλιό πλινθόκτιστο σπίτι. Κανείς δεν έχει μείνει να το φροντίζει. Μόνο τα αστέρια συνεχίζουν να είναι το ίδιο πολλά. Και ίσως και τα τριζόνια το βράδυ.
     Είναι ένα φθινοπωρινό μεσημέρι. Περπατάω κοντά στο μετρό. Θέλω να πάω να ψωνίσω και περπατάω βιαστικά. Οι σκέψεις μου, σκέψεις καθημερινές, οι δουλειές που έχω να κάνω σήμερα, αύριο, μεθαύριο... Να μην καθυστερήσω, σκέφτομαι, να προλάβω και το λεωφορείο.
     Και ξαφνικά, εκεί που περπατάω, δέχομαι το πρώτο χτύπημα: μια συκιά γεμίζει τον αέρα με την ιδιαίτερη μυρωδιά της. Και αμέσως μετά, το δεύτερο: μυρωδιά ξερών χόρτων.
     Προτού καλά-καλά το συνειδητοποιήσω, μεταφέρομαι με τη χρονοκάψουλα της μνήμης χιλιόμετρα μακριά. Μεταφέρομαι ξανά στο χωριό της μαμάς. Τα πόδια μου δεν πατάνε πια την σκονισμένη άσφαλτο, πατάνε τα ξερά χόρτα του χωραφιού του παππού. Να και η συκιά, όπου ο παππούς είχε φτιάξει γύρω-γύρω ένα ξύλινο παγκάκι και καθόμασταν το μεσημέρι. Δεν υπάρχει πια αυτή η συκιά. Όμως εγώ νιώθω σα να είναι εκεί, δίπλα μου. Η συκιά, μαζί με το παιδικό μου καλοκαίρι.
     Πόσο δυνατή αλλά υποτιμημένη είναι, τελικά, η όσφρηση! Το ίδιο νοητικό ταξίδι θα ήταν απείρως δυσκολότερο, αν το επιχειρούσα δια της όρασης ή δια της ακοής. Βλέποντας μια φωτογραφία ή ακούγοντας, για παράδειγμα, μαγνητοφωνημένους ήχους από το χωριό, θα μπορούσα να φανταστώ ότι είμαι εκεί, όμως μέσω της όσφρησης η μετάβαση ήταν αμεσότερη και περισσότερο βιωματική.
     Μου προκαλεί έκπληξη η συνειδητοποίηση ότι, τελικά, οι μυρωδιές που μου φέρνουν στο μυαλό το καλοκαίρι είναι η μυρωδιά της συκιάς και των ξερών χόρτων, αντί για την τόσο αγαπημένη μυρωδιά της θάλασσας. Τα καλοκαιρινά, παιδικά μου, θαλασσινά μπάνια τα έχω συνδέσει με τη μυρωδιά του βραστού αυγού, που μας έδινε να φάμε η μαμά μας μετά το μπάνιο. Άβυσος ο εγκέφαλος του ανθρώπου!
     Και, έτσι όπως ένιωσα ότι είναι καλοκαίρι, ξαφνικά, μέσα στο φθινόπωρο, μοιάζει λες και οι δύο εποχές μονομαχούν μέχρις εσχάτων για την κυριαρχία στο χώρο. Προς το παρόν, το καλοκαίρι με μερικές επιδέξιες κινήσεις του σπαθιού, ανάγκασε το φθινόπωρο να υποχωρήσει και να κρυφτεί. Όμως, το φθινόπωρο είναι ξεροκέφαλο, δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Στο επόμενο τετράγωνο οι μυρωδιές αντικαθίστανται από τη μυρωδιά της ασφάλτου και των εξατμίσεων των αυτοκινήτων. Επανέρχομαι στο εδώ και τώρα. Μαγεία ήταν και πέρασε.


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Μαγική επιδιόρθωση


      Βαρέθηκα. Βαρέθηκα τα πρωινά, που πρέπει να σηκώνεσαι και να παίρνεις τους δρόμους, αντί να κοιμάσαι στο κρεβατάκι σου, ή να παίρνεις το πρωινό σου σαν άνθρωπος. Βαρέθηκα τον κόσμο, όλους αυτούς τους άξεστους που συναντάς στο μετρό, στα λεωφορεία, στον δρόμο, στη δουλειά. Βαρέθηκα όλους αυτούς τους τύπους που σου χαμογελάνε, σου χτυπάνε φιλικά την πλάτη και το αμέσως επόμενο λεπτό έχουν ήδη βγάλει το μαχαίρι και το ακονίζουν για να σε μαχαιρώσουν πισώπλατα. Βαρέθηκα όλους αυτούς που σου μιλάνε από υποχρέωση, αντί να μη σου μιλάνε καθόλου. Βαρέθηκα όλους αυτούς που νομίζουν ότι είναι πιο έξυπνοι από τους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα η ευφυϊα τους δεν ξεπερνά αυτήν του μέσου όρου. Βαρέθηκα όλους αυτούς που είναι γεμάτοι αγκάθια, πιστοί στο απόφθεγμα ότι "η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση". Βαρέθηκα όλους αυτούς που δεν ξέρουν τι θέλουν. Βαρέθηκα όλους αυτούς που τα θέλουν όλα. Βαρέθηκα όλους εκείνους που σου κλέβουν μέχρι και τον αέρα που αναπνέεις.
     Βαρέθηκα να πρέπει να αποδεικνύω συνέχεια ότι δεν είμαι ελέφαντας, ενώ είναι πασιφανές ότι ούτε μεγάλα αυτιά έχω, ούτε προβοσκίδα. Βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα να βλέπω τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα τις κολακείες και τα κουτσομπολιά. Βαρέθηκα τις λυκοφιλίες και τα βλέμματα που δε συμφωνούν με τα λόγια. Βαρέθηκα τα χαμόγελα και τα χαζόγελα. Βαρέθηκα να σκέφτομαι τους άλλους. Βαρέθηκα να μη με σκέφτεται κανένας. Βαρέθηκα να είμαι έρμαιο στα τερτίπια του καθενός και να αναγκάζομαι να κάνω τον καραγκιόζη, αναζητώντας μια προ πολλού χαμένη ισορροπία.
     Μια απ'αυτές τις μέρες, όμως, μια απ'αυτές τις μέρες, θα τεντώσω το δάχτυλο προς το μέρος τους και θα πω το μαγικό μου ξόρκι. Και τότε θα δουν όλοι: χαστούκια απανωτά θα πέσουν και στα δυο τους τα μάγουλα, το σώμα τους ολόκληρο θα εκτιναχτεί στον αέρα και θα χτυπήσει με δύναμη επάνω σε τοίχους, βράχια και κοτρώνες, λέξεις που δεν ακούστηκαν ποτέ πριν θα απευθυνθούν σε αυτούς δημόσια, θα εξευτελιστούν, θα διαπομπευτούν, θα μαστιγωθούν και πάραυτα θα διωχθούν στο πυρ το εξώτερο! Η οργή μου θα πέσει επάνω τους σαν πύρινη λαίλαπα. Ο ουρανός θα μαυρίσει πάνω από τα κεφάλια τους και αστραπές θα τους σφραγίσουν σαν άλογα ιπποφορβείου. Και αφού τιμωρηθούν όλοι με τον τρόπο που τους αξίζει, η γαλήνη θα με κυριέψει.
     Είναι μεγάλος ο πειρασμός να χρησιμοποιήσω το ξόρκι. Το νιώθω να μου γαργαλάει τη γλώσσα. Με το ζόρι το κρατάω. Αν ανοίξω το στόμα μου ίσως κιόλας μου ξεφύγει. Και το αστείο είναι ότι κανείς τους δεν γνωρίζει την ύπαρξή του, εκτός από εμένα. Τι να κάνω; Ας το κρατήσω σε αναμονή προς το παρόν. Έτσι κι αλλιώς, η δυνατότητα να καταστρέψω τον κόσμο είναι πάντα στα χέρια μου.
     Πόσο τυχερός, λοιπόν, είναι ο κόσμος, που είμαι τόσο καλός άνθρωπος! Τυχερός κι ας μην το ξέρει. Καληνύχτα, τυχερούλη!

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Χωρίς κεφάλι


    
     Αργά το απόγευμα. Λίγο πριν σκοτεινιάσει. Πηγαίνω στην στάση να πάρω το λεωφορείο. Φτάνω λίγο προτού φτάσει ένα λεωφορείο, το οποίο όμως δεν είναι το δικό μου. Μια κοπέλα που καθόταν σηκώνεται. Προφανώς, είναι το δικό της.
     Το μάτι μου πέφτει επάνω σε ένα καπέλο που είναι στο παγκάκι.
     - Δικό σας; τη ρωτάω.
     - Όχι, μου λέει και μπαίνει στο λεωφορείο.
     Κάθομαι στο παγκάκι, δίπλα ακριβώς από το καπέλο.
     Το κοιτάζω.
     Ίσως να με κοιτάζει και εκείνο.
     - Μοναξιές; λέω, προσπαθώντας να σπάσω τον πάγο.
     Δεν απαντάει.
     - Σε άφησαν μόνο σου; επιμένω.
     - Δε νομίζω να γνωριζόμαστε, μου λέει και τινάζει θυμωμένα το γείσο του προς τα πάνω. Στον πληθυντικό, παρακαλώ.
     - Συγγνώμη, λέω και σωπαίνω.
     Το ξανακοιτάω. Έχει το γείσο του κατεβασμένο, πρέπει να είναι στενοχωρημένο. Ποιος να το εγκατέλειψε, άραγε;
     - Περιμένετε ώρα; ρωτάω, προσπαθώντας να ξαναπιάσω κουβέντα.
     - Αρκετή, απαντάει, αλλά δε σηκώνει το κεφάλι του.
     Είναι σίγουρα στενοχωρημένο. Ε, δεν είναι και λίγο να σε εγκαταλείπουν σε μια στάση λεωφορείου!
     - Σε αναζήτηση νέου κεφαλιού; ρωτάω ξανά.
     - Μία κυρία του επιπέδου μου, λέει περιφρονητικά, δεν ψάχνει, την ψάχνουν. Και ούτε είναι όλα τα κεφάλια άξια για ένα καπέλο σαν εμένα.
     Το κοιτάζω πιο προσεκτικά. Είναι αλήθεια ότι δεν είναι ένα συνηθισμένο καπέλο. Είναι κασκέτο μεν, προσεγμένο δε. Το χρώμα του είναι αυτό που ένας μόδιστρος θα ονόμαζε "ιβουάρ". Το ύφασμα από το οποίο είναι φτιαγμένο γυαλίζει ελαφρά. Επάνω του διακρίνονται λεπτά κεντήματα και πολύ μικρές πούλιες. Προφανώς γυναικείο. Δεν πρέπει, όμως, να ανήκει σε νέα γυναίκα. Πιο πολύ μπορώ να φανταστώ να το φοράει μια ηλικιωμένη κυρία.
     Η κίνηση στον δρόμο συνεχίζει αμείωτη. Πολλά αυτοκίνητα περνούν, μηχανάκια, ένα ποδήλατο... Μια γάτα διασχίζει τον δρόμο βιαστικά, ακροπατώντας, θαρρείς, στα λεπτά της ποδαράκια. Έχει ήδη σκοτεινιάσει.
     Πόσο θα μείνει, άραγε, σε αυτήν τη θέση; Να το έχει καταλάβει η ιδιοκτήτριά του ότι το έχει ξεχάσει; Να γυρίσει για να το βρει; Ή να το θεωρήσει ήδη χαμένο και να μην το ψάξει καθόλου; Είμαι σίγουρη ότι το καπέλο περιμένει την ιδιοκτήτριά του. Είμαι σίγουρη ότι πιστεύει πως είναι τόσο αναντικατάστατο, που η ιδιοκτήτριά του θα φάει γη και ουρανό μέχρι να το ξαναβρεί.
     Όσο πιο πολύ περνάει η ώρα, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι το καπέλο θα περάσει εκεί τη νύχτα. Κανείς δε θα ενδιαφερθεί γι'αυτό, και ας είναι χρώματος ιβουάρ, με κεντήματα επάνω... Εκεί θα το βρει και η αυριανή μέρα. Και, ίσως, και η μεθαυριανή.
     Έρχεται το λεωφορείο μου. Σηκώνομαι από το παγκάκι και του κάνω σήμα να σταματήσει. Το καπέλο δεν κουνιέται. Το λεωφορείο σταματάει και ανοίγει την πόρτα του ακριβώς μπροστά μου. Ρίχνω μια ματιά στο παγκάκι... Το καπέλο στην ίδια θέση. "Άσε με στη μοναξιά μου", είναι σα να μου λέει.
     Μπαίνω στο λεωφορείο, η πόρτα κλείνει πίσω μου. Μια τελευταία ματιά στο παγκάκι.
     - Καληνύχτα, του εύχομαι νοερά.
     Δε μου ρίχνει ούτε μια ματιά. Παραμένει με το γείσο κατεβασμένο και εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι, μαζί με την στάση...

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Επιστροφή



     Και οι Ούννοι επέστρεψαν. Καλπάζοντας με αλαλαγμούς επάνω στα εβδομήντα, εκατόν πενήντα, διακόσια ή διακόσια πενήντα άλογά τους. Με όρεξη να ορμήσουν, να πατήσουν, να ισοπεδώσουν, να εξαφανίσουν ο,τιδήποτε βρεθεί μπροστά τους. Με όρεξη να συνεχίσουν από εκεί που έμειναν, όταν έφυγαν πριν από λίγες μέρες.
     Πρώτο, άοπλο και αθώο θύμα, η ησυχία. Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε ότι έπεσε ηρωικά. Η αλήθεια είναι ότι δεν αντιστάθηκε καθόλου. Με τις πρώτες ορδές που έφτασαν, εκείνη εξαφανίστηκε. Φήμες λένε ότι δεν είναι νεκρή, αλλά ότι φυγαδεύτηκε παράνομα στην εξοχή...
     Επόμενο θύμα, η ατμόσφαιρα. Σαν να βάρυνε από όταν επέστρεψαν οι Ούννοι. Εκτός από το πολεμικό κλίμα, οι βαρβαρικές ορδές έφεραν και ρύπανση. Τα άλογά τους ασθμαίνουν και αποβάλλουν ένα σωρό χημικά από τα λαχανιασμένα τους στόματα. Χώρια που σαν να ανέβηκε και η θερμοκρασία...
     Για τα φυτά, ας μη μιλήσουμε καλύτερα. Προσπαθούν απεγνωσμένα να αντισταθούν στη ρύπανση, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να γίνονται πιο ασθενικά. Γεμάτα τα μπαλκόνια από ημιθανή φυτά...
     Να υπάρχει, άραγε, κάποιος που ωφελείται από αυτήν την επέλαση; Να υπάρχει κάποιος που τρέφεται από τη φασαρία, τη ρύπανση, την ταχύτητα; Άγνωστο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εγώ δεν ωφελούμαι καθόλου. Ίσα-ίσα που προτιμώ την πόλη έρημη.
     Την επόμενη φορά, λοιπόν, που οι Ούννοι θα ξαναφύγουν, έχω μια ιδέα: Να σηκώσουμε - όσοι μείνουμε εδώ - ψηλά τείχη γύρω από την πόλη, να χτίσουμε γερά κάστρα με πολεμίστρες και κανόνια, να σκάψουμε και μια πλατιά τάφρο γύρω-γύρω, να τη γεμίσουμε νερό και μέσα να ρίξουμε κροκόδειλους ή πιράνχας, να σηκώσουμε και τις γέφυρες και να δούμε τότε πώς θα μπουν στην πόλη!

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Ο επισκέπτης του Δεκαπενταύγουστου


    
     Εορταστική μέρα σήμερα. Μέρα που, άλλοι τη γιορτάζουν με εκδρομές στα νησιά και στις κατά τόπους εκκλησίες, άλλοι τη γιορτάζουν στο σπίτι τους υποδεχόμενοι επισκέπτες και άλλοι απλώς τη ζουν.
     Μάλλον ανήκω στην τελευταία κατηγορία. Οι ομαδικές εξορμήσεις τύπου επέλασης δεν ήταν ποτέ του γούστου μου. Άσε που τέτοιες μέρες, που η Αθήνα αδειάζει, γίνεται - επιτέλους - μια πόλη κατάλληλη για να ζει κανείς εκεί...
     Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι μου, δρόμος ταχείας κυκλοφορίας, είναι τόσο ήσυχος, που ακούγονται πάρα πολλά τζιτζίκια (πού ήταν κρυμμένα τόσο καιρό;). Ελάχιστοι άνθρωποι εμφανίζονται, και αυτοί μέσα σε αυτοκίνητα ή επάνω σε μηχανάκια, διασχίζουν το οπτικό μου πεδίο γρήγορα και εξαφανίζονται από αυτό.
     Έχω αποφασίσει να χαλαρώσω σήμερα. Δε θα πάω πουθενά. Θα κάτσω στο μπαλκόνι μου να απολαύσω την σπάνια ησυχία. Ευκαιρία να διαβάσω και ένα βιβλίο που έχω αφήσει μισοδιαβασμένο εδώ και καιρό: Το Παρίσι στον 20ο αιώνα, του Ιουλίου Βερν. Πολύς λόγος έχει γίνει για το συγκεκριμένο βιβλίο, για τις εφευρέσεις που περιγράφει και για τη διορατικότητα του συγγραφέα. Μέχρι στιγμής, από όσο έχω διαβάσει και μπορώ να κρίνω, είναι όντως εκπληκτική η διορατικότητα του Βερν σχετικά με την πρόοδο της τεχνολογίας. Κι όμως, πιο εντυπωσιακή ακόμα είναι η διορατικότητά του σχετικά με την κοινωνία. Υπό διωγμόν οι τέχνες. Το μέλλον ανήκει στην τεχνολογία. Νομίζω ότι, κατά κάποιον τρόπο, είναι ένα βιβλίο που μιλάει για εμένα. Και όχι μόνο για εμένα.
     Ας συνεχίσω, λοιπόν, την ανάγνωση, να δω τι μέλλον επιφυλάσσει ο Βερν στον Μισέλ Ντυφρενουά. Παίρνω το βιβλίο μου και βγαίνω στην βεράντα. Και εκεί, δίπλα σχεδόν στην καρέκλα όπου έχω σκοπό να καθήσω, βλέπω ένα αλογάκι της Παναγίτσας! Δεν βλέπω μια μύγα, μια αράχνη, ένα μυρμήγκι, μια πεταλούδα, βλέπω ένα έντομο αρκετά ασυνήθιστο, το οποίο στέκεται σχεδόν ακίνητο και δεν αντιδρά όταν κάθομαι στην καρέκλα. Μοιάζει σα να με περίμενε. Δε γίνεται, θα το φωτογραφίσω. Πιάνω το κινητό, επιλέγω την αντίστοιχη λειτουργία, και το αλογάκι γυρίζει και με κοιτάζει! Βγάζω δύο φωτογραφίες, και αφού τελειώσω, γυρίζει το κεφάλι του και φεύγει με γρήγορα βήματα...
     Μένω λίγο σκεφτική... Να σήμαινε τίποτα αυτή η εμφάνιση; Σημάδι της ημέρας; Αλογάκι της Παναγίτσας τη μέρα της Παναγίας; Αυτές οι συμπτώσεις πια... Μήπως είναι ένας τρόπος του σύμπαντος να μου πει "Χρόνια πολλά";


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Ιστορίες ευγενών


    
     Ο Άθως, ο Πόρθος και ο Άραμις ήταν ξαπλωμένοι ράθυμα στο γρασίδι. Χαλάρωναν ύστερα από το φαγητό τους και απολάμβαναν την ηρεμία του δρόμου. Ο δε Πόρθος είχε κλειστά και τα μάτια του, και ίσως να κοιμόταν.
     - Πολλή ησυχία, είπε ο Άθως ξαφνικά. Μέρες έχουμε να δούμε τόση ησυχία.
     - Και τι σημαίνει αυτό; ρώτησε ο Πόρθος, που άνοιξε τα μάτια του αποδεικνύοντας ότι τελικά δεν κοιμόταν.
     - Δεν ξέρω, πάντως είναι υπερβολική, δε νομίζεις;
     - Ίσα-ίσα, που εγώ την απολαμβάνω, είπε ο Πόρθος και χασμουρήθηκε ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του.
     - Νυστάξαμε, βλέπω, είπε ο Άραμις. Αυτό το κότσι που έφαγες μάλλον σου έπεσε βαρύ.
     - Κάθε άλλο, είπε ο Πόρθος και γλείφτηκε.
     Τα χείλη του είχαν ακόμα τη γεύση από το κότσι.
     - Εσύ κοίτα να βάλεις κανένα γραμμάριο επάνω σου, είπε στον Άραμις και ξαναέκλεισε τα μάτια του.
     - Πότε θα έρθει αυτός ο τύπος; ρώτησε ο Άραμις τον Άθω. Τι σου είπε ο κύριος ντε Τρεβίλ;
     - Δε μου έδωσε ακριβή ημερομηνία, μου είπε όμως ότι τον περιμένουμε από μέρα σε μέρα.
     - Πώς είπες ότι λέγεται;
     - Ντ'Αρτανιάν.
     - Και είναι καλός;
     - Έτσι λένε. Ο κύριος ντε Τρεβίλ πιστεύει ότι θα μας βοηθήσει πολύ στο έργο μας.
     Η καμπάνα του καθεδρικού ναού που ήταν εκεί πιο πέρα σήμανε εφτά η ώρα. Σε μια ώρα νύχτωνε.
     - Εφτά η ώρα, είπε ο Άθως.
     Ο Άραμις τεντώθηκε.
     - Καιρός να ξεσκουριάσουμε, είπε. Προς τα πού λες να πάμε;
     - Δεν ξέρω.
     - Ε, υπναρά, σήκω! είπαν και οι δύο με ένα στόμα στον Πόρθο, που δεν έδειχνε την παραμικρή επιθυμία να αφήσει τη θέση του.
     - Θα σε καρφώσω στον ντε Τρεβίλ, είπε ο Άθως περιπαιχτικά.
     - Και τότε και εγώ θα του πω για τα τρία εξώγαμά σου, απάντησε εκείνος. Ή μήπως δε μετράνε επειδή η μητέρα τους είναι ταπεινής καταγωγής;
     - Εγώ φταίω που σου το είπα, είπε ο Άθως και σοβάρεψε.
     - Σε πειράζω, του είπε ο Πόρθος. Ξεχνάς το σύνθημά μας; "Ένας για όλους και όλοι για έναν". Τα δικά σου εξώγαμα είναι και δικά μου, είπε και του έκλεισε το μάτι.
     - Σας μυρίζει κάτι; ρώτησε ο Άραμις.
     - Κάποιος έρχεται, είπε ο Πόρθος και πετάχτηκε σαν αίλουρος επάνω.
     - Ποιος να είναι;
     - Λέτε να είναι ο Ντ'Αρτανιάν;
     - Θα το διαπιστώσουμε τώρα αμέσως, είπε ο Πόρθος και έτρεξε προς τον νεοφερμένο, που ερχόταν από την στροφή του δρόμου πιο πέρα.
     - Ένας για όλους και όλοι για έναν! φώναξε ο Άθως και έτρεξε ξοπίσω του.
     - Ένας για όλους και όλοι για έναν! φώναξε και ο Άραμις και ακολούθησε τον Άθω, που έτρεχε ξοπίσω από τον Πόρθο.
     - Δείξε μας τι αξίζεις! φώναξε ο Πόρθος και ρίχτηκε επάνω στον νεοφερμένο.
     Εκείνος, έκπληκτος με την υποδοχή, δεν έκανε τίποτα. Προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά ήταν εμφανώς άπειρος και το μόνο που κατάφερε ήταν να γρατζουνίσει λίγο το δεξί αυτί του Πόρθου.
     - Σκύλε, θα πεθάνεις! φώναξε ο Πόρθος, επειδή η γρατζουνιά πόνεσε.
     Όρμησε επάνω του λυσσασμένα και προτού περάσει μισό λεπτό, ο ξένος δεν ήξερε από πού να φύγει. Ο Πόρθος τον χτυπούσε από παντού. Μάταια ο ξένος προσπαθούσε να προστατευτεί.
     - Πόρθε! φώναξε ο Άραμις. Μην τον σκοτώσεις! Αν τον σκοτώσεις σε μονομαχία θα σε βάλουν στη φυλακή και ούτε ο κύριος ντε Τρεβίλ, ούτε καν ο ίδιος ο Ρισελιέ δε θα μπορεί να σε βγάλει από εκεί. Ξεχνάς ότι οι μονομαχίες απαγορεύτηκαν με βασιλικό διάταγμα;
     Ο Άραμις είχε δίκιο. Ο Πόρθος κοντοστάθηκε και ο ξένος εκμεταλλεύτηκε αυτήν την ολιγωρία για να το σκάσει προς την κατεύθυνση από την οποία είχε έρθει.
     - Άσ'τον, είπε στον Άθω που έκανε να τον κυνηγήσει.
     - Κι αν είναι αυτός ο Ντ'Αρτανιάν;
     - Σιγά μην είναι ο Ντ'Αρτανιάν! Αλλά και να ήταν, αν είναι τέτοιος χέστης τι δουλειά έχει μαζί μας; Ας φύγει καλύτερα. Κι αν μας ρωτήσει ο ντε Τρεβίλ, θα πούμε ότι ποτέ δεν ήρθε.
     Οι τρεις σωματοσκύλακες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με κατανόηση.
     - Δεν μπορεί να είναι αυτός ο Ντ'Αρτανιάν, είπε ο Άθως. Πού είναι οι καταπληκτικές του ικανότητες; Αυτός δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του! Θα μπορούσε να μας βοηθήσει σε περίπτωση που κινδυνεύαμε εμείς;
     Οι άλλοι δυο συμφώνησαν ότι δεν θα μπορούσε.
     Οι σκιές μάκραιναν, ο ήλιος χαμήλωνε στον ορίζοντα... Το καμπαναριό του καθεδρικού είχε πάρει ένα πορτοκαλί χρώμα.
     - Πάει άλλη μια μέρα! είπε ονειροπόλα ο Άραμις.
     - Πάμε καμιά βόλτα; πρότεινε ο Άθως. Δεν νομίζω να έρθει τέτοια ώρα ο Ντ'Αρτανιάν.
     - Και δεν πάμε; Έχεις να προτείνεις τίποτα καλό;
     - Πώς δεν έχω... Στον πύργο του Καρδινάλιου έχει έρθει μια νέα σκυλίτσα, μπουκιά και συχώριο.
     - Δικιά μου! είπε ο Πόρθος.
     - Εγώ την είδα πρώτος!
     - Καλά, ας διαλέξει εκείνη!
     - Αφήστε τους τσακωμούς και πάμε, είπε ο Άθως. Μπορεί στη διαδρομή να συναντήσουμε και τον Ντ'Αρτανιάν, ποιος ξέρει;
     - Αν μου τη βουτήξει ο Ντ'Αρτανιάν, θα σφαχτούμε, το λέω! είπε ο Άραμις.
     - Καλά, κάτσε πρώτα να εμφανιστεί και ύστερα τον σφάζεις.
     Οι τρεις σωματοσκύλακες πήραν τον δρόμο που οδηγούσε στον πύργο του καρδινάλιου Ρισελιέ. Καθώς περπατούσαν στο σούρουπο, ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν έμοιαζαν πια με τρεις σκύλους, αλλά με έναν τεράστιο σκύλο χωρισμένο στα τρία, έναν σκύλο με τρία κεφάλια, δώδεκα πόδια και τρεις ουρές. Και όταν έπεσε το σκοτάδι, το φεγγάρι που ανέβηκε στον ουρανό τούς βρήκε και τους τρεις καθισμένους δίπλα-δίπλα, με τα τρία ζευγάρια μάτια τους να γυαλίζουν σαν μαργαριτάρια.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Σε μια ποντικοφωλιά


    
     Ο μεγάλος ποντικός φαινόταν πολύ ταραγμένος. Όλες οι τρίχες του κεφαλιού του ήταν όρθιες. Η φωνή του ήταν πιο τσιριχτή από ό,τι συνήθως.
     - Ακούστε με! φώναξε στα ποντικάκια. Έρχονται άσχημες εποχές. Αυτό μόνο σας λέω. Ό,τι υπήρχε μέχρι σήμερα παύει να υπάρχει. Θυμηθείτε τα λόγια μου! Τα πράγματα θα αγριέψουν. Εγώ σας προειδοποίησα. Δεν μπορώ άλλο να σας προστατεύω. Ο καθένας μόνος του από εδώ και πέρα!
     Τα ποντικάκια τον άκουσαν με προσοχή. Κάποια τρόμαξαν πολύ, είναι αλήθεια. Να δεις που ήρθε καινούργια γάτα στην περιοχή. Και θα είναι πανούργα, και τα νύχια της θα είναι κοφτερά...
     Τα καημένα τα ποντικάκια, τα έπιασε τρεμούλα. Οι ουρίτσες τους έτρεμαν, σαν να είχαν πάθει ηλεκτροπληξία. Εδώ που τα λέμε, για να μην πει ο μεγάλος ποντικός τίποτα παραπάνω, φαντάσου πόσο τρομερά θα ήταν τα πράγματα!
     Ναι, βέβαια, δύσκολες εποχές έρχονταν, ήταν το μόνο σίγουρο. Από την άλλη, ο μεγάλος ποντικός έτσι μιλούσε πάντα. Ποτέ δεν έλεγε ξεκάθαρα αυτό που εννοούσε, και πάντα άφηνε να εννοηθεί ότι έξω από την ποντικότρυπα παραφύλαγαν όλοι οι κίνδυνοι μαζεμένοι: γάτες, νυφίτσες, κουκουβάγιες, φίδια, φάκες και δηλητήρια!
     Τα ποντικάκια άρχισαν να συζητάνε χαμηλόφωνα. Τα πιο φοβητσιάρικα προσπαθούσαν να πιαστούν από το παραμικρό σχόλιο ότι ο μεγάλος ποντικός μπορεί να έκανε και λάθος. Τα πιο θαραλλέα προσπαθούσαν να εμψυχώσουν τα υπόλοιπα και μέσα στο μυαλουδάκι τους σκέφτονταν ότι θα έπρεπε να ακονίσουν τα δόντια και τα νύχια τους και να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων. Και, για να είμαστε ειλικρινείς, ούτε αυτά ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξα.
     Μόνο ένας γέρος ποντικός δεν έπαιρνε μέρος στις συζητήσεις. Είχε ακούσει και εκείνος τα λόγια του μεγάλου ποντικού, αλλά ύστερα το μόνο που έκανε ήταν να αποσυρθεί στη γωνιά του και να αρχίσει να χαράζει στον τοίχο μια γραμμή.
     - Τον βλέπεις; είπε ένα ποντικάκι σε ένα άλλο. Πάντα έτσι κάνει. Ό,τι και να γίνει, εκείνος χαράζει γραμμές.
     - Γιατί το κάνει αυτό;
     - Κάθε φορά που ο μεγάλος ποντικός βγάζει έναν λόγο, εκείνος χαράζει μια γραμμή στον τοίχο.
     - Α, έτσι;
     - Ναι. Είναι τελείως στον κόσμο του.
     Τα ποντικάκια μέτρησαν τις γραμμές. Ήταν πολλές. Τόσους πολλούς λόγους είχε βγάλει ο μεγάλος ποντικός;
     - Για φαντάσου, πόσοι λόγοι! είπαν γεμάτοι θαυμασμό.
     - Δεν αφήνετε τον καημένο το μεγάλο ποντικό; είπε τότε ο γερο-ποντικός.
     - Σιγά τον καημένο! Εκείνος τι ανάγκη έχει; Είναι πάνω από εμάς, κάνει ό,τι θέλει. Αλλίμονο σε εμάς...
     - Ναι, καλά, είπε ο γέρος ποντικός και δεν είπε τίποτα άλλο.
     Πέρασαν μερικές μέρες, ύστερα μερικές εβδομάδες... Και τότε, έγινε κάτι συνταρακτικό: ο μεγάλος ποντικός εξαφανίστηκε! Μάταια τον έψαχναν σε όλη την ποντικοφωλιά. Κανένας δεν τον είχε δει, ούτε τον είχε ακούσει όλη τη μέρα. Πού να είχε χαθεί;
     Ένας ποντικός θυμήθηκε ότι τον είχε πάρει το μάτι του το προηγούμενο βράδυ κοντά στην είσοδο της ποντικοφωλιάς. Ένας άλλος θυμήθηκε ότι αργά το προηγούμενο βράδυ είχε ακούσει τσιρίδες, που πολύ έμοιαζαν με του μεγάλου ποντικού...
     Παγωμάρα έπεσε στην ποντικοφωλιά και όλα τα ποντικάκια πανικοβλήθηκαν, όταν την επόμενη μέρα κατάλαβαν ότι ο μεγάλος ποντικός δεν βρισκόταν πια ανάμεσά τους. Μόνο ο γέρος ποντικός ήταν πολύ ήρεμος, και το μόνο που έκανε ήταν να πάει στον τοίχο του και να σουλουπώσει λίγο την τελευταία γραμμή που είχε χαράξει.
     - Τι κάνεις, βρε παλαβέ; φώναξε ένα ποντικάκι. Δεν ειπώθηκε κανένας καινούργιος λόγος από τον μεγάλο ποντικό για να χρειαστεί να χαράξεις στον τοίχο.
     - Και ποιος σου είπε ότι σημειώνω τους λόγους που βγάζει ο μεγάλος ποντικός; ρώτησε εκείνος.
     - Και τότε τι σημειώνεις; ρώτησε ένα άλλο ποντικάκι.
     - Τους μεγάλους ποντικούς που εξαφανίζονται, είπε ο γέρος ποντικός και όλη η ποντικοφωλιά βουβάθηκε.
     Πέρασαν κι άλλες μέρες, κι άλλες εβδομάδες, πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια... Τα ποντικάκια συνέχισαν να περιμένουν τεράστιες καταστροφές και άγριες γάτες και πονηρές νυφίτσες και φονικές ποντικοπαγίδες. Ο γέρος ποντικός συνέχισε να είναι λιγομίλητος. Μόνο οι γραμμές στον τοίχο του αύξαιναν συνέχεια...

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Σε έναν ιδανικό κόσμο



      Η βαλίτσα άνοιξε το στόμα της και χασμουρήθηκε. Πόσος καιρός πέρασε που ήταν κοιμισμένη, στην αποθήκη, και ανάσαινε την σκόνη; Από πέρυσι το καλοκαίρι, βέβαια. Α, τι ωραία που είχε περάσει πέρυσι το καλοκαίρι! Και ας είχε στριμωχτεί μέσα στην μπαγκαζιέρα του αεροπλάνου, και ας την είχαν πονέσει οι μεσοσπονδύλιοι δίσκοι της από το τράνταγμα στα λιθόστρωτα...
     Καλά θα περνούσε και φέτος. Προηγουμένως, όμως, θα έπρεπε να εφοδιαστεί με τα απαραίτητα. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε. Ύστερα, τα ανοιγόκλεισε βιαστικά δυο φορές, και άνοιξε διάπλατα το στόμα της. Και τότε, όλα ζωντάνεψαν!
     Ένα-ένα ή δυο-δυο, τα πράγματα άρχισαν να πετάνε στον αέρα, να μετεωρίζονται πάνω από τη βαλίτσα, και σιγά-σιγά να παίρνουν θέση μέσα της. Να και τα εσώρουχα, και οι κάλτσες, και τα μπλουζάκια τα μακό, διπλωμένα με τάξη, να και το μαγιό, και η μεγάλη πετσέτα θαλάσσης από αιγυπτιακό βαμβάκι, που έφτασε καμαρωτή-καμαρωτή, σαν να επρόκειτο για την ίδια την Κλεοπάτρα! Ύστερα ήρθαν τα καλλυντικά, τα αντηλιακά, το σαμπουάν, το αφρόλουτρο, η οδοντόβουρτσα μαζί με την οδοντόκρεμα, πολύ καλές φίλες οι δυο τους, ήρθαν και τα τσόκαρα, μόνο πως αυτά τσακώθηκαν λίγο στη διαδρομή... Τελευταίος και καταϊδρωμένος έφτασε ο φορτιστής του κινητού, και στριμώχτηκε σε μια άκρη, καθώς όλη η βαλίτσα είχε γεμίσει ασφυκτικά.
     - Ησυχία! φώναξε η βαλίτσα. Θα κλείσω τώρα, και δε θέλω φασαρίες. Όταν ανακατώνομαι νιώθω χάλια. Συνεννοηθήκαμε;
     Κανένας ήχος δεν ακούστηκε. Η βαλίτσα θεώρησε ότι αυτό ήταν ένα είδος σιωπηλής συμφωνίας και πολύ χάρηκε. Ύστερα, αργά και προσεκτικά, έκλεισε το στόμα της και το κλείδωσε κιόλας.
     - Έτοιμη, σκέφτηκε, καθώς με κλειστό το στόμα δεν μπορούσε να μιλήσει.
     Τα ντουλάπια και τα συρτάρια από τα οποία είχαν βγει τα πράγματα έκλεισαν. Το φως έσβησε. Ησυχία.
     Και τότε άνοιξε η πόρτα. Μία νέα κοπέλα μπήκε στο δωμάτιο, έπιασε τη βαλίτσα από το χερούλι, τη σήκωσε όρθια και άρχισε να τη σέρνει έξω από το δωμάτιο. Είχε έρθει η ώρα να φύγει.
     - Γεια σου, βαλίτσα, καλές διακοπές, φώναξε το φωτιστικό που ήταν επάνω στο κομοδίνο.
     Αλλά η βαλίτσα δεν απάντησε. Είπαμε, είχε το στόμα της κλειστό.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Στη σαβάνα ένα πρωί

 

      Το άγριο αιλουροειδές άνοιξε το στόμα του και χασμουρήθηκε. Τα μυτερά του δόντια έκαναν την εμφάνισή τους, για να εξαφανιστούν αμέσως μετά. Ύστερα, αργά, νωχελικά, τεντώθηκε, καμπουριάζοντας τη ράχη του.
     Ήταν νωρίς ακόμα, αλλά ο ήλιος έπεφτε επάνω στο τρίχωμά του και το έκανε να γυαλίζει. Προοιωνιζόταν μια ακόμα ζεστή μέρα για τη σαβάνα. Μια ακόμα μέρα με υψηλές θερμοκρασίες και έντονη ανάγκη για σκιά, όπου τα ψηλά, ξερά χόρτα δεν θα πρόσφεραν την παραμικρή προστασία. Το αιλουροειδές ξαναχασμουρήθηκε.
     Ευτυχώς, δεν ήταν νηστικό. Ακόμα κι αν αυτή η μέρα πήγαινε χαμένη, όταν θα έπεφτε το σκοτάδι εκείνο θα πήγαινε να κοιμηθεί με το στομάχι αρκετά γεμάτο. Άρα, καμία βιάση. Έτσι κι αλλιώς, κάθε κίνηση πρέπει να είναι μελετημένη, αν θέλεις να επιβιώσεις σε ένα τόσο άγριο περιβάλλον.
     Τα αυτιά του, σαν δύο δορυφορικές κεραίες, περιστρέφονταν προς όλες τις κατευθύνσεις και τα ρουθούνια του οσμίζονταν τον αέρα, με σκοπό να εντοπίσουν τυχόν υγρασία και, κατ'επέκταση, τυχόν λιμνούλες με νερό. Ξάφνου, κοντοστάθηκε: σε αρκετά μικρή απόσταση, μια μεγάλη ομάδα άγριων πτηνών τσιμπολογούσε στο έδαφος.
     Είναι αλήθεια ότι η σαβάνα είναι ένας άγριος τόπος, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει μεγάλη ποικιλία ειδών προς βρώση. Τα μεγάλα θηράματα είναι προτιμητέα, βέβαια, καθώς εξασφαλίζουν μεγαλύτερο διάστημα επιβίωσης, αλλά ταυτόχρονα είναι και αρκετά σπάνια μερικές φορές.
     Τα πτηνά, από την άλλη, είναι πολύ πιο δύσκολα θηράματα, και προσφέρουν περιορισμένη ποσότητα τροφής. Όμως, στη σαβάνα τα πάντα μπορούν να γίνουν στόχος, ακόμα και τα πιο αμελητέου μεγέθους θηράματα.
     Τα συγκεκριμένα ανήκαν σε ένα είδος που κυκλοφορούσε σε μεγάλες ομάδες και βάσιζαν την τύχη τους στους μεγάλους αριθμούς. Όταν ένα αρπακτικό επιτίθεται, δεν μπορεί φυσικά να επιτεθεί και στα τριάντα πτηνά που βλέπει μπροστά του, οπότε είτε τα παρατάει είτε τα καταφέρνει να αρπάξει ένα πτηνό. Όμως, για κάθε νεκρό πτηνό της ομάδας, πάνω από είκοσι πτηνά έχουν σώσει το τομάρι τους. Δεν είναι και λίγο.
     Όλα αυτά το άγριο αιλουροειδές τα γνώριζε από ένστικτο. Οι πιθανότητες δεν ήταν και πολύ μεγάλες, αλλά είχε και εκείνο τα όπλα του. Αργά και προσεκτικά, άρχισε να περπατάει προς τα πτηνά. Το ξερό χορτάρι ήταν πολύ ψηλό: ίσα που ξεχώριζε το αιλουροειδές, καθώς περπατούσε σχεδόν αθόρυβα. Το θρόισμα των χόρτων, καθώς χόρευαν στο ρυθμό που έπαιζε ο αέρας, κάλυπτε εντελώς τον ήχο των βημάτων του. Τα πτηνά συνέχιζαν αμέριμνα το τσιμπολόγημα, και παρ'όλο που σήκωναν το κεφάλι τους τακτικά και κοίταζαν δεξιά και αριστερά, δε φαινόταν να έχουν εντοπίσει την απειλή.
     Το αιλουροειδές κοντοστάθηκε και έμεινε ακίνητο. Μόνο τα αυτιά του κινούνταν. Το σώμα του ήταν σε κατάσταση αναμονής. Έκανε μερικά βήματα ακόμα και ξαναστάθηκε. Τα πτηνά δεν άλλαξαν συμπεριφορά.
     Και εκεί που όλα έδειχναν ότι ήταν ήρεμα - το αιλουροειδές ακίνητο, τα πτηνά να τσιμπολογάνε, τα ξερά χόρτα να χορεύουν απαλά στο φύσημα του αέρα - ξαφνικά, το αιλουροειδές εκτινάχτηκε προς τα μπροστά, λες και είχε μέσα του ένα δυνατό ελατήριο από χοντρό σύρμα. Μεμιάς, τα πτηνά, λες και είχαν και εκείνα ελατήρια, άνοιξαν τα φτερά τους σχεδόν ταυτόχρονα και πέταξαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, σαν να ήταν ένα σώμα.
     Το αιλουροειδές απόμεινε μόνο του, μέσα στα αγριόχορτα, να κοιτάζει απογοητευμένο το γεύμα του που είχε πετάξει μακριά. Έκανε μια απόπειρα να ξανατρέξει, αλλά ήταν τόσο εμφανώς μάταιο να ξαναπροσπαθήσει, που σταμάτησε σχεδόν αμέσως.
     Αυτός ήταν, έτσι κι αλλιώς, ο νόμος της σαβάνας. Σήμερα κερδίζεις εσύ, αύριο κερδίζω εγώ. Ή, αν είσαι τυχερός, μπορεί και να κερδίσεις πάλι εσύ. Πάντως, δεν μπορεί να υπάρχουν δύο νικητές. Ή τρως ή τρώγεσαι. Μέση οδός δεν υπάρχει.
     Σήμερα, προφανώς, το αιλουροειδές ήταν με τους χαμένους. Σήμερα δεν ήταν η μέρα του. Δεν γνωρίζω, όμως, τι έγινε στη συνέχεια, καθώς ήρθε το λεωφορείο μου και έπρεπε να φύγω από εκεί. Και για να αποφευχθούν τυχόν παρεξηγήσεις, πρέπει να διευκρινίσω ότι το αιλουροειδές ήταν μια καλοθρεμμένη γάτα και τα πτηνά ήταν μια παρέα σπουργιτιών και μερικά περιστέρια, η δε σαβάνα ήταν ένα μικρό κομμάτι ξηράς γεμάτο ξερά χόρτα, δίπλα στη Βουλιαγμένης.
     Κρίμα, βέβαια, που από όλους τους ανθρώπους που περνούσαν από τη Βουλιαγμένης εκείνη την ώρα, μόνο εγώ είχα την τύχη να παρακολουθήσω το θέαμα, και είναι αλήθεια ότι τέτοια θεάματα γενικά σπανίζουν. Όμως, τι να κάνουμε; Ο καθείς και η τύχη του. Και εγώ από τύχη, καθώς φαίνεται, έχω αρκετή. Τόση, όση για να μου επιτρέψει να δω μια σκηνή κυνηγιού δίπλα σε μια πολύβουη λεωφόρο.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Τα παιδία παίζει

                                            


      Μεσημέρι. Είμαι στην στάση και περιμένω το λεωφορείο. Κάθομαι στο παγκάκι και διαβάζω ένα βιβλίο. Ασυναίσθητα το ένα μου πόδι αρχίζει να κινείται πέρα-δώθε, σαν εκκρεμές. Πέρα-δώθε, πέρα-δώθε... Αφήνω λίγο το διάβασμα για να σκεφτώ: πώς ξεκίνησε να κουνιέται το πόδι μου; Δεν ήταν συνειδητή μου επιλογή, έγινε χωρίς να το καταλάβω. Συνεχίζει να κουνιέται, όμως, με άνεση και χωρίς να κουράζεται καθόλου. Όλη αυτή η κίνηση μου δημιουργεί ένα ευχάριστο συναίσθημα. Τι μου συμβαίνει;
     Ξαφνικά, συνειδητοποιώ πώς θα φαίνομαι σε κάποιον που με κοιτάζει από απέναντι. Αν ήμουν παιδί, όλη αυτή η κίνηση θα φαινόταν φυσιολογική. Αλλά έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε που ήμουν παιδί. Πόσο γελοία θα φαίνεται μια μεγάλη γυναίκα να κουνάει έτσι το πόδι της; Το επόμενο που μου μένει είναι να αρχίσω να περπατάω χοροπηδώντας στον δρόμο!
     Δυο περιστέρια προσγειώνονται στον δρόμο, μπροστά μου. Τα πόδια τους είναι κόκκινα, σχεδόν ίδιο χρώμα με το χρώμα του οδοστρώματος μπροστά στην στάση. Τι σύμπτωση! Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι είχαν πέσει κατά λάθος στον κουβά με την μπογιά, που είχε χρησιμοποιηθεί για να βαφτεί ο δρόμος. Ίσως αν συνέχιζαν να περπατάνε και στο άβαφτο μέρος του δρόμου, να άφηναν ακανόνιστες, μικρές, κόκκινες πατημασιές... Ωραία θα ήταν.
     Κι αν περπατάω χοροπηδώντας στον δρόμο τι πειράζει; Γιατί θα έπρεπε να θεωρείται γελοίο; Δεν έχουν οι ενήλικες δικαίωμα στη διασκέδαση; Ποιος είπε ότι το παιχνίδι πρέπει να τελειώνει μαζί με την παιδική ηλικία;
     Αν παρατηρήσουμε έναν γονιό να περπατάει κρατώντας από το χέρι το μικρό παιδί του, αμέσως θα διαπιστώσουμε διαφορά στον τρόπο που περπατάνε. Ο γονιός συνήθως περπατάει βαριεστημένα και "διεκπεραιωτικά", ενώ το παιδί περπατάει χαρούμενο, χοροπηδώντας και δηλώνοντας σε κάθε του βήμα τη χαρά της ζωής. Δηλαδή, μόνο τα παιδιά χαίρονται που ζουν;
     Δυστυχώς, έτσι φαίνεται. Η ζωή των ενηλίκων πνίγεται τόσο πολύ μέσα στις υποχρεώσεις, που καταντάει καταναγκαστικό έργο. Και να φανταστεί κανείς ότι η ζωή είναι ένα δώρο...
     Μόνο τα παιδιά, λοιπόν, φαίνονται να αναγνωρίζουν την αξία της ζωής, και όλη η ύπαρξή τους είναι δοσμένη στη ζωή. Τα παιδιά θα χορέψουν και θα τραγουδήσουν χωρίς να τα νοιάζει αν τα βλέπουν ή αν τα ακούν, θα υποδυθούν ρόλους χωρίς καμιά ντροπή, θα εκφράσουν δυνατά τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους, θα κοιτάξουν τον ήλιο κατάματα, θα ανοίξουν το στόμα τους για να πιουν την βροχή...
     Και εμείς τι κάνουμε;
     Κατ'αρχάς, καταπνίγουμε τον αυθορμητισμό μας. Απαγορεύεται να λέμε τα πράγματα όπως μας έρχονται στο μυαλό. Πρέπει όλα να διυλίζονται μέσα από τη λογική και τον καθωσπρεπισμό. Βλέπουμε έναν νεαρό με τα μαλλιά να πετάνε σαν λοφίο κόκορα; Προς Θεού, δεν το εκφράζουμε. Προσποιούμαστε τους αδιάφορους και αφήνουμε κάθε λογής κοκόρια, παγώνια και παραδείσια πτηνά να κυκλοφορούν ελεύθερα και ασχολίαστα.
     Στη συνέχεια, φυλακίζουμε τη φαντασία μας. Τι κι αν δούμε μια μικρόσωμη γυναίκα να κουβαλάει μια τεράστια τσάντα; Απαγορεύεται να σκεφτούμε ότι εκεί μέσα θα μπορούσε να χωρέσει μια μικρή χώρα με τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά της, επειδή κάτι τέτοιο αντίκειται στη λογική. Και δεν υπάρχουν ολόκληρα μικροβιακά σύμπαντα επάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας; Γιατί στο κεφάλι της καρφίτσας χωράνε τόσα πράγματα και σε μια τεράστια τσάντα δε χωράνε;
     Έπειτα, καταργούμε τις εναλλακτικές και εφαρμόζουμε έναν κώδικα ζωής βασισμένο στους μονόδρομους. Για να πάμε από το Α στο Β υπάρχει μόνο ένας δρόμος, όλοι οι άλλοι αποκλείονται, άσχετα αν είναι δοκιμασμένοι ή όχι. Αναρωτιέμαι αν θα είχε ανακαλυφθεί ποτέ η Αμερική με τέτοια νοοτροπία. Βέβαια, από την άλλη, πόσοι Ινδιάνοι θα είχαν ζήσει ευτυχισμένοι, αν είχε κυριαρχήσει η ιδέα του ενός και μοναδικού δρόμου!
     Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να πούμε ότι το δικαίωμα στην εναλλακτική σκέψη ακόμα το αναγνωρίζουμε στα παιδιά. Θα πρέπει όμως να το αναγνωρίσουμε και στους μεγάλους. Κι αυτό, επειδή η φαντασία είναι το πνευματικό μας οξυγόνο. Χωρίς αυτήν είναι σαν να ζούμε τη ζωή μας σε τόνους του γκρίζου. Και γιατί να περιορίζουμε χρωματικά τη ζωή μας, όταν μπορούμε να δούμε όλο το φάσμα του ουράνιου τόξου;
     Το λεωφορείο έφτασε επάνω στην ώρα που είχα δει δυο μαύρα περιστέρια να κάθονται προφίλ, το ένα πίσω από το άλλο επάνω σε μια πινακίδα, σαν να περίμεναν και εκείνα το λεωφορείο. Επιβιβάστηκα και ξεκινήσαμε.
     Και όταν κατέβηκα από το λεωφορείο για να πάω στο σπίτι μου, το ομολογώ, με το ζόρι κρατήθηκα να μην αρχίσω να χοροπηδάω!


Σημ: Η φωτογραφία είναι δικιά μου

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Ιστορία μιας εισβολής

                                               
     Ήταν κάποτε μια όμορφη βεράντα. Και η βεράντα αυτή είχε απ'όλα τα καλά: είχε φως και αέρα, είχε έπιπλα βεράντας, είχε και γλάστρες με φυτά.
     Τα φυτά ήταν πολλά και διάφορα, και τα πήγαιναν μεταξύ τους πολύ καλά. Ποτέ δεν είχαν τσακωθεί, ποτέ δεν είχαν επισκιάσει το ένα το άλλο, ήταν μια μεγάλη, αγαπημένη οικογένεια. Την άνοιξη, όταν τα περισσότερα φυτά ήταν ανθισμένα, ο αέρας πλημμύριζε από τις ευωδιές των λουλουδιών και ο ήλιος πάντα χαιρόταν να φωτίζει ένα τόσο πολύχρωμο μπαλκόνι.
     Βέβαια, πρέπει να αναγνωρίσουμε και τη συμβολή του άοκνου κηπουρού, που φρόντιζε τα φυτά, τα πότιζε όταν χρειαζόταν, τους έκοβε τα ξερά κλαδάκια, τους έριχνε λίπασμα, και τα καθάριζε από ό,τι μπορούσε να τα βλάψει.
     Όλα, λοιπόν, έβαιναν καλώς, μέχρι που ο άοκνος κηπουρός άρχισε να κουράζεται και άρχισε να ψάχνει τρόπους να ελαφρύνει τη δουλειά του. Τοποθέτησε, λοιπόν, ένα αυτόματο πότισμα στη βεράντα. Τέρμα πια η αγωνία να ποτίσει, ό,τι ώρα γύριζε από τις εξόδους του. Τώρα, στις 10 η ώρα ακριβώς, δύο φορές την ημέρα, θα ακουγόταν ένας ήχος φσσσσσσσ! και σε όλες τις γλάστρες ταυτόχρονα θα άρχιζε να τρέχει νερό.
     Έλα, όμως, που ο αυτοματισμός είχε και προβλήματα. Σε κάποια φυτά το νερό έπεφτε πολύ, οπότε χρειαζόταν να γίνεται συνέχεια ρύθμιση στη ροή του νερού. Επιπλέον, το αυτόματο πότισμα έπαιρνε και από μόνο του πρωτοβουλίες: άλλες φορές μείωνε την παροχή σε ορισμένες γλάστρες και άλλες φορές την αύξανε. Και δώσ'του τα νερά να τρέχουν στη βεράντα...
     Θύμα του αυτόματου ποτίσματος παρά τρίχα να πέσει μία καμέλια. Το κακό δεν ήταν εμφανές από την αρχή. Το φυτό αγκομαχούσε και βαριανάσαινε, διψούσε πολύ, αλλά ο κηπουρός κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Έτσι, όταν μια μέρα, ξαφνικά, η καμέλια έριξε μεμιάς πάνω από τα μισά της φύλλα και η βεράντα γύρω από την γλάστρα της καμέλιας απόκτησε ένα πράσινο χαλί, ο κηπουρός τρόμαξε. Έπεσε επάνω στην καμέλια, όπως οι γιατροί πέφτουν επάνω σε έναν πολυτραυματία: μαλάξεις, ηλεκτροσόκ, μετάγγιση αίματος...
     Ευτυχώς, η καμέλια σώθηκε την τελευταία στιγμή, αφού προηγουμένως ποτίστηκε άφθονα, πολλές φορές στη σειρά. Με λίγα φύλλα, είναι η αλήθεια, αλλά τουλάχιστον την γλίτωσε. Ο κηπουρός ανάσανε βαθιά.
     Όμως, τα παθήματα πρέπει να γίνονται μαθήματα. Πάλι ο κηπουρός επαναπαύθηκε και νέα απειλή εμφανίστηκε. Αυτή τη φορά, η απειλή ήταν εξωτερική.
     Ήταν άνοιξη και τα φυτά ετοιμάζονταν να ανθίσουν άλλη μια φορά. Ήταν γεμάτα φρέσκα, πράσινα, γυαλιστερά φυλλαράκια, και μικρά, χαριτωμένα μπουμπουκάκια. Τι όμορφη που θα ήταν η βεράντα αυτή τη φορά! Ο κηπουρός ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση.
     Δεν πρόσεξε όμως, απορροφημένος όπως ήταν σε άλλες ασχολίες, ότι όπως θαύμαζε εκείνος τη βεράντα τη θαύμαζαν και άλλοι... Έτσι, σιγά-σιγά, έντομα-κομάντος, άρχισαν να εισβάλλουν στη βεράντα και, ντυμένα με στολές παραλλαγής, να κρύβονται στα φυλλώματα... Και εκεί που τα φυτά ήταν στην καλύτερή τους φάση, άρχισαν ένα-ένα να μαραίνονται.
     Πρώτα μαράθηκαν τα μπουμπούκια, ύστερα άρχισαν να μαραίνονται και τα φύλλα. Το κακό είχε ήδη προχωρήσει, όταν το πήρε είδηση ο κηπουρός. Έπαθε σοκ. Δεν ήξερε ποιο να πρωτοφροντίσει και τι να πρωτοκάνει. Έφτιαξε φόρμουλα και ψέκασε όλα τα φυτά, ξανά και ξανά, χωρίς όμως ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Έκοψε, όπου μπορούσε, τα άρρωστα κομμάτια και τα πέταξε, όπως κόβουν ένα πόδι που έχει γάγγραινα για να σώσουν τον ασθενή. Άρχισε να κοιτάζει όλα τα φύλλα, ψάχνοντας να βρει ενόχους...
     Ακρίδες, σκαθάρια, πεταλούδες, ένα σωρό έντομα εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εκκαθάρισης. Οι κάμπιες είχαν καταλάβει όλο το χώρο. Κάποιες λεπτές, σαν κλωστές, και κάποιες χοντρές, σαν δάχτυλα ανθρώπου. Μέχρι και μια κατσαρίδα βρέθηκε, αλλά αυτή είχε πέσει θύμα χημικού πολέμου, προτού καν φτάσει στη βεράντα. Κοινώς, ευτυχώς που είχε γίνει απολύμανση.
     Τα έντομα εξολοθρεύτηκαν. Ο εχθρός αποδεκατίστηκε. Είναι όμως αλήθεια ότι ο πόλεμος σημαίνει απώλειες και για τις δύο πλευρές. Η επιχείρηση "εκκαθάριση βεράντας" ολοκληρώθηκε, αλλά η βεράντα θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Πού είναι τα μυρωμένα τριαντάφυλλα; Πού είναι τα άνθη του αγιοκλήματος; Μέχρι και την κορυφή του γκι έφαγαν τα άτιμα τα έντομα!
     Σιγά-σιγά, η βεράντα άρχισε να βρίσκει τους παλιούς της ρυθμούς. Όμως, κανένας δεν θα ξεχάσει τους νεκρούς του πολέμου: ένα χρυσάνθεμο, μία λεμονίτσα δύο ετών, και έναν νεοφερμένο βασιλικό. Υπάρχουν, βέβαια, και οι τραυματίες: τρεις μισοξεραμένες τριανταφυλλιές, ένα κουτσουρεμένο αγιόκλημα, ένα ακρωτηριασμένο γκι, να θυμίζουν ότι ο πόλεμος καλά κρατεί, και αν ο εχθρός δεν βρίσκεται αυτήν την στιγμή στη βεράντα, αυτό είναι εντελώς προσωρινό, τα μάτια πρέπει να είναι ορθάνοιχτα και τα αυτιά το ίδιο.
     Βέβαια, θα πει κάποιος ότι και τα έντομα έχουν δικαιώματα. Έτσι είναι, αλλά ο καθένας έχει επίσης δικαίωμα να υπερασπίζεται την περιοχή του, με όποιον τρόπο επιθυμεί. Βρε, ουστ!

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Σε παρελθόντα χρόνο



     Πότε ήταν που τους βρήκες, πότε ήταν που προβληματίστηκες για το αν θα πρέπει να αναθερμάνεις τους δεσμούς με το παρελθόν σου, πότε πήρες την απόφαση... Διστακτικά στην αρχή, με το φόβο ότι οι επανασυνδέσεις κρύβουν αρκετά δυσάρεστα πράγματα, ότι οι αναμνήσεις σου θα ραγίσουν, σαν ευαίσθητα μουσειακά εκθέματα που αν βγουν από τις προθήκες τους κινδυνεύουν από την επαφή τους με τον αέρα. Πιο χαλαρά στη συνέχεια, αλλά και πάλι με επιφυλάξεις. Καλύτερα μέσα στον διαδικτυακό χώρο. Καλύτερα εκεί που όλοι είναι ψηφιακές οντότητες. Με φωτογραφίες ή χωρίς, με πληροφορίες ή χωρίς, με σχόλια ή χωρίς.
     Κι όμως, η πρόσκληση ήρθε και προσωπικά σε εσένα. "Θα έρθεις;" έλεγε. Είπες "ίσως". Τελικά όμως έφτασες πρώτη στο ραντεβού. Και σε τι μέρος...
     Το σχολείο σου, ο καθημερινός σου χώρος επί τρία χρόνια ανοίγει, ειδικά γι'αυτήν την ημέρα. Για να θυμηθούμε τα παλιά, έλεγε η πρόσκληση. Και εσύ είσαι εκεί, πρώτη από όλους, ψάχνοντας με αγωνία τη σωστή είσοδο. Και αφού την βρεις, περιμένοντας να δεις ποιοι θα εμφανιστούν. Εσύ, που εγκατέλειψες τον ψηφιακό σου εαυτό στο σπίτι, να περιμένεις τη συνάντηση του χθες με το σήμερα...
     Και να, ένας-ένας καταφθάνουν. Δεν είναι πολλοί, οι περισσότεροι δεν μπόρεσαν. Όμως, έστω και ένας είναι κάτι. Είμαστε δυο, είμαστε τρεις...
     "Δεν κάνουμε μια βόλτα στο σχολείο;" προτείνει ένας. Ξεκινάτε.
     "Εκεί κάναμε γυμναστική". "Εκεί ήταν τα γραφεία των καθηγητών". "Εκεί ήταν τα εργαστήρια". "Εκεί ήταν η τάξη μου. Ή μήπως δεν ήταν εκεί;"
     Η μνήμη δε βοηθάει. Και η βόλτα συνεχίζεται, σε ένα σχολείο που υπήρξε δικό σας, και που τώρα πια δεν είναι. Να η τάξη σου της πρώτης. Και της δευτέρας. Και της τρίτης. Εδώ καθόσουν με τον Παναγιώτη στα διαλείμματα. Εκεί καθόταν ο Γιώργος... Εδώ καθόσουν και ο Μενέλαος από το πίσω θρανίο σου έκανε καντάδα. Τι να κάνει τώρα ο Μενέλαος; Εκείνος ο τοίχος ήταν μπλε και του είχατε βάλει αστέρια. Και ένα φεγγάρι. Τώρα είναι γυμνός. Αυτή τη γέφυρα περνούσες κάθε μέρα στη δευτέρα για να πας στην τάξη σου. Εκείνα τα δέντρα τα έχουν φυτέψει τα παιδιά. Κοίτα πώς μεγάλωσαν! Εκεί ήταν το κυλικείο. Εκεί κάνατε την έκθεση ζωγραφικής. Εκεί ήταν τα σχεδιαστήρια. Εκεί ήταν η αίθουσα των εκδηλώσεων. Εκεί παίζατε βόλεϊ τη μέρα που είχαν πει ότι είχε μπει βόμβα στο σχολείο.
     Στέκεσαι έξω από κάθε μία από τις αίθουσες όπου πέρασες εκείνα τα χρόνια και αφουγκράζεσαι. Ήχοι από το παρελθόν, ήχοι εφηβικών φωνών, σύρσιμο θρανίων, τετράδια ανοιγμένα, ζωή... Απόλυτη ησυχία τώρα. Τι ερημιά που αποπνέει το σχολείο! Πόσο βαθιά μέσα στην ψυχή σου την αισθάνεσαι αυτήν την ερημιά!
     Επιστρέφεις εκεί που είναι μαζεμένοι οι υπόλοιποι. Εύθυμες συζητήσεις, προσπάθεια να θυμηθείτε ο ένας τον άλλο... Αυτά τα μάτια, αυτό το χαμόγελο... Δεν ξεχνιούνται τα μάτια που κοιτάχτηκαν σε τέτοιες ηλικίες. Κουρνιάζουν υπομονετικά μέσα μας και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να ξανααναδυθούν από το βάθος του μυαλού. Και όταν βγουν στην επιφάνεια, φέρνουν μαζί τους και κάτι από τα παλιά, κάτι από την αίσθηση της αιωνιότητας που χαρακτηρίζει τους νέους ανθρώπους.
     Λες "παιδιά" και όλοι γυρνάνε, παρόλο που οι περισσότεροι έχουν παιδιά οι ίδιοι, και κάποιοι μάλιστα έχουν μεγάλα παιδιά. Μιλάς με ανθρώπους που μπορεί να μην είχατε ανταλλάξει καμία κουβέντα τότε, και όμως μιλάς σαν να ήσουν από πάντα μαζί τους. Επειδή κουβαλάτε το ίδιο παρελθόν. Επειδή σας ενώνει το ίδιο χθες. Το παρελθόν ενώνει. Το παρελθόν είναι παρόν. Όπως είστε και εσείς.
     Τι ωραίο που ήταν το σχολείο σας! Πόσο το αγαπούσατε όλοι! Και πόσο πρωτοποριακό για την εποχή του! Και πόσα πράγματα κάνατε! Και οι καθηγητές! Πόσο τους ενδιέφερε να κάνουν το κάτι παραπάνω, να ξεφύγουν από το αυστηρό σχολικό πρόγραμμα και να δώσουν κάτι από την ψυχή τους σε ένα σχολείο, που δεν είναι μόνο τοίχοι, είναι και ανθρώπινα μυαλά σε αναβρασμό, όνειρα, ελπίδες, φιλίες, έρωτες, αγάπη... Αυτός ο χώρος είναι γεμάτος αγάπη, γι'αυτό φαντάζει τόσο άδειος τώρα. Και εσείς με αγάπη ήρθατε, προσκυνητές του παρελθόντος σας, να δηλώσετε ότι είστε ακόμα εδώ και να διεκδικήσετε ένα νέο μέλλον. "Είμαστε η πρώτη φουρνιά μαθητών", λέτε με καμάρι σε όποιον σας ρωτάει. Σας κοιτάνε εντυπωσιασμένοι, τόσα χρόνια μετά κι όμως κρατάτε ακόμα τους δεσμούς σας ζωντανούς...
     Η ώρα περνάει και πρέπει να αποχωρήσετε. Τώρα δεν είστε μικρά παιδιά που διεκδικούν την παραμονή τους έξω από το σπίτι μέχρι αργά. Οι περισσότεροι έχουν υποχρεώσεις. Μαζεύετε τα φαγητά και τα ποτά που είχατε φέρει, κλείνετε τη μουσική, μαζεύετε τα σκουπίδια, βγάζετε φωτογραφίες για να προσθέσετε και νέες αναμνήσεις στις ήδη υπάρχουσες, ανταλάσσετε υποσχέσεις για νέες συναντήσεις στο μέλλον. Δίνετε τα χέρια. "Χάρηκα" λες και το εννοείς. Συνειδητοποιείς ότι πρώτη φορά σφίγγεις τόσο πολύ τα χέρια άλλων ανθρώπων.
     Αποχαιρετάς τους άλλους και φεύγεις μέσα στο σκοτάδι. Και καθώς προχωράς στους νυχτερινούς δρόμους, επιστρέφοντας στο σπίτι σου, τα μάτια σου είναι δακρυσμένα...
 

Σημ: Οι φωτογραφίες είναι δικές μου

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Λόγω της ημέρας




Μια φορά κι έναν καιρό,
κράτος δημοκρατικό,
την τιβί την κρατική
έκλεισε εν μία νυκτί.

Άραγε, θα ξανανοίξει
προτού να περάσει η κρίση;
Μήπως έκλεισε για πάντα,
(τι Ελλάντα, τι Ουγκάντα);

Η ποιότητα κοστίζει
και αφέντες δεν γνωρίζει,
μα εμείς έχουμε boss
και είναι και Γερμανός.

Πλάκωσε η καγκελαρία,
δεν σηκώνουνε αστεία,
ένα-ένα τα κεφάλια
πέφτουν σαν τα πορτοκάλια.

Πρέπει να προσαρμοστούμε
και μακάρι να σωθούμε,
με τη μουσική του Βάιλ,
ας φωνάξουμε όλοι "Χάιλ!"

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Αταίριαστες σκέψεις δίπλα στη θάλασσα

 

      Το θαλασσινό αεράκι σε χτυπάει απαλά στο πρόσωπο. Η θάλασσα έχει ένα υπέροχο τυρκουάζ χρώμα. Άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και διαφόρων σωματοτύπων απολαμβάνουν, καθένας με τον τρόπο του, αυτήν την ωραία μέρα στην παραλία.
     Είναι Ιούνιος ακόμη, οι παραλίες δεν έχουν γεμίσει ασφυκτικά με κόσμο. Γι'αυτό και είχες την τύχη να βρεις ένα ολόκληρο πεύκο για τον εαυτό σου. Ένα εύρωστο, γερό πεύκο, με πυκνή και ευχάριστη σκιά. Από αυτήν την προνομιακή σου θέση, έχεις τώρα την πολυτέλεια να τους παρατηρείς όλους και ταυτόχρονα να χαλαρώνεις, ξαπλωμένος νωχελικά επάνω στην ψάθα σου.
     Πόσες μνήμες ξυπνούν από το βαθύ τους ύπνο και έρχονται να σε βρουν, η μια μετά την άλλη, και να σου θυμίσουν εκείνες τις μακρινές εποχές που ήσουν παιδί, που η μυρωδιά της θάλασσας για εσένα ήταν ανακατεμένη με τη μυρωδιά του αντηλιακού και του βραστού αυγού μετά το μπάνιο... Πόσο πιο απλά ήταν τα πράγματα τότε!
     Το αεράκι σηκώνει την άμμο και προσπαθεί να σε σηκώσει μαζί με την ψάθα, δεν είναι όμως αρκετά δυνατό. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Χαλάρωσε και απόλαυσε το θέαμα. Ανάσανε βαθιά τον αλμυρό αέρα. Κοίτα ψηλά τον ήλιο, που σου παίζει κρυφτό ανάμεσα από τις πευκοβελόνες.
     Από το ανοιχτό σου ραδιόφωνο ακούγεται μουσική. Προσπαθείς να βρεις μια μουσική που να ταιριάζει με τις εικόνες που βλέπεις γύρω σου. Τι να είναι; Κλασσική; Μοντέρνα; Λαϊκή; Ελληνική; Ξένη; Αλλάζεις τους σταθμούς, προσπαθώντας να βρεις την τέλεια μουσική για τις στιγμές που ζεις. Ξαφνικά, σταματάς την αναζήτηση. Στο ραδιόφωνο ακούγεται το Dust in the wind.
     Μελαγχολικό τραγούδι, ναι, καθόλου κατάλληλο για παραλία. Κι όμως, γιατί εσένα σου φαίνεται ότι έδεσε αρμονικά ο ήχος με την εικόνα; Το μυαλό σου κατακλύζεται από σκέψεις. Βλέπεις τα παιδιά που πλατσουρίζουν στη θάλασσα, τα ζευγαράκια που ερωτοτροπούν, τους νεαρούς με τις ρακέτες... Dust in the wind...
     Σκέφτεσαι αμέτρητους νεαρούς, με ρακέτες ή χωρίς, ζευγαράκια, περισσότερο ή λιγότερο εκδηλωτικά, οικογένειες, σωσίβια με ζωάκια, ομπρέλες, κάστρα στην άμμο, κυνηγητά, γέλια, όλους αυτούς τους ανθρώπους που πέρασαν ή θα περάσουν από αυτήν ή από οποιαδήποτε άλλη παραλία, απολαμβάνοντας το καλοκαίρι. Νιώθεις έντονα ότι τις εικόνες που βλέπεις τις έχουν ξαναδεί, ίσως όχι αυτούσιες αλλά τις έχουν ξαναδεί, κι άλλα ζευγάρια μάτια. Και όπως βλέπεις τους ανθρώπους γύρω σου, η εικόνα σιγά-σιγά ξεθωριάζει, σβήνει.
     Dust in the wind. Το αεράκι φυσάει απαλά και τα διαλύει όλα, τα σκορπίζει όπως σκορπίζει την άμμο. Πού πάνε τα γέλια, τα τρεχαλητά; Πού πάνε τα φιλιά, οι αγκαλιές, οι τσακωμοί; Τι μένει τελικά;
     Είσαι εδώ και αύριο δεν θα είσαι. Κανείς δεν θα γνωρίζει το πέρασμά σου. Μόνο υποθέσεις θα μπορεί να κάνει. Αυτή την άμμο ίσως την όργωσαν τα βήματα κάποιου άλλου, θα σκέφτεται, αυτά τα πεύκα ίσως έριξαν τη σκιά τους και σε άλλους ανθρώπους, αυτή η θάλασσα ίσως αγκάλιασε και άλλα κορμιά... Κι όπως τα βήματα ενός άλλου όργωσαν κάποτε αυτήν την άμμο, έτσι την οργώνουν και τα δικά μου σήμερα, όπως αυτά τα πεύκα έριξαν τη σκιά τους άλλοτε σε κάποιους άλλους, έτσι χαρίζουν και σε εμένα τον ίσκιο τους τώρα, όπως αγκάλιασε η θάλασσα τόσα κορμιά στο παρελθόν, έτσι ακριβώς αγκαλιάζει και εμένα σήμερα.
     Και κάποια μέρα, δεν έχει σημασία πότε ακριβώς, ο άνθρωπος που έκανε αυτές τις σκέψεις δε θα υπάρχει πια και θα έρθουν άλλοι άνθρωποι να κάνουν τις ίδιες σκέψεις, ή παρόμοιες, και ο μόνος κοινός παρονομαστής όλων αυτών των ανθρώπων είναι τελικά η σκόνη, αυτή η σκόνη που χορεύει στον αέρα, η σκόνη που μένει και τα σκεπάζει όλα.
     Dust in the wind. Είτε μιλάμε για έναν τυφώνα, είτε για μια θαλασσινή αύρα.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Σκλάβοι

 
     Είναι πρωί. Το αμπάρι του πλοίου είναι γεμάτο ασφυκτικά. Μαύρο και μόνο μαύρο το χρώμα. Μαύροι και μόνο μαύροι το εμπόρευμα. Όρθιοι, ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο ιδρώτας κάνει τα μαύρα κορμιά να γυαλίζουν, όπως γυαλίζουν και τα ασπράδια των ματιών. Πάει πια η αγαπημένη Αφρική, με την πυκνή της βλάστηση και τα μοναδικά της αρώματα. Πάνε οι ήχοι της ζούγκλας, η απεραντοσύνη του ουρανού, οι ζεστές μέρες, οι δροσερές νύχτες. Πάνε οι γυναίκες, τα παιδιά, οι μανάδες. Πάει η ζωή.
     Μόνο ο ήχος του τύμπανου, που δίνει ρυθμό στους κωπηλάτες ακούγεται. Μπουμ-μπουμ, μπουμ-μπουμ... Το πλοίο είναι μεγάλο, αλλά η θάλασσα ακόμα μεγαλύτερη. Τα νερά είναι άγρια, τα ξύλα του πλοίου, τα σχοινιά του, όλα τρίζουν. Χορεύει το πλοίο και μαζί με αυτό χορεύει και το αμπάρι του, μαζί με αυτό χορεύει και το εμπόρευμα. Και οι σκλάβοι, που έμαθαν να πατούν σε στέρεα γη και να γιορτάζουν τη ζωή χορεύοντας και τραγουδώντας, χτυπώντας τα πόδια τους με δύναμη, τώρα θρηνούν χορεύοντας βουβά, ακολουθώντας ακούσια την κίνηση του πλοίου.
     Ποιος ξέρει πού θα καταλήξουν; Ποιος ξέρει πώς θα είναι ο ουρανός και τι μυρωδιές θα έχει η γη και τι τραγούδια θα λένε τα πουλιά εκεί που πάνε; Ένα μόνο ξέρουν. Είναι σκλάβοι. Και αυτό σημαίνει ότι δεν τους ανήκει τίποτα, ούτε καν το όνομά τους. Νέα ονόματα τους περιμένουν και δουλειά πολλή και μέρες ατελείωτες. Και η ζωή αλλού θα υπάρχει, με τις χαρές της, τα τραγούδια της, τα χρώματα, τις ευωδιές...
     Το πλοίο γέρνει επικίνδυνα, καθώς βυθίζεται ανάμεσα από δύο τεράστια κύματα. Γέρνει, αλλά δεν θα βουλιάξει. Θα φτάσει με ασφάλεια τελικά στον προορισμό του. Και όταν από το κατάρτι, ψηλά, ακουστεί η φωνή "Στεριά μπροστά μας!", θα ξέρουν όλοι ότι το ταξίδι δεν τελείωσε, αλλά ότι θα συνεχιστεί σε νέα, πιο επικίνδυνα και άγνωστα νερά.
     Όμως δεν είμαι μέσα στο πλοίο. Δεν ακούω "μπουμ-μπουμ", δεν χορεύω στο ρυθμό των κυμάτων. Είναι πρωί και είμαι μέσα στο λεωφορείο. Ακούω μόνο τη μουσική στα αυτιά μου και χορεύω στο ρυθμό του ανώμαλου οδοστρώματος. Γύρω μου, θαρρείς στιβαγμένοι, οι συνεπιβάτες μου, συνοδοιπόροι σε αυτήν την καθημερινή διαδρομή μου προς τη δουλειά.
     Ναι, είμαι στο λεωφορείο, μια σύγχρονη σκλάβα ανάμεσα σε άλλους, επίσης σύγχρονους, σκλάβους, που άφησε πίσω το ζεστό της κρεβατάκι, το ξημέρωμα, το γάλα με κακάο, τα λουλούδια στη βεράντα... Στο τέρμα της διαδρομής μου ξέρω τι θα βρω. Με περιμένει μια μέρα στη δουλειά, γεμάτη υποχωρήσεις και συμβάσεις, τόσο μακριά από τα "θέλω" μου και τόσο κοντά στα "πρέπει"...
     Ποια ζωή αφήνουμε καθημερινά και σε ποια ζωή μπαίνουμε; Και πώς ξοδεύονται έτσι άσκοπα η ζωή μας, τα όνειρά μας, οι επιθυμίες μας; Πόσο έξω από τη ζωή μας είναι η ζωή τελικά;
     Ερωτήματα που πονάνε, είτε απαντηθούν είτε όχι. Αλλάξαμε τόνο στη δουλεία, αλλά αυτό δεν την έκανε λιγότερο καταπιεστική. Και όπως πάνε τα πράγματα, λυπάμαι που το λέω, η δουλεία θα επανακτήσει τον τόνο της.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Η δύναμη του τυχαίου



     Σήμερα είδα ξανά το Θεό! Πόσες πιθανότητες είχε να συμβεί;
     Και για να μην παρεξηγηθώ: είδα τον καλοντυμένο κύριο με τα έντονα ζυγωματικά. Ήμαστε και οι δύο στον ίδιο συρμό ταυτόχρονα. Άραγε, εκείνος θα με θυμόταν;
     Σήμερα ήταν πιο απλά ντυμένος. Δεν φορούσε ούτε σακάκι ούτε γραβάτα. Το πουκάμισό του ήταν μπλε, με λεπτή, άσπρη ρίγα. Το παντελόνι του ήταν γκριζολαδί. Φορούσε τα προχθεσινά παπούτσια και κρατούσε την προχθεσινή τσάντα. Τα μαλλιά του, τελικά, δεν είναι τόσο άσπρα όσο νόμιζα ότι θυμόμουν.
     Ταξιδέψαμε μαζί μέχρι τη Δάφνη. Χωρίς λιπ γκλος να μας συνοδεύει, όμως.

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Το μόνο (;) της ζωής του ταξίδιον


 
     Προχθές ταξίδεψα με ένα ασυνόδευτο λιπ γκλος. Ναι, δεν είναι ψέμα. Συνέβη στο μετρό, μέρα μεσημέρι και είναι αλήθεια, όπως είναι αλήθεια ότι η γη γυρίζει.
     Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, κι άλλες φορές έχω ταξιδέψει με λιπ γκλος, αλλά με λιπ γκλος καθώς πρέπει, με λιπ γκλος βαλμένα, τακτικά ή άτακτα, μέσα σε τσάντες ή νεσεσέρ. Αυτό, αντίθετα, ήταν ένα ανεξάρτητο και ρέμπελο λιπ γκλος. Ας πάρουμε τα πράγματα, όμως, από την αρχή.
     Είναι νωρίς το απόγευμα. Πηγαίνω στο μετρό, μπαίνω στο συρμό, κάθομαι. Απέναντί μου κάθονται δυο άντρες, που ενώ δε φαίνεται να έχουν σχέση μεταξύ τους, εμφανισιακά, για κάποιο λόγο, σχετίζονται.
     Ο ένας έχει κανονική σωματική διάπλαση, είναι στρογγυλοπρόσωπος και έχει ένα μουσάκι μυτερό. Είναι γύρω στα πενήντα και αρκετά καλοντυμένος. Κρατάει μια αντρική τσάντα και μιλάει στο τηλέφωνο στα ισπανικά. Φοράει μαύρα παπούτσια με μαύρες κάλτσες. Σκέφτομαι ότι θα ζεσταίνεται.
     Ο άλλος είναι επίσης γύρω στα πενήντα, αλλά πολύ αδύνατος με έντονα ζυγωματικά. Είναι φαλακρός και έχει μακριά αλογοουρά και περιποιημένο μούσι. Τα μαλλιά του είναι σχεδόν άσπρα. Είναι κι αυτός καλοντυμένος. Φοράει ένα λαδί κουστούμι, σκούρο λιλά πουκάμισο με άσπρα κουμπάκια στο γιακά, και μια γραβάτα πολύχρωμη, με αφηρημένα σχέδια εκρού, μπλε, τυρκουάζ και λαχανί. Στο δεξί του χέρι φοράει βέρα, στο αριστερό ένα λεπτό δαχτυλίδι. Κρατάει κοκκινοκαφέ τσάντα και φοράει παπούτσια καλογυαλισμένα στο ίδιο χρώμα. Το πρόσωπό του δείχνει σοβαρό. Θα ήθελα να τον ζωγραφίσω. Σε μια εικόνα θρησκευτικού περιεχομένου, θα μπορούσε άνετα να παριστάνει το Θεό.
     Και εκεί που τους παρακολουθώ διακριτικά, πότε τον έναν και πότε τον άλλον, από κάτω από το κάθισμά τους προβάλλει το λιπ γκλος. Κυλάει ορμητικά και σταματάει δίπλα στο πόδι μιας κυρίας, που στέκεται όρθια δίπλα από τον κύριο που έχω απέναντί μου.
     - Να δεις που θα το πατήσει, σκέφτομαι.
     Αλλά όχι.
     Το λιπ γκλος στέκεται δίπλα στο πόδι της κυρίας. Φαίνεται χρησιμοποιημένο, θα έχει αρκετές ιστορίες να διηγηθεί, ιστορίες για σκασμένα χείλη και βιαστικά φιλιά. Όμως εκείνο φαίνεται αδιάφορο. Μάλλον το ενδιαφέρει περισσότερο η ιστορία που ζει τώρα παρά οι ιστορίες του παρελθόντος. "Κοιτάω μπροστά", είναι σαν να μου λέει.
     Στάση. Το λιπ γκλος απομακρύνεται από το πόδι της κυρίας και επιστρέφει στο κάθισμα. Κου-κου!
     Ο συρμός ξαναξεκινάει. Τσα! Το λιπ γκλος ξανακυλάει προς το πόδι της κυρίας.
     - Δεν μπορεί, τώρα θα το δει, σκέφτομαι.
     Αλλά όχι.
     Μάλλον είναι αφηρημένη και το λιπ γκλος βρίσκεται έξω από το οπτικό της πεδίο. Εγώ όμως το παρακολουθώ προσεκτικά.
     Νέα στάση. Το λιπ γκλος ξανακινείται.
     Ξεκινάμε. Ξαναπαίρνει τη θέση του δίπλα στο γνωστό πόδι.
     - Μα καλά, δεν νιώθει ότι κάτι ακουμπάει στο πόδι της;
     Τώρα πια, το λιπ γκλος έχει αποκτήσει οντότητα. Από όλα τα έμψυχα όντα που είναι μέσα στο συρμό, αυτό είναι το πιο ζωντανό.
     Στάση. Κίνηση προς τα αριστερά. Απομάκρυνση από τον κίνδυνο.
     Αναχώρηση συρμού. Κίνηση προς τα δεξιά. Αγκαλιά με τον κίνδυνο.
     Στάση. Κίνηση προς τα αριστερά.
     Αναχώρηση. Κίνηση προς τα δεξιά.
     Στάση. Ανάσα βαθιά.
     Αναχώρηση. Παλμοί ανεβασμένοι.
     Άραγε, πώς να έφτασε μέχρι εδώ; Να εκμεταλλεύτηκε την ακαταστασία της ιδιοκτήτριάς του ή απλώς έπεσε θύμα απροσεξίας; Πού ήθελε να πάει; Είχε ξαναταξιδέψει με τον ίδιο τρόπο ή ήταν η πρώτη του φορά;
     Τόσα ερωτήματα, και όλα αναπάντητα. Ένα μόνο ξέρω: δεν κατέβηκε μαζί μου. Συνέχισε προς το τέρμα.

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός...




      Γιατί να φτιάξει κανείς ένα ιστολόγιο; Τι κερδίζει; Είναι τόσο σημαντικό να μοιράζεσαι ό,τι βλακεία παράγει ο εγκέφαλός σου; Δε νομίζω. Το σημαντικότερο, κατά την γνώμη μου, είναι ότι συνειδητοποιείς ότι δεν είσαι ο μόνος που παράγει βλακείες. Και αυτό σου τονώνει την αυτοπεποίθηση.
     Εγώ το ξεκίνησα εντελώς πειραματικά. Για να δεις πώς φτιάχνεται, δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά να φτιάξεις ένα. Και είναι, το άτιμο, πολύ πονηρά φτιαγμένο! Ένα σωρό επιλογές διάταξης, φόντου, χρωμάτων, πλαισίων και γραμματοσειρών, να σαστίζει ο νους! Ωραίο το πορτοκαλί, είναι και της μόδας... Ναι, αλλά και αυτό το ροζ... Ή μήπως αυτό το μπεζ το κάνει να φαίνεται πιο επαγγελματικό;
     Και είναι και το όνομα. Να το πεις "Ανώνυμο"; Εννοείται πως δεν έχει νόημα. Και πόσο δύσκολο είναι να βρεις ένα όνομα, ιδιαίτερα όταν δεν ξέρεις τι θα ήθελες να γράφεις, ποιοι θα ήθελες ή δεν θα ήθελες να διαβάζουν όσα γράφεις, αν θα συνεχίσεις να γράφεις για καιρό... Είναι σαν να πρέπει να βαφτίσεις μωρό και να σου έχουν αφήσει το απολύτως ελεύθερο... Πελαγώνεις με τις άπειρες επιλογές.
     Σκέφτηκα στην αρχή να το ονομάσω "Ιστολόγιο Καταστρώματος", αλλά αυτό παραπέμπει σε ταξίδια. Μήπως θα έπρεπε να γράφω ταξιδιωτικές εντυπώσεις; Άσε, δεν χρειάζεται να προβληματίζομαι, πρόβλεψαν άλλοι... Το όνομα είναι κατηλειμμένο. Φτου να πάρει! (και ευτυχώς, ταυτόχρονα)
     Ύστερα σκέφτηκα "Ταξιδιάρικο μπουκάλι", άσε, λέω, θα είναι σαν να στέλνω μηνύματα, "Περί ορέξεως...", ούτε (αυτό θα ταίριαζε με συνταγές), γενικά σκέφτηκα ένα σωρό διαφορετικά ονόματα. Τελικά κατέληξα σε μια λέξη που έχω ξαναχρησιμοποιήσει, την γλωσσοπάθεια. Αν μη τι άλλο, εκφράζει τη διανοητική μου κατάσταση (για να μην πω τη διανοητική μου διαστροφή), το κόλλημα που έχω με τις λέξεις, σε βαθμό που να είμαι ικανή να γράψω ολόκληρη ιστορία με αφορμή μία και μόνη λέξη! Από την άλλη, έτσι κι αλλιώς, ό,τι εκφράζεται γραπτά εμπίπτει στη νοητική σφαίρα της γλώσσας, άρα και πάλι εντός θέματος είμαι.
     Και επειδή η κατάστασή μου δεν είναι ήπια, αλλά διακρίνεται από συχνές εξάρσεις, αποφάσισα να προσθέσω τη λέξη "Οξεία" στην γλωσσοπάθειά μου (έτσι κι αλλιώς, πάντα προτιμούσα την οξεία από την περισπωμένη, νομίζω).
     Οξεία Γλωσσοπάθεια, λοιπόν (θα μπορούσε να λέγεται και Γλωσσολαγνεία, τώρα που το σκέφτομαι, αλλά αυτό ακούγεται πιο πρόστυχο. Ας κρατήσω ένα επίπεδο, τουλάχιστον προς το παρόν). Και τι το καλύτερο για ένα ιστολόγιο γλωσσικής διαστροφής, από ένα βίντεο με μια εξαιρετική λέξη: Supercalifragilisticexpialidoc­ious!
     Αρχίσαμε!...